Υψηλές κορυφώσεις, πάσχουσα σύνθεση

 

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μανόλης Πρατικάκης, Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, Αρμός, 2021

Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, η τελευταία συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη αναμετράται με τον αγώνα του ’21, τον οποίο συλλαμβάνει και στοχάζεται ως την κορυφαία ιδρυτική πράξη του νεοελληνισμού. Μια δουλειά με υψηλές επιμέρους κορυφώσεις, κυρίως στην αποτύπωση του χθόνιου ήθους της γλώσσας και του εθνικού ιδεότυπου, αλλά πάσχουσα εν μέρει στην σύνθεση και κυρίως στην ερμηνευτική πρόταση που προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος προσέρχεται μάλλον αμήχανος στα διάφορα επετειακά ανακαλήματα της εθνογένεσης.

Το ’21 είναι ένα κατεξοχήν επικίνδυνο θέμα, καθώς ο δημιουργός που καταπιάνεται με αυτό καλείται να εκχερσώσει τις ιδεολογικές απολιθώσεις και τη στερεοτυπική πρόσληψη περί έθνους που επισώρευσε η κατεστημένη παιδεία, η ημιμάθεια και ο εθνικός φρονηματισμός. Οι πόλοι στους οποίους έχουν έως τώρα κινηθεί οι επιμέρους αναγνώσεις του εστιάζονται από τη μια στην εκ νέου μνημειοποίηση του και από την άλλη στον  αναστοχασμό υπό το πρίσμα του παρόντος,  αναστοχασμός που χρειάζεται να φτάσει έως την αποδόμηση της μουσειακής αγιοποίησής του, αν είναι να προκύψει η αναπαρθένευση της όποιας σχέσης μας με το παρελθόν. Το κύριο ζητούμενο που ανακύπτει από αυτές τις επετειακές υπομνήσεις είναι βεβαίως η σχέση του νεοελληνισμού με τους καταστατικούς μύθους του και τις ιδεολογικές αφετηρίες που ορίζουν οι θεσμικές ερμηνείες της Ιστορίας.

Ο Πρατικάκης επέλεξε να ιστορήσει το άνω φρόνημα ενός άχρονου ελληνισμού θεωρημένου στην διιστορική του συνέχεια. Ένα φρόνημα εμποτισμένο από το λαϊκό αίσθημα μιας γλώσσας που σαρκώνεται στο ντόπιο γηγενές ιδίωμα των αγράμματων απομνημονευματογράφων του ’21, της παραδοσιακής ντοπιολαλιάς και της κρητικής του ρίζας. Ανασαίνοντας αυτή τη χθόνια γλώσσα, ενδύεται και το βλέμμα της: το όραμα της μυθικής γενεαλογίας του έθνους με στόχο να αναδείξει μια μυθικά – ποιητικά στερεωμένη παρακαταθήκη. «Για κάτι γόνιμο﮲ για κάτι μυθικά στερεωμένο που γνωρίζει/ τα τρεμάμενα βάθη των ονείρων», όπως γράφει προς το τέλος της συλλογής

Ας γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι. Ο ποιητικός λόγος αφηγείται αφαιρετικά εμβληματικές στιγμές του αγώνα, συχνά υποδυόμενος τη φωνή των προσώπων της εθνεγερσίας, αρχής γενομένης από την ποιητική απόδοση της μάχης στα Δερβενάκια και την κακοτράχαλη ορμή της κλεφτουριάς, την οποία θεάται ως την κυλιόμενη ες αεί ροή της έφεσης για ελευθερία. Αυτές οι εγγραφές χαράσσονται στον χρυσό σκληρό δίσκο της ιστορικής μνήμης ως το τραγούδι – μήνυμα της εποχής στον σύγχρονο αναγνώστη (εξού και ο τολμηρός συσχετισμός με τους Rolling stones). Αυτές οι «πέτρες που τραγουδάνε» στήνουνε το ανώνυμο μνημείο της συλλογικής ψυχής και «Σ’ αυτό  το αγκάλιασμα  φυτρώνει η μόνη μας/ πατρίδα. Ερειπωμένη».

