Για μια πρώτη περίπτωση κυπριακής queer ποίησης

Ηλίας Κωνσταντίνου
Ποιήματα
(Επιμέλεια-Επιλεγόμενα: Λευτέρης Παπαλεοντίου)
Αθήνα, Βακχικόν, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Με την επανέκδοση μεγάλου μέρους της ποιητικής παρακαταθήκης του πρόωρα χαμένου Κύπριου ποιητή Ηλία Κωνσταντίνου (1957-1995) σε επιμέλεια του ακαδημαϊκού φιλόλογου Λευτέρη Παπαλεοντίου ξεκινά μια απαραίτητη (και ενδεχομένως αναμενόμενη) συζήτηση για μια σημαντική ποιητική μορφή της Κύπρου. Το έργο του Κωνσταντίνου δεν προσέχθηκε ή, καλύτερα ίσως, δεν συζητήθηκε ευρέως όσο ο ίδιος ήταν εν ζωή, ενδεχομένως γιατί το πολιτικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό έδαφος της νήσου δεν ήταν καθόλου πρόσφορο για ομοφυλόφιλη ποίηση. Τις πρώτες δύο τουλάχιστον δεκαετίες μετά το 1974 το κυρίαρχο έως και απόλυτο θέμα  το οποίο ήταν “αποδεκτό” στις τέχνες των γραμμάτων ήταν αναπόφευκτα το Κυπριακό: η εισβολή, η προσφυγιά, η απώλεια, η αδικία, η αναμονή, το τραύμα.

Ο Ηλίας Κωνσταντίνου εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1984, με τίτλο Αρσενικός Χαλκός (Θεμέλιο, Κύπρος). Ακολούθησαν οι συλλογές Γράμματα της Ώρας (Θεμέλιο, Κύπρος, 1986) και Κυπριακές Ηθογραφίες (Λεμεσός, 1991). Μετά τον πρόωρο θάνατό του, το 1995, εκδόθηκαν Τα Αυτοκρατορικά  (Λεμεσός, 1996). Ελάχιστα είναι τα σημειώματα για την ποίηση του ενόσω ο ίδιος ήταν ακόμη εν ζωή,[1] γεγονός που επιβεβαιώνει, όπως αναφέρει και ο Λ. Παπαλεοντίου, τη μη ένδειξη προσοχής προς αυτήν ή την απαξίωση ίσως προς έναν ποιητή ο οποίος αφενός δεν κρύβει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τον «έρωτα των αντρών» συγκεκριμένα, τον οποίο ιδιαζόντως καταθέτει με αντιεξουσιαστική διάθεση,[2] καυτηριάζει την παχύδερμη κυπριακή κουλτούρα αφετέρου.

Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις, για παράδειγμα, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Γιώργου Ιωάννου του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, αυταπόδεικτων προγόνων του Κωνσταντίνου,[3] ακόμα και του Δημήτρη Ποταμίτη (περίπτωση η οποία επίσης αξίζει και πρέπει να μελετηθεί πλέον εκτενέστερα και εμβριθέστερα), με την οποία η ποίηση του Κωνσταντίνου έχει συνδεθεί επαρκέστερα,[4] η ομοφυλόφιλη ταυτότητα στον Κωνσταντίνου δηλώνεται ευθέως, δηλαδή διαμέσου του πόθου του ανδρικού σώματος για ένα άλλο ανδρικό σώμα και της επιθυμίας της σαρκικής ηδονής. Δεν υπάρχει συγκάλυψη, απόκρυψη, υπαινικτικότητα ή η καταπίεση του εγκλωβισμού στον Κωνσταντίνου. Η ποίησή του έχει συνδεθεί επίσης, διά των συγκλίσεων ή των αποκλίσεων, με εκείνην του Νίκου Σπάνια και του Ανδρέα Αγγελάκη, αντίστοιχα.[5] Η ποίηση του Κωνσταντίνου, που ουσιαστικά πρωτοεμφανίζεται στην Κύπρο δέκα μόλις χρόνια μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, δίδοντας αιφνιδίως μεγαλύτερη ή έστω εξίσου μεγάλη βαρύτητα και σε “άλλες” θεματικές στοχεύσεις, δεν μπορεί παρά να είναι όντως τολμηρή και προκλητική, άσεμνη και ωμή. Και κυρίως, όπως οι μελετητές συμφωνούν, συνιστά ποίηση σωματοποιημένη ή σωματική,[6] με άλλα λόγια, κυριολεκτική:

ΕΡΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Στον Δήμο που φεύγει

Αφήνω σε
στα φιλιά μου, φίλε μου
σ’ ένα στρώμα διπλό
στα φιλιά μου φίλε μου
– για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
κοιτάζω σταθερά
τον γαλανό αφαλό, του κορμιού σου
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
ακολουθείς, μορφασμούς ηδονής
στου λαιμού μου την κίνηση.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
σκεπάζει το καυλωμένο σου βυζί
το ξυρισμένο μου μάγουλο.
Έτσι πλασμένοι
κι οι δυο σκεπασμένοι
τέλεια ίδιοι – πάντα αντίθετοι
μες σ’ τούντην ασφάλεια αφήνω σε φίλε μου
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γλείφω πολλά – αναπνέω απαλά
στα ανοιχτά σου βλέφαρα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γεμώνεις μου τα δάχτυλα χύματα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
πίνεις τα δικά μου
στου αφαλού μου το κύπελλο.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου
στην άκρη του κόσμου
επιστρέφω
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σώμα σου
στη στρογγυλή άκρη του κόσμου
στο επάπειρο σήμερα.

Σε σχέση με το θεμελιώδες αυτό χαρακτηριστικό του σωματοποιημένου ποιητικού λόγου του Κωνσταντίνου, αξίζει να προσεχθεί η συνοχή των εξωφύλλων των βιβλίων του (με εξαίρεση τις Κυπριακές Ηθογραφίες, οι οποίες διαφοροποιούνται επί τούτου από τις υπόλοιπες τρεις συλλογές), τα οποία προφανώς τυγχάνουν επιμέλειας από τον ίδιο. Πρόκειται για τα ενεργειακά σημεία του ανδρικού σώματος σε κοντινές φωτογραφικές λήψεις: ο λαιμός και το μήλο του Αδάμ στον Αρσενικό Χαλκό, τα χέρια στα Γράμματα της Ώρας, κοιλιά και ομφαλός στα Αυτοκρατορικά.[7] Το ανδρικό σώμα είναι ο στόχος, το ανδρικό σώμα είναι το Ωραίο.

Άλλο ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της ποίησης και της ποιητικής του Κωνσταντίνου, το οποίο επίσης μάλλον τότε ξένιζε, είναι η μικτή χρήση πανελλήνιας και κυπριακής[8] —και μάλιστα τολμηρής κυπριακής έκφρασης— στον απελευθερωμένο και προβοκατόρικο —και αβανταδόρικο, θα τολμούσαμε να πούμε— στίχο:

ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Είμαι σιωπηλός εγώ
σαν την γη.
Οι λέξεις έν’ όπλα φονικά
λέω τες, να φύουσιν.
Είμαι μούρμουρος εγώ
σαν το νερό.
Οι λέξεις έν’ ζώνες ζωντανές
ό,τι λέω τυλίομαι το.

Ό,τι λέω γίνομαι.
Οι λέξεις έν’ μείγμα μαγικό
περνούν, βρίσκουν την σκέψη σου, χτίζουν
μες στον αέρα.
Ό,τι λέω σιωπά.
Οι λέξεις – μια συνεχής ανάληψη
μαύρες αχτίνες, να δώκουν το φως
στον ήλιο.

Ο Κωνσταντίνου αναμετράται συνεχώς —και αυτό καθιστά την περίπτωσή του ακόμη πιο ενδιαφέρουσα— με την κυπριακή πατριαρχία, του οίκου και του δήμου. Φαίνεται να βιώνει την κυπριακή οικογενειακή εμπειρία μέσα από το δικό του, μη αποδεκτό φίλτρο, σε μια “μη κανονιστική” έμφυλη συνθήκη μεταξύ οιδιπόδειου συμπλέγματος[9] (το οποίο λαμβάνει ενδιαφέρουσες εθνικο-ιδεολογικές διαστάσεις, καθώς επιζητείται συνεχώς η αποδοχή και αγάπη της μητέρας διαμέσου της απογοήτευσης και της οργής για την απουσία της και όπου μητέρα ίσον και Ελλάδα)[10] και του αρχετυπικού ανταγωνισμού των αρσενικών σε μια αγέλη. Την ίδια στιγμή όμως, ίδιο ποθητό είναι και το στερούμενο αγκάλιασμα του πατέρα/Πατέρα, το οποίο προκλητικά αποκτά ερωτικές συνδηλώσεις:

