Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 3. Οι αποδόσεις του Κυριάκου Χαραλαμπίδη (2/2)

 

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

3. Οι αποδόσεις του Κυριάκου Χαραλαμπίδη (2/2) 

Η αρίθμηση των ύμνων με ελληνικά στοιχεία παραπέμπει αντίστοιχα στην αθηναϊκή έκδοση (Τωμαδάκης 1952-1961), με λατινικά στοιχεία στην έκδοση του Grosdidier de Matons (1964-1981), και με αραβικoύς αριθμούς στην έκδοση Maas and Trypanis (1963). Το πρωτότυπο κείμενο που παραθέτουμε αμέσως μετά την απόδοση προέρχεται από την έκδοση Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode: Hymnes.
Για ένα γενικό εισαγωγικό σημείωμα στο ποιητικό έργο του Ρωμανού και τη δεξίωσή του στη νεώτερη Ελλάδα βλ. την πρώτη ανάρτηση της σειράς εδώ. Για το πρώτο μέρος των αποδόσεων του Κ. Χαραλαμπίδη και το συναφές τους προλόγισμα εδώ.

~.~

~.~

ΥΜΝΟΣ ΛΗ´
( «κοντάκιον εἰς τὴν ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου» XLVIII-32 )

1.
Ξεπλήρωσες γιὰ χάρη μας τὴν θείαν οἰκονομία,
ἕνωσες τὰ ἐπὶ γῆς μὲ τὰ ἐπουράνια
καὶ ἀνελήφθης ἐν δόξη, Χριστὲ ὁ Θεός,
χωρὶς ἀπ’ ὅλ᾽ αὐτὰ νὰ χωριστεῖς,
παρὰ καὶ παραμένοντας ἀδιαίρετος
σ᾽ αὐτοὺς ποὺ σ᾽ ἀγαποῦσι νὰ βοᾶς:
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

2.
Ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν
τοὺς μαθητές σου ἁγίασες,
στοὺς οὐρανοὺς ἀναλήφθηκες, Κύριε,
κι ἀφοῦ τοὺς ἐπαγγέλθηκες καλὴ διδασκαλία
ἐβόησες πρὸς αὐτούς:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν·
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

α΄
Ἀφοῦ στὴ γῆ τὰ γήινα παραδώσουμε
καὶ τὰ φθαρτὰ στὸ χῶμα παραθέσουμε,
ἐμπρὸς νὰ συνεφέρουμε
καὶ ὑψηλὰ νὰ ἐπάρουμε
ὀφθαλμοὺς καὶ νοήματα·
ἐπὶ τὰς οὐρανίους
πύλας οἱ θνητοὶ
τὰ πρόσωπα ν᾽ ἀφήσουμε
μαζὶ μὲ τίς αἰσθήσεις
νὰ φτερουγίσουν·
κι ἂς φανταστοῦμε ποὺ εἴμαστε
στοῦ Ἐλαιώνα τὸ ὄρος
τὸ Λυτρωτὴ ν᾽ ἀτενίζουμε
σὲ νέφαλο ἀρμενίζοντας.
Γιατὶ ἐκεῖθε ὁ Κύριος
πλωρίζει γιὰ τὰ οὐράνια·
ἐκεῖ καὶ ὁ φιλόδωρος
δωρήματα διένειμε
στοὺς αὐτοῦ ἀποστόλους,
ὡς πατὴρ τοὺς ἐχάϊδεψε
τρυφερὰ καὶ τοὺς στήριξε,
ὡς υἱοὺς καθοδήγησε
καὶ αὐτὰ τοὺς εἶπε:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

β΄
Αὐτὸς ποὺ ἦρθε καὶ κατέλαβε τὴ γῆ
ὅπως ἐκεῖνος μόνος του κατέχει,
σὰν ἦρθε ἡ ὥρα ν᾽ ἀνεβεῖ ἐξ αὐτῆς
ὅπως ἐκεῖνος πάλι μόνος του κατέχει,
σήκωσε τοὺς π᾽ ἀγάπησε ἡ καρδιά του
καὶ εἰς ὄρος τους ἀνήγαγε
ὑψηλὸν καὶ μετέωρον,
ὥστε ψηλώνοντας ὁ νοῦς κι οἱ αἰσθήσεις
ἀπ᾽ ὅλα τὰ χαμαίζηλα ν᾽ ἀπαλλαγοῦν.
Γιὰ τοῦτο ἀφοῦ ἀναχθήκανε
στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν,
περικυκλώνανε τὸν εὐεργέτη,
καθὼς στορεῖ Λουκᾶς ὁ μυστικός.
Ἅπλωσε τότε ὁ Κύριος
τὰ χέρια του ὡς φτεροῦγες,
ὡς ἀετὸς ἐσκέπασε
τὴ φωλεὰ ποὺ ἐθέρμαινε
καὶ λέει στοὺς νεοσσούς:
«Ἀπ᾽ ὅλα τὰ κακά
σᾶς ἐπεσκίασα·
καθὼς σᾶς ἔστερξα λοιπόν,
νὰ μ’ ἀγαπᾶτε.
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

γ΄
Ὑπεράνωθεν ὑμῶν, ὦ μαθηταί μου,
ὁ δεσπότης καὶ κριτὴς ὅλου τοῦ κόσμου,
ἐκτείνω τὶς παλάμες μου
ποὺ οἱ ἄνομοι ἐξέτειναν,
ἔδεσαν καὶ καθήλωσαν.
Τίς κεφαλές σας κύψετε
λοιπὸν κάτω ἀπ᾽ τὰ χέρια μου,
συναισθανθεῖτε, νιώσετε, φίλοι, ὅσα ἐκτελῶ.
Τώρα χειροθετῶ τὴν κεφαλήν σας
ὡσὰν νὰ σᾶς βαπτίζω·
σᾶς εὐλογῶ κι ἐξαποστέλλω
πεφωτισμένους καὶ σοφούς.
Ἐπάνω στὰ κεφάλια σας
αἶνος λαμπρὸς καὶ εὐπρέπεια
κι ἐπάνω στὶς ψυχές σας
ἔλλαμψις, καθὼς γέγραπται·
ἀπ᾽ τὸ δικό μου πνεῦμα
ἐκχέω ἐπὶ ὑμᾶς·
καλόδεχτοι σὲ μένα ἐσεῖς
οἱ μαθηταί μου κι ἐκλεκτοὶ
καὶ προφιλέστατοι πιστοί.
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν».

