Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ε΄: Συμεών ο Νέος Θεολόγος | Απόδοση Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Theodore_Studite

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Τῶν θείων ὕμνων οἱ ἔρωτες

Απόδοση Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης 

«“Ἐπίγειος ἄγγελος, οὐράνιος ἄνθρωπος, δόξα τῶν πατέρων, σέμνυμα τῶν ἱερέων, κανόνας γιὰ τοὺς μοναχούς, καύχημα τῶν ἀσκητῶν, στολίδι τῆς Κωνσταντινούπολης” ὅπου στὰ μοναστήρια της ἔδρασε προερχόμενος ἀπ’ τὴν Παφλαγονία τῆς Μ. Ἀσίας ὁ ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ὁ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ὁ ΝΕΟΣ. Ἡ ἐξορία κι’ ὁ κατατρεγμὸς ἀπ’ ὅσους ἀρνιοῦνταν νὰ τὸν καταλάβουν εἶναι τὸ ἐλαφρότερο, ἀπὸ τὰ τρομερὰ μαρτύρια ποὺ ἐπέβαλε ὁ ἴδιος στὸ σῶμα του, ἀρνιέμενος τὰ ἐγκόσμια γιὰ τὴ σκέψη. Διαβάζοντας τοὺς Ὕμνους Θείων Ἐρώτων  καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους λόγους του σὲ πεζό, δέχεσαι τὸν παλμὸ πίστης ποὺ σοῦ μεταδίνει, τὴν χριστιανικὴ παράδοση ποὺ κρύβεις μέσα σου καὶ στὴν ξυπνᾶ, ζωντανεύει ἐντός σου ὁ κόσμος τοῦ θαύματος».

Έτσι ολιγόλογα και χαρακτηριστικά παρουσιάζει ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης το 1946 στους αναγνώστες του περιοδικού Κοχλίας τον Συμεών τον νέο Θεολόγο, μαζί με τις παρατιθέμενες αποδόσεις δύο Ύμνων του.

Ο Συμεών (949-1022), σύμφωνα με τον βίο του, που συνέγραψε ο μαθητής του Νικήτας Στηθάτος, γεννήθηκε στην Παφλαγονία στους κόλπους μιας πλούσιας οικογένειας και έλαβε την εγκύκλιο παιδεία στην Κωνσταντινούπολη. Στα 14 του όμως χρόνια εγκατέλειψε τις σπουδές του, καθώς τον προσέλκυσε ο μοναστικός βίος και εκάρη μοναχός στη μονή του Στουδίου, υπό την πνευματική εποπτεία του Συμεών του ευλαβούς. Εν συνεχεία, έγινε ο ίδιος ηγούμενος της μονής του Αγίου Μάμα, όπου και συνάντησε σφοδρές αντιδράσεις από τους μοναχούς μα και την εκκλησιαστική αρχή, εξαιτίας της υπερβολικής –όπως θεωρήθηκε– ευλάβειας και απόλυτης προσήλωσης που έδειχνε στον πνευματικό του πατέρα Συμεών ευλαβή, τον οποίο και θεωρούσε άγιο. Οδηγήθηκε σε παραίτηση και περιορισμό σε μια κωμόπολη κοντά στη Χρυσούπολη. Επιστρέφοντας από την εξορία, εγκαταβίωσε σε ένα μικρό μοναστηράκι κοντά στη Βασιλεύουσα, όπου και εκμέτρησε το ζην.

Ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του χριστιανικού μυστικού ρεύματος, ο Συμεών στα έργα του μιλά με έναν εξόχως τολμηρό ποιητικό και ερωτικό λόγο για την απευθείας ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, τη θέωση, την οποία εκφράζει και βιώνει ως μανικό έρωτα, όπως μαρτυρούν τα έργα του (Κεφάλαια, Κατηχήσεις, Ευχαριστίαι, Λόγοι και πάνω απ’ όλα Ύμνοι), ήδη από αυτή τη ζωή σωματικώς. Φτάνει μάλιστα να μιλά με τέτοια ελευθερία και απλότητα για τη θέωση του ανθρώπινου σώματος ώστε κάθε μέλος του να είναι ο Χριστός ο ίδιος, ακόμα και τα απόκρυφα μέλη:

Εἰς γὰρ πολλὰ γινόμενος εἷς ἀμέριστος μένει,
μερὶς ἑκάστῃ δὲ αὐτὸς ὅλος Χριστὸς ὑπάρχει·
πάντως οὖν οὕτως ἔγνωκας Χριστὸν καὶ δάκτυλόν μου
καὶ βάλανον – οὐκ ἔφριξας, ἢ σὺ καὶ ἐπῃσχύνθης;
 

Όπως σημειώνει ο Καζντάν: «Η διδασκαλία του Συμεών υπογράμμιζε την ατομική οδό προς τη σωτηρία. Οι αγαθοεργίες, η φιλανθρωπία, η εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων δεν επαρκούσαν. Τα μόνα αποτελεσματικά μέσα ήταν η απόλυτη υποταγή ή η αυτοταπείνωση ενώπιον του Παντοδύναμου Θεού, η εσωτερική έξαρση, που επιτρέπει στον πιστό να αντικρίσει το θείο φως. Για τον Συμεών, ο πιστός έστεκε ολομόναχος απέναντι στον Θεό μέσα στο σύμπαν, απέναντι στον αυτοκράτορα μέσα στην κοινωνία και απέναντι στον πνευματικό του πατέρα μέσα στο μοναστήρι. Διαβάζοντας τους ύμνους που έγραψε ο Συμεών, έχει κανείς την αίσθηση ότι η ενασχόληση με την κοινότητα ή τους άλλους αδελφούς αποτελεί περισπασμό».

Ευλόγως μάλλον μία τόσο ιδιαίτερη και ξεχωριστή περίπτωση όπως του Συμεών φαίνεται πως –και παρά την αγιοποίησή του– τέθηκε στο εκκλησιαστικό ‘περιθώριο’ προϊόντος του χρόνου. Συμμαρτυρεί εξάλλου προς τούτο και η μη διάσωση καμμίας –μα απολύτως καμμίας– εικόνας του! Πρέπει να περιμένει κανείς τον ύστερο 18ο αιώνα της φιλοκαλικής αναγέννησης ώστε να δει να αναδύονται τα έργα του από τα βένθη μιας ιδιόμορφης εκκλησιαστικής ‘λήθης’. Νεώτερες έρευνες δείχνουν πως της Φιλοκαλίας προηγήθηκε μια στροφή στο έργο και στο πρόσωπο του Συμεών του νέου θεολόγου από τους Καυσοκαλυβίτες μοναχούς ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, όπως φανερώνει η πρώτη τοιχογραφία που έχουμε από τότε καθώς και παρεκκλήσιό του και κώδικες των έργων του.

Η νεοελληνική ποίηση άργησε ακόμη περισσότερο να τον ανακαλύψει· σκαπανέας σε αυτή την προσπάθεια, και μάλιστα κατά είκοσι περίπου χρόνια από τις επόμενες απόπειρες (1946) όπως θα δούμε, στάθηκε ο κατ’ εξοχήν βυζαντινόφιλος, φιλομόναχος (μα κι ένας από τους βασικούς εισηγητές των νεωτερικών τρόπων στην νεοελληνική πεζογραφία και εντελώς ιδιαίτερος) Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Τις αποδόσεις δύο ύμνων του Συμεών, που πρωτοπαρουσίασε στον Κοχλία ο Πεντζίκης, φιλοξενούμε εδώ σήμερα, ξεκινώντας το αφιέρωμα στον Συμεών τον νέο θεολόγο.

~•~

Στίχοι ποὺ δείχνουν ἔρωτα πρὸς τὸν Θεό
( Λόγος πέμπτος τῶν στίχων )

