Λουίζ Λαμπέ, Πέντε Σονέτα

ΛΟΥΪΖ ΛΑΜΠΕ

ΣΟΝΕΤΑ

(Μτφρ. Ξάνθος Μαϊντάς)

VIΙ
Καλά το ξέρεις, ό,τι έμψυχο πεθαίνει
όταν από το σώμα η ψυχή χωρίσει.
Το σώμα είμαι, είσαι η ψυχή κι όλη η ζήση,
λοιπόν που βρίσκεσαι ζωή μου λατρεμένη;

Αχ μη μ’ αφήνεις μόνη να σβήνω όταν πονώ,
πολύ αργά σα ’ρθείς για να με σώσεις
το σώμα σου στα όριά του να μη το νοιώσεις
κατάκοπος, δείξ’ του μια στάλα σεβασμό.

Καλέ μου φίλε, μη γίνει επικίνδυνη
αυτή η ποθητή συνεύρεση, η ονειρική
συνόδευσέ την, όχι σαν πρώτα βλοσυρός.

Με λόγια όχι τραχιά. Ας έχει η αγκαλιά σου
χάρη, που δίνει απαλά η ομορφιά σου.
Κι όχι σκληρός σαν πρώτα, μα τώρα σπλαχνικός.
~.~

VIII
Πεθαίνω, καίγομαι και σβήνω στη ζωή
καίγομαι ακόμη κι όταν ρίγος με περνά.
Είν’ η ζωή μου ήπια μα και σκληρή
κι η πλήξη αβάσταχτη μαζί με τη χαρά.

Γελώ και κλαίω, κλαίω και γελώ μαζί,
στην ευτυχία αντέχω βάσανα και πόνο.
Ό,τι ωραίο χάνεται κι αυτό διαρκεί
και συνεχώς με το που ανθίζω μαραζώνω.

Έτσι ο Έρωτας στραβά οδηγεί το βήμα
κι όταν θαρρώ πως είν’ η θλίψη μου βαριά
χωρίς να το σκεφτώ, βγαίνω έξω απ’ την οδύνη.

Και σαν πιστεύω ότι είμαι μέσα στη χαρά
στης πιο ψηλής επιθυμίας μου τη δίνη
πάλι η Αγάπη με γυρνά στο πρώτο κύμα.
~.~

ΧΙΙΙ
Αν ήμουνα γερμένη στο στήθος του το δυνατό
θ’ άξιζε έτσι ευτυχισμένη να πεθάνω.
Μαζί του, όσο η ζωή το φέρει, ας γλυκάνω
μα πάντα θα φοβάμαι τον φθόνο τον σκληρό.

Αν αγκαλιάζοντάς με, «Ψυχούλα μου ακριβή»
ψιθύριζε «οι δυο μας σ’ ένα ενωμένοι
καμιά πλημμύρα ή θύελλα αγριεμένη
δεν θα μπορεί να μας χωρίσει στη ζωή».

Αν καθώς τα χέρια μου τον έσφιγγαν,
όπως κισσός που τρώει το δέντρο, ο θάνατος
την τέρψη μου έσβηνε τη μαγεμένη,

ως παθιασμένα αυτός θα με φιλούσε,
κι η ύπαρξή μου όλη στα χείλη του ακουμπούσε
τότε θα πέθαινα, απ’ το να ζω, πιο ευτυχισμένη.
~.~

XIV
Όσο απ’ τα μάτια μου δάκρυ μπορεί ν’ αναβλύσει
τις ώρες που περάσαμε καθώς θα νοσταλγώ,
τότε με στεναγμό και ήχο λυγμικό
αμυδρά η φωνή θα ξεπηδήσει.

Όσο το χέρι μου μπορεί χορδές ν’ αγγίζει
και το λαούτο μου να πάλλεται μελωδικά
για χάρη σου, τόσο το πνεύμα αποζητά
τίποτα άλλο, παρά να νοιώσεις ό,τι αξίζει.

Δεν θέλω ακόμη να πεθάνω.
Μα σαν τα μάτια μου στεγνώσουν,
το χέρι ανήμπορο, η φωνή σπασμένη

και η σκέψη στη φθαρτή πορεία
θα σβήνουν του έρωτα τα ακριβά σημεία
ας μαυρίζει ο Θάνατος κάθε στιγμή αγαπημένη.
~.~

XVIII
Φίλησέ με, φίλησέ με πάλι, δός μου φιλιά,
χάρισε μου ένα απ’ τα πιο απολαυστικά σου
χάρισέ μου ένα απ’ τα πιο παθητικά σου:
Θα σου γυρίσω τέσσερα, ακόμη πιο θερμά.

Μα αλλοίμονο! Λυπάσαι. Τότε σβήνω ό,τι κακό
δίνοντάς σου δέκα ακόμη πιο γλυκά.
Έτσι αλλάζοντας ξετρελαμένοι τα φιλιά
θ’ απολαμβάνουμε άνετα το κάθε μας λεπτό.

Η ώρα αυτή διπλή ζωή θε να μας δώσει
για τον καθένα την δική του και του αγαπημένου.
Ω! Αγάπη επίτρεψέ μου τέτοια τρέλα να σκεφτώ:

Πάντοτε πονώ, ζωή ζητώντας μετρημένη
ποτέ μου να μη νοιώθω ευτυχισμένη
εκτός κι αν απ’ τον εαυτό μου έξω ξανοιχτώ.


(Μέρος τῆς ἐν προόδῳ μεταφραστικῆς δουλειᾶς τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη ἔκδοση τῶν Σονέτων τῆς Λουίζ Λαμπέ [1526-1566]).