Η μοίρα του εγκλωβισμένου ανθρώπου

Σταμάτης Πολενάκης
Η πάλη με τον άγγελο
Ενύπνιον, 2021

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Από το πρώτο του βιβλίο, Το χέρι του χρόνου, μέχρι και τη βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2017) ποιητική συλλογή Τα τριαντάφυλλα της Μερσέδες (Μικρή Άρκτος, 2016), ο Σταμάτης Πολενάκης έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα συμπαγές ποιητικό κόσμο με έντονο το ιστορικό, το υπαρξιακό και το πολιτικό υπόβαθρό. Το ίδιο ποιητικό σύμπαν διερευνάται και διευρύνεται με επιτυχία πεζογραφικά στο πρόσφατο μυθιστόρημά του Η πάλη με τον άγγελο (Ενύπνιο, 2020), στο οποίο ο αφηγητής-συγγραφέας ακολουθεί τον Ντοστογιέφσκι στη σύλληψη και τη γραφή των Δαιμονισμένων του, καταλήγοντας μέσα από την παταγώδη αποτυχία της ρωσσικής επαναστατικής ουτοπίας στον φανταστικό συγγραφέα Γιούρι Άιντελμαν, αλλά συνάμα αποκαλύπτοντας στην έξοδο του βιβλίου τη φοβερή εικόνα της ανθρωπότητας παγιδευμένης μέσα σ’ ένα αεροπλάνο τυλιγμένο στις φλόγες.

Οι εμφανείς και δεσπόζουσες, επομένως, υπαρξιακές, φιλοσοφικές (π.χ. Μαρξ, Καμύ) και λογοτεχνικές καταβολές της ποίησης του Πολενάκη, η αεικίνητή του φαντασία και το διαχρονικό παράλογο μαζί με τις όποιες υπερρεαλιστικές επιρροές, αλλά κυρίως τα ανοικτά τραύματα της σύγχρονης ιστορίας, αποτελούν τα επικρατέστερα θέματα μιας λογοτεχνίας που θα μπορούσαμε να πούμε ότι από την αρχή και με εξελικτικά κλιμακωτή φόρα χαρακτηρίζεται από ορισμένες εμμονές και διαγράφεται σαν μια συνέχεια. Η συνέχεια αυτή είναι συναρτημένη, βεβαίως, στενά με τον ιδιαίτερο προσωπικό μύθο για την κοσμολογική λειτουργία του ποιητή, η οποία τον εντάσσει εξαρχής σε μια αρχετυπική, αλλά και συνάμα ιστορική αίσθηση του κόσμου. Και μέσα από αυτή την αίσθηση ο ποιητής αντιλαμβάνεται τον κόσμο από τη μια, αδυνατεί ωστόσο, από την άλλη ενδελεχώς να τον ερμηνεύσει.

Στην ποίηση, το θέατρο, αλλά και την πεζογραφία του Πολενάκη κινούμαστε μέσα σε ένα πλήρως διαμορφωμένο δίκτυο ιστορικών και φιλοσοφικών αναφορών, των οποίων οι συχνές επικαλύψεις από συλλογή σε συλλογή, άλλοτε με τις συνάφειες και άλλοτε με τις αποκλίσεις τους αναδεικνύουν τα διάφορα συμπλέγματα του σύγχρονου παραλόγου. Με άλλα λόγια οι συνεχείς χρονικές-ιστορικές μετατοπίσεις παρουσιάζουν εγγενές ανθρωπολογικό ενδιαφέρον από πλευράς νοητικής αντίληψης του κόσμου και αποτελούν θεμελιακό άξονα αναφοράς του ποιητικού και αφηγηματικού χωροχρόνου· ενός χωροχρόνου που καταγράφει εν κινήσει ασταμάτητα την απειλητική εξωτερική και ιστορική πραγματικότητα και φέρνει εξαρχής τον αναγνώστη αντιμέτωπο με έναν τραυματισμένο οντολογικό και υπαρξιακό προβληματισμό.

Στον πυρήνα, λοιπόν, αυτού του προβληματισμού εδράζεται από τη μια μεριά η αντιφατική παντοδυναμία της φύσης, που παρακολουθεί, ωστόσο, τον κόσμο αμέτοχη και από την άλλη μια επισφαλής αίσθηση της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και του σύγχρονου ανθρώπινου πολιτισμού γενικότερα· στοιχεία που παγιδεύουν τραγικά το ποιητικό υποκείμενο και κατ’ επέκταση τον σύγχρονο άνθρωπο στην κατάσταση του ακούσιου θύματος. Κι είναι για τούτο, κατά την άποψή μου, που ο ποιητής-πεζογράφος Πολενάκης, ως εκπρόσωπος μιας κατακρεουργημένης πατρίδας (εμφύλιος, οικονομική κρίση), αλλά και ανθρωπότητας, ρέπει συνεχώς στη δημιουργία ενός αντεστραμμένου, παράλογου και βίαιου κόσμου μέσα στον οποίο παράγεται, ενορχηστρώνεται και αλληλοσπαράσσεται η ανθρώπινη ύπαρξη.