δ΄
Αὐτὰ λαλώντας ὁ Σωτὴρ στοὺς ἀποστόλους
μιὰν ἀθεράπευτη, βαθιὰ τοὺς δίνει θλίψη·
ὅλοι τους δὲ ἀφοῦ ἔκλαψαν
καὶ βαθιαναστενάξαν
εἴπανε στὸ διδάσκαλο:
«Ἀφήνεις μας, οἰκτίρμονα, χωρίζεις
ἀπὸ τὰ μᾶς ποὺ σ᾽ ἀπολαχταρᾶμε·
τοῦτα μᾶς τά ᾽πες ἐπειδὴ σαλπάρεις·
τὰ λόγια αὐτὰ σημαίνουν ἀποδήμηση
κι ἕνεκα τούτου ἀδημονοῦμε,
μαζί σου νὰ εἴμαστε ποθοῦμε·
ζητοῦμεν σου τὸ πρόσωπον
ποὺ τέρπει τίς ψυχές μας·
ἐτρώθημεν, ἐδέθημεν
στὴ γλυκυτάτη θέα σου,
οὐκ ἔστι πλήν σου Θεός·
μὴ ξωμακρύνεις ἀπὸ μᾶς
τοὺς πολυαγαπημένους σου,
μεῖνε μαζί μας,
πὲς σε μᾶς:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

ε΄
Τὸν ἀρνηστήκαμε τὸν κατὰ κόσμον βίον,
τὸν ἀποφύγαμε καθὼς τὴ βία
γιὰ νὰ κερδίσουμέν σε·
πάνω στὴ γῆ γενήκαμε
ξένοι καὶ παρεπίδημοι·
ὁ Πέτρος πρῶτος ἀπὸ μᾶς,
σὰν ἔγινέ σου φίλος,
γυμνώθη ἀπὸ τὰ πάντα, ποὺ εἶχε πρίν·
κι ὁ αὐτάδελφός του Ἀνδρέας,
ὅταν σὲ συναπάντησε,
ὅλα τοῦ βίου εὐθὺς ἀπόσεισε
καὶ τὸν σταυρόν σου ἐπ᾽ ὤμων σήκωσε.
Μιὰ τέτοιαν ἀφοσίωση
ἐγκαταλείπεις, δέσποτα,
καὶ ξωμακραίνεις ἀπὸ μᾶς μὲ βια,
ὡσὰν νὰ τά ᾽χες ὅλα λησμονήσει;
Μὴ βασιλεῦ, μὴ γένοιτο!
νὰ μὴ καταγελάσουν μας
ἐκεῖνοι ποὺ μισοῦν μας
μήτε νὰ κράξουσι σὲ μᾶς:
Ποῦ εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶπε:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν;

ς΄
Τὸ παραβλέπεις, λυτρωτά, καὶ δὲν ὑπολογίζεις
πόσο σ᾽ ἀγάπησαν οἱ γιοὶ του Ζεβεδαίου.
Ἀλλὰ ἐνθυμοῦ, φιλάνθρωπε,
πῶς εἰς τὸν θεῖο σου λόγο
ἄκουσαν, δὲν παράκουσαν,
δὲν εἶπαν στὴν καρδιά τους:
“Τίς οὗτος ὁ καλέσας;”
Πιὸ πάνω κι ἀπ᾽ τὸν κύρη τους αὐτοὶ σὲ βάλαν.
Ἢ πάλιν ὁ Ματθαῖος
τοῦ τελωνείου τὰ ἔσοδα (τοὺς πόρους),
ὡσὰν πολλὴ τὰ θάρρειε ἀπορία,
γιατὶ τὰ πλούτη τὰ δικά σου ἐπόθει.
Ὁ δὲ Θωμᾶς, λεγόμενος καὶ Δίδυμος,
καὶ τὴ ζωή του ἀρνήστηκε.
Μιὰ κι ὄξω πάντες εἴπαμε
“Σὲ ἀντὶ πάντων στέργομεν”.
Καὶ μὴ λοιπὸν ἀφήσεις μας ―
μαζί μας, σὺ ὁ πληρῶν
τὰ πάντα, συμπαράμεινε,
στὴν ἀγκαλιά σου βάλε μας
καὶ πές μας:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν».

ζ΄
Μὲ προσοχὴ σὰν ἄκουσε ὁ Σωτήρας
τῶν ἀποστόλων τὰ λεγόμενα κι ὡς εἶδε
τὸν ὀδυρμὸ αὐτῶν ποὺ τὸν λατρεῦαν,
τότε ἀντελάβετο, τὴ θλίψη τους τὴ νιώθει
καθὼς πατὴρ τοὺς υἱούς του
καὶ ἀνεβόησε:
«Τέκνα, μὴν κλαῖτε·
ὄχι καιρὸς γιὰ δάκρυα
μηδὲ ἡμέρα πόνου κι ὀδυρμοῦ,
ἀλλὰ χαρᾶς ἡ ὥρα εἶναι αὐτή·
γιατὶ πρὸς τὸν πατέρα μου
ξανοίγω τὰ φτερά μου
καὶ μέσα στὴ σκηνή μου ἀναπαύομαι·
σκηνὴν βεβαίως ἐκάλεσα
τ᾽ οὐρανοῦ τὸ στερέωμα,
σκηνὴν ποὺ δὲν μὲ περιορίζει,
ἀλλὰ περικυκλώνει με,
καθὼς ὁ Ἠσαΐας τὸ μαρτυρεῖ:
“Ὡς καμάραν οὐρανὸν
ἐστήσατο ὁ Θεὸς
καὶ οἰκεῖ ὥσπερ σκηνὴν
ὁ λέγων τοῖς αὐτοῦ·
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν”.

