«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»: σχόλια στο συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια (Αραχτή Άρκτος, Λευκωσία 2021).

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία της γέννησης, και δη της γέννησης των εγγονιών, που όπως εύγλωττα αποτυπώνει η λαϊκή σοφία «είναι δκυο φορές παιδκιά μας», είναι κυρίως μια αμφίσημη και ταυτόχρονα αναγεννητική εμπειρία, αφού συντίθεται από την εναλλαγή ή τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων και καταστάσεων. Της χαρμόσυνης γέννησης των παιδιών-εγγονιών από τη μια, η οποία διασφαλίζει την αδιάκοπη συνέχεια της γραμμής αίματός μας μέσα στον χρόνο, κι από την άλλη της τραγικής επίτασης της αναπόφευκτης εγγύτητάς μας στο τέρμα και στον θάνατο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το σημαίνον από πολλές απόψεις συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια αναπηδά από τα βαθύτερα εσωτερικά —αναζωογονητικά και αναγεννητικά— του βιώματα και προβάλλει ως εσωτερική αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού του εαυτού μπροστά στο θαύμα της ζωής και της γέννησης, αποτυπώνοντας όχι μόνο την ωρίμανση του ποιητή, αλλά και μια καίρια ιστορικοκοινωνική θέαση του πραγματικού.[1]

Το καθοριστικό, λοιπόν, αυτό για τον ποιητή γεγονός, φαίνεται να έχει λειτουργήσει ως ύστερο σημείο αφετηρίας, καθώς έχει καταλύσει τους αμυντικούς μηχανισμούς με τους οποίους ο ποιητής έχει οργανώσει την ενήλικη του ζωή και, συνεπώς, τον ξαναφέρνει θεραπευτικά και λυτρωτικά μέσα από έναν άλλο δρόμο αγάπης, αλλά πρωτίστως μιας βαθιάς γονικής τρυφερότητας σε αδιαμεσολάβητη επαφή με τις αυθεντικές πηγές της παιδικής μνήμης και των ενορμήσεών του. Η τρυφερότητα, μάλιστα, η πιο πολυχρησιμοποιημένη ίσως λέξη της συλλογής, αποκτά εξαρχής μια βαθιά οντολογική διάσταση, καθώς αντικατοπτρίζει την αναγέννηση του ανθρώπου και ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλου και συνδέεται άρρηκτα με μια νέα όραση του κόσμου. Πρόκειται, επομένως, για μιαν αποκαλυπτική εμπειρία, η οποία όπως καταδεικνύει και προσημαίνει ο ευφυής και πολύσημος τίτλος της συλλογής Πρώτα λόγια, συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία της ίδιας της ποιητικής γραφής ως τέχνης και βαθιάς αυτογνωσίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται σε ένα πρώτο επίπεδο στα πρώτα λόγια που εκφέρει το ποιητικό υποκείμενο στα εγγόνια του, ενώ σε ένα δεύτερο και βαθύτερο επίπεδο υποδηλώνει την αποκαλυπτική εμπειρία της γραφής μπροστά στο γυμνό θαύμα της γέννησης και της ύπαρξης· το ανά χείρας βιβλίο, με άλλα λόγια, είναι τα πρώτα λόγια του ίδιου του ποιητή, που αναγεννημένος από το φως του θαύματος εκφράζει ανανεωμένο ποιητικό λόγο, υπερβαίνοντας αφενός τη φθαρμένη και αλλοτριωμένη γλώσσα και αφετέρου τη θολή όραση της συνήθειας. Η εμπειρία, πάντως, της ανάγνωσης της ανά χείρας συλλογής, γεμίζει τον αναγνώστη με ένα αίσθημα νέο, αλλά ταυτόχρονα γνώριμο, αρχέγονο και ιερό, δίνοντάς του τη γεύση ενός άλλου κόσμου. Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο, όπου ο χρόνος δεν μετριέται με τα ρολόγια και ο χώρος με τα χιλιόμετρα, αλλά μετακινείται συνεχώς στον χρόνο πίσω-μπρος, νιώθει κανείς την ανάδυση μιας ατομικής, αλλά πρωτίστως καθολικής πληρότητας και αυτογνωσίας. Κι αυτό είναι, βέβαια, πάντα αδιαμφισβήτητο αισθητικό κριτήριο της καλής ποίησης.

