Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 2. Οι αποδόσεις του Π. Α. Σινόπουλου (2/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

2. Οι αποδόσεις του Π. Α. Σινόπουλου (2/3) 

Η αρίθμηση των ύμνων με ελληνικά στοιχεία παραπέμπει αντίστοιχα στην αθηναϊκή έκδοση (Τωμαδάκης 1952-1961), με λατινικά στοιχεία στην έκδοση του Grosdidier de Matons (1964-1981), και με αραβικoύς αριθμούς στην έκδοση Maas and Trypanis (1963). Το πρωτότυπο κείμενο που παραθέτουμε αμέσως μετά την απόδοση προέρχεται από την έκδοση Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode: Hymnes.
Για ένα γενικό εισαγωγικό σημείωμα στο ποιητικό έργο του Ρωμανού και τη δεξίωσή του στη νεώτερη Ελλάδα βλ. την πρώτη ανάρτηση της σειράς εδώ. Για το πρώτο μέρος των αποδόσεων Σινόπουλου βλ. εδώ.

~.~

Αντιφωνάρια.
Χερουβικοί ύμνοι.
Κοντάκια Ρωμανού του
Μελωδού.
(Άγγελος Σικελιανός, Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο, Αθήνα 1988, σ. 18)

Οι πολλές μεταφραστικές αποδόσεις των ύμνων του Ρωμανού αρχικά δημιούργησαν ορισμένη αμηχανία σχετικά με την επιλογή κι ανθολόγησή τους. Στην πορεία όμως, η πληθώρα τους απέβη ευεργετική, καθότι προκρίθηκε η δυνατότητα να παρουσιαστεί και να γίνει γνωστό το μεγάλο εύρος και ο θεματικός πλούτος του ποιητικού-υμνογραφικού ρωμανικού έργου, χωρίς τον περιορισμό σε συγκριτικές αποδόσεις των ίδιων ύμνων. Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε καταδεικνύει και η μεταφραστική εργασία του Π. Α. Σινόπουλου όντας η πλέον πλούσια και ποικιλόθεμη.

Σχετικά με τον παρόντα ύμνο, που αφορά την εξύμνηση της μοναχικής ζωής σε αντιβολή με τις δυσκολίες του εγκόσμιου βίου ή και τις ίδιες τις δυσχερείς στιγμές μιας τέτοιας επιλογής βίου, ας σημειωθεί εδώ μόνον η καταγραφή ορισμένων αποσπασμάτων του ύμνου αυτού, από τον ίδιο τον Καζαντζάκη στο Αγιορείτικο ημερολόγιό του, όπως τον διάβασε κατά την επίσκεψή του στο Άγιον Όρος με τον Άγγελο Σικελιανό το 1914. Αντιγράφω:

― Ἀλλ᾽ ὁ γέλως ἡμῶν ἐπὶ τούτοις πλατύς.
― Ἀπαράλειπτος γὰρ ἡ χαρὰ τοῦ ψαλμοῦ Ἀλληλούϊα.
― Ἀλλ᾽ ἡμῶν ἡ γαλήνη ἀχείμαστος.
― Ἀγαθὸν οὖν, ἡσύχως τὸ ψάλλειν Ἀλληλού[ϊα].
― Πάντων τὸ πᾶν ἐστὶν ἡ προσευχή.

(Νίκος Καζαντζάκης, Άγιον Όρος, Νβρης-Δβρης 1914, Ημερολόγιο, Επιμέλεια-Εισαγωγή-Σχόλια Χρ. Ντουνιά & Παρ. Βασιλειάδη, Ηράκλειο 2020, σ. 112)

~ . ~

 

 

 

ΥΜΝΟΣ ΛΕ΄
( «κοντάκιον εἰς μοναχούς» LIII – 55  )

Ἀπόδοση: Π. Α. Σινόπουλος 

Στὸ Σάβ­βα­το τῆς Τυ­ρο­φά­γου,
Κον­τά­κι­ο ποὺ δί­νει πολ­λὴ ὠ­φέ­λει­α καὶ κα­τά­νυ­ξη
καὶ ψέλ­νε­ται στοὺς ὅ­σι­ους μο­να­χούς, ἀ­σκη­τὲς
καὶ μο­νά­ζου­σες. Ἡ ἀ­κρο­στι­χί­δα:
ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ Ο ΨΑΛΜΟΣ ΟΥΤΟΣ

Προ­οί­μι­ο 1.
Κή­ρυ­κες τῆς εὐ­σέ­βει­ας, φί­μω­τρα τῆς ἀ­σέ­βει­ας,
οἱ θε­ο­φό­ροι, ποὺ τοὺς κά­νεις χα­ρού­με­νους καὶ λάμ­πουν στὴν ὑ­φή­λι­ο.
Μὲ αὐ­τῶν τὶς ἱ­κε­σί­ες, φύ­λα­ξέ τους ἐ­κεί­νους
ποὺ σὲ δο­ξά­ζου­νε καὶ σὲ με­γα­λύ­νου­νε
καὶ σ’ ἀ­πό­λυ­τη εἰ­ρή­νη σοῦ ψέλ­νου­νε
Ἀλ­λη­λού­ι­α.
 
Προ­οί­μι­ο 2.
Ἀπ’ τὴ ζω­ὴ τοῦ σή­με­ρα, σὲ νο­η­τὸ πα­ρά­δει­σο
τὴν κα­τοι­κί­α φτι­ά­σα­με καὶ μὲ με­τά­νοι­α ἂς φω­νά­ξου­με:
«Σῶσε, μό­νε πο­νό­ψυ­χε, αὐ­τοὺς ποὺ κα­τα­φεύ­γουν σὲ σέ­να.
Για­τὶ τὰ πάν­τα ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με
Κι ἐ­σὲ μό­νο πο­θῶν­τας ψέλ­νου­με
Ἀλ­λη­λού­ι­α». 

