Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
Πράσινες περιστέρες
περουζέδες
εντός· εκτός: φερέλπιδες pagliacci
να προγευματίζουν
βουτώντας προκηρύξεις
στον καφέ και τσιγάρα στον καφέ·
«Miglior fabbro, miglior fabbro,
γελάς; Είσαι καλός άνθρωπος. Προσπαθεί
να σε κηδέψει ο Foucault”.
«Τι θα μείνει απ’ όλα αυτά;
Καν μια Παλατινή Ανθολογία!» – 1987
«Κέλα για το den του Blake, Γιώργη.
Θα κάνουμε μια έκδοση βαθιά
των Τραγουδιών της Πείρας:
οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι» – 1991
«Άφησε τώρα τον Shakespeare – έχουμε αρκετό·
οι νταλγκάδες του Coleridge λείπουν:
Biographia Literaria.
«Τα παρατώ, Γιώργη», 19; (μόνο εκείνα τα σκαλιά
θυμάμαι και Ζ. Πηγής και… Jonny Walker (;)
και «Όχι εσύ Δημήτρη. Ο τόπος ζέχνει
από managers – ο Κέρβερος
παραδίδει μαθήματα επικοινωνιολογίας…»
«Τι δίνουμε στα παιδιά, Γιώργη;
Απελπισία στιχηρή. Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας
σα θλιβερά τραγούδια. Αυτό που έρχεται….
οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια…
θα διδάξω… νύχτα. Bella νύχτα!
Αποκριές. Δες πως χορεύει η Μούσα σου!» –
χίλια εννιακόσια – στα χίλια εννιακόσια…
Μόνο το φως, η μουσική, τα χείλη διαρκούν.
«Κι εγώ; Ένα μπουκάλι Cutty Shark – το λιγότερο
τη μέρα; O  Coleridge; Κάτι
μυρίζει εξορία μέσα μου, ακούγοντάς σε…
By thy grey beard and glittering eye…»
Τριάντα χρόνια προσδοκίες και ματαιώσεις
κι ο θεός γυμνός, ν’ αφήνει
κάτι απ’ τη θεία του φύση
κι ο βαρκάρης: «Δυο τρόποι για να βρεις
τη λευτεριά σου: ο ένας να φυγαδευτείς
κι ο άλλος να πεθάνεις.
«Τον Poe να κάνουμε, Γιώργη: πλήρης
έκδοση σχολιασμένη…»
Έζησα ήδη έναν θάνατο.
Ο δεύτερος θα με συντρίψει.
Κι έγιναν πέντε και δέκα και…
Μην βιάζεστε, ασύστατοι.
Ένας-ένας…
Ο Άδης τρέφεται με τους καλούς –
οι άθλιοι τον βαρυστομαχιάζουν.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΒΙΑΙΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ
ΜΙΑΣ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Μνήμη Δημήτρη Αρμάου

Κυριακή πρωί,
κι έξω, το πρώτο χιόνι,
απλώνει την σιωπή στην οδό Αλληλεγγύης.

Η μυρουδιά του πρωινού καφέ
χαρμόσυνα αναδύεται κι απλώνεται
μέσα στο σπίτι.

Πλησιάζω το ιδρωμένο τζάμι.
Κοιτώ το δρόμο πίσω
απ’ τα κλαράκια της οξυάς.

Γεμίζει η ψυχή μου
και μια γαλήνη
κυριεύει το κορμί μου

αίφνης, ένας κότσυφας
με το ράμφος του, δυο φορές,
το τζάμι αγγίζει.

Το βλέμμα μου τον αγκαλλιάζει
καθώς, πάνω σ’ ένα κλαράκι
βρίσκει απάγκειο. Με κοιτάζει•

υπνωτισμένος τον κοιτώ κι εγώ
καθώς, μέσα στην αχλύ του πρωινού,
παίρνει να αλλάζει

κι αναδύεται η μορφή σου
Δημητράκη, το χαμόγελό σου.
Η ανάσα σου, έρχεται κι ακουμπά το τζάμι.

Ύστερα αθόρυβα
υποχωρείς μες στον
ουράνιο θόλο

μικρέ μου αδελφέ
κι αφήνεις πάνω στο τζάμι
ένα ίχνος,

και με κάνεις
ακόμη μια φορά,
σε τούτη τη ζωή,
καλύτερο άνθρωπο!

Μια Κυριακή πρωί
μες στη γαλήνη
του χιονισμένου πρωινού.

~.~

ΑΛΕΞΗΣ ΤΑΜΠΟΥΡΑΣ

ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ

Αφιερωμένο στον Δημήτρη

Ας περιμένουν τώρα
λίγο ακόμα τις βροχές οι υδρορροές

Και οι σπόροι ας μην βιαστούν
να βλαστήσουν μες την γή

Για να δώσουν περιεχόμενο
στην αχόρταγη αναμονή εκείνη
που αποζητά τα θελήματα της θύμισης

Πριν εξηγήσουν οι μάντεις
προφητικά μελλούμενα τα πρόωρα
Κι αρχίσει να μοιάζει το παρόν
κοινό παραστατικό
μιας αναδιάταξης των περασμένων

Ανά πάσα στιγμή άλλωστε

πού αλλού να αναζητήσει κανείς
το νόημα της ζωής
Παρά στο μελλοντικό
γενεολογικό ριζικό των πεπραγμένων

~.~

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΡΜΑΟΥ

Ψάλλεις με τον ήχο
της ποιητικής σου φόρμιγγας.
Σεμνώ τις λέξεις σου,
τους μελίρρυτους
στοχασμούς σου,
το ασημένιο μολύβι σου
και το χαρτί σου
από μετάξι.
Σεμνώ την ελευθερία σου
—βωμός λατρείας—
εις μνήμην
της ανυπόκριτης
έμπνευσής σου.