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή χωρίζεται σε δύο, ίσες σε μέγεθος περίπου, ενότητες: στην πυκνότερη, κατά την άποψή μου, πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται «Πρώτα λόγια» και στη δεύτερη που φέρει τον τίτλο «Αφετηρίες». Και στα δύο μέρη, ωστόσο, διαφαίνεται ξεκάθαρα η συνθετική, αλλά και βιωματική συνοχή του ποιήματος, η οποία ακολουθεί πιστά τη χρονική ακολουθία των γεννήσεων των δύο εγγονιών (Ανδρέα και Ελένης-Γεωργίας). Δεν είναι τυχαίο, επομένως, που σε όλο το βιβλίο, η ποιητική φωνή μοιράζεται λειτουργικά και σχεδόν ισότιμα ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο ρηματικό πρόσωπο. Στο πρώτο ενικού μεταφέρονται οι έντονοι εσωτερικοί και υπαρξιακοί κραδασμοί, που επέφερε η ευτυχής άφιξη των δύο παιδιών. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια αποκαλυπτική για το ποιητικό υποκείμενο εμπειρία αυτογνωσίας και επανακαθορισμού-επαναπροσδιορισμού της ύπαρξης και της γραφής, τόσο έντονα διαυγή, μάλιστα, που χωρίζει τον κόσμο του ποιητή στα δυο: στο ανούσιο πριν και στο πολύσημο μετά. Το πριν είναι ο «τάφος» και η «έρημος», όμως «σάμπως να γύρισε ανάποδα ο κόσμος» και μετά τη γέννηση των παιδιών «άρχισαν τα δάκρυα να γελούν / ν’ ανθίζουν στο σκοτάδι οι πέτρες» και συνεπώς η γλώσσα και η ζωή να ξαναβρίσκουν σκοπό και νόημα ύπαρξης. Στο δεύτερο πρόσωπο (ενικού στο πρώτο μέρος του βιβλίου και πληθυντικού στο δεύτερο) το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται άμεσα στα παιδιά-εγγόνια είτε μεταφέροντας προσωπικές σκέψεις και συναισθήματα, είτε εκφράζοντας παραινετικά λόγια αγάπης και στοργής, λειαίνοντας τον δρόμο που έχουν να διανύσουν ως άνθρωποι στο μέλλον.

Μέσα, λοιπόν, σε αυτό τον μεταιχμιακό χώρο ανάμεσα στο πριν και το μετά, η μνημονική ανάκληση γίνεται ο μόνος δρόμος που οδηγεί στη γνώση της αυθεντικής ύπαρξης, καθιστώντας την ποιητική γλώσσα ένα ευφρόσυνο χρονολόγιο του αόρατου ρήγματος της ύπαρξης, αφού ο ποιητής είναι «ο ηττημένος του χρόνου μα νικητής μιας αυγής». Η παρουσία-απουσία των δύο παιδιών διαδραματίζει, λοιπόν, εξαρχής δεσπόζοντα ρόλο στη δημιουργία του κυρίαρχου κλίματος της συλλογής, το συναισθηματικό εκτόπισμα της οποίας παρασύρει το ποιητικό υποκείμενο και το εκτρέπει μόνιμα πια σε μια ελπιδοφόρα, καινούρια όραση της ζωής, αλλά και σε μια θεραπευτική αντιφατική απαρίθμηση και περιγραφή θετικών, αλλά και αρνητικών κοινωνικών και ιστορικοκοινωνικών αναφορών που συναποτελούν τον κόσμο, τον οποίο και πρόκειται να αντιμετωπίσουν τα δύο εγγόνια. Όλα αυτά τα στοιχεία, πάντως, συμβάλλουν στην αφύπνιση και στη δημιουργική ενεργοποίηση της μνήμης του ποιητικού υποκειμένου, καθώς η εσωτερική, συνειρμική ανάπτυξη δίνει στο ποίημα το κύριο στοιχείο της αισθητικής του ταυτότητας. Οι εικόνες, λοιπόν, κινούνται εφεξής στον τόπο και στον χρόνο γρήγορα, καθώς φέρνουν σε επαφή υλικά εύφλεκτα και εν πολλοίς χρονικά και τοπικά ανόμοια με θαυμαστό και αισθητικά δραστικό τρόπο. Και με αυτό τον τρόπο αποτυπώνεται βέβαια η αντιφατική διαδρομή που ακολουθεί ο εσωτερικός άνθρωπος, ο οποίος βιώνει ένα τόσο μεγάλης εμβέλειας ψυχοσωματικό γεγονός, καθώς συμμετέχει εκατέρωθεν τόσο στη ροή του φυσικού όσο και κυρίως του προσωπικού, ψυχολογικού χρόνου, υπομένοντας το φορτίο της έντασής τους.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του βιβλίου, το έντονο βιωματικό και προσωπικό στοιχείο και η συνεπακόλουθη συνειρμική μετατόπιση στο πριν και το μετά του ποιητικού υποκειμένου δεν οδηγούν μόνο στην αποτύπωση μιας ποίησης υπαρξιακής και φιλοσοφικά στέρεης, όσο και στην ανάδειξη μιας κοινωνικής και ιστορικής διάστασης. Σημειώνω δε εμφατικά ότι σε τούτη τη συλλογή, επειδή ακριβώς έχουμε ένα εξαιρετικά έντονο βιωματικό υπόστρωμα, που κυριολεκτικά ανατάραξε συθέμελα και ανανέωσε τη ματωμένη ύπαρξη του ποιητή, οι φιλοσοφικές, αλλά και διακειμενικές αναφορές που ενσωματώνονται στο ποιητικό σώμα είναι αισθητικά λειτουργικότερες και απόλυτα αφομοιωμένες στο ποιητικό αποτέλεσμα.