Οἶκος 1.
Τ’ ἀ­γα­θὰ τῆς ζω­ῆς τὰ ἐ­πρό­σε­χα
μὰ ἔ­βλε­πε ὁ νοῦς μου ὅ­σα γί­νον­ταν
καὶ με­τρῶν­τας στὸ βί­ο τοὺς πό­νους του,
τὴ ζω­ὴ τῶν θνη­τῶν κα­κο­τύ­χη­σα.
Ἐ­σᾶς μο­νά­χα ἐ­μα­κά­ρι­σα,
ποὺ δι­α­λέ­ξα­τε τὴν κα­λὴ με­ρί­δα,
νὰ πο­θῆ­τε τὸ Χρι­στὸ καὶ νὰ μέ­νε­τε μ’ αὐ­τὸν
καὶ νὰ ψέλ­νε­τε τερ­πνὰ μὲ τὸν προ­φή­τη Δαυ­ὶδ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 2.
Οὔ­τε ἕ­ναν δὲν εἶ­δα θνη­τὸν ἄ­λυ­πο,
καὶ ὁ κό­σμος ἀλ­λά­ζει ἑ­κά­στο­τε.
Ὅ­σα ἔ­χουν κα­λῶς, ξάφ­νου ἔ­χουν κα­κῶς
κι ὁ φαι­δρὸς τοῦ ἐ­χθὲς σή­με­ρα εἶν’ σκλη­ρός.
Φτω­χὸς στὰ ξαφ­νι­κὰ ὁ πλού­σι­ος,
ἀ­κε­φιὰ ἔ­χει τώ­ρα ὁ κε­φά­τος.
Ἀλ­λὰ σεῖς ἀπ’ ὅ­λα τοῦ­τα ἐ­λεύ­θε­ροι,
για­τὶ ἐ­σκλα­βώ­σα­τε τὴν ψυ­χὴ στὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 3.
Ὑ­πε­ρή­φα­νος εἶ­ναι ὁ πλού­σι­ος,
τρώ­γον­τας τοῦ φτω­χοῦ κά­θε δύ­να­μη.
Κι ἂν κο­πιά­ζει ὁ γε­ωρ­γός, ὁ ἀ­φέν­της τρυ­γᾶ,
μ’ ἄλ­λου κό­πους ὁ ἄλ­λος εὐ­φραί­νε­ται.
Μ’ ἱ­δρῶ­τες ὁ φτω­χὸς μα­ζεύ­ει,
καὶ μὲ μό­χθους, τὰ ὅ­σα ὁ ἄλ­λος σκορ­πί­ζει.
Μὰ ἐ­σᾶς κά­θε κό­πος φυ­λά­χτη­κε
κι ἀ­με­τά­βλη­τη ἔ­χει σφρα­γί­δα Χρι­στοῦ.
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 4.
Τοὺς ἀ­γά­μους ἐλ­πί­δες φλο­γί­ζου­νε,
τοὺς ἐγ­γά­μους φρον­τί­δες τοὺς δέρ­νου­νε.
Τοὺς ἀ­τέ­κνους ἡ λύ­πη τοὺς μά­ρα­νε,
πο­λυ­τέ­κνους ὁ κό­πος τοὺς ἔ­λι­ω­σε.
Γιὰ τὸ γά­μο ἄλ­λοι ὀ­δύ­ρον­ται,
κι ἄλ­λοι πά­λι τὴν ἀ­τε­κνί­α θρη­νοῦ­νε.
Μὰ γι’ αὐ­τὰ τὸ δι­κό σας τὸ γέ­λιο πλα­τύ,
καὶ δὲν ἔ­χε­τε μέ­ρι­μναν ἄλ­λη, πα­ρὰ τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 5.
Ἁρ­μυ­ρὸ τὸ νε­ρὸ ποὔ­χει ἡ θά­λασ­σα,
μὰ γλυ­κὰ στὴν κοι­λιὰ τὰ φα­γώ­σι­μα.
Ρι­ψο­κίν­δυ­νοι γί­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι,
τὸ στο­μά­χι σ’ αὐ­τὸ τοὺς ἀ­νάγ­κα­σε.
Ζω­ὲς σὲ σα­νί­δια ἐμ­πι­στεύ­ον­ται,
γιὰ τὴν τρο­φὴ καὶ ζά­λη κα­τα­φρο­νοῦ­νε.
Μὲ ἐ­σᾶς ἡ γα­λή­νη ἀ­χεί­μα­στη,
ἀν­τὶς ἄγ­κυ­ρα ἔ­χε­τε ἐ­σεῖς τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 6.
Πει­ρα­τές, τρι­κυ­μί­ες καὶ θύ­ελ­λες
πα­ρα­βλέ­πουν πο­θῶν­τας τὰ χρή­μα­τα.
Τὴν ὁρ­μὴ τῶν κυ­μά­των κυτ­τά­ζου­νε
καὶ δει­λι­ά­ζουν, ἀλλ’ ὅ­μως δὲν φεύ­γου­νε,
για­τὶ ἐλ­πί­δα γιὰ πλού­τη τοὺς τρά­βη­ξε,
ἔ­στω κι ἂν καὶ πνιγ­μοὺς καὶ τρο­μά­ρες θὰ ἔ­φερ­νε.
Μὰ τὸ σκά­φος σας μέ­νει ἀ­ναυ­ά­γη­το,
γιὰ λι­μά­νι ἀ­πά­νε­μο βρή­κα­τε τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 7.
Ἐ­ὰν μὲς στοὺς αἰ­ῶ­νες πα­ρά­με­ναν
τὰ πα­ρόν­τα, φθο­ρὰ μὴ φο­βού­με­να,
οὔ­τε τό­τε ὅ­σοι ἔ­χου­νε σύ­νε­ση
θὰ τὰ θέ­λα­νε καὶ θὰ τὰ δι­ά­λε­γαν.
Κι ἂν σκε­φτῆς ὅ­τι γρή­γο­ρα φεύ­γου­νε
―πρὶν τὸ τέ­λος πολ­λὲς φο­ρὲς χά­νον­ται―
ὅ­ποιος τ’ ἄ­φη­σε εἶν’ τρι­σμα­κά­ρι­στος,
ἂν μὲ πί­στη καὶ πό­θο με­λε­τᾶ τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 8.
Ἴ­σως ὅ­λα μὲ δυ­ὸ λό­για λέ­γον­ται:
τὰ ἐγ­κό­σμι­α κι ὁ κό­σμος πα­ρέρ­χον­ται.