η΄
Ἱλαροὶ λοιπὸν μὲ πρόσωπο νὰ λάμπει
καὶ μορφὴ χαριτωμένη πάλι πάρτε,
ἄσμα ψάλλοντας καινούργιο.
Καὶ γιατὶ τὸ κάθε ποὺ θὰ γίνει,
γιὰ δικό σας γίνεται χατίρι.
Χάριν ὑμῶν στὴ γῆ κατῆλθα
κι ἀπὸ τὰ πάντα ἐγὼ διῆλθα,
νὰ σᾶς ἀρέσω καὶ νὰ μὲ δεχθεῖτε.
Χάριν ὑμῶν στοὺς οὐρανοὺς
καὶ τώρα πάλιν ἀναβαίνω,
τὸν τόπο νὰ παρασκευάσω
ποὺ θέλω μείνει μετὰ σᾶς.
Γιατὶ πολλαὶ μοναὶ ὑπάρχουν
ἄνω πλησίον τοῦ πατρός μου,
σὲ ἄλλες κατοικοῦν πατέρες,
ἄλλες ἀπὸ δικαίους γεμάτες
καὶ ἄλλες εἶναι προφητῶν·
τὴν δὲ μονήν, μόνη ἐδική σας,
οὐδεὶς γνωρίζει ὣς τὴ στιγμή.
Λοιπὸν πηγαίνω νὰ ἑτοιμάσω
αὐτὴν καὶ θὰ σᾶς παραλάβω.
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

θ΄
Τώρα ὀρθοὶ τὰ σώματά σας ἀναστῆστε,
μὲ στερεότητα καὶ μ᾽ ἄμωμο ὀφθαλμό
τὴν ἀνάληψη αὐτὴ κατανοῆστε,
νὰ τὴ νιώσετε, θωρώντας την, πὼς εἶναι
φυσικὴ τοῦ σώματος καὶ μὴ τῆς θεότητος·
ἡ σάρκα δηλαδὴ ὁποὺ θεωρεῖτε,
αὐτοπροσώπως φθάνει ὣς τὰ οὐράνια·
μεστὸς ἀπ᾽ τὴ θεότητά μου κάθε τόπος·
ἀλλὰ καθὼς τὸ σῶμα τοῦτο
τ᾽ ὁρατὸ ἀνυψώνεται,
παράλληλ᾽ ἀνυψώνεται μαζί του τὸ ἀφανές μου·
γιατί μὲ τὸ φαινόμενον ἑνώθηκα
ὁ ἀθεώρητος ἐγώ
καὶ βέβαια κατ᾽ ἐξαίρεση θεωρούμενος·
ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι
ὄντως, ὁ ἀμετάβλητος,
καθὼς εἶπε ἡ Γραφή·
καὶ ἀθάνατός εἰμι
καὶ ὅμοιος ὑμῶν,
καὶ ἐν μέσῳ ὑμῶν.
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν».

ι΄
Ἀφοῦ εἶπε ὁ Χριστὸς αὐτὰ στοὺς φίλους
νεύει ἐν συνεχείᾳ στοὺς ἀρχαγγέλους
νὰ ἑτοιμάσουν ἄνοδο
διὰ τ᾽ ἁγνά του βήματα
π᾽ ἄλλος κανεὶς δὲν εἶχε διαβεῖ.
Ὡς ἔλαβαν τὸ πρόσταγμα
οἱ τῶν ἀγγέλων πρῶτοι
σ᾽ ὅλες τίς ἐπουράνιες ἔκραζαν δυνάμεις:
«Ὑψώσατε τὰς πύλας
καὶ ἀνοίξατε τὰς θύρας
τὰς οὐρανίους τῆς προσδοκίας ―
περίλαμπρες, ἀσύγκριτες, ἐπίσημες,
γιατὶ ὁ Κύριος τῆς δόξης φθάνει·
σύννεφα στρῶστε τὸ χαλί
σ᾽ αὐτὸν ποὺ σᾶς διαβαίνει·
αἰθέρα ντύσου τὰ καλά
γι᾽ αὐτὸν ποὺ σὲ διασχίζει·
ἀνοίχθητε, οὐρανοί,
οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν,
δοξάσατε αὐτὸν
ποὺ ἔρχεται πρὸς σᾶς
ὁ λέγοντας στοὺς φίλους:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν:
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν».

ια΄
Στὶς προσταγές του εὐθὺς οἱ ἐν τῷ ὕψει
καθὼς μεμιᾶς ἀνοῖξαν ὅλα τὰ ὕψη,
θρόνοι καὶ κυριότητες,
ἀρχάγγελοι, δυνάμεις,
χυθήκανε νὰ τὸν προϋπαντήσουν·
κι ἀφοῦ ἑτοιμάσανε γοργά
ὡς ἅρμα τὴ νεφέλη,
τὴ στέλλουνε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
Κείνη χαμήλωσε κι ἐνεκολπώθη
αὐτὸν ποὺ τὶς νεφέλες ἡνιοχεῖ
καὶ ποὺ τὶς κάνει νὰ γεννοῦν βροχή.
Τὸν πῆρε καὶ τὸν βάσταζε,
ἢ μᾶλλον ἐβαστάζετο·
διότι ὁ φερόμενος
ἔφερε τὴν βαστάζουσα
καθὼς ἀλλοτινὰ καὶ τὴ Μαρία·
ὅτι καὶ αὐτὴν καλεῖ
νεφέλην ἡ Γραφή
ποὺ βάσταξε ὁ οἰκῶν
ἐντός της καὶ εἰπὼν στοὺς φίλους τοῦτα ἐδῶ:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

ιβ΄
Οὐδὲ κανεὶς ὀκνεύει ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους
κι ἄγρυπνα συμμετέχουν στὰ γινόμενα·
οἱ πάντες ἀσηκώσανε
ψηλὰ τὰ πρόσωπά τους,
θωρώντας τὴν ἀνάληψη·
κι ἀμέσως ἐχαμήλωσε
τὴν ράχην ἡ νεφέλη,
ὡς ὄχημα ὑπεβάστασε τ᾽ ἄμωμα πόδια·
ὁ οὐρανὸς ἐσκίσθη ἀπ᾽ ἄκρου σ᾽ ἄκρο
τῆς δὲ Μαρίας ὁ τόκος ἄνω ἀνῆλθεν,
καὶ πύρινοι χοροὶ ἀγγέλων προηγοῦνταν,
ψάλλοντας: «Σπεῦσε, Κύριε,
ἕτοιμος εἶναι ὁ θρόνος σου,
ἀνέβα, πέτα
ἐπάνω στῶν ἀνέμων τὰ πτερά,
φθάσε γοργὰ στοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα.
Ὁ θρόνος σου εἶναι αὐτός
ἀληθινὰ γιὰ πάντα,
τὸν κατοικεῖς, δὲ φεύγεις ἀπὸ κεῖνον
κι ὅταν ἀκόμα λέγεις στοὺς ἀνθρώπους:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

