NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

Ἰσχὺς καὶ Οἰκονομία[i]

1. Ἡ κα­θο­λι­κὴ ἐ­πο­πτεί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας μᾶς ἐ­πι­βάλ­λει τὴ δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι, ἀπ’ ὅ­λες τὶς μορ­φὲς τοῦ κοι­νω­νι­κο­ϊ­στο­ρι­κοῦ βί­ου, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ κα­πι­τα­λι­σμοῦ εἶ­ναι προ­φα­νῶς τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ οἰ­κο­νο­μί­α ―ἡ πα­ρα­γω­γὴ καὶ ἡ κα­τα­νά­λω­ση―, ἀλ­λὰ ἐ­πί­σης καὶ τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ “κρι­τή­ρι­α” το­πο­θε­τοῦν­ται σὲ θέ­ση κεν­τρι­κὴ καὶ ἀ­νά­γον­ται σὲ ὕ­ψι­στη ἀ­ξί­α τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς. Ἀ­πόρ­ροι­α τού­του εἶ­ναι ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη συγ­κρό­τη­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ “προ­ϊ­όν­τος” στὸν κα­πι­τα­λι­σμό. Συ­νο­πτι­κά, ὅ­λες οἱ ἀν­θρώ­πι­νες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες καὶ ὅ­λες τους οἱ συ­νέ­πει­ες κα­τα­λή­γουν νὰ θε­ω­ροῦν­ται κα­τὰ τὸ μᾶλ­λον ἢ ἧτ­τον ὡς οὐ­σι­ω­δῶς χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νες καὶ ἀ­ξι­ο­λο­γού­με­νες ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κή τους δι­ά­στα­ση. Ἡ ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση φυ­σι­κὰ γί­νε­ται μὲ ὅ­ρους χρη­μα­τι­κούς.[ii]

Εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι τὸ κυ­ρί­αρ­χο πε­δί­ο σὲ κά­θε κοι­νω­νί­α ἀ­να­πτύσ­σει τὴ δι­κή του μορ­φὴ λό­γου, ποὺ ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴν ἰ­δε­ο­λο­γι­κὴ ἡ­γε­μο­νί­α καὶ κα­τὰ κα­νό­να τὴν ἀ­πο­κτᾶ. Συ­νε­πῶς τὸ “ὀρ­θο­λο­γι­κὸ” ὀρ­γα­νω­μέ­νο οἰ­κο­νο­μι­κὸ ὑ­πο­σύ­στη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται σὲ γε­νι­κό­τε­ρο “δεί­κτη ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμοῦ” τῆς εὐ­ρύ­τε­ρης κοι­νω­νί­ας. Ἡ πα­ρα­γω­γὴ εἶ­ναι ἡ μό­νη κοι­νω­νι­κὴ λει­τουρ­γί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τι­μη­θεῖ μὲ βά­ση τὸ μο­να­δι­κὸ καὶ συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­ή­σι­μο κρι­τή­ρι­ο τῆς με­γι­στο­ποι­η­τι­κῆς ὀρ­θο­λο­γι­κό­τη­τας. Στὸ μέ­τρο ποὺ ἡ πα­ρα­γω­γι­κὴ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα μπο­ρεῖ νὰ “με­τρη­θεῖ” καὶ νὰ “στοι­χει­ο­θε­τη­θεῖ”, ἡ με­γι­στο­ποί­η­ση ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ὡς αὐ­τό­δη­λη “ἀ­πό­δει­ξη” τῆς ὀρ­θο­λο­γι­κό­τη­τας τοῦ συ­στή­μα­τος. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ σφαίρα νο­μι­μο­ποι­εῖ­ται καὶ νο­μι­μο­ποι­εῖ, ἀ­φοῦ ἡ οἰ­κο­νο­μί­α εἶ­ναι τὸ μό­νο “ὀρ­θο­λο­γι­κὰ” ἀ­πο­τι­μή­σι­μο καὶ ἐ­λέγ­ξι­μο κοι­νω­νι­κὸ ὑ­πο­σύ­στη­μα. Ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ ὅ,­τι συμ­βαί­νει μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα συγ­κρο­τη­μέ­να καὶ νο­η­μα­τι­σμέ­να κοι­νω­νι­κὰ ὑ­πο­συ­στή­μα­τα (πο­λι­τι­κή, πο­λι­τι­σμός κ.λπ) γιὰ τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῆς λει­τουρ­γί­ας καὶ “ἐ­πί­δο­σης” τῶν ὁ­ποί­ων ὑ­πει­σέρ­χον­ται πολ­λα­πλὰ καὶ πε­ρί­πλο­κα ἀ­ξι­α­κά, δε­ον­το­λο­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ φι­λο­σο­φι­κὰ στοι­χεῖ­α, ἡ ἀ­γο­ραί­α οἰ­κο­νο­μι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­ξι­ώ­νε­ται μὲ βά­ση τὸ μο­να­δι­κὸ καὶ εὐ­θύ­γραμ­μο κρι­τή­ρι­ο τῆς πα­ρα­γω­γι­κῆς της ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας. Γε­γο­νὸς ποὺ νο­μι­μο­ποι­εῖ τὴν προ­βαλ­λό­με­νη αὐ­το­νο­μί­α τοῦ Οἰ­κο­νο­μι­κοῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἡ μό­νη ἀ­πό­λυ­τα ἐ­κλο­γι­κεύ­σι­μη σφαί­ρα κοι­νω­νι­κῶν δρα­στη­ρι­ο­τή­των. Ἐ­ὰν λοι­πόν, ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρη με­γι­στο­ποι­οῦ­σα πα­ρα­γω­γὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­γο­ραί­α κα­πι­τα­λι­στι­κὴ πα­ρα­γω­γή, καὶ ἐ­άν, ταυ­τό­χρο­να, ἡ οἰ­κο­νο­μί­α εἶ­ναι τὸ μό­νο ὑ­πο­σύ­στη­μα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τι­μη­θεῖ ὡς πρὸς τὴν “ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ” ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του, δὲν εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἐκ­βι­α­σθεῖ ἡ ἀ­πό­φαν­ση ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ραί­α κα­πι­τα­λι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α ὡς ἡ κα­τὰ τεκ­μή­ρι­ο γε­νι­κὰ ὀρ­θο­λο­γι­κό­τε­ρη καὶ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρη μορ­φὴ κοι­νω­νι­κῆς ὀρ­γά­νω­σης: ἡ ἐ­κλο­γί­κευ­ση τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­σει τὴν ἐ­κλο­γί­κευ­ση τῆς κοι­νω­νί­ας.[iii]

Ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ὡς συ­στη­μα­τι­κὴ disciplina πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἐ­πι­στα­μέ­να τὶς κοι­νω­νι­κὲς δι­ερ­γα­σί­ες καὶ ἀλ­λα­γὲς ποὺ πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται κα­τὰ τὴ δι­άρ­κει­α τῶν τε­λευ­ταί­ων δύ­ο αἰ­ώ­νων στὸ corpus τοῦ κα­πι­τα­λι­στι­κοῦ συ­στή­μα­τος. Ἡ κοι­νω­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οἱ με­τα­βο­λὲς τῆς πα­ρα­γω­γι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας καὶ ὁ τρό­πος ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν κοι­νω­νι­κῶν ὑ­πο­κει­μέ­νων ἀν­τα­να­κλοῦν­ται καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὶς ἐ­ξε­λί­ξεις ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κή.[iv]

Πα­ρό­τι ἡ βα­σι­κὴ προ­κεί­με­νη ποὺ δι­έ­πει τὴν Οἰ­κο­νο­μι­κὴ καὶ γε­νι­κὰ τὴν κα­θο­ρί­ζει εἶ­ναι ὁ προ­σα­να­το­λι­ζό­με­νος βά­σει συμ­φε­ρόν­των καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζων homo oeconomicus, ἐν­τού­τοις μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅ­τι ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ πρό­τυ­πο λει­τουρ­γεῖ ἐν­τὸς τῆς κοι­νω­νί­ας εἶ­ναι ἔν­το­να δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­νος στὶς δύ­ο βα­σι­κὲς ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρι­ό­δους ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἡ πρώ­τη ὡς ἀ­στι­κὴ φι­λε­λεύ­θε­ρη σὲ σχέ­ση μὲ τὴ ση­με­ρι­νὴ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πο­χή.[v]

Στὴν πρώ­τη πε­ρί­ο­δο ὁ homo oeconomicus λει­τουρ­γοῦ­σε πλά­ι σε ἑ­τε­ρο­γε­νῆ ἢ καὶ ἀν­τί­θε­τα ἠ­θι­κὰ καὶ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὰ κί­νη­τρα. Ὑ­πῆρ­χε ἡ ἔν­νοι­α τῆς δί­και­ης τι­μῆς. Τὸ συνβά­δι­σμα νό­μου καὶ τῆς ἠ­θι­κό­τη­τας. Τὰ κοι­νω­νι­κὰ γε­γο­νό­τα ἐ­ξη­γοῦν­ταν σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ προ­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ ἐ­πι­κρα­τοῦν ἠ­θι­κόκα­νο­νι­στι­κὸ ἱ­στο­ρι­κὸ πλαί­σι­ο καὶ ὄ­χι στὴ βά­ση τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς με­γι­στο­ποι­η­τι­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς.

