Ἀξιοπρόσεχτο δεῖγμα σύγχρονης πεζογραφίας

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ

Βασιλεία Γεωργίου,
Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του,
Μανδραγόρας, Αθήνα 2021

Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του. Ἔτσι ἐπιγράφεται ἕνας τόμος πού ἐκδόθηκε στό τέλος τοῦ 2021 ἀπό τίς ἐκδόσεις Μανδραγόρας.[1] Περιέχει τρία διηγήματα, ἀπό πενήντα ἕως ἑξήντα σελίδες τό καθένα, τά ὁποῖα ὀνομάζονται: «Σκιές», «Μιά παράξενη ἐρωτική ἱστορία», «Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του». Ἐδῶ θά σταθῶ στό τελευταῖο ἀπό τά τρία, στό ὁμώνυμο τοῦ τόμου, πού εἶναι ἀρκετό γιά νά χαρακτηρίσει ὅλη τή δουλειά τῆς πεζογράφου. Σημειώνω ὅτι ἔχει προηγηθεῖ τό πεζογράφημα Ἡ Ἕκτη Μέρα, ἀπό τίς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη τό 2015, πού φέτος ἔκανε δεύτερη ἔκδοση ἀπό τόν Μανδραγόρα.[2]

Λοιπόν τό διήγημα[3] «Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του» ἀφορᾶ τέσσερα πρόσωπα, τήν ἀνώνυμη ἀφηγήτρια, τόν Γιάννη, τή Δήμητρα καί τόν ἄντρα της Χρῆστο. Κύριο πρόσωπο εἶναι ἡ ἀφηγήτρια, πού ὅπως καί οἱ ὑπόλοιποι εἶναι γιατρός. Στό ἑξῆς θά τήν ἀναφέρω ὡς Α. Ἐκτός ἀπό τά πρόσωπα, τό διήγημα παρουσιάζει ὁρισμένο θεματικό ἔνδυμα. Μέ λίγα λόγια. Ὁ Γιάννης γιορτάζει τά γενέθλιά του σ᾿ ἕνα κέντρο. Τό βράδι περνάει καί παίρνει τήν Α μέ τό αὐτοκίνητό του γιά νά πᾶνε στό καπαρωμένο κέντρο. Στή διαδρομή τῆς λέει πώς θά ἔρθει καί ὁ Χρῆστος, μέ τόν ὁποῖο ἡ Α εἶχε στό πρόσφατο παρελθόν μιά αἰσθηματική περιπέτεια. Πράγματι ἔρχεται ὁ Χρῆστος μέ τήν ἕξι μηνῶν ἔγκυο γυναίκα του τή Δήμητρα. Ἡ Α, πού δυσανασχετεῖ, θέλει νά φύγει νωρίς. Τό ἴδιο καί ὁ Χρῆστος μέ τή Δήμητρα, πού τήν παίρνουν μέ τό αὐτοκίνητό τους. Οἱ δυό γυναῖκες συμφωνοῦν νά πᾶνε τήν ἑπόμενη μέρα στό κολυμβητήριο -ὁ Χρῆστος θά ἔχει 24ωρη ἐφημερία. Πράγματι τήν ἄλλη μέρα οἱ δυό γυναῖκες, ὁδηγώντας ἡ Δήμητρα, πηγαίνουν στό κολυμβητήριο. Πρός τό τέλος ἡ Α νιώθει πονοκέφαλο καί ἄλλα συμπτώματα, πού θυμίζουν ὑποτροπή τῆς νευροπάθειάς της, ἀπό τήν ὁποία βρίσκεται σέ ἀνάρρωση. Στό γύρισμα ἡ Δήμητρα τήν κρατάει στό διαμέρισμά της. Ἡ Α διαπιστώνει ὅτι πρόκειται γιά ἡμικρανία. Κοιμᾶται σέ ἕνα ξεχωριστό δωματιάκι τοῦ ζευγαριοῦ καί συνέρχεται ἀργά τή νύχτα. Φεύγει τό πρωί. Μετά ἀπό μερικές μέρες, νύχτα, ἡ Δήμητρα τῆς τηλεφωνεῖ ζητώντας ἄσυλο στό διαμέρισμά της. Ἡ Α δέχεται νά τή φιλοξενήσει.

