Μελέτες για ένα πολύτροπο έργο

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Χριστίνα Αργυροπούλου, Καζαντζακικά μελετήματα:
Νίκος Καζαντζάκης ένας χαλκέντερος και πολύτροπος
δημιουργός, Εκδόσεις Έναστρον, Αθήνα 2020, σ. 390.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος διατείνεται ότι «Για να δώσουμε τον Καζαντζάκη όπως είναι, πρέπει να συνεργαστούμε κι οι τρεις: Ο Καζαντζάκης, ο εκτιμητής μελετητής του κι ο αναγνώστης του. Είναι από τους συγγραφείς που πρέπει να τους βοηθήσεις στην εξομολόγησή τους. Να κοιταχτείς μαζί τους πρόσωπο με πρόσωπο. Το ενδιαφέρον τους δεν βρίσκεται στην κραυγή τους, αλλά και στον τρόπο, που στριφογυρίζει και αγωνίζεται το στόμα τους για να εκστομίσει αυτή την κραυγή.»[1]. Νομίζω ότι αυτό κάνει και η Χριστίνα Αργυροπούλου, παρακινώντας κι εμάς να κοιταχτούμε πρόσωπο με πρόσωπο με τον πολυσχιδή δημιουργό. Η ίδια το πράττει εδώ και χρόνια ως λάτρις του συγγραφέα, μελετήτρια του έργου του και εισηγήτρια συνεδρίων γι’ αυτόν. Το 2008 επιμελήθηκε το βιβλίο Νίκος Καζαντζάκης και εκπαίδευση[2], όπου συνέγραψε το κεφάλαιο: «Ο Καζαντζάκης και η παιδική λογοτεχνία». Το παρόν βιβλίο αποτελεί ακριβώς το απόσταγμα αυτής της μακροχρόνιας μελέτης.

Η Χριστίνα Αργυροπούλου θεωρεί ότι «Ο Καζαντζάκης εσκεμμένα ταυτίζει το ανθρώπινο με το θείο, το πραγματικό με το φανταστικό, τον παππού με την Ανάληψη του Χριστού…» (σ. 91), θεωρεί ότι μετουσιώνει στο έργο του τις φιλοσοφικές επιδράσεις του Νίτσε επισημαίνοντας ότι «στην Ασκητική περνάει από την υπέρβαση, από τον παντοδύναμο άνθρωπο, στο τίποτα, στο μηδέν» (σ. 92). Τον αποκαλεί «κυνηγό ιδεών», που ως άλλος Οδυσσέας ταξιδεύει, αναζητάει, οραματίζεται, παθιάζεται, απογοητεύεται, αναζητά δύναμη από τις κρητικές ρίζες του.

Η συγγραφέας δηλώνει την αγάπη της στον Καζαντζάκη από τον πρόλογο ακόμη του βιβλίου, αναφέροντας ότι του οφείλει πολλά. Θεωρεί ότι ακόμη και σήμερα ακούγεται σε όλο τον κόσμο και είναι επίκαιρος, καθώς αποτελεί μια διαχρονική φωνή που καλεί σε εγρήγορση το ανθρώπινο πνεύμα. Άλλωστε κυκλοφόρησαν πρόσφατα και άλλες εκδόσεις ή επανεκδόσεις για τον Καζαντζάκη και το έργο του, όπως το μυθιστόρημα του Κώστα Αρκουδέα Το χαμένο Νόμπελ – Μια αληθινή ιστορία το 2015, οι επιτυχημένες επανεκδόσεις των μυθιστορημάτων και της Οδύσσειας στη Γερμανία, η πρόσφατη μετάφρασή της Οδύσσειας με τις τρεις απανωτές ανατυπώσεις της [3] στην Ιταλία, καθώς επίσης η μελέτη του Δημήτρη Κόκορη για την ποίηση του Καζαντζάκη το 2020.