Ὁ κα­θα­ρὸς καὶ κα­θο­λι­κὸς στὶς ἀ­ξι­ώ­σεις του οἰ­κο­νο­μι­σμός, ἐμ­φα­νί­σθη­κε μό­νο με­τὰ τὴν κα­τά­πτω­ση τοῦ ἀ­στι­κοῦ τρό­που σκέ­ψης μέ­σα στὴ μα­ζι­κὴ δη­μο­κρα­τί­α τῆς “κοι­νω­νί­ας τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας”. Δι­α­μορ­φώ­θη­κε στὴ βά­ση τῆς ἄρ­νη­σης γιὰ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀν­το­χὴ τοῦ ἠ­θι­κοῦκα­νο­νι­στι­κοῦ πα­ρά­γον­τα. Ὡ­στό­σο οἱ κα­νό­νες καὶ οἱ ἀ­ξί­ες δὲν ἀ­πα­λεί­φον­ται ἁ­πλῶς πάν­το­τε ἢ πλή­ρως ἀ­πὸ τὸ οἰ­κο­νο­μι­στι­κὸ πλαί­σι­ο, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ὑ­πο­τάσ­σον­ται στὴ λο­γι­κὴ τοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ. Ἡ οἰ­κο­νο­μι­στι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ θε­ω­ρί­α δι­εύ­ρυ­νε τὴν ἀν­τί­λη­ψη καὶ τὴν ἐμ­βέ­λει­α τοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ τό­σο πο­λὺ ποὺ μιὰ ἀν­τι­πα­ρά­θε­σή του πρὸς τὴν σφαί­ρα τοῦ ἠ­θι­κοῦκα­νο­νι­στι­κοῦ ἔ­γι­νε πε­ριτ­τή. Ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ ἡ κοι­νω­νι­κὴ ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα τοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὸ πο­λι­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο. Πα­ράλ­λη­λα, ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νά­γε­ται σὲ κα­θο­λι­κὴ ἐ­πι­στή­μη γιὰ τὴν ἐ­ξή­γη­ση ὅ­λων τῶν ἀν­θρω­πί­νων πραγ­μά­των.[vi]

~.~

2. Βρι­σκό­μα­στε συ­νε­πῶς ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ τὴν ἀν­τί­λη­ψη ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει δι­α­χω­ρί­ζον­τας τὴν πο­λι­τι­κὴ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­νο­μί­α, δη­λα­δὴ τοὺς πα­ρά­γον­τες ἰ­σχύ­ος ἀ­πὸ τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ με­γέ­θη, δί­δον­τας πα­ράλ­λη­λα σὲ αὐ­τὴ τὴ σχέ­ση τὸ πρω­τεῖ­ο στὴν οἰ­κο­νο­μί­α, στοὺς οἰ­κο­νο­μι­κοὺς πα­ρά­γον­τες ἀ­πὸ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξαρ­τᾶ σὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἢ μι­κρό­τε­ρο βαθ­μὸ ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον in ultima istanza τοὺς πα­ρά­γον­τες τῆς πο­λι­τι­κῆς ἰ­σχύ­ος. Βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ ἰ­σχύ­ει ἡ ἀν­τί­λη­ψη αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς σα­φοῦς ὁ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸ πῶς ἐν­νο­εῖ­ται ἡ πο­λι­τι­κὴ ἰ­σχὺς καὶ ἡ οἰ­κο­νο­μί­α. «Πράγ­μα­τι, κά­θε ἀ­πό­πει­ρα ἑ­νὸς τέ­τοιου ὁ­ρι­σμοῦ θὰ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της βῆ­μα τὸ στοι­χει­ῶ­δες δι­πλὸ πρό­βλη­μα: ποιά εἶ­ναι ἡ ὑ­φή, ἡ λει­τουρ­γί­α καὶ οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ἐ­ξε­τα­ζό­με­νης μὲ τὰ κρι­τή­ρι­α τῆς πο­λι­τι­κῆς καὶ τῆς ἰ­σχύ­ος, καὶ ποιά εἶ­ναι τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ ἐ­ρεί­σμα­τα, συ­στα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α καὶ προ­α­παι­τού­με­να τῆς κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς ἰ­σχύ­ος;».[vii]

