Ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο

Δήμητρα Χριστοδούλου
ευγενής ναυσιπλοΐα
Μελάνι, 2021

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι το 15ο ποιητικό βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδούλου. Πενήντα ποιήματα γραμμένα όλα σε είκοσι-τέσσερις στίχους. Η αυστηρή οικονομία του στίχου και η συνύπαρξη μιας στέρεας νοητικής κατασκευής με τη ρίζα του υπαρξιακού απελπισμού αλλά και της συμπάθειας είναι ένας μόνιμος και γοητευτικός τρόπος στην Χριστοδούλου, Εδώ πρυτανεύει ο κομψός, ώριμος και βέβαιος ποιητικά πλους στη διπλή ζωή της συνείδησης που αδρανεί, ενώ ο νεκρός της περιφέρεται στις χαμένες δυνατότητες ή στις ανείπωτες διαστάσεις του υπαρκτού. Η εγκατοίκηση του φαινομενικά ακίνδυνου, τετριμμένα καθημερινού από τον εφιάλτη του, την εκκρεμότητά του, την ειρωνική διπλοτυπία του, η διεμβόλιση της προφάνειας με εκείνη την ασταθή ύλη του αμφίσημου είναι τα υλικά και τα κέρδη μιας ανάγνωσης που αφήνει στιβαρό χνάρι στον νου της ψυχής. Ποιήματα γερά δομημένα στη ρυθμική, ειρωνικά αποστασιοποιημένη, ενίοτε αφοριστική φράση, συχνά σε ενεστωτική ρηματική διατύπωση, καταγράφουν δήθεν διαπιστωτικά και ψύχραιμα τη χασματική συνθήκη της ύπαρξης που τελείται ταυτόχρονα στα στιγμιότυπα του βίου και στην παράλληλη δράση της συνείδησης που επανεγγράφει αυτά τα συμβάντα οδηγώντας τα στην επικίνδυνη περιοχή μιας ανησυχαστικής διαύγειας ή, άλλες φορές, στην επίκληση μιας ουρανόθεν λύτρωσης.

Στη συλλογή μετέρχεται δύο κύριους τρόπους, τα πρωτοπρόσωπα στοχαστικά της αυτοπαρατήρησης και τα πορτρέτα των ανθρώπων της διπλανής πόρτας που μοιάζουν συχνά με μονόπρακτα της μοναχικής ζωής εντός του θηριώδους άστεως. Στα μεν πρώτα, η αυτοαντανάκλαση, ο στοχασμός, ο αυτοσαρκασμός κάποτε, τα πάθη του εγώ στοιχισμένα με τα πάγκοινα πάθη. Στα δεύτερα, τα μικροδράματα της μοναξιάς, οι τελετουργίες της μόνωσης. Και στα δυο οι αποσιωπήσεις και οι στρεβλώσεις ενός εντοιχισμένου στη φρόνηση βίου.

Γι’ αυτό και τα περισσότερα, λίγο-πολύ, καταπιάνονται με την καθημερινότητα του αστικού μικροσυμβάντος, του μονήρους εγκλείστου της πόλης, την αυτιστική ρουτίνα της οικογενειακής και συζυγικής συμβίωσης, την άπνοια της ζωής των απανταχού μοναχικών. Αυτά μαζί με νύξεις για την πανδημική μας απομόνωση και την ηγεμονία των απανταχού εξουσιαστικών μηχανισμών. Ριπές χρεογράφων, φάκελοι αποπληρωμής αυθαιρέτων, πανδημία πανικού είναι η υπόρρητη συνθήκη της υπαρξιακής μέγγενης που συνθλίβει. Η υπόκωφη θηριωδία της πόλης είναι πανταχού παρούσα καθώς το άστυ λειτουργεί στην Χριστούδουλου ως ο τόπος του μη πραγματικού, ως το κατεξοχήν άτοπο της ζωής. Το άνυδρο αστικό τοπίο, στο οποίο σταθερά κινείται η ποίησή της, μας καθιστά όλους «τα βαμπίρ ενός ρομάντζου / Που έχασε δέντρα και νερά και πεποίθηση». Ο άλλος χώρος του ανοιχτού ορίζοντα συρρικνώνεται σε «μουσείο υπαίθρου» όπως δηλώνει το ομώνυμο ποίημα:

Το πατρικό μου τελειώνει εδώ. Στην προϊστορία
Όπου ο κάμπος είναι υπερούσιος,
Κατοικημένος από τις πνοές των συμβάντων.
[…]
Τρακτέρ μαρμαρωμένα στο παχνί τους,
Ο κάθε ορνιθώνας στο επέκεινα,
Το κάθε βέλασμα στον πηλό.
Το σπίτι μες στον κάμπο αχειροποίητο
Οι τοίχοι κρέμονται από τα γένια του Κυρίου.
Κι αυτός ο φουκαράς από τα άστρα Του,
Γέρικα, μακρινά, μισοκαμένα.

Στα πρωτοπρόσωπα ποιήματα έχουμε συχνά ένα εγώ που συνομιλεί με τον χρόνο (τη μέρα, τη νύχτα, το απόγευμα) και ο χρόνος υποστασιοποιείται ως μια έλευση που αναγγέλλει το τέλος των προθεσμιών ή ως το τραυματισμένο νόημα της χαμένης τρυφερότητας του κόσμου.

Δεξιώσεις

Έντρομη χτύπησε την πόρτα μου η νύχτα
Σαν να την κυνηγούσανε ληστές.
Δεν είχα λόγο να αρνηθώ καταφύγιο
Σ’ ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα.
Μπήκε. Ξημέρωσε έξω βίαια
Μ’ ένα άσπρο φως χειρουργείου.

Έτσι διδάχτηκα να δεξιώνομαι το τέλος.
Ως μια συνύπαρξη, ως πράξη καλοσύνης
Προς μια κυνηγημένη γυναίκα.
[…]
Χιονισμένη από σφαγή κι επιστήμη
Η πόλη έξω συνεχίζει να αναπτύσσεται.
Τρίζει η μεσοτοιχία ανεπαίσθητα
Σαν τα οστά παιδιού που μεγαλώνει
Χωρίς δικαίωμα στον θρήνο της αγάπης
Χωρίς ελπίδα σε σκοτάδι αγκαλιάς.

~.~

Σύντροφοι ύπνου

Καλώς το αυτό το απόγευμα! Το ξέρω.
Θα έχει την τύχη άρρωστου παιδιού
Που κοιτάζει τον γούνινο αρκούδο του
Από μια μακρινή γωνιά του παραδείσου.

Όμως καλώς το. Έρχεται από πόλεμο.
Και είδε το κακό και το έπραξε.
και πάλι αξίωσε τον αληθινό εαυτό του,
Να, εκείνο το μεγάλο ρόδο στον ορίζοντα
Που τραυματίζεται από τα ίδια του τ’ αγκάθια.
[…]

Κυρίως όμως η συλλογή παρακολουθεί τον μικρό νοικοκυρεμένο άνθρωπο (ο εργένης, ο οργισμένος νέος, η εργαζόμενη νοικοκυρά, οι αποξενωμένοι σύζυγοι, ο γερασμένος άνθρωπος) που ζει την παραισθητική του πραγματικότητα ως υπνοβασία της ζωής και την καθημερινότητα ως τον κολλώδη βυθό ενός ονείρου. Άνθρωποι σταματημένοι στον προσωπικό τους θάνατο έλκονται από τη μυστική ακινησία του σκοπού τους και μέσα σε αυτή μισοαντιλαμβάνονται την αστοχία της ζωής:

Τη διαβεβαίωνε πως δεν θα είναι μόνη.
Ούτε όσο ήταν πάνω από τη γαμήλια τούρτα της
Ούτε βέβαια όσο μόνη ήταν
Το βράδυ που άρχισε να γερνά.
Τη διαβεβαίωνε ότι θα άνθιζε γύρω της
Ένα φλερτ ευκαιριών και περιστάσεων,
Εκδρομούλες (οικονομικές) στα χιόνια,
Ένα τσάι κυριών ή σινεμά.
[…]
Αυτά της έταζε η βαριά της θλίψη
Κάθε πρωί που στριμωχνόταν στο μετρό
Με αναρίθμητες γυναίκες που είχαν
Ίδια ζακέτα, ίδια κιλά, ίδια ένσημα. […]