Πιο ευδιάκριτο, επίσης, σε σχέση πάντα με τα προηγούμενα βιβλία του ποιητή, είναι εδώ το στοιχείο του κοινωνικού προβληματισμού το οποίο με παραινετικό φόντο τη γέννηση των δύο παιδιών σε έναν αλλοτριωμένο και σάπιο κόσμο εμβαθύνει δραματικά στο θέμα της ρημαγμένης και αλλοτριωμένης πατρίδας. Η ψυχολογική εσωστρέφεια στην περίπτωση αυτή, αλλά και η τρυφερή ιδιαιτερότητα του θέματος όχι μόνο δεν αποκλείει την κριτική θεώρηση του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού χώρου, αλλά αντίθετα δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής όρασής του. Η έντονα κριτική, μάλιστα, σε κάποια σημεία του βιβλίου διάθεση, η οποία συνδυάζεται σχεδόν πάντα με μια διάχυτη πικρία, πηγάζει από τη διαπίστωση-αντίθεση ότι δύο απόλυτα αγνές νεογέννητες υπάρξεις έρχονται χωρίς επιλογή να ζήσουν αφενός σε έναν κόσμο χωρίς σταθερές ανθρωπιστικές και οικολογικές αξίες και αφετέρου σε μια πατρίδα που, παρά την ημικατοχή, έχει απολέσει τραγικά την πολιτική και πολιτιστική της ταυτότητα.

Ο ποιητής, λοιπόν, συνδυάζοντας τη δύναμη της αγάπης, της τρυφερότητας, το υπαρξιακό άγχος, την ποιητική αυτοαναφορικότητα, την κοινωνική καταγγελία και την επίταση της διακειμενικότητας επιτυγχάνει με έναν τρόπο εσωτερικό, ταπεινό, βαθιά ατελή και ανθρώπινο να αναγάγει ποιητικά την ιστορία σε αντικειμενικό υπαρξιακό βίωμα, από το οποίο κάθε άλλο παρά λείπει η δραματικότητα. Κι εδώ διαφαίνεται, βεβαίως, η ποιητική αλλά και πολιτική ηθική του ποιητή και δημοσιογράφου στο επάγγελμα Μιχάλη Παπαδόπουλου, η οποία αποτελεί διακριτή σταθερά σε όλα τα προηγούμενα βιβλία του, καθώς η ποίηση δεν αποτελεί για τον Παπαδόπουλο εύκολο βήμα καταγγελίας και απόδοσης ευθυνών σε όλους εκτός από τον εαυτό μας ή ακόμη πεδίο μελαγχολικού αυτοσπαραγμού, αλλά αντίθετα μια φιλοσοφική —με την αρχική σημασία της λέξης— προσπάθεια αυτογνωσίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, η ειρωνική, απομυθοποιητική και εν πολλοίς αυτοσαρκαστική οπτική ακυρώνει δραστικά τον κίνδυνο του υπέρμετρου συναισθηματισμού που εκ προοιμίου συνεπάγεται η διαπραγμάτευση του συγκεκριμένου θέματος της γέννησης των εγγονιών. Κι αυτό επιτυγχάνεται χωρίς να αποβάλλεται η εμπειρική αφόρμηση και η σωματική πρόσληψη του κόσμου (μόνιμο χαρακτηριστικό της ποίησης του Παπαδόπουλου), γεγονός που αποδεικνύει την ικανότητα του ποιητή να εκμεταλλεύεται το αρχετυπικό, αλλά και το μνημονικό υπόστρωμα και να φυτεύει θραύσματα στο συγχρονικό υλικό, ως «καλλιεργητής πεσμένων άστρων».