Ὅ­ταν στὸ βί­ο τὰ πάν­τα κε­ρδί­σου­με,
τό­τε σί­γου­ρα στὸν τά­φο θὰ κα­τοι­κή­σου­με.
Γι’ αὐ­τὸ κα­λὰ εἶ­πε ὁ πάν­σο­φος
«μα­ται­ό­της μα­ται­ο­τήτ­ων τὰ πάν­τα».
Ἂν θά ’σαι νε­κρός, πρὸς τί ὁ πλου­τι­σμός;
Εἶν’ ὡ­ραῖ­ο στὰ ἥ­συ­χα νὰ ψέλ­νης δι­αρ­κῶς στὸ Χρι­στὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 9.
Νὰ καὶ κά­ποιοι σὲ σᾶς μοῦ φω­νά­ζου­νε,
ὄ­χι μὲ τὸ στό­μα τους μὰ μὲ τὸ πνεῦ­μα τους:
«Εἶν’ ὁ κό­σμος σκλη­ρός, κα­θὼς εἶ­πες,
ἀλλ’ ἀ­κό­μη μ’ αὐ­τὸν ἀ­σχο­λεῖ­σαι.
Δο­κά­ρι στέ­κει μπρὸς στὰ μά­τια σου
καὶ πῶς βλέ­πεις νὰ βγά­λης ἀπ’ τ’ ἀ­δέρ­φια σου χνού­δι;
Ἂν κα­λὰ εἶν’ ὅ­σα λές, μὰ για­τί δὲν τὰ κά­νεις;»
Ἔ­χεις τὸ κρί­μα πά­νω σου μὴ με­λε­τών­τας τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 10.
Ὅ­μως ὅ­λοι τὸ λό­γο δὲν δέ­χτη­καν,
ποὺ ὁ Κύ­ρι­ος τό­τε τοὺς πρό­στα­ξε.
Κι ἂν στὸν ἕ­ναν τὸ εἶ­πε, γιὰ ὅ­λους μας ἤ­τα­νε:
«Νὰ που­λή­σης τὰ πάν­τα κι ἀ­κο­λού­θα με».
Ἄλ­λοι τὸν ἄ­κου­σαν ὡς φρό­νι­μοι,
κι ἄλ­λοι ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν, ὅ­πως οἱ ὅ­μοι­οί μου.
Τέ­τοιος εἶ­μαι κι ἐ­γώ, κι ἂς μὴν μοῦ τὸ εἴ­πα­τε,
καὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ μοῦ πῆ­τε ζη­τῶ τὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 11.
Ὑ­πο­κί­νη­σα τὴ δι­ά­θε­ση μέ­σα σας
μὲ ψαλ­μοὺς νὰ ὑ­μνῆ­τε τὸν Κύ­ρι­ο,
ὥ­στε ὅ­ταν ὁ μι­στὸς θὰ σᾶς δί­νε­ται,
τ’ ὄ­νο­μά μου μὲ σᾶς ν’ ἀ­να­φέ­ρε­ται.
Καὶ γι’ αὐ­τὸ ἂς ἀ­κοῦ­τε τὰ λό­για μου,
ἀλλ’ ἀ­πὸ τὶς πρά­ξεις μου πέ­ρα νὰ τρα­βη­χτῆ­τε.
Ν’ ἀ­γα­πᾶ­τε τὰ λό­για μου καὶ ὄ­χι τὰ ἔρ­γα,
καὶ δὲν ἔ­χω τρα­γού­δι, πα­ρὰ τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 12.
Ρέ­ει πη­γὴ κα­θα­ρὴ κεῖ ποὺ πή­γα­τε,
τὴ βρω­μιὰ τῆς ζω­ῆς ἀ­πο­φύ­γα­τε.
Τὴ ζω­ὴ τῶν ἀ­σάρ­κων ζη­λέ­ψα­τε
καὶ τὴ σάρ­κα σᾶς πιὰ μὴ φρον­τί­ζε­τε.
Μὴν ἀ­γα­πᾶ­τε ὅ­σα ἀ­φή­κα­τε.
Ὅ­σα γκρε­μί­σα­τε, μὴν τὰ ξα­να­χτί­ζε­τε,
στὸν ἐ­χθρὸ πε­ρι­γέ­λιο νὰ μὴ γί­νε­τε,
ἀλ­λὰ μέ­νε­τε ψύ­χραι­μοι, ψέλ­νον­τας τὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 13.
Ὢ τί πρά­ξεις ἐ­σεῖς ἀ­πο­φύ­γα­τε,
ὣς καὶ σκέ­ψη γι’ αὐ­τὲς ἂς μι­σή­σε­τε.
Βί­ο δί­χως φθο­ρὰ καὶ μα­λώ­μα­τα
ἐ­δι­α­λέ­ξα­τε ὅ­πως οἱ ἄγ­γε­λοι,
στὸν κα­θέ­να σας δῶ­στε τὴν ἀ­ξί­α του.
Μὴν εἰ­πῆ­τε: “αὐ­τὸ δι­κό μου, αὐ­τὸ δι­κὸ σου”,
κι ἂν μο­νά­ζης δὲν ἔ­χεις δι­κό σου τί­πο­τα
καὶ τὰ πάν­τα σὲ ὅ­λους ἀ­νή­κουν, καὶ ὁ ψαλ­μὸς
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 14.
Με­τα­ξύ σας πο­τὲ μὴ μα­λώ­νε­τε,
για­τὶ λέ­ει: «Τί ἔ­χεις ποὺ εἶ­ναι δι­κό σου;»
Ἂν νη­στεύ­ης, μὴν κρί­νης ὅ­ποιον τρώ­ει
κι ὅ­ποιος τρώ­ει ἂς τι­μᾶ ὅ­ποιον νη­στεύ­ει.
Για­τὶ τρώ­ει ὁ ἕ­νας ποὺ εἶν’ ἄρ­ρω­στος,
ὁ ἄλ­λος πά­λι ἀ­πὸ ἐγ­κρά­τει­α νη­στεύ­ει.
Ἄλ­λος εἶ­ναι στὸ μό­χθο, κι ἄλ­λος ψέλ­νει μὲ πό­θο,
μὰ ἕ­νας ὁ μι­στὸς σ’ ὅ­ποιον πο­θεῖ τὸ Χρι­στό,
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 15.