Στον πρόλογο του βιβλίου η μελετήτρια επισημαίνει τη συμβολή της λογοτεχνίας στη διαμόρφωση του ανθρώπου. Κατά τον Ντουμπρόβφσκι, εξοστρακισμένη από την επιστήμη, «τη στιγμή ακριβώς όπου την αμφισβητούν στο έπακρο, η λογοτεχνία, στην ουσία της και στη μονιμότητά της, αμφισβητεί» (σελ. 16). Στη συνέχεια η μελετήτρια διατείνεται ότι η λογοτεχνία, πέρα από προϊόν ατομικής δημιουργίας, αποτελεί επίσης κοινωνικό πολιτισμικό φαινόμενο, το οποίο μέσα από τους λογοτεχνικούς ήρωες αντανακλά τις ιδεολογικές αναζητήσεις της εποχής (σ. 121).

Στο πρώτο κεφάλαιο η Αργυροπούλου καταθέτει με χρονολογική σειρά και βιβλιογραφικές αναφορές την εργοβιογραφία του δημιουργού. Επισημαίνει την υπαρξιακή αγωνία και τη μαχητικότητά του παραθέτοντας το εμβληματικό: «Οι λέξεις! Οι λέξεις! Άλλη σωτηρία δεν υπάρχει! Δεν έχω στην εξουσία μου παρά 24 μολυβένια στρατιωτάκια, θα κηρύξω επιστράτεψη, θα σηκώσω στρατό, θα νικήσω το θάνατο», (σελ. 18), ενώ αποκαλεί την Οδύσσεια των 33.333 στροφών ως το opus magnum του, (σ. 19) και θεωρεί ότι «ο δημιουργός Καζαντζάκης είναι μεγάλης εμβέλειας […] είναι ένας κλασικός πέρα από τόπο και χρόνο» (σ. 38).

Τον πυρήνα του βιβλίου αποτελούν εμπλουτισμένα άρθρα από εισηγήσεις της Αργυροπούλου σε συνέδρια και ημερίδες για τον Καζαντζάκη, τα οποία αφορούν μελέτες των μυθιστορημάτων Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Καπετάν Μιχάλης, Αναφορά στον Γκρέκο και της Ασκητικής, καθώς επίσης τα Ταξιδιωτικά του και τις μεταφράσεις παιδικής λογοτεχνίας, αλλά επεκτείνεται σε όλα τα είδη του λόγου που καλλιέργησε ο συγγραφέας. Επίσης, εστιάζει στην πολύτροπη γλώσσα του, στη γραφή και το ύφος του, τα πολιτιστικά στοιχεία που αναδύονται, στον στοχασμό και το σκωπτικό στοιχείο της γραφής του.

Στο δεύτερο και μεγαλύτερο κεφάλαιο, η Αργυροπούλου μελετά τα προαναφερόμενα τρία μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, με τα οποία καταξιώθηκε διεθνώς, εστιάζοντας στα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των βιβλίων, στο χορό, στο τραγούδι, στα μουσικά όργανα, στις μαντινάδες, τα μοιρολόγια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί η μελέτη των γυναικών στο έργο του Καζαντζάκη. Η συγγραφέας ενδιαφέρεται για τη θέση της γυναίκας και το γυναικείο ζήτημα και έχει εκδώσει μονογραφία για τους γυναικείους ρόλους και τα γυναικεία πορτρέτα στα ομηρικά έπη[4].

Διερευνά επίσης τον λεκτικό πλούτο του Καζαντζάκη με το κρητικό ιδίωμα, τα σύνθετα και τις λεξιπλασίες, τον τρόπο χρήσης των διακειμενικών στοιχείων, τα αφηγηματικά μέσα που χρησιμοποιεί, το ύφος, αλλά και τα δίπολα στη γραφή του, τα χαρακτηριστικά ευρήματα της τεχνικής του, όπως το όνειρο, το θαύμα, το παραμύθι, ο ύπνος, η υπνοφαντασία. Μελετά ακόμη το οραματικό στοιχείο και τη διαπλοκή του πραγματικού και του ονειρικού στοιχείου, που θεωρεί ότι προσδίδει ένα είδος μαγικού ρεαλισμού, όπως και τους εσωτερικούς μονολόγους, τις λαϊκές αντιλήψεις και δεισιδαιμονίες και άλλα ευρηματικά μέσα και παραθέτει συστηματοποιημένα πολλά αποσπάσματα (σ. 77).

Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στα ταξιδιωτικά έργα του Καζαντζάκη. Η μελετήτρια θεωρεί ότι αποτελούν ορόσημο στην ταξιδιωτική λογοτεχνία μας, ότι πρόκειται για είδος μεγάλης μορφωτικής και λογοτεχνικής αξίας που φέρνει τον αναγνώστη σε επαφή με τόπους, πολιτισμούς και ψυχοκοινωνικές συνθήκες πολιτών, ενώ προτείνει την αξιοποίηση των Ταξιδιωτικών στην εκπαιδευτική διαδικασία (σ. 212).

Στο επόμενο κεφάλαιο η Αργυροπούλου μελετά το στοχαστικό έργο του πολύτροπου δημιουργού, που είχε μεταξύ άλλων επιρροές από τον Νίτσε, καθώς η διδακτορική διατριβή είχε θέμα Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας, μετέφρασε το Τάδε έφη Ζαρατούστρας[5] και τον θεωρούσε μεγάλο δάσκαλό του μαζί με τους Όμηρο, Δάντη και Ανρύ Μπερξόν, του οποίου ήταν μαθητής και μετάφρασε το έργο του Το γέλιο[6]. Το στοχαστικό πνεύμα του Καζαντζάκη αναδύεται μέσα από όλο το έργο του και διατυπώνεται στην Ασκητική του. Κατά τη μελετήτρια «Η ασκητική έχει σχέση με τον ασκητή του πνεύματος και της εσωτερικής εναγώνιας φωνής, που θέλει να μάθει από πού ερχόμαστε, πού πάμε και τι υπάρχει μετά θάνατον» (σ. 264).

Στο προτελευταίο κεφάλαιο η μελετήτρια προσεγγίζει το σκωπτικό στοιχείο στο έργο του Καζαντζάκη. Αναφέρεται σε αστεϊσμούς του ίδιου και παραθέτει επιλεγμένα αποσπάσματα κυρίως από την Οδύσσεια και τις Τερτσίνες. Στο τελευταίο κεφάλαιο αναφέρεται στο μεταφραστικό έργο παιδικής λογοτεχνίας του Καζαντζάκη και καταθέτει ενδιαφέροντα σχόλια για τις μεταφραστικές επιλογές του, όπως στον Γύρο του κόσμου εις 80 μέρες του Ιουλίου Βερν, Εκδόσεις Δημητράκου 1931. Κατά την Αργυροπούλου «[…] ο Καζαντζάκης δεν μεταφράζει απλώς καλά, αλλά δημιουργεί ένα νέο λογοτεχνικό κείμενο στα ελληνικά, που όχι μόνον δεν προδίδει το πρωτότυπο, αλλά αναδεικνύει όλες τις αρετές του, […], με την αναπαραστατική δύναμη και το ύφος τής γραφής του μεταφραστή-δημιουργού» (σ. 343).

Η Αργυροπούλου καταθέτει διακριτικά κάποια κριτικά σχόλια. Αναφέρει στοιχεία της τεχνικής του Καζαντζάκη, που για κάποιους μπορούν να εκληφθούν ως μειονεκτήματα, όπως η πληθωρική γραφή, το στοιχείο της αντίστιξης καταστάσεων και ανθρώπινων χαρακτήρων και ιδεών και οι θεολογικές και φιλοσοφικές θέσεις του συγγραφέα ή άλλες αξίες και απαξίες που διαχέονται στο έργο του (σ. 39). Επίσης ότι τα αφηγηματικά μέσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, όπως οι εσωτερικοί μονόλογοι, οι λαϊκές αντιλήψεις και δεισιδαιμονίες π.χ. κάποιες φορές διαπλέκουν τη φαντασία, τον στοχασμό, τις ιδέες και την πραγματικότητα με ανεπιτυχή τρόπο, έτσι που φαίνεται σαν να μετεωρίζεται ο στοχασμός σε ατμόσφαιρα που παραπέμπει στο ονειρικό, και προτρέπει στη νηφάλια μελέτη για την ανάδειξη των αρετών και των όποιων αδυναμιών και “τρωτών” του, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο του έργου.