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσεται με τον πρωτοπρόσωπο λόγο των πρωταγωνιστών (του Κολοκοτρώνη κυρίως, αλλά και ανωνύμων) και τον παραινετικό λόγο του ποιητή προς τον αναγνώστη σε β΄ πρόσωπο, για να διανθιστεί σε ορισμένα σημεία με έμμετρα υμνητικά ένθετα για τον Διονύσιο Σολωμό ή αιφνίδιες εκτροπές μιας πεζότροπης μικροαφήγησης στην έρρυθμη απόληξη της. Αυτή η εναλλαγή δημιουργεί μια αφηγηματική φωνή πολλά εκπορευόμενη, έναν κυλιόμενο λόγο: από το στόμα του γέρου του Μοριά στον ανώνυμο θνήσκοντα κλέφτη για να δώσει πάλι το λόγο σε ένα συλλογικό υποκείμενο που δια στόματος του ποιητή ανασυνθέτει το ποιητικό μέγεθος ΄21. Μια φωνή σταθερά εξημμένη, σε αντιστοιχία με την έξαρση των αφηγούμενων και την ένταση της ποιητικής συμμετοχής στα ιστορούμενα. Πάνω απ’ όλες τις φωνές, όμως, κυριαρχεί η πλατιά παραινετική απεύθυνση ενός ανώνυμου φορέα του λόγου που ενδύεται τη ρωμαλεότητα, την απελέκητη ποιότητα της λαϊκής γλώσσας και του συλλογικού ήθους. Παράγεται έτσι μια φωνή άκρως πεποιημένη, παρότι φυσική, καθότι σύστοιχη με τα πράγματα και το ήθος της σύνθεσης.

Η δομή της συλλογής ακολουθεί τη χαλαρή συνάρθρωση αυτών των επιμέρους αφηγηματικών τρόπων, με συνεκτική αρχή ακριβώς αυτή την φωνή ενός άχρονου, ιεροφάντη ποιητή που εκφωνεί έναν κηρυγματικό λόγο, λαϊκά γειωμένο αλλά και υψιπετώς κινούμενο στις ιερές παρακαταθήκες του ουτοπικού ’21. Σε αρκετές στιγμές ο ποιητής αφίσταται από την απέριττο ήχο της λαϊκής μίμησης και υπερπλαισιώνει θεωρητικοποιώντας: «Και χρειάζεται στόχαση μέχρι το στάχυ να μεστώσει. Γιατί ορέ η κάθε εξωτερική ρώμη του σώματος κρύβει μια αναπαράσταση ψυχής. […]. Έτσι που το κάθε μέρος αφουγκράζεται των επίλοιπων και οι επίλοιπες του καθενός σχηματίζοντας μιαν ολότητα από επιμέρους συναρθρώσεις στη γενική συνάρθρωση».

Πρώτο μέλημα να αναδείξει τη αδιάσπαστη ενότητα του ελληνισμού, π.χ. σε αποφάνσεις του τύπου: «Και ως μια φωνή αντιβούιζε μέσα στην Εκκλησία του Δήμου﮲ κάνοντας να χαμογελάνε τα ανήσυχα πνεύματα της Φυλής που εκάθονταν συλλογισμένα στα σαρακοφαγωμένα στασίδια./ Γιατί ως τα τότε δεν υπήρχε ιδιωτικό όραμα». Και παρακάτω: «Όπως τότε στην Αρχαία Αθήνα που ο καθείς εσήκωνε την πόλη στους ώμους του ως να ήτουνε το εδικό του σπίτι». Ή για τη γλώσσα:  «Κι έμεινε άπαρτη και αδούλωτη γιατί οι ρίζες της και τα θεμέλιά της έρχονταν από τα βάθη των αιώνων, τους Πελασγούς και τους Μινωίτες, τις Ιλιάδες και τις Οδύσσειες». Δεύτερον, να αναδείξει την πανανθρώπινη διάσταση του σηκωμού για την ελευθερία, συναρθρώνοντας την ελληνική υπόθεση με ανάλογους αγώνες, από την λατινική Αμερική, έως τους παγκοσμίους πολέμους του εικοστού. Τρίτον, να υπομνήσει την πνευματική εντέλει περιοχή που διανοίγεται από τέτοιες υπερβάσεις, περιοχή που διανύεται από τον Ηράκλειτο και τον Εμπεδοκλή έως την ανατολίτικη φιλοσοφία, Τέταρτον, να συζεύξει την εθνική κοσμογονία με την γλωσσική γενεαλογία, με προεξάρχοντα μύστη του γηγενούς τον Σολωμό, ανάγοντας τη γλώσσα σε μυελό των οστών της εθνικής αυτεπίγνωσης.  Στόχος εντέλει να συντεθεί ένα «Άξιον Εστί» του ’21, που εγκολπώνει το καθολικό και διαχρονικό στο τοπικό.