Ἀλ­λὰ κά­ποιος θὰ πῆ «ἔχω καύ­χη­μα
με­γα­λύ­τε­ρο, για­τί ξέ­ρω τὴ Γρα­φή».
Καὶ τί ὁ ψα­ρᾶς ὁ Πέ­τρος ἔ­μα­θε,
ποὺ ἀπ’ τὸν Μω­ϋ­σῆ προ­πο­ρεύ­ε­ται;
Τῶν Αἰ­γυ­πτί­ων κά­θε γνώ­ση
σχε­δὸν τὴν ἔ­μα­θε ὁ προ­φή­της,
μὰ ὁ Πέ­τρος σὰν μι­λᾶ σι­ω­πᾶ ὁ Μω­ϋ­σῆς.
Μὴν πε­ρι­φρο­νῆς τὸν ἀ­γράμ­μα­το, ὅ­ταν ξέ­ρης τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 16.
Νευ­ρω­μέ­νοι μὲ πί­στη ἂς εἴ­μα­στε,
ἀ­φοῦ τὸ σῶ­μα τὸ πα­ρα­τή­σα­με,
κι ὡ­πλι­σμέ­νοι μὲ ἄ­σμα­τα κι ἄ­γρυ­πνοι.
Κι ὁ μο­να­χὸς τί ἔ­χει γιὰ ὅ­πλο του;
Στὸν ἡ­γού­με­νο πρᾶ­ος κι ὑ­πο­ταγ­μέ­νος,
ν’ ἀ­γα­πᾶ τὸ Χρι­στό, στορ­γι­κὸς στοὺς ἀ­δερ­φοὺς
καὶ πρό­θυ­μος νὰ εἶ­ναι τὸν και­ρὸ τοῦ ψαλ­μοῦ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 17.
Ὅ­ταν ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον ὑ­ψώ­νε­ται,
τό­τε ἀ­πὸ τὸν ἐ­χθρὸ πε­ρι­παί­ζε­στε.
Ἔρ­γο ἔ­χει νὰ μπαί­νη ἀ­νά­με­σα,
νὰ φου­σκώ­νη τὸ νοῦ στοὺς ἀ­δύ­να­τους ἀ­δερ­φούς.
Τὸν ἕ­ναν ὑ­ψώ­νει πὼς εἶ­ναι καλ­λί­φω­νος,
καὶ τὸν ἄλ­λον τὸν φου­σκώ­νει ὅ­τι εἶ­ναι τρα­νό­λα­λος,
τοὺς τυ­φλώ­νει αὐ­τὸς καὶ γε­λά­ει μ’ αὐ­τούς.
Μὰ μὲ σκέ­ψη κα­θα­ρὴ νὰ στα­θῆ­τε στὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 18.
Ὑ­πο­γεί­ως πολ­λὲς φο­ρὲς ἔρ­χε­ται
στὸν ἀ­δερ­φὸ καὶ τοῦ λέ­ει: «Για­τί μά­ται­α μο­χθεῖς;
Νὰ ποὺ ἄλ­λος δὲ δου­λεύ­ει, μὰ ἔ­χει πρω­τεῖ­α.
Μ’ ἀ­φορ­μὴ τὴ φω­νὴ προ­τι­μή­θη­κε».
Κι ἐ­κεῖ­νος πί­στε­ψε σὰν ἐ­λα­φρό­μυα­λος
σ’ αὐ­τὰ καὶ πα­ρά­τη­σε ὅ,­τι θὰ τὴν δι­καί­ω­νε
κι ἀ­φή­νει τὴ δου­λειὰ καὶ πιά­νει τὴ λα­λιά.
Μὰ πο­τὲ μὴν ἀ­κου­στῆ, πα­ρε­κτὸς μὲ τὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 19.
Ὁ­πλι­στῆ­τε μὲ πί­στη, νὰ στε­κό­σα­στε
μὲ γερ­τὸ χα­μη­λὰ τὸ κε­φά­λι σας,
μὲ τὸ σῶ­μα στὴ γῆ γέρ­νον­τας,
μὲ τὴν ψυ­χὴ τὸ Χρι­στὸ πά­νω βλέ­πον­τας,
πα­ρα­φυ­λά­γον­τας κι ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας
ἀ­πο­δη­μί­α ἀπ’ τὸ βί­ο τοῦ­το,
καὶ κα­τοι­κί­α στῶν Ἁ­γί­ων Πάν­των τὶς σκη­νές,
ὥ­στε, ὅ­πως ἐ­δῶ, νὰ τρα­γου­δᾶ­τε τὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 20.
Ψυ­χή σας νά ’ναι ὁ κα­νό­νας, πο­θῆ­στε τον,
ποὺ σω­στὰ καὶ σο­φὰ τὸν δι­α­λέ­ξα­τε.
Δι­α­φο­ρὲς με­τα­ξύ σας ἂν ἔ­χε­τε,
τό­πο στὸν πο­νη­ρὸ νὰ μὴ δώ­σε­τε.
Κα­νεὶς μὴν τρέ­χει πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο.
Σὰ λιον­τά­ρι σᾶς κυ­νη­γᾶ ὁ πα­νοῦρ­γος
καὶ τὴ μάν­τρα γυρ­νᾶ γιὰ νὰ φά­η ἀρ­νιά.
Κα­νεὶς λοι­πὸν μὴν παύ­η νὰ ψέλ­νη συ­νε­χῶς τὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 21.
Ἂν ὁ νοῦς σου σὲ σκαν­δα­λί­ζει κά­πο­τε
καὶ σ’ ἐ­ρε­θί­ζει μ’ αὐ­τὴ τὴν ἔ­ξο­δο
καὶ λέ­ει: «Ἐ­δω­πέ­ρα τί κλεί­στη­κες;
Πό­σοι ἀ­πέ­ξω δὲν ἔ­γι­ναν δί­και­οι;»
νὰ πῆς ἀ­μέ­σως ὅ­σα ἔ­μα­θες,
ὅ­τι «εἶ­δα στὸν κό­σμο ἀν­τι­λο­γί­α
καὶ στὶς πό­λεις πολ­λὴ ἀ­νο­μί­α.
Γι’ αὐ­τὸ ἐ­δῶ κα­τοι­κῶ καὶ κε­λα­ϊ­δῶ τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α».