Αὐτό εἶναι μέ λίγα λόγια τό ὑποτυπῶδες θεματικό κάλυμμα τοῦ πεζογραφήματος. Μέ μιά τόσο ἰσχνή ὑπόθεση φαίνεται, ἀπό πρώτη ἄποψη, πώς ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα χλιαρό ἀνάγνωσμα. Κι ὅμως, κάθε ἄλλο, παρά συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ἀντίθετα πρόκειται γιά ἕνα νευρῶδες ἀνάγνωσμα ἀξιοπρόσεχτο. Μιά ἔκπληξη, θά ἔλεγα, πού ὀφείλεται στήν εὐαισθησία μέ τήν ὁποία πραγματώνεται ἡ ἐσωτερική δράση τῆς ἀφήγησης. Οἱ βασικότεροι τρόποι μέ τούς ὁποίους σχηματίζεται τό κείμενο αὐτῆς τῆς δράσης εἶναι, καθώς πιστεύω, οἱ ἀκόλουθοι τρεῖς.

α) Ἡ σύνθεση δύο χρονικῶν στιγμῶν τοῦ τώρα καί τοῦ πρίν, ἔτσι πού ἡ παρελθοντική στιγμή νά προσδιορίζει καί νά ἐνισχύει τήν τωρινή καί ἀντίστροφα. Παράδειγμα. Ὅταν ἡ Α ξυπνάει στό ξεχωριστό, μᾶλλον ξενώνα, δωματιάκι τοῦ ζευγαριοῦ καί καταλαβαίνει πώς ἕνα ξεχαρβαλωμένο κατασκεύασμα ἐκεῖ ἀπέναντι, δέν εἶναι κάτι τέτοιο, ἀλλά εἶναι τό κρεβατάκι τοῦ μελλοντικοῦ μωροῦ τῆς Δήμητρας καί τοῦ Χρήστου, διαλογίζεται:

«Εἶχα ἀπομείνει μέ τό βλέμμα καρφωμένο στήν κούνια καί τίς σκιές της καί ἕνα μελαγχολικό βάρος πίεζε τό μέτωπό μου, ἴδιας ποιότητας καί ἔντασης μέ αὐτό πού ἔνιωθα κάθε φορά πού μιά ἀσήμαντη ἀφορμή ἐπισφράγιζε τήν ἀπόρριψή μου ἀπό τόν Χρῆστο. Ὅλες ἐκεῖνες οἱ στιγμές στροβιλίστικαν πάλι στό μυαλό μου σέ μιά ἀέναη, μαρτυρική ἐπανάληψη, ἡ ὄψη τοῦ μωρουδίστικου κρεβατιοῦ ἀντιπροσώπευε τό ἀπόσταγμα τῆς θλίψης πού μέ βάραινε σέ ὅλην αὐτήν τήν ἱστορία.»

Κι ἕνα δεύτερο παράδειγμα. Ἡ Α διακρίνει πώς ἡ Δήμητρα κάποια στιγμή, μέσα στό σαλόνι της, σιγανοκλαίει. Δέν ἤξερε τί νά κάνει κι ἀκολούθησε μιά βασανιστική σιωπή.

«Καί ξαφνικά κατάλαβα γιατί ὅλο αὐτό μέ εἶχε φέρει σέ τόσο δύσκολη θέση.

Ἦταν τό ἴδιο πράγμα πού εἶχε συμβεῖ μέ τόν Χρῆστο καί μένα ἀλλά κατοπτρικά, μέ τούς ρόλους ἀντεστραμμένους. Εἶχα μείνει ἕνα ἀπόγευμα μέχρι ἀργά στή δουλειά, ὅταν μπῆκε μέσα ξαφνικά στό γραφεῖο μου χωρίς νά χτυπήσει καί μέ βρῆκε νά κλαίω. Εἶχε ξαφνιαστεῖ πολύ πού μέ εἶδε ἔτσι ἀλλά εἶχε αἰφνιδιάσει καί μένα, ἀφοῦ θεωροῦσα ὅτι εἶχε ἤδη σχολάσει ξεχνώντας νά μέ πάρει μαζί του -ἦταν ὁ λόγος πού ἔκλαιγα ἄλλωστε, ἀφοῦ ἐξαιτίας τῆς καταιγίδας πού λυσσομανοῦσε ἐκείνη τή μέρα μοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι θά μέ γυρνοῦσε στό σπίτι μου.»