Σε αυτόν τον άλαλο αυτοματισμό του βίου, η ασυναρτησία της κοινωνικής τερατογένεσης και η απουσία μιας συνεκτικής υπαρξιακής αναγωγής, συχνά, όπως σε παλαιότερες συλλογές (π.χ. στο Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι), παρατίθενται σε μια γκροτέσκα συμπερίληψη:

Φασματική βιοποικιλότης

Ένα παιδί τυφλό κι εμβρόντητο
Ένας παχύσαρκος παιδονόμος
Δυο τρεις νεόπτωχοι από νεόπλουτο σόι
Κι ένα καμένο δέντρο που δαγκώνει.
Λίγο πιο πάνω ακατανόητο ξωκλήσι.
Τα κόκαλο ενός γαϊδαράκου από πέρσι
Μια σφηκοφωλιά ακατοίκητη
Κι ένα καμένο δέντρο που δαγκώνει.
Πιο πάνω ακόμη, ένας θεός που πλήττει.
Προσκυνητές κάτι τζιτζίκια διασωθέντα
Ένα αποτύπωμα πατούσας αρχαγγέλου
Κι ένα καμένο δέντρο που δαγκώνει. […]

Στην ποίηση της Χριστοδούλου συναντάμε μια διαρκή προσήλωση στο διαφυγόν, την άπιαστη ύλη ενός ονείρου, συνδυασμένη όμως με την αίσθηση του τετελεσμένου που σου αφήνει η ρηματική διατύπωση (φράσεις αποφθεγματικές, οριστική έγκλιση, συχνή τομή του στίχου): αυτό γειώνει αφενός το νόημα, κάνοντάς το απατηλά βατό στον αναγνώστη, και, από την άλλη, δημιουργεί ειρωνική ένταση ανάμεσα στην ποιητική ύλη και την ρητορική της κατάστρωση. Έτσι αποτρέπεται η συναισθηματική κλιμάκωση, έναντι της έξαρσης προκρίνεται το λιτό καταστάλαγμα ενός τετελεσμένου που μόνο σε λανθάνουσες ανάσες φαίνεται να νοσταλγεί τη λυρική του εκτόνωση ή καταγωγή. Ιδιάζον στοιχείο της γραφής της η συστρωμάτωση του βιωμένου και του διυλισμένου μες στο σιγαστήρα του νου συμβάντος. Προκύπτει έτσι ένας ήρεμος στην επιφάνειά του πικρός στοχασμός που αρέσκεται στην αυτοϋπονόμευση. Εκεί ακριβώς βρίσκει το βήμα του και τη βαθύτητά του. Αυτή βέβαια η συγκρατημένη δωρικότητα κρύβει μέσα της την λυρική της αναφώνηση. Η μελετημένη οικονομία, η σμιλεμένη ευφάνταστα φράση, τα έμμονα ποιητικά της θέματα παράγουν έναν ακόμα στιβαρό σταθμό σε μια συγκροτημένη και ώριμη από καιρό ποιητική πορεία. Αυτή η πορεία, όσο κι αν διαλέγεται ευαίσθητα με την κοινωνική συνθήκη γύρω, είναι πάντα προσηλωμένη στην υπαρξιακή αναζήτηση. Το μέγα θέμα δε αυτής της αναζήτησης όλα τα είδη του θανάτου. Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο, επιθυμώντας να τον προσπελάσει για τον προσπεράσει:

Περνάει πάντα ένα πλοιάριο στ’ ανοιχτά.
Ακόμη κι αν είναι η ανάμνησή του.
[…]
Κάποτε αυτό γοήτευε το βλέμμα
Καθώς διέπλεε έναν κόκκινο ουρανό.
Ας του προσθέσουμε κάποιο χρόνο αθανασίας.
Απόψε η θάλασσα με την τιτάνια σιωπή της
Συνοψίζει το χάος σε φιλία.
Αναπνέει σα στήθος μωρού
Που αποκοιμήθηκε μπροστά στα αρμυρίκια.
Μπορεί ο ήλιος καθώς εξαντλείται
Να αποσβήσει κάθε εγκατάλειψη.
Πανάξια θα είναι η ναυτοσύνη
Που αποπλέει προσπερνώντας τον θάνατο.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