Οι καλύτερες στιγμές της σύνθεσης είναι όταν αναδεικνύει τις αναλογίες ανθρώπινου και φυσικού κάλλους σε μια υψηλή αισθητική και οντολογική ώσμωση. Κι όταν ακουμπά με πεπειραμένο ποιητικό αισθητήριο στο λαϊκό ύφος που επειδή είναι γειωμένο στην άσφαλτη ρίζα του εντόπιου γίνεται κάποτε ιερατικά λαϊκό αναδεικνύοντας την υψηλή ταπεινότητα της ομορφιάς :

Και άκουγες ορέ τη μια κοτρόνα χτυπώντας την άλλη να σπιθίζουν ωσάν κρύφιες τσακμακόπετρες. Και να βγάνει ορέ η μια σπίθα το άστρο της σιμοτινής της. Και ο σάλαγος τον εγκρεμό του. Και κάθε σκιαγμένη ψυχή την ίσκα της. Και κάθε δροσοστάλα την  ασημένια της ποταμούλα.  

Ή:

Που το φως σαν λαμπρό άστρο εσκίασε το πενιχρό λυχναράκι του θανάτου και αρχίνησε να τρεμοσβήνει: όπως όταν πλησιάζεις σε μεγάλη φωταγώγηση πρέπει να σβήνεις το δικό σου μικρό λυχνάρι που εξάλλου σου εγένη αχρείαστο και κάπως περίγελο.

Ή:

Και κοιτώντας ζερβά, εκείθε, εγυάλιζε μια μαντεμένια στρουφιχτή σκάλα ωσάν το στύφνο και το στρούφιγγα, απ’ όπου κύκλο τον κύκλο ανέβαινε μια ολάνθιστη βουκαμβίλια. Αλλά κοιτώντας προσεκτικότερα αυτό το ανθισμένο αδράχτι με τα ροδαλά πέταλα ήταν σαν να ανέβαινε περιέλικτο το ίδιο το χάραμα.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν προβλήματα, κατά τη γνώμη μου, στη συλλογή. Αρχικά, η σύνθεση. Το ποίημα χωρίζεται σε επιμέρους ενότητες, διακριτικά δηλωμένες με αστερίσκους, διακριτικά γιατί τα επιμέρους τμήματα αποτελούν σταθμούς, στιγμές μιας ενιαίας αφήγησης Θεωρώ ατυχείς και βεβιασμένες κάποιες αιφνίδιες αλλαγές στην τονικότητα, στο ρυθμό και το ύφος της αφήγησης. Παράδειγμα, η αναφορά στον Σολωμό όπου ο παραινετικός τόνος για την γλωσσική κληρονομιά του («Και πιο πολύ αυτήνη ως κόρην οφθαλμού έχουμε χρέος να προστατέψουμε καθώς μας ορμήνεψε πάλι ο Διονύσιος») σταδιακά εγκαταλείπει τη σύμβαση του λαϊκού λόγου («αφήνοντάς μας έναν μισοτελειωμένο αλλά πάμφωτο γλωσσικό παρθενώνα») και στην επόμενη αμέσως ενότητα έχουμε ένα έρρυθμο τμήμα λόγου με πολλές εσωτερικές ρίμες («Κάδο ρίχνει στο πηγάδι σαν να τα ’συρε απ’ τον Άδη﮲/ ήχους χρώματα στροφές των ερώτων τις αφές»). Αυτό δημιουργεί πρόβλημα στην ενότητα του ύφους. Άλλες φορές δίνεται η εντύπωση μιας αμήχανης μετάβασης σε νέα ποιητικά επεισόδια: «Ο Γέρος του Μωριά πλάι σε λαβωμένο Αρματωλό:/ Και λέω ορέ μια νύχτα του λαβωμένου Αρματωλού/ που παραμίλαγε στον πυρετό:»). Το επεισόδιο που ακολουθεί είναι από τα πιο όμορφα του βιβλίου, γειωμένα σε ένα αυθεντικό λαϊκό αίσθημα του λόγου, π.χ. στο μοιρολόγι της μάνας με την ιδιωματική ντοπιολαλιά και την οικονομία του αισθήματος. Ωστόσο, αυτά τα δύο στοιχεία που εντόπισα δείχνουν τις αδιέξοδες στιγμές μιας σύνθεσης που αμφιρρέπει ανάμεσα στην πολυφωνική σύνθεση και στην κυρίαρχη φωνή του ποιητικού υποκειμένου, που ηγεμονεύει σε ανοιχτό διάλογο με τον αναγνώστη και υποχωρεί αδέξια στις σκηνές. Δείχνουν επίσης και τη βουλιμική ενίοτε επιθυμία του δημιουργού να τα πει όλα, μικρά λυρικά ξέφωτα, αισθαντικά σχόλια, αφορισμούς, σκηνικό λόγο των προσώπων. Η συμπερίληψη όλων αυτών μερικές φορές αποβαίνει βλαπτική στην οικονομία του λόγου γιατί ο ποιητής δεν χαλαλίζει τίποτα από όσα θέλει να ειπωθούν.