Ἂν δε­χθοῦ­με, γιὰ ἀ­να­λυ­τι­κοὺς λό­γους, τὴν ἰ­σχὺ αὐ­τῆς τῆς ἀν­τί­λη­ψης εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ δε­χθοῦ­με πα­ράλ­λη­λα τὴν ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς οἰ­κο­νο­μι­κοῦ ὑ­πο­βά­θρου κά­θε δι­α­δι­κα­σί­ας πο­λι­τι­κῆς καὶ ἰ­σχύ­ος καὶ μά­λι­στα κα­τὰ τρό­πο ἀ­πο­λύ­τως μο­νο­σή­μαν­το: ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­νο­μί­α πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο θὰ πρέ­πει νὰ δε­χθοῦ­με ὅ­τι: Κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­νέρ­γει­α κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ μιὰ ἐμ­φα­νῆ ἢ λι­γό­τε­ρο ἐμ­φα­νῆ οἰ­κο­νο­μι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α. Τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸν προ­τάσ­σε­ται ὡς ἡ μό­νη κα­θο­ρι­στι­κὴ “στιγ­μὴ” τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου βί­ου. Τὸ πο­λι­τι­κόν, τὸ κοι­νω­νι­κόν, τὸ ψυ­χο­λο­γι­κόν, τὸ θρη­σκευ­τι­κὸν καὶ ὅ,­τι ἄλ­λο κα­θο­ρί­ζον­ται in ultima istanza ἀ­πὸ τὸ οἰ­κο­νο­μι­κόν.

Ἡ ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ πα­ρα­πά­νω ἰ­σχυ­ρι­σμοῦ ση­μαί­νει πρὶν ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο τὴν πα­ρα­δο­χὴ τοῦ αἰ­τή­μα­τος μιᾶς ἀ­ναλ­λοί­ω­της ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης τῆς ὁ­ποί­ας τὸ μο­να­δι­κὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι ἡ κά­λυ­ψη μιᾶς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ψυ­χο­λο­γί­ας ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­νέ­κα­θεν. Ὡς ἐκ τού­του θὰ πρέ­πει νὰ υἱ­ο­θε­τη­θεῖ μιὰ «οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νόρ­μη­ση» σὰν βα­σι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χο­νο­η­τι­κὴ λει­τουρ­γί­α ἡ ὁ­ποί­α θὰ ἔ­παιρ­νε τὴ θέ­ση «τῶν ἐ­νορ­μή­σε­ων ζω­ῆς».[viii]

Ἀ­κό­μη καὶ ἂν θε­ω­ρη­θεῖ ἡ “οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νόρ­μη­ση” ὅ­τι συ­νυ­φαί­νε­ται οὐ­σι­ω­δῶς μὲ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἡ­δο­νῆς[ix] αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι ἡ πρώ­τη, ἡ μο­να­δι­κὴ καὶ ἡ κα­θο­ρι­στι­κὴ ἔν­νοι­α, καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­τι τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό της εἶ­ναι παν­τοῦ καὶ πάν­το­τε ἡ με­γι­στο­ποί­η­ση τῆς “οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἱ­κα­νο­ποί­η­σης” στραμ­μέ­νη πρὸς τὴν ἀ­πό­κτη­ση καὶ τὴν κα­τα­νά­λω­ση μὲ τὴ δυ­τι­κὴ κα­πι­τα­λι­στι­κὴ ἔν­νοι­α. Εἶ­ναι γνω­στὸν ὅ­τι ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα ἢ ὁ Ἔ­ρως κα­τα­λαμ­βά­νει κυ­ρί­αρ­χη θέ­ση στὴν ἀρ­χὴ τῆς ἡ­δο­νῆς καὶ ὡς ἐκ τού­του δη­μι­ουρ­γεῖ σχέ­σεις ἐ­ξάρ­τη­σης μὲ τὴν “οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νόρ­μη­ση”, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐ­ξει­δι­κεύ­ον­ται ἐν­τὸς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ προ­τύ­που καὶ τῶν ση­μα­σι­ῶν κά­θε κοι­νω­νί­ας.

