H ατελείωτη ιστορία ενός δωματίου

Μυρτώ Χμιελέφσκι
Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος
Αθήνα: Ενύπνιο 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στο δεύτερό της βιβλίο με τίτλο Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος, η ποιήτρια και εικαστικός Μυρτώ Χμιελέφσκι συνεχίζει τις αστικές περιπλανήσεις της, επιλέγοντας θραύσματα της καθημερινότητας και ανάγοντας τις παρατηρήσεις ανθρώπων και χώρων σε υλικό ποιητικού σχολιασμού και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι περιπλανήσεις στα κείμενα της Χμιελέφσκι γίνονται τρόποι για να δει κριτικά τις διαδρομές τις δικές της και των άλλων, χωρίς να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα του αστικού τοπίου και των κατοίκων του. Αντίθετα, συναρμολογώντας τα σπαράγματα που διαπερνούν χώρους και ανθρώπους παραθέτει συμβάντα με τρόπους πολυφωνικούς. Η πολυφωνικότητα εδώ έχει την εκκίνησή της όχι μόνο από τις διαφορετικές φωνές που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά και από όλες τις συνομιλίες μαζί τους. Η αλληλεπίδραση της ποιήτριας με όσα και όσους περιγράφει συνεχίζεται καθώς εξελίσσεται το βιβλίο και παρουσιάζονται τα συμβάντα και ο αντίκτυπός τους. Οι συνέπειες της ανθρώπινης κατάστασης γίνονται ύλη βιωματική, η οποία συνοδεύεται από μια διαρκή μνημονική αναζήτηση παρελθόντος-παρόντος. Πέρα από το να καταγράφει στιγμές του καθημερινού η Χμιελέφσκι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα όρια της οικειοποίησης και για το πού βρίσκονται οι δικές της ιστορίες μέσα σε αυτές των άλλων.

Επιπλέον, η διαδικασία των μετασχηματισμών που προκύπτει από την παράταξη των συμβάντων συμπληρώνεται από μνήμες ταινιών που διατήρησε ή που δεν μπορεί ξανά να εντοπίσει την προέλευση τους, παρόλο που κάποιες σκηνές τους την ακολουθούν. Για παράδειγμα: στις «4 νύχτες με την Άννα», η Χμιελέφσκυ σχολιάζει την ταινία του Σκολιμόφκσι:

Ποιος μπορεί να πει στον νόθο Λεόν
Ότι η σχέση τους δεν υπήρξε
Και ότι η κριτική της ταινίας δεν είναι ποίημα

Αναζητώντας τα όρια ιδιωτικού-δημόσιου χώρου, προσωπικού-συλλογικού η Χμιελέφσκι θέτει ταυτοχρόνως διλήμματα και για τα όρια της γραφής ως προς τις κατηγοριοποιήσεις της. Διερωτάται, λοιπόν, ποια τα όρια ανάμεσα σε ένα πεζό και ένα ποίημα και αν το περιεχόμενο της γραφής τα εμπεριέχει όλα, ακόμα και το ποίημα που απευθύνεται στους ήρωες μιας ταινίας. Τα διλήμματα αυτά διατρέχουν όλο το βιβλίο καθώς δεν προσδιορίζεται πάντα με σαφήνεια ποιο κείμενο είναι ποίημα, ποιο πεζό και ποιο κινείται ανάμεσα τους. Ίσως για την Χμιελέφσκι η διαδικασία της περιπλάνησης υλικής και συμβολικής ξεπερνά τις φόρμες και τα αισθητικά προτάγματα και αυτό που τελικά προτάσσεται είναι όσα έρχονται στην επιφάνεια για να οριστούν-βιωθούν εκ νέου σε απροσδιόριστες διατάξεις που όμως διατηρούν την ευαισθησία και τη συναισθηματικότητά τους.

Με τον τίτλο του βιβλίου, «Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος», η Χμιελέφσκι κινητοποιεί ενδιαφέροντα δίπολα ορατότητας/αορατότητας, επισημότητας/ανεπισημότητας. Οι τοίχοι ορίζουν τα όρια ιδιωτικού/δημόσιου χώρου, περιφρουρώντας τις ιστορίες που εκτυλίσσονται μέσα στα διαμερίσματα. Παράλληλα, όμως, ο προσδιορισμός του ανεπίσημου τοίχου παραπέμπει κατά τη γνώμη μου σε μια επιλογή της Χμιελέφσκι: να παρατηρήσει αυτό που εύκολα διαφεύγει της προσοχής γιατί θεωρείται τετριμμένο, κρυμμένο ή ανάξιο λόγου. Έτσι η ποιήτρια μένει επίμονα σε φεύγουσες στιγμές της καθημερινότητας: σε ένα ιατρείο στην οδό Πούλιου, σε ανθρώπους που κινούνται «Από την Εδουάρδου Λω ως τη Σταδίου», στις διαδρομές της από την τράπεζα στο σούπερ μάρκετ. Όσα εκτυλίσσονται στο βιβλίο συνθέτουν ψυχολογικά τοπία δικά της και άλλων, γίνονται οι μέσα τοίχοι, που περιλαμβάνουν διλήμματα, εγκλωβισμούς, δυναμικά σχέσεων, επιθυμίες και ματαιώσεις. Επίσης η καταγραφή καθημερινών αντικειμένων αλληλεπιδρά με τις συναισθηματικές καταστάσεις των ανθρώπων που εμφανίζονται στα μικροκείμενα του βιβλίου. Στο «Ιατρείο στην οδό Πούλιου» η λεπτομερής καταγραφή του διαμορφωμένου ιατρείου δίνει τη θέση της στις προσδοκίες που ακολουθούν ένα νέο σπίτι:

Στη μεγάλη πολυκατοικία με τα δύο ασανσέρ τα τοιχοκολλημένα κοινόχρηστα είναι ολόκληρα σεντόνια […] (σ. 8)

Τα κενά διαμερίσματα ανακαινίστηκαν χωρίς τσιγκουνιές, για να ξανακατοικηθούν από νιόπαντρα ζευγάρια, που εναπόθεσαν την προσμονή τους για ευτυχία στην ογκώδη τραπεζαρία και στις εντοιχισμένες ηλεκτρικές συσκευές (σ. 9)

Το κείμενο ολοκληρώνεται με την παρατήρηση του γιατρού «ο οποίος απαντάει στις ερωτήσεις του ασθενούς λες και κάνει χάρη. Κοιτάζει την οθόνη του. Χαρτιά υπογράψτε εδώ, σφραγίδα εκεί. Δοσολογία τάδε.» (σ. 9)

Η Χμιελέφσκι συνδυάζει όλες τις λεπτομέρειες χώρων και στιγμών, αναδεικνύοντας την ανθρωπιστική ματιά της. Η κοπιαστική καθημερινότητα που συχνά αγγίζει τα όρια μιας διεκπεραιωτικής ζωής την οδηγούν να διαπιστώνει ότι εύκολα όλα “κουκουλώνονται”, παρόλο που αυτό αυξάνει την αίσθηση δυσφορίας. Η συγκάλυψη έχει πολλές όψεις και είναι πάντα υλική, όπως στο παρακάτω ποίημα που ο σωματικός πόνος συνδέεται με τον απόηχο μιας τελειωμένης σχέσης.

Οι τροφές που καταναλώθηκαν σε ώρες πλήξης διέλυσαν το στομάχι.
Όλα τα παραπάνω είναι ψέματα.
Το στομάχι διαλύεται από έναν χωρισμό που είναι στα σκαριά (σ. 14)

Απέναντι στις καθημερινές υποχρεώσεις η Χμιελέφσκι με σαρκασμό και ειρωνεία σημειώνει τις «Μεγάλες προσδοκίες» καθώς αποπειράται να ακολουθήσει «καθεστώτα φροντίδας». Η καταγραφή για άλλη μια φορά καταργεί τα όρια κατάταξης:

[…] να κάνω καλή εντύπωση
να καπνίσω μόνο ένα τσιγάρο
να φάω τουλάχιστον δύο φρούτα
να μη φωνάξω
δεν είναι ένα ειρωνικό ποίημα
αλλά ένα πραγματικό σημείωμα. (σ. 19)

Καθώς τα θραύσματα του πραγματικού συσσωρεύονται, η καθημερινότητα γίνεται ένας διαρκής αγώνας με τον χρόνο, τον εαυτό, τους άλλους, αλλά και τις κοινωνικές διεκδικήσεις. Στις μετακινήσεις από τη δουλειά στο σπίτι, στις διαδρομές με το μετρό, τις επισκέψεις στον γιατρό, τη διαμαρτυρία έξω από το σχολείο απέναντι σε όσους δεν θέλουν τα προσφυγόπουλα εκεί παραμένει για τη Χμιελέφσκι η αγωνία της ζωής ως ατέλειωτη ρουτίνα.

Λίγο λίγο συνηθίζεται η αδικία,
Τέλος ο ακτιβισμός και άλλα τέτοια.
Ερωτευόμαστε και ασχολούμαστε
με την παραγωγή βιολογικών προϊόντων. (σ. 33)

Στο ποίημά «Ενοικιάζεται» ο Νίκος Εγγονόπουλος παραθέτει εικόνες από την ιστορία ενός δωματίου, όπου ανάμεσα στα άλλα σχολιάζει:

να: άνθρωποι κι’ άνθρωποι περάσανε και φύγανε
κι’ άλλοι —πολλοί— εδώ μέσα γεννηθήκαν
κι’ άλλους πάλι εδώ μέσα τους βάλανε στην κάσσα
και τί δεν άκουσαν οι τοίχοι αυτοί
[…]
όμως αρκεί ώς εδώ: τί πάω να κάμω;
πόσο δε θάτανε κοπιαστικό
ίσως κι’ αδύνατο
πάντως ατέλειωτο
και μάταιο ακόμη κι’ ανιαρό
να σημειώσω τώρα με τόση λεπτομέρεια
την ιστορία την ατέλειωτη
αυτού του δωματίου

 Η Χμιελέφσκι εξακολουθεί να καταγράφει, όπως και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή, ιστορίες δωματίων, χώρων και ανθρώπων, επιλέγοντας να βλέπει αυτό που πολλοί θεωρούν ανιαρό, αδιάφορο, κοινωνικά περιθωριοποιημένο και ταξικό. Το αστικό τοπίο, καθώς πηγαινοερχόμαστε στους μέσα κι έξω τοίχους, γίνεται η «ατέλειωτη ιστορία ενός δωματίου», ιστορία με στοιχεία ταξικά, έμφυλα και ιστορικά, αλλά και μνήμες που συνδέουν φαντασία και πραγματικότητα, επιθυμία και πράξη.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