Σε αντίθεση με επικριτές του όπως ορισμένους της Γενιάς του ’30 η Αργυροπούλου θεωρεί τον Νίκο Καζαντζάκη σπουδαίο συγγραφέα και ποιητή (σ.78). Ο Νάσος Βαγενάς, γράφει: «Αλλά και τα μυθιστορήματα της όψιμης ηλικίας του, αν τα διαβάσουμε προσεκτικότερα, θα αισθανθούμε ότι μυθιστορήματα ενός ποιητή είναι.»[7], ενώ ο Δημήτρης Κόκορης στο πρόσφατο βιβλίο του[8], μελετά το ποιητικό έργο του Καζαντζάκη με κύρια εστίαση στη φιλοσοφική του διάσταση.

Θα επικαλεστώ και πάλι τον Νικηφόρο Βρεττάκο: «Δεν ξέρω αν έχω δίκιο ή άδικο, νομίζω όμως πως υπάρχει ένα χρέος ανεξόφλητο απέναντι σ’ αυτή τη μορφή. Όχι ένα χρέος ατομικά δικό μου. Ένα χρέος, που πέφτει σε όλους όσους μπορούν, κι όσο το χρέος μένει ανεξόφλητο, γίνεται τόσο πολύ δικό του για όποιον μπορεί»[9]. Το βιβλίο της Αργυροπούλου αναμετράται με αυτό το χρέος. Οι πλούσιες πληροφορίες που καταθέτει διανθισμένες με πολυάριθμα και εκτενή αποσπάσματα, το πλούσιο διακείμενο, η τεκμηρίωση με παραπομπές και βιβλιογραφικές αναφορές, οι καίριες επισημάνσεις και εκτιμήσεις της για το έργο και τον συγγραφέα, αναδεικνύουν το πολύτροπο και πολυπρισματικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη, την διαχρονικότητα και την οικουμενική απήχηση της φωνής του.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

~ . ~

Σημειώσεις
[1] Νικηφόρος Βρεττάκος, Νίκος Καζαντζάκης: Η αγωνία και το έργο του, Εκδοτικός Οίκος “Σύψας Π.-Σιαμαντάς Χρ.”, Αθήνα 1960, σ. 8.
[2] Χριστίνα Αργυροπούλου (επιμέλεια), Νίκος Καζαντζάκης και εκπαίδευση: 50 χρόνια μετά το θάνατό του, Βιβλιοθήκη της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Αθήνα 2008.
[3] Νάσος Βαγενάς, «Ξαναδιαβάζοντας τον Καζαντζάκη», Το Βήμα, https://www.tovima.gr/2021/05/14/books-ideas/ksanadiavazontas-ton-kazantzaki/
[4] Χριστίνα Αργυροπούλου, Γυναικεία πορτρέτα στα ομηρικά έπη: Ρόλοι γυναικών, θνητών και θεαινών με τις αξίες και τις απαξίες τους, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013.
[5] Φρειδερίκος Νίτσε, Τάδε έφη Ζαρατούστρας, Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη, Εκδοτικός Οίκος Φέξη, Εν Αθήναις 1914.
[6] Ερρίκος Μπερξόν, Το γέλιο, Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη, Εκδοτικός Οίκος Φέξη, Εν Αθήναις 1915.
[7] Νάσος Βαγενάς, ό.π.
[8] Δημήτρης Κόκορης, Ο Καζαντζάκης ως ποιητής: Φιλοσοφική διάσταση, ρυθμική έκφραση, κριτική πρόσληψη, Πεδίο, Αθήνα 2020.
[9] Νικηφόρος Βρεττάκος, ό.π., σ. 5