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Φίλα με πατέρα με τα πολύγλωσσά σου χείλη.
Χάιδεψε τα νύχια του νεκρού
που φωλιάζει στον λαιμό.
Πάρε με στο υψωμένο σου κρεβάτι
για να γευτώ τη σοφία σου.
Σκύψε πάνω στο τρυπημένο μου κορμί
για να τραφεί με το σάλιο σου.
Γλείψε τα γραμμένα μου δάχτυλα
να ισορροπήσει το βλέμμα μου.
Άφησέ με να σε αντικρίσω
κλείνοντας το μάτι.
Φίλα με πατέρα. Φίλα με με τα σαραντάνοιχτα χείλη σου.

Στάθου πατέρα – στάθου πάνω στην ερπετή μου γλώσσα
ύστερα χόρεψε – στην αλαφράδα του καπνού.
Άστραψε τη λέξη μου μέσα σου
ύστερα χόρεψε – στην αλαφράδα του καπνού.

Δέξου πατέρα το νιώθω μου
μάθε με ως το τελευταίο κινούμενο κόκαλο
είμαι ο σπόρος σου, η σκέψη σου
μεγαλώνω και φεύγω σου
σαν το αίμα που φεύγει από την πέτρα.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, της οικογενειακής και τουτέστιν θεσμικής σύγκρουσης,  ο λόγος του Κωνσταντίνου είναι γνήσια και ιδιαζόντως πολιτικός. Η ποίησή του, μικροσκοπικά και μακροσκοπικά, επαναδιαπραγματεύεται τις εξουσιαστικές δομές του τόπου, θεμελιώνοντας τον βαθιά πολιτικό της χαρακτήρα. Όπως γράφει ο Μάριος Κυριάκου: «Η ανάγκη ανάδειξης της αφανούς αρσενικής ταυτότητας του τόπου, ο οποίος επιβιώνει αφομοιώνοντας και υπομένοντας τα ιστορικά πάθη με θηλυκή εγκαρτέρηση, αποτελεί ταυτόχρονα προέκταση της προσωπικής αναζήτησης του ποιητή».[11] Ο ανατρεπτικός ποιητής, ακόμα και αν είναι έξω από τον κύκλο, λαμβάνει τους κραδασμούς. Γράφει στον Αρσενικό Χαλκό: «Στην πόλη ξαναδανείζω το στόμα μου / ‒ το πνίγει στα σκουλήκια» («Η διπλή αναπνοή»). Πρόκειται για έναν οξυδερκή ποιητή, ο οποίος έχοντας επίσης την εμπειρία του Λονδίνου και της underground Αθήνας, γνώση για τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα και τον ακτιβισμό,[12] δεν είναι αισιόδοξος για τη σχέση του Άλλου με την Κύπρο. Η Κύπρος καθορίζει τη ζωή του, χωρίς ωστόσο ποτέ να καταφέρει να την ορίσει με ισορροπία και ηρεμία. Το ποίημα «Σ’ αγαπώ Κύπρος – Γι’ αυτό φεύγω» ολοκληρώνεται με έναν μόνο στίχο: «Σ’ αγαπώ Κύπρος – γι’ αυτό μένω». Και από την άλλη, το ποίημα «Αρσενικός χαλκός (Έξοδος)», ένα ποίημα άκρως τολμηρό στις εκφράσεις και το υβρεολόγιο, ολοκληρώνεται με πρωτοφανή απαξίωση και οργή: «Αφιερωμένος στον κώλο της Κύπρου / που, τουμπωμένος στην Σιονίστρα,[13] ουραγεί, πασπατεύκει τα άστρα.».