Οἶκος 22.
Λέ­ει πά­λι σὲ σέ: «Καὶ πῶς δύ­νε­σαι
τὸν κα­νό­να νὰ τη­ρῆς τοῦ μο­νά­ζον­τος;
Ὁ ζυ­γὸς καὶ βα­ρὺς καὶ δυ­βά­στα­χτος
κι ὅ­ταν δὲν τὸν ἀν­τέ­χεις εἶ­σαι ἄ­χρη­στος».
Νὰ πῆς ἀ­μέ­σως στὸν ὕ­που­λο:
«Ὁ κα­νό­νας ἀ­παι­τεῖ τὸ κα­τὰ δύ­να­μη.
Κι ἂν αὐ­τὸ δὲν τὸ μά­θω, τὸ ἄλ­λο κρα­τῶ.
Ἂν δὲν μπο­ρῶ τὴ δου­λειά, με­λε­τῶ τὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α».

Οἶκος 23.
Μα­ζὶ μὲ τοὺς ἐρ­γά­τες ποὺ κά­λε­σε
μέ­σα στὸν ἀμ­πε­λώ­να ὁ Κύ­ρι­ος,
γιὰ ἐρ­γα­σί­α καὶ σεῖς προ­σπα­θή­σα­τε.
Τῆς ψυ­χῆς τὸ σα­θρὸ τὸ ἀ­φή­σα­τε
καὶ βί­ο ἀγ­γέ­λων ἀρ­χί­σα­τε,
γιὰ νὰ πε­ρᾶ­στε στὴν ἐν­τέ­κα­τη ὥ­ρα
μὲ ὅ­σους ὑ­πο­φέ­ραν τὸ ἡ­λιό­κα­μα.
Κι ὁ δι­κός σας ὁ κλῆ­ρος εἶ­ναι ὁ μι­στὸς
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 24.
Ὅ­ταν εἶ­πε «ἐ­γὼ εἶ­μαι ἡ ἄμ­πε­λος
καὶ ἐ­σεῖς τὰ δι­κά μου τὰ κλή­μα­τα»,
γιὰ νὰ δεί­ξη σ’ ἐ­μᾶς τὴ συ­νά­φει­α
τὴ δι­κή του μ᾽ ἐ­μᾶς εἶ­πε αὐ­τό.
Καὶ γι’ αὐ­τὸ ἂς ἐρ­γα­ζό­μα­στε,
ὥ­στε ἔ­τσι νὰ γε­νό­μα­στε μὲ κό­πο
κα­θὼς αὐ­τὸς σ’ ἐ­μᾶς, ὅ­μοι­α κι ἐ­μεῖς σ’ αὐ­τόν,
για­τὶ θέ­λει καὶ χαί­ρε­ται ν’ ἀ­κού­η τὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 25.
Στα­θε­ροὶ μὲ τὴν πί­στη, νὰ στε­κό­σα­στε
μὲ γερ­τὸ χα­μη­λὰ τὸ κε­φά­λι σας
μὲ τὸ βλέμ­μα στὴ γῆ κά­τω ρί­χνον­τας,
μὲ τὴν ψυ­χὴ τὸ Χρι­στὸ πά­νω βλέ­πον­τας,
πα­ρα­φυ­λά­γον­τας καὶ πε­ρι­μέ­νον­τας
με­τὰ ἀ­πὸ τὴ με­τά­στα­ση τοῦ βί­ου τού­του
νὰ κα­τοι­κῆ­στε στῶν ἁ­γί­ων τὶς σκη­νές,
ὥ­στε, ὅ­πως ἐ­δῶ, νὰ λέ­τε κι ἐ­κεῖ τὴν ὠ­δὴ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 26.
Ὁ και­ρὸς τῆς χα­ρᾶς σας πλη­σί­α­σε,
για­τὶ ὁ Κύ­ρι­ος γρή­γο­ρα ἔρ­χε­ται.
Ὁ νυμ­φώ­νας γιὰ τὸν νυμ­φί­ο εἶν’ ἕ­τοι­μος
κι ἐ­σεῖς μὲ τὶς λαμ­πά­δες ἀ­στρά­φτε­τε.
Σὰν νου­νε­χεῖς, παρ­θέ­νοι μεί­νε­τε.
Ἡ παρ­θε­νί­α εἶ­ναι τῆς ψυ­χῆς ἁ­γνό­τη­τα,
καὶ βο­η­θᾶ γιὰ νὰ βλέ­πε­τε τὴ δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ
καὶ μὲ δᾶ­δες, γι’ αὐ­τόν, νὰ τοῦ λέ­τε τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 27.
Ὕ­παρ­ξη εἶ­μαι ποὺ τώ­ρα σᾶς δί­δα­ξε
τό­τε  στὸ μέλ­λον νὰ μὲ κα­τα­κρί­νε­τε.
Γι’ αὐ­τὸ δε­η­θῆ­τε στὸν Κύ­ρι­ο,
ὥ­στε ἄ­νε­ση νἄ­βρω μὲ ὅ­λους ἐ­σᾶς
καὶ ν’ ἀ­πο­λαύ­σω μα­ζί σας κι ἐ­γὼ
τὴ χα­ρὰ τὴν αἰ­ώ­νι­α τό­τε.
Τοῦ Θε­οῦ εὐ­ω­δί­α εἶ­στε ἐ­σεῖς
καὶ ζη­τῶ ἀ­πὸ σᾶς νὰ ψέλ­νε­τε πάν­τα μα­ζὶ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 28.
Τῶν ἀγ­γέ­λων νὰ ζῆ­τε ἀ­πὸ τώ­ρα ζω­ή,
μέ­γα δῶ­ρο σᾶς ἔ­δω­κε ὁ Κύ­ρι­ος.
Με­γα­λύ­τε­ρο πά­λι εὑ­ρή­κα­τε
νἄ­χε­τε σὰν ἀ­δερ­φὸ τὸν ἡ­γού­με­νο,
ποὺ ἥ­συ­χα ὅ­λους ἀ­νέ­χε­ται,
φτω­χὸς σὲ πά­θη, μὲ πλού­σι­α φρο­νι­μά­δα,
κα­τὰ τά­ξιν ἀ­νώ­τε­ρός σας καὶ πο­τὲ ἐ­ναν­τί­ον σας,
γιὰ ὅ­λους στορ­γή, καὶ ὅ­λους κα­λεῖ νὰ εἰ­ποῦν
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 29.
Ὁ λό­γος δὲν μοῦ φτά­νει γιὰ ἔ­παι­νο
μπρὸς σ’ ἐ­κεί­νου τὴν τό­ση ἡ­με­ρό­τη­τα!
Μὰ σὲ σᾶς μαρ­τυ­ρές μου ὑ­πάρ­χουν
καὶ τὰ ἔρ­γα τους στη­ρί­ζουν τοὺς λό­γους μου.
Ὅ­ταν πολ­λὲς φο­ρὲς ἔ­φυ­γαν
πολ­λὰ ἀπ’ τὰ ἀρ­νιὰ ἔ­ξω ἀπ’ αὐ­τὴ τὴ μάν­τρα
καὶ μ’ αὐ­τοῦ τὴν εὐ­χὴ ξα­να­γύ­ρι­σαν,
τοὺς ἐ­δέ­χτη­κε πά­λι καὶ τοὺς ἕ­νω­σε νὰ λὲν
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Οἶκος 30.
Σύ, λοι­πόν, Δέ­σπο­τα, σὰν παν­το­δύ­να­μος,
τὴ ζω­ή μας ὁ­λό­κλη­ρη κυ­βέρ­νη­σε.
Μὲ τὸν βο­σκὸ τὴν ποί­μνη συν­τή­ρη­σε,
μὲ τὶς προ­σευ­χές του κι ἐ­μέ­να στή­ρι­ξε.
Τοῦ ἡ­γου­μέ­νου τὸ μνη­μό­συ­νο
πολ­λὰ χρό­νι­α νὰ δώ­σης νὰ τὸ τε­λοῦ­με
καὶ τὴ βα­σι­λεί­α σου πάν­τα νὰ ὑ­μνοῦ­με.
Ἀ­γα­θὸ τὸ νὰ λέ­με συ­χνὰ τὸν ψαλ­μὸ
Ἀλ­λη­λού­ι­α.