~.~

ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ

ΤΕΤΡΑΧΡΟΝΟΣ

Ψυχή από σάρκα πηχτή
Πηχτή
Όπως τής γης το στήθος
Το φως
Και το σκοτάδι
Ένα φιλί
Που το φιλάς μέχρι να σβήσεις
Ναρκωμένος

Κάθε αυλή μιλά με τραγούδια
Κάθε τραγούδι γράφεται με πέταλα και μίσχους
Οι μίσχοι αγρεύουν τον Ωρίωνα
Στον οισοφάγο σου γλιστρά με το ραβδί του ο Αντάρης
Και απλανής τώρα βαφτίστηκες στο Αλλόγλωσσο

Ο Άρης κρύβεται πάντα πίσω από πανσέδες
Βυσσοδομεί κρυμμένος στα κυκλάμινα
Και θα το μάθεις βαθιά στη σάρκινη ψυχή σου
Την πηχτή
Όπως η άδολη αγάπη
Όταν πολύ παραδομένος πια
Ξεγραμμένος από τού χώματος
Τη μοίρα που φοράς
Θα ’χεις διαγράψει τα λιμάνια
Και των κάβων τ’ ανθρώπινα θωπεύματα
Θα ’χεις καρατομήσει με σπαθιά
Ακονισμένα στα παιδικά σου βήματα
Στα παιδικά παιχνίδια σου
Στα παιδικά κρυφομιλήματα τής αφωνίας !

Ω πόσο όλα παράξενα !
Κυκλοφορούν τα μυστήρια στη λεωφόρο
Σαν αυτοκίνητα
Μα, δίχως άδεια
Δίπλωμα
Ασφάλεια
Και όποιον πατούν
Εσένα δηλαδή, τον έκθαμβο κατ’ επάγγελμα
Τον άφωνο κατά κλήση
Τον πρόθυμα κι ανόητα φιλόξενο
Τον ανοιχτόκαρδο άλαλο
Τον εγκαταλείπουν επί τόπου
Στο δρόμο
Αβοήθητο
Πλημμυρισμένο αίματα
Με διάτρητα σπλάχνα
Να κυλούν από μέσα …άσφαλτα
Κυπαρίσσια ερώτων παιδικών
Πηγάδια
Θάλασσες ομιλητικές
Με τα ασήμια των μάγων
Σειρήνες
Σειρήνες
Σειρήνες συνεχώς…

~.~

ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΗΝΟΣ

ΚΑΘΩΣ ΘΑ ΞΕΚΙΝΑΣ

Καθώς θα ξεκινάς
Βελονιά πανικόβλητη
Τη μορφή της θα χάνει
Στο ατέλειωτο κέντημα

Κρεμασμένο φιλί
Στης φωτιάς το αγκίστρι
-Έκτακτη μαρμαρωμένη απογείωση –
Δεν θα απαγχονίζεται
Στο υγρό σου ικρίωμα

‘Hχος θα σαλπίζει το βήμα σου
Τη γνωστή εισαγωγή
Αναμονής κρουστής να εκτονώσει
Κι εκείνο κωφάλαλο
Απ’ την ομoβροντία του έξαφνου
Σαν μαέστρος του τέλους
Άψογα θα υποκλίνεται

Ικέτης αέρας
Διανυκτερεύοντας θα αναζητεί
Να φορέσει το σώμα σου
Στ’ ακριβή του τα σχήματα
Δραπέτης ακούσιος
Απ’ τον εαυτό του εκείνο
Θα φωλιάζει ασάλευτος
Σε φινάλε προσχήματα

Ανείπωτες λέξεις
Δεν θα βρίσκουν φωνή
Να εκστρατεύουν τα άστρα τους
Σαν ανύμφευτος ουρανός
Που τα πετράδια του έχασε
Απ’ τούς κύκλους τους άστατους

Καθώς θα ξεκινάς
Τον πυρετό σου θ’ αφήνεις
Να φλογίζει τα πράγματα
Ιστορία ανιστόρητη
Που η δροσιά της θα γράφεται
Με τ’ αοράτου τ’ ανάμματα

Καθώς θα ξεκινάς
Θά ’σαι πάντα εδώ
Όμως χαμένος ολότελα
Μικελάντζελο ατερμάτιστος
Σε καμβάδες ολόλευκους
Να λειτουργούν ανεξίτηλα
Ανατολή προσεδαφίζεται
Μεσουρανεί η απορία
Ξεβρασμένη βάρκα η ομορφιά
Με σκαρμούς που τους δένει
Της άκαιρης, ως φαίνεται, Δύσης
Η κουτσή μαεστρία


Δεῖτε ἐπίσης τὰ κατὰ καιροὺς δημοσιευμένα ἠλεκτρονικὰ μικρο-ἀφιερώματα τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο:

Κώστας Κουτσουρέλης, Ἀ. Κ. Χριστοδούλου, Γιάννης Πατίλης, Βασίλειος Π. Βερτουδάκης, Δημήτρης Μαῦρος, ὅπως ἐπίσης καὶ πρωτότυπες ἐργασίες τοῦ Δημήτρη Ἀρμάου δημοσιευμένες γιὰ πρώτη φορὰ στὸ ΝΠ: Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ καὶ ἄλλες μεταφράσεις.