Πῶς γίνεται πῦρ ν᾽ ἀναβλύζεις; πῶς σύγχρονα νερὸ δροσιστικό;
πῶς καῖς μαζὺ καὶ γλυκαίνεις; πῶς τὴ φθορὰ ἐξαφανίζεις;
πῶς Θεοὺς κάνεις τοὺς ἀνθρώπους; πῶς φῶς τὸ σκοτάδι;
πῶς ἀπ᾽ τὸν ἅδη βγάζεις; πῶς ἄφθαρτους τοὺς θνητοὺς κάνεις;
πῶς τὸ φῶς πᾶς σὲ σκότος; πῶς τὴ νύχτα περιαρπάζεις;
πῶς τὴν καρδιὰ τὴν καταλάμπεις; πῶς ὁλόκληρο μ᾽ ἀλλάζεις;
πῶς ἑνώνεσαι μὲ τοὺς ἀνθρώπους; πῶς Θεοῦ υἱοὺς τοὺς κάνεις;
πῶς μὲ τὸν πόθο σου καῖς; πῶς δίχως ξίφος λαβώνεις;
πῶς ἀντέχεις; πῶς κρατᾷς; πῶς μὲ μιᾶς δὲν παραδίνεις;
πῶς ὄντας ἔξω ἀπ᾽ ὅλα, ὅλους βλέπεις τὸ τί κάνουν;
πῶς ὄντας μακριά, τοῦ καθένα μας βλέπεις τὸ ἔργο;
Δόσε στοὺς δούλους σου ὑπομονή, θλίψη νὰ μὴ τοὺς σκεπάσει.

~•~

Ἐξομολόγηση μαζὺ μ’ εὐχὴ περὶ συναφείας Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπαθείας
( Λόγος δέκατος τῶν στίχων )

Μάκρυνα φιλάνθρωπε, στὴν ἔρημο κατοίκησα,
ἀπὸ σένα κρύφτηκα τὸν γλυκὸ ΔΕΣΠΟΤΗ
μέσα ὄντας στὴ νύχτα μὲ τὴν ἔγνοια τοῦ βίου,
πληγὲς λαβαίνοντας πολλὰ δαγκάματα γι’ αὐτό,
πληγὲς πολλὲς ἔχοντας στὴν ψυχή μου ξανάρχουμαι,
φωνάζω μέσ’ στὸν πόνο μου, τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς μου.
Ἔλεος· οἶκτο σὲ μένα δῶσε τὸν παραβάτη,
ὦ γιατρὲ φιλόψυχε, φιλοικτίρμονα μοναδικέ,
δωρεὰν τοὺς ἄρρωστους καὶ τοὺς τραυματισμένους,
γιατρεύοντας, γιάτρεψε τῶν πληγῶν τὰ σημάδια.
Ἐσὺ τὸ σπλάχνος στάλαξε, τη χάρη σου,
τίς πληγές μου ἄλειψε· ἐξάλειψε τὰ ἕλκη,
σφίξε τὰ μέλη μου, πὤχουν παραλύσει,
ἐπούλωσε, κάθε οὐλὴ σβῆσε σωτήρα,
ἐντελῶς κάνε με ὁλόκληρον γερό, ὅπως πρίν,
ὅταν μέσα μου δὲν εἶχα μόλυσμα, οὔτε σημάδι,
οὔτε ξαναμένο τραῦμα, ἢ λέρωμα, ὦ Θέ μου,
παρὰ γαλήνη, καὶ χαρά, εἰρήνη καὶ πραότητα,
ἁγία ταπεινότητα, μακροθυμία,
φῶς ὑπομονῆς, καὶ καλῶν ἔργων,
ἀνίκητη δύναμη γιὰ τὰ πάντα, ὑπομονή,
δάκρυα ποὺ παρηγοριὰ πολλὴ κάθε μέρα,
ἀγαλλίαση μέσα στὴν καρδιά μου,
ἀνάβλυζαν πηγή, ἔρρεαν ἀέναα,
μελιστάλαχτο ρεῖθρο, εὐφροσύνης ποτό,
ἀδιάκοπα ἀνεβαίνοντας στὸ στόμα τοῦ νοῦ μου.
Γι᾽ αὐτὸ ἡ τέλεια ὑγεία· γι’ αὐτὸ ἡ καθαρότητα˙
γι’ αὐτὸ τῶν παθῶν το ρύπος, τῶν μάταιων λογισμῶν˙
γι’ αὐτὸ ἡ ἀστραφτόμορφη μέσα μου συνυπάρχει ἀπάθεια,
πάντα συνευρίσκεται. Πνευματικὰ καταλάβαινε·
ξεπερνώντας αὐτά, δίχως ἄσκημα νὰ μολυνθεῖς·
ἀνείπωτη παρουσίας δίνοντάς μου ἡδονή,
ἄπειρο πόθο γάμου ἕνωσης θεϊκιᾶς,
ποὺ ἐγὼ μεταλαβαίνοντας ἔγινα ἀπαθής,
πυρωμένος στὴν ἡδονή, ἀπ᾽ τὸν πόθο τῆς ἀναμένος,
μετέσχα τοῦ φωτός, μάλιστα ἔγινα φῶς,
πάνω ἀπ᾽ τὸ κάθε πάθος, ἔξω ἀπ᾽ τὸ κάθε κακό,
οὔτε μ᾽ ὅσον ἥσκιο ἔχει ὁ ἥλιος, εἴτε φῶς τὸ σκοτάδι.
Τέτοιος ἔχοντας γίνει, ὑπάρχοντας τέτοιος,
Δέσποτα ἀποχαυνώθηκα, βασισμένος στὸν ἑαυτό μου,
ἡ μέριμνα μὲ παρέσυρε γιὰ τὰ αἰσθητά,
οἱ βιωτικὲς τὸν δυστυχῆ μὲ γκρέμισαν φροντίδες,
κρύωσα καὶ σὰν σίδερο μαῦρο ἔγινα,
χρονίζοντας πεσμένος καταγῆς, ἔκαμα φαρμάκι,
γι᾽ αὐτὸ σὲ φωνάζω γυρεύοντας πάλι
νὰ καθαριστῶ φιλάνθρωπε, στὸ πρὶν κάλλος
νὰ ξανανέβω, τὸ φῶς σου νὰ καταπολαύσω,
Νῦν, καὶ ἀεὶ καὶ σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες, Ἀμήν.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης,
Κοχλίας, τ. 9 (Αύγουστος 1946), σ. 147.