Μία ἀκόμα τέτοια περίπτωση συναντοῦμε στή σελίδα 159 πρώτη παράγραφο.[4]

β) Διαισθητική ἀντίληψη τῆς Α γιά ὅ,τι γίνεται γύρω της. Γενικό γνώρισμα τῆς πεζογράφου. Τά στοιχεῖα ἐδῶ εἶναι πολλά καί διάσπαρτα σέ ὅλο τό κείμενο. Θά δώσω πρῶτα μερικά ἁπλά δείγματα κι ἔπειτα ὁρισμένα πιό ἀναπτυγμένα.[5]

«Τή φωνή της χρωμάτιζε μιά μελαγχολική χροιά, μιά ὑπόνοια θλίψης καθώς διηγοῦνταν αὐτά.» (σ. 138)

«Ἡ Δήμητρα δέν ἀποκρίθηκε, ἀλλά ἔνιωθα τήν ἔνταση τῆς ματιᾶς της καρφωμένη ἐπάνω μου.» (σ. 154)

«Διαισθάνθηκα τήν ἀσυγκράτητη ἀγωνία της καθώς περίμενε τήν ἀπάντησή μου, ἡ ἀνάσα της ἀλλοιωνόταν μέσα ἀπό τό ἀκουστικό καί στ’ αὐτιά μου ἔφτανε ὁ ἀκανόνιστος, βαρύς ἀπόηχός της.» (σ. 165)

Ὁ Χρῆστος μπαίνει ξαφνικά στό γραφεῖο τῆς Α καί τή βρίσκει κλαμένη, γιατί ἐκείνη θεώρησε πώς, παρά τήν καταιγίδα, ἐκεῖνος, μιά καί εἶχε περάσει ἡ ὥρα, δέν πέρασε νά τήν πάρει. Δέν χρειάζεται νά πῶ περισσότερα, ἡ περικοπή τά λέει μόνη της. Κανένας δέν μιλάει:

«Αὐτό ὅμως δέν ἦταν μιά ἁπλή συμπάθεια, οὔτε οἶκτος, καί τό ἔπιασα σχεδόν στόν ἀέρα ὅταν εἶδα τά μάγουλά του νά κοκκινίζουν. Δέν εἶχε ἰδέα ὅτι ἔκλαιγα γι᾿ αὐτόν καί οὔτε θά τό ὑποπτευόταν ποτέ, ἀλλά ἡ ἔντονη ματιά μου, καρφωμένη ἐπίμονα πάνω του μέ προδομένο πανικό γεμάτο νόημα, τόν ἔκανε νά καταλάβει. Εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι ἀκόμα καί τό πιό ἐπιπόλαιο βλεφάρισμα θά μποροῦσε νά διαταράξει τήν ἡδονική καί εὔθραστη σιωπή πού εἶχε ἁπλωθεῖ ἀνάμεσά μας.» (σ. 156)

Τό ἐπεισόδιο αὐτό πιάνει τρεῖς περίπου σελίδες καί εἶναι ἀπό τά κορυφαῖα τοῦ κείμενου. Χρειάζεται νά τό διάβάσει κάποιος γιά νά δεῖ τόν λεπτό μηχανισμό καί τίς διαισθητικές λεπτομέρειες πού ἀκύρωσαν τήν ἕνωση τῶν δυό νέων. Θά τελειώσω μέ τά παραδείγματα αὐτῆς τῆς σειρᾶς μ᾿ ἕνα ἐπεισόδιο τῶν ἴδιων προσώπων (Α-Χρήστου), ἀλλά διαφορετικῶν ὅρων. Τή νύχτα πού ἡ Δήμητρα κατάφυγε στό διαμέρισμα τῆς Α, ἀργά, κάποια στιγμή τηλεφώνησε ὁ Χρῆστος. Ρώτησε ἄν ἦταν ἐκεῖ ἡ Δήμητρα καί πότε θά γυρίσει στό σπίτι. Ἡ Α ἀπάντησε πώς ἡ Δήμητρα κοιμόταν καί δέν ἤξερε τί σκεφτόταν νά κάνει. Ὁ Χρῆστος εἶπε:

«Καλά. Πές της ὅτι τήν πῆρα τηλέφωνο.»

Ἡ συνέχεια ἀπό τήν πλευρά τῆς ἀφηγήτριας:

«Παρόλο πού εἶχε διατυπώσει τό αἴτημα σέ προστακτική, στ᾿ αὐτιά μου ἔφτασε ἡ ἱκετευτική παράκληση μιᾶς ὕστατης ἀπελπισίας. Τά λόγια του ἦταν βουτηγμένα στήν ἀπόγνωση τοῦ ἀνθρώπου πού ἐγκαταλείπει τήν προσπάθεια καί ἀφήνεται στό ἔλεος τῆς μοίρας του.» (σ. 172)

γ) Κουβέντα φαινομενικά σιβυλλική. Ἡ Δήμητρα λέει στήν Α ὅτι ὁ Χρῆστος κάνει πολλές ἐφημερίες στό νοσοκομεῖο. Ἡ ἀφηγήτρια δείχνει τήν ἔκπληξή της (σ. 140). Ἡ Δήμητρα ἀντιδράει σ᾿ αὐτό ἔντονα:

«‘‘Τί σοῦ κάνει ἐντύπωση;’’ μέ ρώτησε αὐστηρά, ὑψώνοντας τή φωνή της σέ μιά ἐπιθετική εἰρωνία. ‘‘Τώρα εἰδικά μέ τό μωρό κάνει περισσότερες ἀπό ὅ,τι πρίν’’».