Πρωτοδημοσιευμένο στη Νέα Εστία, τχ. 1100 (1 Μαΐου 1973), σ. 561-566˙ τώρα Π. Α. Σινόπουλος, Ρωμανού του Μελωδού: Κοντάκια Α΄, Εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1974, σ. 82-94.

 

~•~

ΥΜΝΟΣ ΛΕ΄
( «κοντάκιον εἰς μοναχούς» LIII- 55  )

Το πρωτότυπο κείμενο

Τῷ σαββάτῳ τῆς τυροφάγου, κοντάκιον πολλὴν ἔχον ὠφέλειαν
καὶ κατάνυξιν, ψαλλόμενον εἰς ὁσίους μοναχούς,
ἀσκητὰς καὶ μοναζούσας. Ἡ ἀκροστιχίς˙
τ ο ῦ  τ α π ε ι ν ο ῦ  Ῥ ω μ α ν ο ῦ  ὁ  ψ α λ μ ὸ ς  ο ὗ τ ο ς.
Ἦχος πλάγιος δ´, πρός˙ Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.

Προοίμιον I

Ὡς εὐσεβείας κήρυκας καὶ ἀσεβείας φίμωτρα
τῶν θεοφόρων τὸν δῆμον ἐφαίδρυνας τῇ ὑφηλίῳ λάμποντα˙
ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις ἐν εἰρήνῃ τελείᾳ
τοὺς σὲ δοξάζοντας καὶ μεγαλύνοντας
διαφύλαξον ψάλλειν καὶ ᾄδειν σοι˙ Ἀλληλούϊα.

[…]

Προοίμιον III

Οἱ ἐκ τοῦ βίου σήμερον πρὸς νοητὸν παράδεισον
τὴν κατοικίαν ποιήσαντες ἅπαντες ἐν μετανοίᾳ κράξωμεν˙
«Σῶσον, μόνε οἰκτίρμων, τοὺς εἰς σὲ προσφυγόντας˙
ἰδοὺ γὰρ ἅπαντα ἐγκατελίπαμεν,
καὶ σὲ μόνον ποθοῦντες ψάλλομεν˙ Ἀλληλούϊα.»