Δεύτερον, οι γλωσσικές επιλογές είναι δίκοπο μαχαίρι. Το λαϊκό ιδίωμα της εποχής εμποτισμένο από την υψηλή ρητορική του ρομαντικού στοχασμού είναι το υπόστρωμα πάνω στο οποίο δουλεύεται ο λυρισμός της συλλογής που έχει πολλές σοφές στιγμές αλλά ο «αφελής» λυρισμός νοθεύεται από μια διδακτική ή μεγαλήγορη πρόθεση. Ο λόγος γίνεται μεγαλήγορος όχι γιατί μετέρχεται την πηχιαία φράση αναγκαστικά αλλά γιατί το βλέμμα είναι οραματικό και σαρκωμένος όπως είναι στην απόσταση του λαϊκότροπου ύφους εκθέτει σε μνημειώδη ακινησία τις μορφές και υπαγορεύει έτσι την αναγνωστική πρόσληψη: την ταπεινή συγκέντρωση στην συντελούμενη ιερουργία της εθνικής μνήμης, του έθνους ως διάρκειας.

Τρίτον, θεωρώ προβληματική τη σύλληψη αυτής της εμμενούς ελληνικότητας που απανθίζεται και αγιογραφείται σε μια ρωμαλέα μεν αλλά ανιστορική εντέλει αντίληψη για το ταυτοτικά εθνικό. Η προσπάθεια ανασύστασης της διαχρονίας από την προϊστορία, την προσωκρατική φιλοσοφία, την ομηρική και κλασική αρχαιότητα (που οδήγησαν τη Δύση στην «εναρθροσύνη») έως το ΄21 και από εκεί στο έπος του ’40  και στο συμπαντικό ουσιαστικά ασπάζεται την εύκολη και πάγια αυτοαντίληψη της αδιαίρετης ενότητας που ωσάν γενετικό κοίτασμα διαμορφώνει το νεοελληνικό DNA και παραγνωρίζει όλες τις ασυνέχειες και τα χάσματα από τα οποία πάσχει η αυτοσυνειδησία μας και τα οποία οφείλουμε να γνωρίζουμε αν είναι να τα υπερβούμε. Το αρχετυπικό τότε όπου «το ιδιωτικό όραμα έλειπε» και το οποίο ως εθνικός θησαυρός, ως αστείρευτος σιτοβολώνας μπορεί να τροφοδοτήσει το παρόν, αντί να φέρνει κοντά το τότε με το τώρα το απομακρύνει περισσότερο, ιερουργώντας το σε μια στατική αγιογράφηση.

Ο σημερινός αναγνώστης θα προσέλθει ίσως με το μαθημένο και διατεταγμένο  θάμβος μπροστά στο ανυπέρβλητο παρελθόν ή με την αδιάφορη ευπείθεια στο κυρίαρχο εθνικό αφήγημα της αδιάλειπτης ελληνικότητας. Θα πειστεί όμως; Βέβαια, εδώ ο ποιητής μιλά για το πνευματικό άρωμα της Επανάστασης ως υπόθεσης  της συλλογικής ψυχής που αναζητά αγωνιζόμενη το πρόσωπό της, αλλά η συναρίθμηση της γραμμικής κληρονομιάς του πνεύματος εκτρέπει αυτή τη διακύβευση σε πλεύση της ιστορίας αναπόταμα ώς την περιούσια πηγή. Κι εκεί έγκειται η απλούστευση. Πρέπει κάθε εποχή να επανεφεύρουμε την ταυτότητά μας κοιτώντας τα σπασμένα είδωλα κατάματα, το ηρωικό και θηριώδες και ποταπό σε επιμέρους του εκφάνσεις ΄21. Το ’21 θα παραμείνει μια εκκρεμότητα, εφόσον η νεοελληνική κοινωνία τελεί υπό εκκρεμότητα και βιώνει το παρόν της ως έξωση απ’ τον παράδεισο της αληθούς κοιτίδας. Όπως κάθε λαός, έχουμε να συνθέσουμε μια συνέχεια μέσα από την ασυνέχεια και η ορθοφροσύνη της ιστορικής ανάγνωσης ζητώντας να επουλώσει το χάσμα επαναφέρει την απόσταση ως  τραύμα του επιζώντος. Τώρα τι γίνεται; Τα «κεραύνια θραύσματα του μεγάλου Εφέσιου» και η ανώνυμη πέτρα του αρματολού είναι τόποι στους οποίους μπορούμε να ψαύσουμε την ανησυχία μας, αλλά κάθε κοινωνία καλείται να εφεύρει  και νέους τόπους για να ακονίσει την απορία και την ποίησή του τώρα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