~•~

Τῶν θείων ὕμνων οἱ ἔρωτες

τοῦ ἁγίου καὶ μεγάλου πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν
τοῦ νέου ἐν θεολόγοις καὶ πρεσβυτέρου γεγονότος
καὶ ἡγουμένου τῆς μονῆς τοῦ ἁγίου Μάμαντος

(6) Τοῦ αὐτοῦ τετράστιχα τὸν πρὸς θεὸν αὐτοῦ ἐντεῦθεν δεικνύοντα ἔρωτα.

Πῶς καὶ πῦρ ὑπάρχεις βλύζον,
πῶς καὶ ὕδωρ ᾖς δροσίζον;
πῶς καὶ καίεις καὶ γλυκαίνεις,
πῶς φθορὰν ἐξαφανίζεις;
πῶς θεοὺς ποιεῖς ἀνθρώπους,
πῶς τὸ σκότος φῶς ἐργάζῃ;
πῶς ἀνάγεις ἐκ τοῦ ᾅδου,
πῶς θνητοὺς ἐξαφθαρτίζεις;
πῶς πρὸς φῶς τὸ σκότος ἕλκεις,
πῶς τὴν νύκτα περιδράσσῃ;
πῶς καρδίαν περιλάμπεις,
πῶς με ὅλον μεταβάλλεις;
πῶς ἑνοῦσαι τοῖς ἀνθρώποις,
πῶς υἱοὺς θεοῦ ἐργάζῃ;
πῶς ἐκκαίεις σου τῷ πόθῳ
πῶς τιτρώσκεις ἄνευ ξίφους;
πῶς ἀνέχῃ, πῶς βαστάζεις,
πῶς εὐθὺς οὐκ ἀποδίδως;
πῶς ὑπάρχων ἔξω πάντων
βλέπεις πάντων τὰ πρακτέα;
πῶς μακρὰν ἡμῶν τυγχάνων
καθορᾷς ἑκάστου πρᾶξιν;
δὸς ὑπομονὴν σοῖς δούλοις,
μὴ καλύψῃ τούτους θλῖψις.

~•~

(46) Ἐξομολόγησις εὐχῇ συνημμένη· καί περὶ συναφείας πνεύματος ἁγίου καὶ ἀπαθείας.