Αυτή η «κατάθεση οδυνηρής αγάπης και φόρος τιμής για την Κύπρο»[14] εκφέρεται μάλλον στις Κυπριακές Ηθογραφίες διαμέσου ενός ισχυρότερου πολιτικού λόγου, όπου στο σκίτσο του εξωφύλλου η Κύπρος είναι αναποδογυρισμένη με τη χερσόνησο προς τα κάτω: ένας μαραμένος φαλλός. Σε αυτό το έργο, όπως γράφει η Αντιγόνη Δρουσιώτου, η βασική αγωνία του ποιητή είναι η διάσωση του τόπου, ότι «για να σωθούμε πρέπει να γίνει μια θυσία». [15]  «Πρέπει να δώσουμε κάτι απόλυτα δικό μας, κομμάτι του εαυτού μας» (ό.π.) «στην Κύπρο την ασήμαντη» («Μετάθεση»):

ΚΥΠΡΑΙΟΝ

Οδεύω προς τον θάνατο.
Σπάνια τον σκέφτομαι
συχνότερα μιλώ γι’ αυτόν
σε γιορτές και σε γενέθλια
στην άνεση της στάσης μες στην άνοιξη
βάζω σημάδι.
Η πραγματικότητα κρύβεται μες στα αντικείμενα
όποτε βγει στην επιφάνεια
κρατά λαβύρινθο
φύση πλούσια
στα σώματα και στις φωνές
εύκολα μπαίνω μες στις ηδονές
και χάνω πάλι τη γραμμή
της τέλειας σφαίρας.
Με προσοχή κρατώ τις επιφάνειες
με το χέρι αλλάζω τις γωνιές
και με ελάχιστη διαφορά μοιρών
βλέπω την πρόσοψη.
Ένα ζαρκάδι με κεφάλι αετού
και δίνω – όση θάλασσα μου απόμεινε
και όλα όσα προσδοκώ
για να ξεφύγει
να σταθεί ολόκληρο
στο δέρμα του δρόμου
δίνω και τη μνήμη του έρωτα
για μια κουρτίνα ανάστατη
στον όμορφον αέρα.

Είναι σαφές ότι η γλώσσα του Κωνσταντίνου, η τολμηρή, η μικτή, η έντεχνη, η «ερμαφρόδιτη»,[16] δεν συντίθεται με τυχαίες επιλογές, αλλά υπηρετεί απολύτως την ποιητική ιδεολογία και το όραμα[17] του ποιητή. Ο λόγος του Ηλία Κωνσταντίνου ενσκήπτει, με την πρώτη του εκδοτική εμφάνιση το 1984, με σαρωτικό ρυθμό μιας ποιητικής επανάστασης, η οποία ωστόσο δεν είχε ευρεία ανταπόκριση και άμεση συνέχεια στην εποχή του. Η έκδοση των ποιημάτων του από τον Λ. Παπαλεοντίου στις εκδόσεις Βακχικόν είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή αποτελεί ένα σημαντικό φιλολογικό εγχείρημα και καλύπτει ένα μεγάλο κενό. Όπως ευστόχως αναφέρει ο Παπαλεοντίου στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «είναι καιρός τα ποιήματά του, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα, να ξανάρθουν στο φως και να (ξανα)διαβαστούν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η “αιρετική” ποιητική πρότασή του έπεσε στο κενό όσο ζούσε, έστω και αν την πρόσεξαν ο κύκλος της λεμεσιανής Άμαξας και ελάχιστοι άλλοι».

Όντως, η ποίηση του Κωνσταντίνου κομίζει στην κυπριακή και όχι μόνο ποίηση ανατρεπτικά και γόνιμα στοιχεία, τα οποία —ακόμη κι αν δεν βρήκαν συνεχιστές τη δεκαετία του ’80 και του ’90, όταν η Κύπρος βρισκόταν μεταξύ του νωπού ακόμα εθνικού τραύματος και μιας κοινωνικοοικονομικής εκρηκτικής αλλαγής— σίγουρα μπορούν να βρουν —και μάλλον ήδη βρίσκουν— συνεχιστές στον 21ο αιώνα. Η επανέκδοση των ποιημάτων του έρχεται σε μια εποχή που το αναγνωστικό κοινό είναι επιτέλους (πιο) έτοιμο να ακούσει και να διαλεχθεί με την “αιρετική” γλώσσα του Κωνσταντίνου. Αναμφίβολα, έχουμε μπροστά μας μία από τις πρώτες περιπτώσεις νεότερης/σύγχρονης κυπριακής queer ποίησης (αν θεωρήσουμε πρώτη queer περίπτωση τον Δ. Ποταμίτη, ο οποίος προσέγγιζε πιο πολύ τη θεατρική γραφή, αναπαράσταση και λειτουργία με μη κανονιστικούς τρόπους και όχι τόσο την ποίησή του). Ο όρος εφαρμόζεται εν προκειμένω με τη διευρυμένη του έννοια, η οποία αφορά σε μη κανονιστικές εκφράσεις φύλου και σεξουαλικότητας, και μια δριμεία κριτική της ετεροπατριαρχίας, στοιχεία τα οποία είναι ορατά εξ υπαρχής στον Κωνσταντίνου. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι πρόκειται και για μία από τις πρώτες, ενδεχομένως, περιπτώσεις queer νεοελληνικής ποίησης της μεταπολίτευσης, η οποία αξίζει να διαβαστεί, να μελετηθεί και να αγαπηθεί.