«‘‘Ναί, φυσικά, εἶναι λογικό’’, βιάστηκα νά δικαιολογηθῶ, καταπίνοντας μονομιᾶς τό ἀρχικό μου σάστισμα. ‘‘Ἁπλῶς, ὑπέθεσα ὅτι ἐπειδή εἶσαι ἔγκυος θά τίς μείωνε, ἀλλά φυσικά δέν εἶχα ὑπολογίσει καθόλου τά πρακτικά ζητήματα’’».

Ἡ Δήμητρα λέει ἔπειτα ὅτι ὁ Χρῆστος κάνει τίς ἐφημερίες ἐπειδή θά χρειαστοῦν χρήματα γιά τή νταντά τοῦ μωροῦ. Ἡ τρισέλιδη συζήτηση ἔγινε μέ ἀρκετή ἔνταση καί ἐκνευρισμό. Ἡ Α δέν βλέπει συνέπεια στά λόγια τῆς Δήμητρας.

«Εἶχα ἐνοχληθεῖ βαθιά», λέει,

«ἀπό τό τελευταῖο της σχόλιο. Ἦταν δυό γιατροί καί γνώριζα τούς μισθούς τους, ἀρκοῦσαν νά ζήσουν τό παιδί τους ἀκόμα καί χωρίς ὑπερωρίες καί τίς ἐφημερίες τοῦ Χρήστου, τό νά μέ κατηγορεῖ λοιπόν ἡ Δήμητρα πού τόλμησα νά ἀμφισβητήσω τή σκοπιμότητα τῆς ἐξαντλητικῆς ἐργασίας ἦταν ἀδικαιολόγητο».

Ἡ ἀποκάλυψη ἔρχεται ἀργότερα, ὅταν μέσα στή νύχτα ἡ Δήμητρα, μετά ἀπό καυγά μέ τόν Χρῆστο, ζητάει ἄσυλο στό διαμέρισμα τῆς Α. Ἄρα ἡ Α δέν εἶχε ἄδικο πού ἔβλεπε μέ δυσπιστία τίς ἔντονες ἀντιδράσεις τῆς Δήμητρας, ἀναφορικά μέ τίς ἐφημερίες τοῦ Χρήστου. Αὐτή ἡ συζήτηση Α – Δήμητρας εἶναι ἐξαιρετικά σιβυλλική. Αὐτό πού φαίνεται παράξενο εἶναι ἡ ἔνταση κι ὁ ἐκνευρισμός τῶν δύο γυναικῶν γιά ἀσήμαντο ζήτημα. Κάτι πού θά χρειστεῖ νά ἔρθει τό τρίτο καί τελευταῖο μέρος τοῦ διηγήματος γιά νά ξεκαθαρίσουν τά πράγματα. Πρόκειται γιά μιά ἀριστοτεχνική ἀφήγηση μέ πολλά ὑπονοούμενα, ἡ ὁποία διατρέχει τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κείμενου. Ἔχει νά κάνει ὅμως μέ τό ζωτικότατο ζήτημα τοῦ ἔρωτα καί τῆς μοναξιᾶς.

 