ιγ΄
Ὅταν εἴδανε λοιπὸν καὶ καταλάβαν
οἱ πιστοὶ τὰ γεγονότα, μὲ τὸν τρόπο
τοῦ Δαβὶδ ψάλλοντες εἶπαν:
«Ὄντως ἀναβέβηκεν
ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ
Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος
Καθὼς αὐτοὶ συνέψαλλαν
τὰ ὑψηλὰ θεωρώντας
μία δυὰς ἀγγέλων τοὺς ἐζύγωσε
ὅπως τῶν Ἀποστόλων
οἱ Πράξεις τὸ διδάσκουν,
πὼς ἔχοντας ὁ πλάστης ἤδη ἀναληφθεῖ
κι ἐνῶ ἀκόμη ἀτένιζαν οἱ ἅγιοι τὰ οὐράνια,
ἐστάθηκαν ὡς ἄνθρωποι κοντά τους
δυὸ λαμπερόσχημοι ἄγγελοι
βοῶντες: «Τί ἐστήκατε;
τίνι δὲ ἀτενίζετε;
τί θέλετε κατιδεῖν;
ἰδοὺ κάθηται Θεὸς
ἐπὶ θρόνου αὐτοῦ,
ἐβασίλευσεν ἡμῶν
ὁ βοήσας ὑμῖν·
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

ιδ΄
Μὴ θαμβεῖσθε τοῦ λοιποῦ, ὦ Γαλιλαῖοι,
γιατὶ ὁ Χριστὸς Ἰησοῦς ὡς ἀνελήφθη
μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ θὰ ᾽ρθεῖ,
ὅπως ἀκριβῶς καὶ σεῖς τὸν εἴδατε
νὰ μετάγεται στὸν οὐρανό·
ἀναλήφθηκε ὄντως φανερὰ
δὲν μετετέθη, ὄχι, ὡς ὁ Ἐνὼχ
πρῶτος ἐκεῖνος, τώρα δὲ ὁ Χριστός.
Διότι ὁ Ἐνὼχ τῶν ἐπιγείων μετέστη,
δὲν ἠξιώθη τῶν ἐπουρανίων,
ἁπλῶς ἐναπετέθη ἐν σκηναῖς δικαίων.
Ὁ δὲ Ἠλίας, σὲ πύρινο
ἅρμα καθήμενος,
ἀνῆλθε μὰ δὲν ἔφτασε
τὸν οὐρανόν, ὡς γέγραπται,
μόνο ποὺ τὸν ἀκράγγιξε λιγάκι.
ὁ Θεὸς δὲ τοῦ Ἐνὼχ
καὶ ὁ Θεὸς Ἠλιοὺ
ἀνελθὼν εἰς οὐρανοὺς
ἐμήνυσεν ἡμῖν·
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν».

ιε΄
Ἀλλ’ ὡς ἄκουσαν εὐθὺς τὰ λόγια τοῦτα
οἱ τοῦ Λόγου μαθηταὶ εἶπαν συναλλήλως:
«Πιστοὶ στ᾽ ἀλήθεια μάρτυρες
τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναλήψεως
αὐτοί, ὡς ἐπουράνιοι·
διότι ἂν δὲν τὸν ἔβλεπαν
ἐν τοῖς ὑψίστοις ἄνω,
κάτω δὲ θὰ κατέβαιναν σὲ μᾶς νὰ τὸ κηρύξουν.
Τῶν ἀγγέλων δεσπόζει
καὶ μὲ ἀγγέλους ἀγγέλλει
τὰς φιλανθρώπους οἰκονομίας του
ὁ ἀνατείλας ἐκ τῆς Παρθένου.
Ἐτέχθη, καὶ τὴ γέννηση
τούτου ἄγγελοι φανέρωσαν·
ἠγέρθη καὶ τὴν ἔγερση
πάλι δηλοῦσαν ἄγγελοι·
ἀνῆλθεν εἰς τοὺς οὐρανούς,
τὴν θείαν καὶ χαρμόσυνη
ἀνάληψή του μὲ ἀγαθούς
ἀγγέλους ἐφανέρωσε:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

ιστ΄
Ἀτσαλένιοι τώρα ἐμεῖς κατὰ τῶν πλάνων·
ν᾽ ἀντιτάξουμε ὁμάδα εἰς συκοφάντας·
ὅλοι νὰ κοπιάσουμε
κι ἐπίμον᾽ ἂς παλέψουμε,
ὥσπου νὰ τοὺς γκρεμίσουμε·
καὶ μετὰ παρρησίας
στοὺς γιοὺς τῆς ἀπωλείας:
“Ποῦ εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ εἴχατε νεκρὸν σὲ τάφον;
ποῦ κεῖται κεῖνος ποὺ τὸν φύλαγαν στρατιῶτες
καὶ τὸν διπλοφρουροῦσαν οἱ σφραγίδες σας;
πῶς ἄξαφνα ὑπεκλάπη; ποῦ ἀνελήφθη;
ποιός τὸν ἀνήρπασε;
ποιός τὸν μετέφερε;
ἐκλάπη ἀπὸ τὸ μνῆμα;
καὶ πῶς ἀπ᾽ τὸ στερέωμα
ἔστειλε πρὸς ἐμᾶς ἀγγελιαφόρους
καὶ δήλωσε ξεκάθαρα σὲ μᾶς:
Μὴν τοὺς φοβεῖσθε αὐτούς,
δὲν θὰ νικήσουν σας·
γιατὶ καθὼς ἐγὼ εἶπα πρὸς ὑμᾶς:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγὼ εἰμι μεθ’ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν”».

ιζ΄
Οἱ μαθητὲς τοῦ λυτρωτῆ τέτοια στὸ νοῦ τους.
Τοῦ δὲ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ὡς ἡ ἀνάληψη
συνετελέσθη, καταβαίνουν ἀπὸ τοῦ ὄρους
μὲ τὸ μέλι γηθοσύνης
καὶ μὲ πλησμονὴ εὐφροσύνης.
Κι ὅταν ἐφτάσαν στὰ ριζά,
ὡς ἡ Γραφὴ διδάσκει,
σκύβουν καὶ τὴν Ἀνάληψή του προσκυνοῦν·
καὶ πλήρεις ἐγκωμίων φωνές
ἀδόναε τ᾽ ὄρος,
καθὼς ἐπευφημοῦσαν τὸν Ἐλαιώνα
ποὺ ἀξιώθηκε μιὰ τέτοια δόξα.
«Τ᾽ ὄρος τὸ Σινάτιον»,
ἐλέγαν, «ἐξεπέρασες·
ὅτι ἐκεῖνο ἐβάστασε
τοῦ Μωυσέως τὰ βήματα,
σὺ δὲ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ·
σὲ κεῖνο δόθηκε πρότυπο νόμου,
σὲ σένα δόθηκε ἡ θεία χάρις,
ποὺ ἐπλαστούργησε καὶ τὸν Μωυσῆ
καὶ ποὺ ἐλάλησε εἰς ἡμᾶς:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν.