Εν κατακλείδι, ενδιαφέρον για κάθε αναγνώστη και μελετητή του Κωνσταντίνου είναι το βιογραφικό σημείωμα του ποιητή, όπως το συνέταξε ο ίδιος, στην τρίτη συλλογή του Κυπριακές Ηθογραφίες:

«Εγεννήθηκε στη Λεμεσό το 1957. Έζησε έξω από την πόλη, δίπλα στη θάλασσα, ως το 1972. Από τότε, μέχρι το 1982 έζησε στο Λονδίνο όπου εσπούδασε, χωρίς την απαιτούμενη διάθεση, με αποτέλεσμα ένα δίπλωμα ανθρωπιστικών σπουδών με μια ιδιαιτερότητα στο θέατρο. Το 1976 ερωτεύτηκε καθοριστικά. Μετά τις σπουδές του έκαμε διάφορες δουλειές  – η πλέον σημαντική, φωτιστής σε δισκοθήκη. Έγραψε γύρω στα 30 ποιήματα στα αγγλικά. Από το 1982 έκαμε πολλές φορές τη διαδρομή Λεμεσού-Αθηνών για να επανεγκατασταθεί στη Λεμεσό τον Φεβρουάριο του 1984. Από τότε ζει κοντά στο κέντρο της πόλης. Τα τελευταία τρία χρόνια εργάζεται ως βιβλιοπώλης. Εξακολουθεί να γράφει ποιήματα.»[18]

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Το κείμενο, σε προγενέστερη και συνοπτικότερη μορφή, εκφωνήθηκε σε ειδική εκδήλωση για την έκδοση στις 10 Οκτωβρίου 2021 στο Φεστιβάλ Βιβλίου Λευκωσίας.

[1] Δύο μόνο βιβλιοκριτικές δημοσιεύτηκαν για το έργο του ενόσω ο ποιητής ήταν εν ζωή, όπως μας πληροφορεί ο Λευτέρης Παπαλεοντίου στα «Επιλεγόμενα. Ένας αιρετικός ποιητής»: Ηλίας Κωνσταντίνου, Ποιήματα (Επιμέλεια-Επιλεγόμενα Λευτέρης Παπαλεοντίου), Αθήνα, Βακχικόν, 2020, 162. Πρόκειται για το σημείωμα της Αντιγόνης Δρουσιώτου «Οι Κυπριακές Ηθογραφίες του Ηλία Κωνσταντίνου», (Ο Φιλελεύθερος, 16/01/1992) και εκείνο του Δημήτρη Γκότση «Ηλία Κωνσταντίνου: Κυπριακές Ηθογραφίες» [Νέα Εποχή 220 (1993), 67-69]. Για την πρόσληψη και μη πρόσληψη του Ηλ. Κωνσταντίνου, καθώς και για τις σκηνοθετημένες και σκηνογραφημένες «ιδιόμορφες» απαγγελίες του (περφόρμανς, δηλαδή, όπως θα λέγαμε πλέον σήμερα) βλ. επίσης: Παντελής Γεωργίου, «Υπήρξαν καταραμένοι ποιητές στην Κύπρο; / Η περίπτωση του Ηλία Κωνσταντίνου», Straw Dogs 3 (Ιούνιος 2013), 17.

[2] Μάριος Κυριάκου, «Εισαγωγικό σημείωμα στην ποίηση του Ηλία Κωνσταντίνου», Straw Dogs 3 (Ιούνιος 2013),  10.

[3] Λ. Παπαλεοντίου, ό.π., 164.