Ἐλπίζω, μέ ὅσα εἶπα παραπάνω, (α,β,γ), νά ἔδωσα μιά ἰδέα ἀπό τόν τρόπο πού πραγματώνεται ἡ ἐσωτερική δράση αὐτοῦ τοῦ ἀφηγήματος. Στό πλαίσιο ἑνός ἁπλοῦ θέματος, ἀναπτύσσεται ἡ κρίσιμη σχέση τριῶν ἀτόμων. Ὅπως εἴδαμε, τό κειμενικό σῶμα σχηματίζεται ἀπό τήν ἄμεση παρουσία καί τούς διάλογους τῶν δύο γυναικῶν, καθώς καί ἀπό τήν ἔμμεση κυρίως προυσία τοῦ Χρήστου. Ἡ σχέση τῆς Α καί τῆς Δήμητρας εἶναι ἀρχικά «ψυχροπολεμική», ὅπως λέει ἡ Α. Δέν γνωρίζονται ἀπό παλιά, ἐνῶ δέν δείχνουν κάποια διάθεση ἀλληλοσυμπάθειας. Ὅμως βῆμα βῆμα, μέσα ἀπό τά μικροπεριστατικά, γνωρίζονται καλύτερα μέ συνέπεια νά πλησιάζει ἡ μία τήν ἄλλη ὁλοένα περισσότερο. Αὐτή ἡ πορεία, ἀπό τήν ἔχτρα ὥς τή συμπάθεια, φέρνει τίς δυό γυναῖκες στό ἴδιο περίπου σημεῖο. Στό σημεῖο νά αἰσθάνονται τό ἴδιο προδομένες καί ἔκθετες στή μοναξιά τους. Χωρίς νά τίς ἔχει βοηθήσει οὔτε ἡ ἀπόπειρα τῆς μεταξύ τους αἰσθησιακῆς προσέγγισης. Τό ἀποτέλεσμα βέβαια δέν εἶναι αἰσιόδοξο, ἀλλά αὐτό δέν ἀφορᾶ τή λογοτεχνία, ἀφορᾶ τήν ἴδια τή ζωή, τό ὑπόστρωμα τῆς ὁποίας μελετάει καί ἐκφράζει ἡ λογοτεχνία. Γιά ὅ,τι γράφω τώρα σημασία ἔχει πώς μιά νέα πεζογράφος μᾶς ἔχει δώσει ἕνα ἀξιοπρόσεχτο δεῖγμα σύγχρονης πεζογραφικῆς γραφῆς. Ὅλα καλά, μέ μιά μικρή παρατήρηση στόν τομέα τῆς γλώσσας καί τῆς ἔκφρασης. Νομίζω πώς ἡ πεζογράφος ὑπολείπεται κάπως στή χρήση τοῦ προφορικοῦ ἐμπειρικοῦ λόγου. Εἶναι ὁ λόγος πού πρότεινε ὁ Δάντης καί ὁ δικός μας Σολωμός. Πρόταση θεωρητική καί πρακτική. Πρόταση πού ἐφάρμοσε ὁ Σαίξπηρ, ὁ Ρακίνας, ὁ Ποῦσκιν, ὁ Γκαῖτε καί τόσοι ἄλλοι. Καί πρίν ἀπ᾿ ὅλους οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες. Θέλω νά πιστεύω πώς ἡ φίλη Βασιλεία, πού ἴσως δέν μεγάλωσε σέ λαϊκή ἀθηναϊκή γειτονιά, θά θελήσει νά παραδειγματιστεῖ, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, διαβάζοντας τή Μ. Ἀξιώτη, τόν Γ. Θεοτοκᾶ, τόν Γ. Μπεράτη, τόν Δ. Χατζή, τόν Γ. Ἰωάννου, τόν Μ. Χάκκα, τόν Χ. Μηλιώνη, τή Μ. Μήτσορα, τήν Ε. Κίτσιου, κ.ἄ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βασιλεία Γεωργίου, Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του, τρεῖς νουβέλες, Μανδραγόρας, Ἀθήνα 2021.
[2] Τό 2016 πῆρε Κρατικό Βραβεῖο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα.
[3] Ἡ πεζογράφος τό χαρακτηρίζει ‘Νουβέλα’, προσωπικά ἀμφιβάλλω ἄν ἔτσι πρέπει νά λέγονται ἀφηγήσεις μικρότερες ἀπό ἑκατό σελίδες.
[4] Ὅποιος ἔχει διαβάσει τό πρῶτο βιβλίο τῆς Βασιλείας Γεωργίου, ἐνδέχεται νά τοῦ πάει ὁ νοῦς στόν Φ. Κάφκα. Τώρα, μέ τίς συνθέσεις τῶν χρονικῶν στιγμῶν, ἐνδέχεται νά σκεφτεῖ τόν Μ. Προύστ. Ὅμως, ὅποιος ἔχει διάβάσει ὅλα τά κείμενά της, γνωρίζει πώς ἡ πεζογράφος διαθέτει προσωπική εὑρηματικότητα τέτοια πού νά της παρέχει ἀφηγηματική ταυτότητα.
[5] Κάποτε μάλιστα παρά-τονίζονται οἱ διαισθητικές διακρίσεις μέ ἐπιθετικούς προσδιορισμούς: «πηγαῖο χαμόγελο», σ. 118, «αὐθεντική θέρμη», σ. 122, «πραγματική περιέργεια», σ. 123, «γνήσια συμπάθεια», σ. 125, «αὐθεντική ἔγνοια», σ. 147, κ.λπ. Τόσο πού θά ᾿λεγε κανείς πώς περισσεύει αὐτός ὁ τονισμός.

*