ιη΄
Εἶσαι ὑπέρτερο πλέον σὺ κι ἀπὸ τὸ Λίβανο,
τὸ Θαβὼρ κι Ἐρμωνιεὶμ σοῦ ὑπολείπονται,
διότι δὲν ἐποίησε
εἰς αὐτὰ ὁ φιλάνθρωπος
ὅσα ἐπὶ σὲ ἐποίησεν».
Εἶπαν λοιπὸν αὐτὰ
οἱ μαθητὲς τοῦ πλάστη
καὶ σταματῆσαν κάπου ἐδῶ τὰ λόγια τους•
κι ἀφοῦ ψηλὰ τοὺς ὀφθαλμούς
σηκῶσαν καὶ τὰ χέρια,
τὸ βασιλέα ἱκέτευαν
τῆς γῆς καὶ τ᾽ οὐρανοῦ
βοώντας: «Ἀναμάρτητε,
δῶσε μας τὴν εἰρήνη σου
καὶ μέσω ἡμῶν στὸν κόσμο σου,
πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου·
γιατὶ δὲ στέργει ὁ ἐχθρὸς
νὰ δεῖ στὴν πράξη τὰ καλὰ
ποὺ γίνονται ἀπὸ μᾶς,
πλὴν ἀποτράβηξε ἀπὸ μᾶς
αὐτόν, Σὺ ὁ εἰπών:
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν.
Ἐγώ εἰμι μεθ᾽ ὑμῶν
καὶ οὐδεὶς καθ᾽ ὑμῶν».

Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ, Τρεῖς ὕμνοι, Εἰσαγωγή-μτφρ. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Άγρα, Αθήνα 1997, σ. 71-99.

~•~

ΥΜΝΟΣ ΛΗ´
( «κοντάκιον εἰς τὴν ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου» XLVIII-32 )

Τῇ ε΄ τῆς ϛ΄ ἑβδομάδος, κοντάκιον εἰς τὴν ἀνάληψιν τοῦ κυρίου καὶ Θεοῦ
καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε·
τ ο ῦ  τ α π ε ι ν ο ῦ  Ῥ ω μ α ν ο ῦ
ἦχος πλάγιος β΄.

Προοίμιον I

Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν
καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις
ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεός,
οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος
καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε·
«Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.»

Προοίμιον II

Ἐν τῷ ὄρει τῶν ἐλαιῶν ἁγιάσας τοὺς μαθητὰς
εἰς οὐρανοὺς ἀνελήφθης, κύριε,
ἐπαγγειλάμενος αὐτοῖς διδασκαλίαν καὶ βοήσας αὐτοῖς·
«Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.»

(1) Τὰ τῆς γῆς ἐπὶ τῆς γῆς καταλιπόντες,
τὰ τῆς τέφρας τῷ χοῒ παραχωροῦντες,
δεῦτε, ἀνανήψωμεν
καὶ εἰς ὕψος ἐπάρωμεν ὄμματα καὶ νοήματα·
πετάσωμεν τὰς ὄψεις ὁμοῦ καὶ τὰς αἰσθήσεις
ἐπὶ τὰς οὐρανίους πύλας οἱ θνητοί·
νομίσωμεν εἶναι τοῦ ἐλαιῶνος εἰς ὄρος
καὶ ἀτενίζειν τῷ λυτρουμένῳ ἐπὶ νεφέλης ἐποχουμένῳ·
ἐκεῖθεν γὰρ ὁ κύριος εἰς οὐρανοὺς ἀνέδραμεν,
ἐκεῖ καὶ ὁ φιλόδωρος τὰς δωρεὰς διένειμεν
τοῖς ἀποστόλοις αὐτοῦ,
κολακεύσας ὡς πατὴρ καὶ βοήσας αὐτοῖς,
ὁδηγήσας ὡς υἱοὺς καὶ λέξας πρὸς αὐτούς·
«Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.»

(2) τὴν γῆν καταλαβών, ὡς μόνος οἶδεν,
ἀναβαίνων ἐξ αὐτῆς πάλιν, ὡς οἶδεν,
ἦρεν οὓς ἠγάπησεν
καὶ εἰς ὄρος μετέωρον ἤγαγεν οὓς συνήγαγεν,
ἵν’ ἔχοντες εἰς ὕψος τὰς κάρας καὶ τὰς φρένας
πάντων τῶν χαμαιζήλων λάθωσι λοιπόν.
Διὸ ἀναχθέντες ἐν τῷ βουνῷ τῶν ἐλαίων
περιεκύκλουν τὸν εὐεργέτην, ὡς διηγεῖται Λουκᾶς ὁ μύστης·
ἐπάρας δὲ ὁ κύριος χεῖρας καθάπερ πτέρυγας,
ὡς ἀετὸς ἐσκέπασε τὴν νοσσιὰν ἣν ἔθαλπε
καὶ λέγει τοῖς νεοσσοῖς·
«Ἐπεσκίασα ὑμᾶς ἐκ πάντων τῶν κακῶν·
ὡς οὖν ἔστερξα ὑμᾶς, ἀγαπήσατέ με,
καὶ οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.

(3) περάνωθεν ὑμῶν, ὦ μαθηταί μου,
ὡς θεὸς καὶ ποιητὴς ὅλου τοῦ κόσμου
τείνω τὰς παλάμας μου
ἃς οἱ ἄνομοι ἔτειναν, ἔδησαν καὶ καθήλωσαν·
ὑμεῖς οὖν ὑποθέντες τὰς κάρας ταῖς χερσίν μου
σύνετε, γνῶτε, φίλοι, ἅπερ ἐκτελῶ·
ὥσπερ γὰρ βαπτίζων χειροθετῶ ὑμᾶς ἄρτι
καὶ εὐλογήσας ἐξαποστέλλω πεφωτισμένους, σεσοφισμένους·
ἐπὶ ταῖς κεφαλαῖς ὑμῶν αἴνεσις καὶ εὐπρέπεια·
ἐπὶ δὲ ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν ἔλλαμψις, καθὼς γέγραπται·
ἐκ γὰρ τοῦ πνεύματός μου
ἐκχεῶ ἐπὶ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι δεκτοί,
διδακτοὶ καὶ ἐκλεκτοί, οἰκεῖοι καὶ πιστοί·
καὶ οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.»

