Νατάσα Κεσμέτη, Ἀφιερώσεις

*

Κατά τόν τρόπο τοῦ Υβ Μπονφουά

Γιά τίς τσουκνίδες καί τίς πέτρες.
Πλανήθηκα καί χάθηκα. Κι’ οἱ λέξεις βρίσκουν
δύσκολα τόν δρόμο τους μές στή φριχτή σιωπή.
Γιά τίς σωτήριες καί ὑπομονετικές λέξεις. *

Γιά κεῖνο τό μακρινό πού ἄφησε μιά χρυσή οὔγια λύπης σάν σύννεφο τῆς Δύσης.

– Γιά τούς φίλους πού ἄργησαν κι ὅταν ἦρθαν γέμισε ὁ κῆπος σκιές.

– Γιά τόν γρύλο καί τό τριζόνι πού δέν κάηκαν καί περίμεναν τήν ἡσυχία τοῦ Ὀκτωβρίου.

– Γιά τό φῶς ἀνάμεσα στά κλαδιά τῆς κυπαρισσιᾶς γαλανό.

– Γιά τή φλογέρα καί τό σουραύλι κάτω ἀπό τήν κεκαυμένη ζώνη. Φυσᾶνε ἀνάσες μέσα ἀπ’ τά φιλντισένια ὀστά τῶν νεκρῶν.

– Γιά τή συνέπεια τοῦ τριζονιοῦ κάθε βράδυ, πότε στά κλαδιά τῆς κυπαρισσιᾶς, πότε στόν εὐκάλυπτο, πότε στό ἐρειπωμένο σχολεῖο. Μονόλεκτο μοιρολόϊ γιά τά παιδιά πού δέν ἔρχονται; Γιά τίς ἄδειες ἐδῶ καί χρόνια αἴθουσες; Ἤ ἐπαναλαμβάνει «Ἐγκατάλειψη»… «Ἐγκατάλειψη»;…

– Γιά τίς χειρονομίες πού μοῦ ἦσαν ἀντιαισθητικές. Γιά τά βλέμματα πού δέν μπόρεσα ν’ ἀγαπήσω. Κάποιος καταγράφει τίς ἀδιόρατες λεπτομέρειες. Τί θά κάνω μ’ αὐτά τά ἴχνη; Καμιά ἀμμουδιά δέν θά τά κρατοῦσε. Ἐντυπώματα αἰνιγματικά στήν ἐπιμονή τους ὥσπου νά σβήσουν μαζί μέ μένα, τή μόνη τους ἀμμουδιά.

– Γιά τό ἀναποκρυπτογράφητο πρῶτο φῶς. Ἀφόρετου παλτοῦ φόδρα πού σιγά σιγά θά ντύσει τή μέρα. Φέγγος πού θά κρυφτεῖ ἀπό τά βιαστικά μάτια.

– Γιά μᾶς πού δέν καταδεχόμαστε τό χάδι τοῦ φωτός. Θαμμένοι στά λαγούμια πού σκάψαμε μέ τά νύχια γιά νά ζήσουμε.

– Γιά σένα πού στέκεσαι στήν ἄκρη τοῦ ὀρύγματος σάν νά μᾶς περιμένεις. Μερικές φορές ἀποσύρεις τίς πέτρες πού φράζουν τήν ἔξοδο. Ἄλλοτε κατεβαίνεις μαζί μας καί τίς σπρώχνεις μαζί μας. Ἀλλά συνήθως περιμένεις ἀκίνητος. Εἶσαι καί σύ ἀπό πέτρα; Ὁ Μέγας Λίθος πού ἀποκεκύλισται;

– Γιά τίς πλημμυρίδες τῶν ὀνείρων.

– Γιά τά ἀνεξιχνίαστα ὄνειρα. Ἀπό ποῦ ἀνάβρυζαν καί ποῦ χάνονταν;

– Γιά τίς ἱστορίες τῶν ὀνείρων πού συνεχίζονταν χρόνια καί χρόνια σέ μιάν ἀκατάληπτη διαδοχή κι ὕστερα ἀπό μιά μακριά παύση ξαναγύριζαν μέ τούς νεκρούς.

– Γιά τήν Σοφία καί τόν Μιχαήλ χαμογελώντας μέσα στό θαλασσί σούρουπο.

– Γιά κεῖνο τό μακρινό ἀνάμεσα σέ πέτρες, τσουκνίδες καί λασπόλακκους ὅπου καθρεφτίζονταν ἀσύμμετρες οὐράνιες ἔρημοι.

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

* Μετάφραση Ἀθανάσιου Λάμπρου, Εὐθύνη, Νοέμβριος 1994, τχ. 275, σελ. 555-556.

*

Πίνακες:
1) Edvard Munch, «Σεληνόφως» (1895).
2) Tristram Hillier, «Πλημμυρισμένο λιβάδι» (1949).

*