[4] Χαράλαμπος Οταμπάσης, «Τα χαρακτηριστικά της ομοφυλόφιλης γραφής του Ηλία Κωνσταντίνου», μικροφιλολογικά 48 (φθινόπωρο 2020), 94. Βλ. επίσης: Λ. Παπαλεοντίου, «Επιλεγόμενα. Ένας αιρετικός ποιητής», ό.π., 164.

[5] Χ. Οταμπάσης, ό.π., 94.

[6] Δ. Γκότσης, ό.π.. Βλ. επίσης: Λ. Παπαλεοντίου, «Επιλεγόμενα. Ένας αιρετικός ποιητής», ό.π.· Χ. Οτάμπασης, ό.π., 93.

[7] Μ. Κυριάκου, ό.π., 12.

[8] Βλ. εκτενέστερα για το ζήτημα αυτού του «εκρηκτικού γλωσσικού κράματος» με χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων, όπως αναφέρει ο εν λόγω μελετητής, την προφορικότητα και τον ρυθμό: Λ. Παπαλεοντίου, ό.π., 173-175· του ιδίου, «Χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην ποίηση του Ηλία Κωνσταντίνου», μικροφιλολογικά 48 (φθινόπωρο 2020), 95-97. Βλ. επίσης: Π. Γεωργίου, ό.π., 16.

[9] Λ. Παπαλεοντίου, «Έπιλεγόμενα. Ένας αιρετικός ποιητής»: ό.π., 168-169.

[10] Γράφει εύστοχα ο Χ. Οταμπάσης: «Ειδικά το σώμα-οικογένεια έχει πολλαπλή σήμανση. Κοινός θεματικός τόπος σε όλες τις συλλογές του Ηλία Κωνσταντίνου, ο θεσμός της οικογένειας παρουσιάζεται ως μια γενεαλογική πρόκληση, με τον ποιητή να τοποθετεί τον θεσμό αυτόν στα πολιτισμικά του συμφραζόμενα. Η έμφαση στο σώμα του πατέρα (πατριαρχία), στο σώμα της μητέρας (μητριαρχία), στο σώμα του υιού, στο σώμα-Κύπρος (μητρική γη) και στο σώμα-Ελλάδα (μητρόπολη) εγγράφεται σε μια επαναστατική αρχή ενάντια στο σύστημα-οικογένεια. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι ο Ηλίας Κωνσταντίνου προσπαθεί να διοχετεύσει την ατομική (του) εμπειρία στην κοινωνική σφαίρα μέσα από τον θεσμό αυτό, καθώς η ομοσεξουαλικότητα γίνεται ένας από τους πιο εμφανείς κόμβους διαπλοκής του οικογενειακού και του κοινωνικού πλαισίου»:  ό.π., 93.

[11] Μ. Κυριάκου, ό.π., 11.

[12] Ο ποιητής διέμενε στο Λονδίνο την περίοδο 1972-1982 και ακολούθως για διαστήματα στην Αθήνα μέχρι το 1984. Εκτενέστερα επί τούτου: Λ. Παπαλεοντίου, «Επιλεγόμενα. Ένας αιρετικός ποιητής», ό.π., 161-162· Χ. Οταμπάσης, ό.π., 91-95· Κώστας Μαρκίδης, «Προσωπικό με τον Ηλία»: Straw Dogs 3 (Ιούνιος 2013), 20-21.

[13] Ο Όλυμπος ή η Χιονίστρα, στα 1 952 μέτρα, είναι το υψηλότερο σημείο της Κύπρου, η κορυφή της οροσειράς του Τροόδους.

[14] Μ. Κυριάκου, ό.π., 11.

[15] Αντιγόνη Δρουσιώτου, ό.π.

[16] Λ. Παπαλεοντίου, ό.π., 168

[17] Επισημαίνεται από νωρίς η συνέπεια στο ποιητικό όραμα. Βλ. σχετικά: Ρωξάνη Νικολάου, «Ηλίας Κωνσταντίνου / Ας μείνει η πραγμάτωση του ονείρου τελευταία», Straw Dogs 3 (Ιούνιος 2013), 9.

[18] Το σημείωμα παρατίθεται αυτούσιο, μεταξύ άλλων στο κείμενο του Κώστα Μαρκίδη «Προσωπικό με τον Ηλία», ό.π., 21.