[…]

1 | Τοῖς τοῦ βίου τερπνοῖς ἐνητένιζον, λογισμῷ θεωρῶν τὰ γινόμενα,
καὶ σκοπήσας αὐτοῦ τὰ ἐπώδυνα τὴν ζωὴν τῶν βροτῶν ἐταλάνισα·
ὑμᾶς δὲ μόνους ἐμακάρισα τοὺς καλὴν ἐπιλεξαμένους μερίδα,
τὸ ποθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ συμμένειν αὐτῷ
καὶ συμψάλλειν τερπνῶς τῷ προφήτῃ Δαυίδ· Ἀλληλούϊα.

2 | Οὐδὲ ἕνα βροτῶν εὗρον ἄλυπον· ὁ γὰρ κόσμος ἑκάστοτε τρέπεται·
ὃν γὰρ εἶδον τῇ χθὲς ἐπαιρόμενον νῦν ὁρῶ ἀπὸ ὕψους ἐκπίπτοντα,
πτωχὸν αἰφνίδιον τὸν πλούσιον, ἐνδεῆ καὶ πεινῶντα τὸν εὐποροῦντα·
ἀλλ’ ὑμεῖς τούτων πάντων ἐστὲ παρεκτός·
ἐδουλώθητε γὰρ ψυχικῶς τῷ ψαλμῷ· Ἀλληλούϊα.

3 | ψαυχεῖ κατὰ πένητος πλούσιος, κατεσθίων αὐτοῦ πᾶσαν ὕπαρξιν·
κοπιᾷ γεωργὸς καὶ ὁ κτήτωρ τρυγᾷ· ἄλλου κάμνοντος, ἄλλος εὐφραίνεται·
ἱδρῶν συνάγει ὁ πενόμενος ἵνα μόχθῳ κομίσηται ἃ σκορπίζει·
ἀλλ’ ὑμῶν πᾶς ὁ κόπος πεφύλακται·
οὐ γὰρ ἔχετε μέριμναν ἄλλην εἰ μὴ ἀλληλούϊα.

4 | Τοὺς ἀγάμους ἐλπίδες συγκόπτουσι, τοὺς ἐν γάμῳ φροντίδες συντήκουσι·
τοὺς ἀτέκνους ἡ λύπη ἐμάρανε, πολυτέκνους ἡ θλῖψις ἀνάλωσεν·
οἱ μὲν τῷ γάμῳ ἐποδύρονται, ἄλλοι πάλιν τὴν ἀτεκνίαν θρηνοῦσιν·
καὶ ὑμῶν ἐπὶ τούτοις ὁ γέλως πλατύς·
ἀπαράλλακτος γὰρ ἡ χαρὰ ἡ ὑμῶν· ἀλληλούϊα.

5 | λμυρὰ τῆς θαλάσσης τὰ ὕδατα, γλυκηρὰ τῇ κοιλίᾳ τὰ βρώματα·
ῥιψοκίνδυνοι πλέουσιν ἄνθρωποι· ἡ γαστὴρ γὰρ αὐτοὺς κατηνάγκασε·
ψυχὰς σανίσιν ἐμπιστεύουσιν, τροφῆς χάριν καὶ ζάλης καταφρονοῦσιν·
ἀλλ’ ὑμῶν ἡ γαλήνη ἀχείμαστος·
ὡς λιμένα γὰρ εὔδιον ἔχετε ἀεὶ ἀλληλούϊα.

6 | Πειρατὰς καὶ χειμῶνος τοὺς κλύδωνας παρορῶσιν οἱ χρήματα στέργοντες·
τῶν κυμάτων τὸ γαῦρον θεώμενοι δειλιῶσιν, ἀλλ’ ὅμως οὐ φεύγουσιν·
ἐλπὶς γὰρ πλούτου τούτους ἕλκουσα, κἂν πνιγμὸν ἀπειλήσῃ, οὐ καταπλήττει·
τὸ δὲ σκάφος ὑμῶν ἀναυάγητον·
ὡς γὰρ ἄγκυρα ἔστιν ὑμῖν ὁ ψαλμός· ἀλληλούϊα.

7 | [Εἰ καὶ μέχρις αἰῶνος παρέμενον τὰ παρόντα μηδέπω λυόμενα,
οὐδὲ οὕτως τοῖς ἔχουσι σύνεσιν αἱρετὰ καὶ ποθούμενα ἔδοξεν·
ὅτι δὲ τὸ τάχος παρέρχονται καὶ πρὸ τέλους πολλάκις ὀλλύμενα,
ὁ ἐάσας αὐτὰ τρισμακάριστος,
ἐὰν πίστει καὶ πόθῳ μελετᾷ τὸν ψαλμόν· Ἀλληλούϊα.]

8 | να δὲ συνελὼν εἴπω, ἅπαντα τὰ ἐν κόσμῳ σὺν κόσμῳ παρέρχεται·
ὅτε πάντα γὰρ βίου κερδήσομεν, τότε τάφῳ οἱ πάντες οἰκήσομεν·
καλῶς οὖν ἔφησεν ὁ πάνσοφος· «Ματαιότης ματαιοτήτων τὰ πάντα».
Εἰ γὰρ ἔστι θανεῖν, διὰ τί μοι καμεῖν;
Ἀγαθὸν οὖν ἡσύχως τὸ ψάλλειν Θεῷ· Ἀλληλούϊα.