Για να καταλάβουμε, συνεπώς, εις βάθος το μυθιστόρημα αυτό, αλλά και το σύνολο, θα έλεγα, του έργου του Πολενάκη, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τον σύγχρονο άνθρωπο που από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τις μέρες μας έχει φτάσει σε οριακή σχέση με την πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί, σημαντικός φιλοσοφικός και αυτοαναφορικός-ποιητικός προβληματισμός που διατρέχει κάθετα και οριζόντια το έργο του είναι η αυξάνουσα αλλοτρίωση, παραμόρφωση και απανθρωποποίηση του σύγχρονου ορθολογιστικού ανθρώπου, ο οποίος έχει απωλέσει την ανθρωπιά του είτε στον βωμό μιας ουτοπικής ιδέας-σκοπού είτε στον βωμό του κέρδους, της εξουσίας και της υπερκατανάλωσης. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι το βιβλίο κλείνει κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου σε μιαν ανθρωπότητα που, τυφλωμένη από την ψευδαισθητική τεχνολογική δύναμή της, καταστρέφει και καταπίνει αλόγιστα τα πάντα, βαδίζοντας με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή. Αυτός, εξάλλου, είναι ο εναρκτήριος, αλλά και επανερχόμενος προβληματισμός τόσο του Ιβάνωφ όσο και του αφηγητή που αποκαλύπτει το μαύρο φως της εξουσίας, αλλά και τις κρυφούς ατραπούς που οδηγούν τον άνθρωπο που αφιερώνεται σε ένα σκοπό-ιδέα στην πλήρη απανθρωποποίηση:

Και ακόμα, πρόσθεσε, στο κρίσιμο ερώτημα που μου έθεσε ο πρώτος αδερφός, αν δηλαδή προτίθεμαι, στην περίπτωση που ο υπέρτατος σκοπός της επανάστασης απαιτήσει ν’ αφήσω ένα παιδί να χαθεί μέσα στις φλόγες, απάντηση κατηγορηματικά ότι όχι αρνούμαι να εγκαταλείψω ένα παιδί μες στη φωτιά και στις φλόγες και αυτό το ζήτημα είναι για μένα θεμελιώδες, αγαπητοί σύντροφοιˑ φοβάμαι ότι δε θα μας βγει σε καλό ο δρόμος που πήραμε, ο δρόμος αυτός δεν οδηγεί πουθενά, και, τελικά, αν δεν μπορεί κανένας να κυβερνήσει αθώα, θα ήταν προτιμότερο να μην κυβερνήσει καθόλου, αγαπητοί σύντροφοι. (σελ. 10)

Θεμελιώδης, λοιπόν, θεματικός και μορφολογικός άξονας για το λογοτεχνικό σύμπαν του Πολενάκη αποτελεί η βασική διαπίστωση ότι η τέχνη μετά τη Ρωσσική Επανάσταση, τον πρώτο και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επιχείρησε με καινούργιες μορφές να εκφράσει τη συγκλονισμένη συνείδηση μπροστά στην καταστροφική φύση του πολιτισμένου ανθρώπου. Η ανάδυση, επομένως, μέσα στο έργο του, του κρυμμένου, εσωτερικού κόσμου που διαρρηγνύει και κομματιάζει την ακεραιότητα του λογικού και του εμπειρικού, φωτίζει τον για αιώνες άφωνο και αθέατο προλογικό κόσμο και διορθώνει το κενό της λογικής και του πανίσχυρου δυτικού ορθολογισμού. Ενός ορθολογισμού ο οποίος τροφοδότησε τη σκληρή αγριότητα και βαρβαρότητα της ανθρώπινης φύσης με απώτερη, φυσικά, μορφή τον πόλεμο και την αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει τον σκοταδισμό των καταστροφικών του ενστίκτων. Στοιχείο, εν τέλει, που αποκαλύπτει στο βάθος της ποιητικής σκηνής την τραγική ιδέα μιας ανθρωπότητας που αναπαράγεται-επαναλαμβάνεται στο πλαίσιο ενός πανάρχαιου κοσμικού δράματος, με μόνη, όμως, ελπίδα βελτίωσης ή διόρθωσης τον ματωμένο από την ιστορία και τον χρόνο Άνθρωπο.