(4) Ταῦτα λέξας ὁ σωτὴρ τοῖς ἀποστόλοις
ἱκανήν τε καὶ πολλὴν παρέσχε λύπην·
τάχα δὲ καὶ ἔκλαυσαν
καὶ ἐκ βάθους στενάξαντες εἶπον πρὸς τὸν διδάσκαλον·
«Ἀφεὶς ἡμᾶς, οἰκτίρμων, χωρίζῃ τῶν φιλούντων;
Ταῦτα γὰρ ὡς ὁδεύων ἐφθέγξω ἡμῖν·
τὰ ῥήματα ταῦτα ἀποδημίαν σημαίνει,
καὶ τούτου χάριν ἀδημονοῦμεν, ἐπειδὴ εἶναι σὺν σοὶ ποθοῦμεν·
ζητοῦμέν σου τὸ πρόσωπον, τέρπει γὰρ τὰς ψυχὰς ἡμῶν·
ἐτρώθημεν, ἐδέθημεν τῇ γλυκυτάτῃ θέᾳ σου·
οὐκ ἔστι πλὴν σοῦ θεός·
μὴ μακρύνῃς οὖν σαυτὸν τῶν σῶν ἀγαπητῶν,
συμπαράμεινον ἡμῖν καὶ λέξον πρὸς ἡμᾶς·
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’

(5) πελίπομεν ἡμεῖς ὅλον τὸν βίον
καὶ ἐφύγομεν αὐτὸν καθάπερ βίαν·
ἵνα σε κερδήσωμεν,
ἐπὶ γῆς ἐγενήθημεν ξένοι καὶ παρεπίδημοι·
ὁ πρῶτος ἡμῶν Πέτρος γενόμενός σου φίλος
πάντων ἠλλοτριώθη ὧν εἶχε τὸ πρίν·
Ἀνδρέας δ’ ὁ τούτου συναίμων, ὅτε σε εὗρεν,
τῶν ἐν τῷ κόσμῳ εὐθὺς ἀπῆρε καὶ τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὤμων ἦρε.
Τοιαύτην οὖν διάθεσιν θέλεις ἀφεῖναι, δέσποτα,
καὶ σπεύδεις ἐκδραμεῖν ἡμῶν ὥσπερ ἐπιλαθόμενος;
Μὴ γένοιτο, βασιλεῦ·
μὴ γελάσωσιν ἡμᾶς οἱ μισοῦντες ἡμᾶς,
μὴ βοήσωσιν ἡμῖν· ‘Ποῦ ἐστιν ὁ εἰπών·
Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’

(6) Παρορᾷς, ὦ λυτρωτά, καὶ οὐ λογίζῃ
τὴν φιλίαν τῶν υἱῶν τοῦ Ζεβεδαίου;
Μνήσθητι, φιλάνθρωπε,
πῶς τοῦ θείου σου ῥήματος ἤκουσαν καὶ οὐ παρήκουσαν;
Οὐκ εἶπον ἐν καρδίαις· ‘Τίς οὗτος ὁ καλέσας;’,
ἀλλὰ καὶ τοῦ γενέτου προέκρινάν σε.
Ματθαῖος δὲ πάλιν τοῦ τελωνίου τὸν πόρον
ὡς ἀπορίαν πολλὴν ἡγεῖτο, ἐπειδὴ πλοῦτον τὸν σὸν ἐπόθει•
Θωμᾶς δὲ ὁ καὶ Δίδυμος καὶ τὴν ζωὴν ἐμίσησε.
Καὶ ἅπαξ πάντες εἴπομεν· ‘Σὲ ἀντὶ πάντων στέργομεν’·
μὴ οὖν στερήσῃς ἡμᾶς·
ἐναγκάλισαι ἡμᾶς, ὁ τὰ πάντα πληρῶν,
περικύκλωσον ἡμᾶς καὶ βόησον ἡμῖν·
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’»

(7) πακούσας ὁ σωτὴρ τῶν ἀποστόλων
καὶ ἰδὼν τὸν ὀδυρμὸν τῶν ἀγαπώντων,
τότε ἀντελάβετο
ὡς πατὴρ ὑϊοὺς αὐτοῦ, ᾤκτειρε καὶ ἐβόησε·
«Μὴ κλαίετε, ὦ φίλοι· καιρὸς γὰρ οὐ δακρύων,
ἀλλ’ οὔτε ἡμέρα ἐστὶν ὀδυρμοῦ·
χαρᾶς ἐστιν ὥρα· πρὸς τὸν ἐμὸν γὰρ πατέρα
ἀναλαμβάνω τὰς πτέρυγάς μου καὶ καταπαύω ἐν τῇ σκηνῇ μου·
σκηνὴν γὰρ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ ἐποίησα,
σκηνὴν οὐ περιγράφουσαν, ἀλλὰ περικυκλοῦσάν με,
ὡς Ἡσαΐας βοᾷ·
‘Ὡς καμάραν οὐρανὸν ἐστήσατο Θεὸς
καὶ οἰκεῖ ὥσπερ σκηνήν’, ὁ λέγων τοῖς αὐτοῦ· ‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν• ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’

(8) λαροὶ οὖν καὶ φαιδροὶ γίνεσθε ἄρτι,
καὶ χαρίεσσαν μορφὴν ἀναλαβόντες
ᾆσμα καινὸν ᾄσατε·
καὶ γὰρ πᾶν ὃ ἂν γένηται ἕνεκεν ὑμῶν γίνεται
ὑμῶν χάριν κατῆλθον καὶ διὰ πάντων ἦλθον,
ἵνα ὑμῖν ἀρέσω καὶ δέξησθέ με·
ὑμῶν χάριν πάλιν εἰς οὐρανοὺς ἀναβαίνω,
ἵνα τὸν τόπον ἐξευτρεπίσω ὅπου ὀφείλω ὑμῖν συνεῖναι·
πολλαὶ μοναὶ γὰρ πέλουσιν ἄνω πρὸς τὸν πατέρα μου·
αἱ μὲν πατέρας ἔχουσιν, ἄλλαι δικαίων γέμουσιν
καὶ ἄλλαι τῶν προφητῶν·
τὴν μονὴν δὲ τὴν ὑμῶν οὐδεὶς οἶδεν ἀκμήν·
ἑτοιμάζω οὖν αὐτὴν καὶ λαμβάνω ὑμᾶς,
καὶ οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.