Ἡ ἀ­νά­δει­ξη τοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ ὡς κι­νη­τή­ρι­α δύ­να­μη τῆς ἱ­στο­ρί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς ἀ­με­τά­βλη­του τύ­που θε­με­λι­ώ­δους κι­νή­τρου ὅ­λων τῶν ἀν­θρω­πί­νων κοι­νω­νι­ῶν: τοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ κι­νή­τρου. Αὐ­τὸ ἁ­πλὰ ση­μαί­νει ὅ­τι πρέ­πει νὰ γί­νει ἀ­πο­δε­κτὸ ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες ἀ­νέ­κα­θεν σκό­πευ­αν, συ­νει­δη­τὰ ἢ ἀ­συ­νεί­δη­τα, πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, στὴν αὔ­ξη­ση τῆς πα­ρα­γω­γῆς καὶ τῆς κα­τα­νά­λω­σής τους. Ὅ­τι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι νὰ εἶ­ναι ἕ­να οἰ­κο­νο­μι­κόπα­ρα­γω­γι­κὸ ζῶ­ο.

Πράγ­μα τε­λεί­ως αὐ­θαί­ρε­το καὶ ἀ­πο­λύ­τως ψευ­δές, ἂν ἀ­να­τρέ­ξει κα­νεὶς στὴ με­λέ­τη τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Τὰ κί­νη­τρα, κά­θε εἴ­δους, ποὺ κα­θο­δη­γοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πο­τε­λοῦν κοι­νω­νι­κὲς ἀ­ξί­ες, κοι­νω­νι­κὲς δη­μι­ουρ­γί­ες καὶ ὄ­χι φυ­σι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Εἶ­ναι αὐ­τὲς οἱ ἀ­ξί­ες, ὁ πο­λι­τι­σμὸς κά­θε κοι­νω­νί­ας ποὺ δι­α­μορ­φώ­νει οὐ­σι­α­στι­κὰ τὴν “ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση”. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν γεν­νι­έ­ται ἔ­χον­τας μέ­σα του τὸ ὁ­ρι­στι­κὸ νό­η­μα τῆς ζω­ῆς του. Αὐ­τὸ δι­α­μορ­φώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πό­κει­ται ἡ κοι­νω­νί­α ποὺ ζεῖ. Ἑ­πο­μέ­νως ἡ κα­τά­στα­ση ποὺ πε­ρι­γρά­φει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ὡς συ­νε­χῶς ρέ­που­σα πρὸς τὴ με­γι­στο­ποί­η­ση τῆς συσ­σώ­ρευ­σης ἢ τῆς κα­τα­νά­λω­σης πε­ρι­γρά­φει ἁ­πλὰ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὴν κα­πι­τα­λι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α.

[…]

ΚΩΣΤΑΣ Ι. ΜΕΛΑΣ


[i] Γιὰ μιὰ συνολικὴ ἀντιμετώπιση τῶν μεθοδολογικῶν προβλημάτων ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ Οἰκονομικὴ Ἐπιστήμη ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πῶς ἔχει ἐξελιχθεῖ στὸ πλαίσιο τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος βλ.: Κ. Μελᾶς, Ἡ Ἀτελέσφορη Ἐπιστήμη, Εὐρασία, 2013.

[ii] Κ. Καστοριάδης, Ἡ Ὀρθολογικότητα τοῦ Καπιταλισμοῦ, Ὕψιλον /βιβλία, 1998.

[iii] Κ. Τσουκαλᾶς, Εἴδωλα Πολιτισμοῦ, Θεμέλιο, 1991. Βεβαίως διαφωνῶ ρητὰ μὲ τὴν ἄποψη τοῦ Τσουκᾶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀποτελεῖ ἕνα ἁπλὸ ὑποσύστημα ὅπως τὰ ἄλλα.

[iv] Κ. Μελᾶς, Συζητώντας γιὰ τὴ Μακροοικονομική. https://www.scribd.com/doc/57385782. Αθήνα, 2004· Κ .Μελᾶς, «Εἰσαγωγή»: D. Landes, Ὁ Πλοῦτος καὶ ἡ Φτώχεια τῶν Ἐθνῶν, A. Α. Λιβάνη, 2005.

[v] Π. Κονδύλης, Τὸ Πολιτικὸ καὶ ὁ Ἄνθρωπος, Θεμέλιο, 2007.

[vi] St. Levitt St. Dubner: Σημεία και Τέρατα της Οικονομίας. ΑΑ. Λιβάνης 2006.

[vii] Π. Κονδύλης, Θεωρία τοῦ Πολέμου, Θεμέλιο, 1997, σ. 170.

[viii] J. Laplanche – J. B. Pontalis, Λεξιλόγιο τῆς Ψυχανάλυσης, Κέδρος, 1986.

[ix] Laplanche – Pontalis, ὅ.π.

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]