Μορφολογικά τώρα εντοπίζουμε παντού έναν ενιαίο ψυχικό τόνο πάνω από το σημασιολογικό, το μουσικό και το λογικό επίπεδο του κειμένου, καθώς και την ανάσυρση από την οργανική ποιητική μας παράδοσή γόνιμων ποιητικών μορφών του παρελθόντος (Καρούζος, Κακναβάτος, Ελύτης, Παπαδίτσας κ.ά.) και την άνετη ενορχήστρωσή τους με τα πιο ακραία στοιχεία του παρόντος. Πιο συγκεκριμένα, η αξιοποίηση ευτελών υλικών, κοινότοπων καταστάσεων και καθημερινών, αντιποιητικών λέξεων που αντιδιαστέλλονται με το ποιητικό ή το λυρικό προκειμένου να αποκτήσουν είτε μια συμβολική, μεταφορική προοπτική είτε τη δυνατότητα μιας έμμεσης κοινωνικής καταγγελίας, τα συντακτικά, συνειρμικά άλματα, το μουσικό, ρυθμικό υπέδαφος των αφηγηματικά κατατιθέμενων σκέψεων και αισθημάτων, η μόνιμη ποιητική διάθεση που διακινείται με ελεγχόμενη συγκίνηση, ο αισθητικά δραστικός συγκερασμός λυρικού και αφηγηματικού στοιχείου, η βιωματική καταγωγή της ποιητικής ύλης και η μετάπλασή της πάνω σε αντιθετικούς άξονες, η ζύμωση του ρεαλισμού με μια ειρωνική και, εν πολλοίς, αυτοσαρκαστική διάθεση, η οποία επιτυγχάνεται και σε αυτήν τη συλλογή με το επανερχόμενο προσωπείο του παλιάτσου, η πολυσημία που ευνοείται και από τη στιχοθεσία και υπηρετεί αφενός την πολυεπίπεδη σημασιολογική λειτουργία του νοήματος και αφετέρου το στοιχείο της έκπληξης και, τέλος, η επιτυχής ενσωμάτωση της ιστορίας στον οντολογικό πυρήνα της ύπαρξης, δεν υπηρετούν μονάχα την κοινωνική οπτική, αλλά πιστοποιούν με τον αψευδέστερο τρόπο ότι έχουμε να κάνουμε με ποίηση δραστική και βαθιά υπαρξιακή. Έχουμε, με άλλα λόγια, ένα σημαντικό, για την ελληνική ποίηση που παράγεται στην Κύπρο, συνθετικό ποίημα, το οποίο αποκαλύπτει έναν ανυπότακτο, αλλά εύθραυστο και πρωτίστως αντιφατικό δημιουργό. Έναν ποιητή φλεγόμενο, αλλά και δροσερό, σωματικό και εφήμερο, αλλά και θηρευτή του διαχρονικού· γυμνό και ανεπιτήδευτο, αλλά και πολύσημο· βιωματικό και υπαρξιακό, αλλά και βαθύτατα κοινωνικό, έναν ποιητή «φάλτσο του αόρατου κόσμου» που με την ανά χείρας συλλογή ανανεώνει εκ νέου το συμβόλαιο που υπέγραψε πρωτίστως με τον εαυτό του και ύστερα με τον αναγνώστη του.