Η πιο πάνω αντίληψη, πάντως, παράγει συστηματικά και ασταμάτητα εικόνες και λόγο, η λειτουργία των οποίων στηρίζεται εν γένει στην αποκάλυψη και την ανατροπή των καθιερωμένων ιστορικών σχέσεων, στην εξάρθρωση, με άλλα λόγια, της απατηλής-ψεύτικης εξωτερικής ιστορικής εικόνας και στην αποκάλυψη των γενεσιουργικών στοιχείων της αιμάσσουσας ανθρώπινης ιστορίας μπροστά στο έκπληκτο και συνάμα τρομαγμένο βλέμμα αναγνώστη και αφηγητή, ο οποίος δεν μπορεί να αποφύγει ή να αποτρέψει τίποτα. Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο ότι σε όλο το έργο επανέρχεται επίμονα ο προβληματισμός γύρω από την επάρκεια της τέχνης ή καλύτερα την αδυναμία της να απαντήσει ξεκάθαρα στα κυρίαρχα αινίγματα της ζωής, πόσο μάλλον να επηρεάσει ή να μεταμορφώσει θετικά τη ζωή και τον κόσμο.

Παρ’ όλα αυτά, γνώστης του θεάτρου —ο Πολενάκης έχει ήδη γράψει δυο θεατρικά που ανέβηκαν στην σκηνή με επιτυχία— ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τόσο την δραματουργία και τα τεχνικά μέσα ενός θεατρικού έργου όσο και την αποσπασματικότητα και τη λυρική ορμή της ποίησης για να δημιουργήσει περισσότερη ένταση και ενδιαφέρον στο διάσπαρτο από ιστορικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και βιογραφικές πληροφορίες σώμα της αφήγησης. Μια σημαντική συγγραφική στρατηγική, επομένως, τόσο της ποίησης όσο και της πεζογραφίας του Πολενάκη αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, η αδιάλειπτη, παραπληρωματική και ενίοτε ανταγωνιστική συμπαρουσία του αφηγηματικού και του λυρικού τρόπου. Η πιο πάνω θέση σημαίνει ουσιαστικά ότι μέσα στην ποίηση, αλλά και στην πεζογραφία του λειτουργούν δύο διαφορετικές γλώσσες. Η γλώσσα του λυρισμού και η γλώσσα της αφήγησης. Και είναι αυτονόητο ότι οι δύο αυτές γλώσσες πρέπει τελικά να γίνονται μία, κάτι που προϋποθέτει, φυσικά, ότι η αναλογία μείξης τους ποικίλλει ανάλογα με το εκάστοτε λογοτεχνικό είδος.

Στο μυθιστόρημα εν προκειμένω, η δεσπόζουσα αφήγηση από τη μια φαίνεται να παρέχει τον απαραίτητο σκελετό για να αναπτυχθεί το βιωματικό, ιστορικό υλικό· ενώ οι λυρικοί θύλακες, από την άλλη, με τις πολύσημες αντιθέσεις και ανατροπές, τον μεταφορικό λόγο, τις επαναλήψεις λέξεων και εικόνων, την έντονη ρυθμικότητα, την κλιμάκωση των θεμάτων, τη διασταύρωση των γλωσσικών ιδιωµάτων και ετερόκλητων φωνών φορτίζουν γόνιμα και λειτουργικά την ποιητικότητα. Ενώ, λοιπόν, η αφηγηματικότητα αποτελεί το κύριο όχημα που προάγει τη δράση και την πλοκή, οι συμπυκνωμένοι λυρικοί και μετρικοί θύλακες που τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του αφηγηματικού συνεχούς, κυρίως στις περιγραφές, απαλύνουν τη ρεαλιστική σκληρότητα της πεζολογικής φόρμας, ενώ δεν είναι λίγες οι συγκρούσεις που επιζητούν την αναπαράστασή τους σε μια θεατρική σκηνή. Πάντως, η προσπάθειά του Πολενάκη από τη μια να ενθηκεύσει λυρισμό και να εισαγάγει μετρικούς θύλακες στα πεζογραφικά του κείμενα, και η σημαίνουσα, από την άλλη, χρησιμοποίηση της αφήγησης στα ποιητικά του κείμενα, αποκαλύπτει έναν δημιουργό που αμφισβητεί τα ειδολογικά στερεότυπα και που μονίμως διαρρηγνύει τα στεγανά της ποίησης και της πεζογραφίας, επιχειρώντας την αλληλοδιείσδυση και τον μεταξύ τους διάλογο.

Έχουμε, εν τέλει, στο μυθιστόρημα αυτό μια χειμαρρώδη, πεζολογική γραφή μπολιασμένη γόνιμα από την ποίηση και το δοκίμιο, η οποία συστήνει με μοναδική ευαισθησία, παρατηρητικότητα και στοχασμό ένα συμπαγές λογοτεχνικό τοπίο, που πέρα από την αισθητική απόλαυση παράγει πολύ κρίσιμα νοήματα για τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά και την ανθρώπινη κατάσταση εν γένει. Μια γραφή που επιχειρεί να αποκαλύψει και να εκφράσει αφενός την οντολογική, κοινωνική, σωματική και πνευματική παραμόρφωση και αλλοτρίωση του δυτικού ορθολογιστικού πολιτισμού και αφετέρου την τραγικά επαναλαμβανόμενη μοίρα του εγκλωβισμένου σε ένα επισφαλές σύμπαν ανθρώπου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