(9) Νῦν ἀνάστητε ὀρθοί, στῆτε ἑδραῖοι
καὶ ἀμώμῳ ὀφθαλμῷ κατανοεῖτε
ταύτην τὴν ἀνάληψιν
ἣν ὁρῶντες νοήσατε σώματος, οὐ θεότητος·
ἡ σὰρξ γὰρ ἣν ὁρᾶτε αὐτὴ τὰ ἄνω φθάνει·
τῆς γὰρ θεότητός μου πᾶς τόπος μεστός·
ἀλλ’ ὅμως καὶ τούτου τοῦ ὁρατοῦ ὑψουμένου
συνανυψοῦται τὸ ἀφανές μου• καὶ γὰρ ἡνώθην τῷ φαινομένῳ·
εἷς πέλω ἀθεώρητος ἅμα καὶ θεωρούμενος·
ἐγώ εἰμι ὃν βλέπετε ὄντως καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι,
ὡς ἔφησεν ἡ γραφή,
καὶ ἀθάνατός εἰμι καὶ ὅμοιος ὑμῶν,
ὑπεράνωθεν ὑμῶν καὶ ἐν μέσῳ ὑμῶν,
καὶ οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.»

(10) τε ταῦτα ὁ Χριστὸς εἶπε τοῖς φίλοις,
διανεύει τὸ λοιπὸν τοῖς ἀρχαγγέλοις
ἵνα ἑτοιμάσωσι
τοῖς ἁγνοῖς αὐτοῦ βήμασιν ἄνοδον ἀδιόδευτον·
καὶ δὴ ὡς προσταχθέντες οἱ τῶν ἀγγέλων πρῶτοι
πάσαις ταῖς ἐν τῷ ὕψει ἔκραζον ἀρχαῖς·
«Ἐπάρατε πύλας καὶ ἐκπετάσατε θύρας
τὰς οὐρανίους καὶ ἐπιδόξους· ὁ γὰρ τῆς δόξης δεσπότης φθάνει.
Νεφέλαι, ὑποστρώσατε νῶτα τῷ ἐπιβαίνοντι·
αἰθήρ, ἐξευτρεπίσθητι τῷ διὰ σοῦ ὁδεύοντι·
ἀνοίχθητε, οὐρανοί·
οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν, ἐκδέξασθε αὐτόν,
ὅτι φθάνει πρὸς ὑμᾶς ὁ λέγων τοῖς αὐτοῦ•
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν’.»

(11) πακούσαντες εὐθὺς οἱ ἐν τῷ ὕψει
καὶ ἀνοίξαντες ὁμοῦ πάντα τὰ ὕψη,
θρόνοι, κυριότητες
σὺν ἀρχαῖς καὶ δυνάμεσιν ἔδραμον εἰς ἀπάντησιν
καὶ στρώσαντες ταχέως ὡς ἅρμα τὴν νεφέλην,
ἐπὶ τὸν ἐλαιῶνα πέμπουσιν αὐτήν·
ἡ δὲ κατελθοῦσα ἐνεκολπώσατο τότε
τὸν τὰς νεφέλας ἡνιοχοῦντα καὶ ὀμβροτόκους αὐτὰς ποιοῦντα·
λαβοῦσα οὖν ἐβάσταζεν, μᾶλλον δὲ ἐβαστάζετο·
αὐτὸς γὰρ ὁ φερόμενος ἔφερε τὴν βαστάζουσαν
ὡς τὴν Μαρίαν ποτέ·
καὶ αὐτὴν γὰρ ἡ γραφὴ νεφέλην προκαλεῖ
ἣν ἐφύλαξεν οἰκῶν ὁ τοῖς φίλοις εἰπών·
«Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.»

(12) αθυμεῖ δὲ οὐδὲ εἷς τῶν ἀποστόλων,
ἀλλ’ ἐφρόντιζον ὁμοῦ τῶν τελουμένων·
πάντες γὰρ ἀνήρτησαν
πρὸς τὸ ὕψος τὰ πρόσωπα, βλέποντες τὴν ἀνάληψιν·
εὐθὺς οὖν ὑποθεῖσα τὰ νῶτα ἡ νεφέλη
ὄχημα τῷ ἀμώμῳ γέγονε ποδί·
χιτῶνος δὲ δίκην ὁ οὐρανὸς διερράγη
καὶ ὁ ἐκ Μαρίας ἀνῆλθεν ἄνω, χορῶν πυρίνων προηγουμένων,
βοώντων· «Σπεῦσον, δέσποτα, ἕτοιμος γὰρ ὁ θρόνος σου·
ἐπίβηθι, πετάσθητι ταῖς τῶν ἀνέμων πτέρυξι
καὶ φθάσον κόλπους Πατρός·
ὁ γὰρ θρόνος σου σαφῶς αὐτός ἐστιν ἀεὶ
ὃν οἰκεῖς καὶ οὐκ ἐᾷς, κἂν τοῖς κάτω βοᾷς·
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν’».

(13) ς οὖν εἶδον οἱ πιστοὶ τὰ γεγονότα,
παραυτὰ δαυιτικῶς ψάλλοντες εἶπον·
«Ὄντως ἀναβέβηκεν
ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος».
Αὐτῶν οὖν συμψαλλόντων καὶ ἄνω θεωρούντων,
μία ἀγγέλων ζεύγλη ἦλθεν πρὸς αὐτούς,
ὃν τρόπον διδάσκει καὶ ἡ τῶν πράξεων βίβλος,
ὅτι τοῦ πλάστου ἀναληφθέντος καὶ τῶν ἁγίων ἀτενιζόντων,
ἐπέστησαν ὡς ἄνθρωποι δύο λαμπροὶ τῷ σχήματι
βοῶντες· «Τί ἑστήκατε; Τίνι δὲ ἀτενίζετε;
Τί θέλετε κατιδεῖν;
Ἰδοὺ κάθεται Θεὸς ἐπὶ θρόνου αὐτοῦ·
ἐβασίλευσεν ἡμῶν ὁ βοήσας ὑμῖν·
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν, ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’