Ἐμάκρυνα, φιλάνθρωπε, ηὐλίσθην ἐν ἐρήμῳ
καὶ ἀπεκρύβην ἀπὸ σοῦ τοῦ γλυκέος δεσπότου·
ὑπὸ τὴν νύκτα γεγονὼς τῆς τοῦ βίου μερίμνης
πολλὰ ἐκεῖθεν δήγματα καὶ τραύματα ὑπέστην,
πολλὰς πληγὰς ἐπανελθὼν φέρω ἐν τῇ ψυχῇ μου,
καὶ κράζω ἐν ὀδύνῃ μου καὶ πόνῳ τῆς καρδίας·
ἐλέησον, οἰκτείρησον ἐμὲ τὸν παραβάτην·
ὦ ἰατρὲ φιλόψυχε καὶ φιλοικτίρμον μόνε,
ὁ δωρεὰν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τετραυματισμένους
ἰώμενος, ἰάτρευσον μώλωπας, τραύματά μου·
στάλαξόν σου τὸ ἔλαιον τῆς χάριτος, θεέ μου,
καὶ τὰς πληγάς μου ἄλειψον, ἐξάλειψον τὰ ἕλκη·
συνούλωσον καὶ σύσφιγξον τὰ παραλελυμένα
μέλη μου καὶ ἀφάνισον τὰς οὐλὰς πάσας, σῶτερ,
καὶ τέλεον ὑγίωσον ὅλον με ὡς τὸ πρώην,
ὅτε οὐκ ἦν μοι μολυσμός, ὅτε οὐκ ἦν μοι μώλωψ
οὐδὲ πληγὴ φλεγμαίνουσα, οὐ κηλίς, ὦ θεέ μου,
ἀλλὰ γαλήνη καὶ χαρά, εἰρήνη καὶ πραότης
ἁγία τε ταπείνωσις καὶ ἡ μακροθυμία,
ὑπομονῆς ὁ φωτισμὸς καὶ τῶν καλλίστων ἔργων
ὑπομονὴ καὶ δύναμις ἀήττητος εἰς ἅπαν·
ἐξ οὗ πολλὴ παράκλησις δακρύων καθ’ ἑκάστην,
ἐξ οὗ ἡ ἀγαλλίασις ἐν τῇ ἐμῇ καρδίᾳ
ὥσπερ πηγὴ ἀνέβρυεν, ἔρρεεν ἀεννάως
καὶ ῥεῖθρον ἦν μελισταγὲς εὐφροσύνης τε πόμα
διηνεκῶς στρεφόμενον ἐν στόματι νοός μου·
ὅθεν ὑγεία ἅπασα, ὅθεν ἡ καθαρότης,
ὅθεν ἡ ῥύψις τῶν παθῶν καὶ λογισμῶν ματαίων,
ὅθεν ἡ ἀστραπόμορφος ἀπάθεια συνῆν μοι
καὶ συνεγίνετο ἀεὶ (πνευματικῶς μοι νόει
ὁ ταῦτα διερχόμενος, μὴ μολυνθῇς ἀθλίως)
ἄφατον ἐμποιοῦσά μοι ἡδονὴν συνουσίας
καὶ γάμου πόθον ἄπειρον ἑνώσεως ἐνθέου·
ἐξ ἧς κἀγὼ μεταλαβὼν ἀπαθὴς ἐγενόμην
ἐκπυρωθεὶς τῇ ἡδονῇ, φλεχθεὶς αὐτῆς τῷ πόθῳ,
καὶ τοῦ φωτὸς μετέσχηκα, ναί, καὶ φῶς ἐγενόμην,
πάθους παντὸς ἀνώτερος, ἐκτὸς κακίας πάσης·
οὐ γὰρ προσψαύει τῷ φωτὶ τῆς ἀπαθείας πάθος,
ὡς οὐδ’ ἡλίῳ ἡ σκιὰ ἢ τῆς νυκτὸς τὸ σκότος.
τοιοῦτος οὖν γενόμενος τοιοῦτος τε ὑπάρχων,
ὑπεχαυνώθην, δέσποτα, ὡς ἐμαυτῷ θαρρήσας
μερίμνῃ ὑπεσύρην τε τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων
φροντίδι τε βιωτικῶν κατέπεσα, ὁ τάλας,
καὶ ψυχρανθεὶς ὡς σίδηρος μελανὸς ἐγενόμην
καὶ ἐγχρονίσας κείμενος ἰὸν προσελαβόμην·
καὶ διὰ τοῦτό σοι βοῶ πάλιν καθαρισθῆναι
αἰτούμενος, φιλάνθρωπε, καὶ εἰς τὸ πρῶτον κάλλος
ἀνενεχθῆναι καὶ τοῦ σοῦ φωτὸς καταπολαῦσαι
νῦν τε καὶ ἀεὶ καὶ εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας·
ἀμήν.