[…]

Αγαπημένε μου
Σ’ αυτήν τη ζωή που ήρθες
με όλους εμάς τους θλιβερούς
παλιομαλάκες γύρω σου
Κοίτα να βρεις το μέτρο
των ανθισμένων κήπων
τον θηριώδη κυματισμό της αγάπης
ολοπόρφυρο στο σαστισμένο μπλε
Μακριά από τα φτιαχτά
ξεπουλημένα φώτα
τη σκουριασμένη λίγδα της έπαρσης
Ελεύθερος, σαν τον άτρομο χορό
στην άκρη του βράχου
φτύνοντας την πλουσιοπάροχη βλακεία
χιλιάδες μίλια μες στην εξυπνάδα
των έξυπνων
Ένας άνθρωπος σωστά
μετρημένος στο σκοτάδι του
οργισμένος νηφάλια
Κοίτα να μάθεις το Παιγνίδι
που σε παίζει
και «γίνε το παιχνίδι
που θα σπάσει μέσα του»*
Να ταξιδεύεις με αερόστατα του μυαλού
στους φοβερούς πυθμένες
Να χαθείς, αν θες να μάθεις
πως υπήρξες
Να εναντιώσεις το νερό
στην έκπαγλη ακινησία
 ολούθε
Δοκίμασε τα πάντα γύρω σου
Είναι η πλάση
το ανεξάντλητο δοκιμαστήριο
του αγνώστου
Μαθαίνεις ν’ ακούς
αυτό που βλέπεις
να βλέπεις αυτό που ακούς
κι ύστερα να το επιστρέφεις στην ομιλία
σαν η ενότητα αυτού που βλέπεται
κι αυτού που ακούγεται
Δοκίμασε
Κι όταν πατήσεις στέρεα στη γη
ερωτεύσου ανεμόσκαλες
σαν το πρώτο σκίρτημα της ζωής
 στο φως

*Φράση του Κώστα Αξελού από το βιβλίο Αυτοβιογραφικές σημειώσεις (Εκδόσεις Νεφέλη)

[…]
Λογάριασα καλά με τον ξενοδόχο
Ήμουν έτοιμος! Περίμενα πως θα ’ρθεις!
Μα, πού να φανταστώ τούτο το σκίρτημα
την αναμπουμπούλα της καρδιάς
το πόντισμα των σπλάχνων
Όλα τώρα είναι αλλιώς
Στην αυλή, ο ξεραμένος κήπος
ανθίζει ολόχρονα
 το σπίτι ζεσταίνει παντού
 σε κάθε σκέψη σου
 κι οι λέξεις
τούτα τα τρύπια
μπαλώματα της ανυπαρξίας
τα φθαρμένα ανταλλακτικά
της ύπαρξης
επιστρέφουν, πια, τα δεδουλευμένα
 της αβύσσου
Όλα τώρα είναι αλλιώς
Τα αντικείμενα, οι άνθρωποι
«κι οι σημασίες ανάμεσά τους»
Ακόμα κι η Λευκωσία
που προβάλλει συσταλμένα
πίσω από το γκρίζο
αποκηρυγμένη
 του ήλιου

[…]
Η μέρα πίνει το νερό
Ο ήλιος βασιλεύει γάργαρος
Ένα σχήμα θεού σφαδάζει
 στον βράχο
Κι εύκολα ενώνω
τη γλυκιά αφροσύνη του αφρού
με την άκρατη αφροσύνη
 του μυαλού μου
Ένας π’ αγναντεύει τη θάλασσα
και μπερδεύει τα κύματα
με την άχαρη επαναληπτικότητα
του εαυτού του
Μα, σκέφτομαι, ολάκερα
 σε τούτο το πλάνεμα
βουτηγμένος
 Ναι!
 Η ζωή υπάρχει
 γιατί είσαι εκείνο μέσα της
 που
 πριν καν υπάρξει ως βεβαιότητα
 μπορείς
να την ονειρευτείς


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ


[1] Προηγήθηκαν οι συλλογές Αμμόλιθος (1997), Εντός συνόρων (2000, Κρατικό Bραβείο Ποίησης), Έλικας φανταστικού ελικοπτέρου (Φαρφουλάς 2010), Εκδοχές ενός ποιήματος (Φαρφουλάς 2016), καθώς και η κοινή συλλογή με τον Παναγιώτη Νικολαΐδη Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση (Θράκα 2017).