(14) Μὴ θαμβῆσθε τὸ λοιπόν, ὦ Γαλιλαῖοι·
Ἰησοῦς γὰρ ὁ Χριστὸς ὃς ἀνελήφθη
οὕτως καὶ ἐλεύσεται
ὡς αὐτὸν ἐθεάσασθε ἄνω παραγενόμενον.
Σαφῶς γὰρ ἀνελήφθη καὶ οὐχὶ μετετέθη·
οὐχ ὡς Ἐνὼχ τὸ πρῶτον, οὕτως ὁ Χριστός·
Ἐνὼχ γὰρ ἐκεῖνος τῶν ἐπιγείων μετέστη,
οὐκ ἠξιώθη τῶν οὐρανίων, ἀλλ’ ἐνετέθη σκηναῖς δικαίων·
Ἠλίας δὲ ὁ πύρινον ἅρμα ἐπικαθήμενος
ἀνῆλθε καὶ οὐκ ἔφθασε τὸν οὐρανόν, ὡς γέγραπται,
ἀλλ’ ὡς εἰς τὸν οὐρανόν·
ὁ Θεὸς δὲ τοῦ Ἐνὼχ καὶ ὁ Θεὸς Ἠλιοῦ
ἀνελθὼν εἰς οὐρανοὺς ἐδήλωσεν ὑμῖν·
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’»

(15) λλ’ ἀκουσάντες εὐθὺς τούτων τῶν λόγων
οἱ τοῦ ῥύστου μαθηταὶ εἶπον ἀλλήλοις·
«Ὄντως πιστοὶ μάρτυρες
τῆς Χριστοῦ ἀναλήψεως οὗτοι ὡς ἐπουράνιοι·
εἰ μὴ γὰρ εἶδον τοῦτον ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω,
οὐκ ἂν κατῆλθον κάτω κηρῦξαι ἡμῖν·
ἀγγέλων δεσπόζει καὶ δι’ ἀγγέλων γνωρίζει
τὰς φιλανθρώπους οἰκονομίας ὁ ἀνατείλας ἐκ τῆς παρθένου·
ἐτέχθη, καὶ τὴν γέννησιν τούτου ἐδήλουν ἄγγελοι·
ἠγέρθη, καὶ τὴν ἔγερσιν πάλιν ἐδήλουν ἄγγελοι·
ἀνῆλθεν εἰς οὐρανούς,
καὶ τὴν θείαν καὶ φαιδρὰν ἀνάληψιν αὐτοῦ
δι’ ἀγγέλων ἀγαθῶν ἐδήλωσεν ἡμῖν·
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’

(16) Νευρωθῶμεν οὖν ἡμεῖς κατὰ τῶν πλάνων,
ὁπλισθῶμεν ὁμαδὸν τοῖς συκοφάνταις·
πάντες κοπιάσωμεν,
ἐπιμόνως παλαίσωμεν ἕως ἂν αὐτοὺς ῥήξωμεν·
εἰπῶμεν παρρησίᾳ πρὸς τοὺς τῆς ἀπωλείας·
‘Ποῦ ἐστιν, ὃν ἐν τάφῳ εἴχετε νεκρόν;
Ποῦ πέλει ἐκεῖνος ὃν στρατιῶται ἐτήρουν
καὶ αἱ σφραγῖδες ὑμῶν ἐφρούρουν; Πῶς ἀπεκλάπη; ποῦ ἀνελήφθη;
Τίς τοῦτον ἀπεσύλησεν; τίς δὲ αὐτὸν ἐβάστασεν;
Ἐκλάπη ἐκ τοῦ μνήματος; Πῶς νῦν τοῦ στερεώματος
ἀπέστειλε πρὸς ἡμᾶς
καὶ ἐδήλωσεν ἡμῖν· Μὴ πτοῆσθε αὐτούς,
οὐ νικήσουσιν ὑμᾶς· ὡς γὰρ εἶπον ὑμῖν,
οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’»

(17) Οἱ τοῦ ῥύστου μαθηταὶ οὕτω φρονοῦντες,
τοῦ Χριστοῦ τε καὶ Θεοῦ ἀναληφθέντος,
τότε καταβαίνουσιν
ἐκ τοῦ ὄρους γηθόμενοι ἅμα καὶ ἀγαλλόμενοι·
καὶ φθάσαντες τὰ κάτω, ὡς ἡ γραφὴ διδάσκει,
κύψαντες προσκυνοῦσι τῷ ἄνω Θεῷ,
καὶ πλήρεις ἐπαίνων φωνὰς ἀφῆκαν τῷ ὄρει
ὡς εὐφημοῦντες τὸν ἐλαιῶνα ὅτι τοσούτων κατηξιώθη,
«Τὸ ὄρος τὸ Σινάτιον, λέγοντες, ὑπερέβαλες·
ἐκεῖνο γὰρ ἐδέξατο τὰ τοῦ Μωσέως βήματα,
σὺ δὲ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ·
ἐν ἐκείνῳ νόμος ἦν, ἡ χάρις δὲ ἐν σοὶ
ἡ καὶ πλάσασα Μωσῆν καὶ λέξασα ἡμῖν·
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’

(18) περάνω εἶ λοιπὸν καὶ τοῦ Λιβάνου,
Θαβὼρ καὶ Ἑρμονιεὶμ σοὶ ἐλαττοῦνται,
ὅτι οὐκ ἐποίησεν
ἐν αὐτοῖς ὁ φιλάνθρωπος ἅπερ ἐν σοὶ ἐποίησεν.»
Τοιαῦτα οὖν εἰπόντες οἱ μαθηταὶ τοῦ πλάστου
ἔστησαν μέχρι τούτου τοὺς λόγους αὐτῶν,
καὶ ἄραντες ἄνω τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰς χεῖρας
ἐξιλεοῦντο τὸν βασιλέα τῶν οὐρανίων καὶ ἐπιγείων
βοῶντες. «Ἀναμάρτητε, τὴν σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν
καὶ δι’ ἡμῶν τῷ κόσμῳ σου πρεσβείαις τῆς τεκούσης σε·
οὐ στέγει γὰρ ὁ ἐχθρὸς
κατιδεῖν τὰ ὑφ’ ἡμῶν γινόμενα καλά·
ἀλλὰ σόβησον αὐτὸν ἀφ’ ἡμῶν ὁ εἰπών·
‘Οὐ χωρίζομαι ὑμῶν· ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.’»