9 | Νῦν εἰσὶν ἐν ὑμῖν οἱ βοῶντες μοι, κἂν μὴ στόματι, ἀλλὰ τῷ πνεύματι·
«Πονηρὸς μὲν ὁ βίος, ὡς ἔφησας, σὺ δὲ τούτου ἀκμὴν ἀπησχόλησαι·
δοκὸς ἐπίκειται σοῖς ὄμμασι, καὶ πῶς βλέπεις τὸ κάρφος τῶν ἄλλων ἆραι;
Εἰ καλὸν ὃ λαλεῖς, διὰ τί μὴ ποιεῖς;»
Ἀληθῶς κατακέκριμμαι, μὴ μελετῶν· Ἀλληλούϊα.

10 | μως μέντοι οὐ πάντες ἐχώρησαν ὡς προσέταξεν πᾶσιν ὁ κύριος·
τῷ ἑνὶ γὰρ εἰπών, πᾶσιν ἔφησεν· «Πώλησόν σου τὰ πάντα καὶ ἕπου μοι.»
Οἱ μὲν οὖν ἤκουσαν ὡς φρόνιμοι, οἱ δὲ οὔτε προσέσχον ὡς ὅμοιοί μου·
ἐξ αὐτῶν γάρ εἰμι, κἂν μὴ λέγῃ μοί τις·
διὰ τοῦτο ὑμᾶς ἐξαιτῶ τὴν ᾠδήν· Ἀλληλούϊα.

11 | πεκκαίω ὑμῶν τὴν προαίρεσιν πρὸς τὸ ψάλλειν καὶ τέρπειν τὸν κύριον,
ἵν’ ὑμῖν ὁ μισθὸς ὅταν δίδοται, σὺν ὑμῖν καὶ ἡ μνήμη μου γένηται.
Ἀκούσατε οὖν τῶν ῥημάτων μου, τῶν δὲ πράξεων πόρρω ἀποχωρεῖτε·
ἀγαπᾶτε τοὺς λόγους τῶν ἔργων ἐκτός·
οὐ γὰρ ἔχω εἰπεῖν ὑμῖν ἄλλο εἰ μὴ ἀλληλούϊα.

12 | ύπον βίου καλῶς ἀπεφύγετε καὶ πηγῇ καθαρᾷ προσεφύγετε·
τῶν ἀσάρκων τὸν βίον ζηλώσαντες τῆς σαρκὸς μὴ ποιεῖσθε τὴν πρόνοιαν·
μὴ ἀγαπᾶτε ἃ ἀφήκατε, οὓς ἐλύσατε μὴ ἐποικοδομεῖτε,
ἵνα μὴ τῷ ἐχθρῷ γέλως γένησθε,
ἀλλὰ στήκοντες νήφετε ἐν τῇ ᾠδῇ· Ἀλληλούϊα.

13 | ν τὸν βίον καλῶς ἀπεφύγετε, τούτων νῦν καὶ τὴν μνήμην μισήσατε·
ἀφιλόνεικον βίον καὶ ἥσυχον ἀναλάβετε ἅπαξ ὡς ἄγγελοι,
τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι· μὴ ἐρεῖτε· «Τοῦτο σόν», ἢ «Τοῦτο ἐμόν»·
οὐ γὰρ ἔχει μονάζων τι ἴδιον,
ἀλλὰ πάντων τὸ πᾶν ἔστω ἡ προσευχή· Ἀλληλούϊα.

14 | Μὴ ἀλλήλων ἁπλῶς κατεπαίρεσθε· «Τί γὰρ ἔχεις, φησίν, ὃ οὐκ ἔλαβες;»
Ὁ νηστεύων μὴ κρίνῃ τὸν τρώγοντα, καὶ ὁ τρώγων τιμάτω τὸν ἄσιτον·
ὁ μὲν γὰρ τρώγει δι’ ἀσθένειαν, ὁ δὲ πάλιν νηστεύει δι’ ἐγκράτειαν·
ἄλλος κάμνει μοχθῶν, ἄλλος ψάλλει ποθῶν,
εἷς δέ ἐστιν μισθὸς ἀμφοτέροις ὑμῖν· ἀλληλούϊα.

15 | λλ’ ἐρεῖ τις· «Ἐγὼ περισσότερον, ὡς εἰδὼς τὰς γραφάς, ἔχω καύχημα.»
Τί οὖν ὁ ἁλιεὺς Πέτρος ἔμαθεν, ὅτι τοῦ Μωϋσέως προτέτακται;
Τῶν Αἰγυπτίων πᾶσαν φρόνησιν, ὥσπερ ἔπος, ἐξέμαθεν ὁ προφήτης,
καὶ τοῦ Πέτρου λαλοῦντος σιγᾷ Μωϋσῆς·
μὴ βδελύξῃ οὖν τὸν ἀμαθῆ ὁ μαθών· ἀλληλούϊα.

16 | Νευρωθῶμεν τῇ πίστει σφιγγόμενοι, οἱ τῷ σώματι ἀποταξάμενοι·
οἱ μισοῦντες ἡμᾶς οὐ καθεύδουσι· ὁπλισώμεθα οὖν, ἵνα ἴδωσι·
καὶ τί τὸ ὅπλον τοῦ μονάζοντος· ὑποτάσσεσθαι πράως τῷ ἡγουμένῳ,
ἀγαπᾶν τὸν Χριστὸν καὶ φιλεῖν ἀδελφοὺς
καὶ εὐπρόθυμον εἶναι αὐτὸν ἐν καιρῷ. Ἀλληλούϊα.

17 | ταν εἰς καθ’ ἑνὸς ὑπεραίρεσθε, τότ’ ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ παρεμπαίζεσθε·
ἔργον ἔχει γὰρ τοῦ ὑπεισέρχεσθαι καὶ φαντάζειν τὸν νοῦν τῶν σαθρῶν ἀδελφῶν·
τὸν μὲν ἐπαίρει ὡς καλλίφωνον, τὸν δὲ πάλιν ὡς τρανόλαλον φυσιοῖ,
καὶ τυφλώσας αὐτοὺς ἐγγελᾷ πρὸς αὐτούς·
μὴ οὖν τις ἐξ ὑμῶν καταλείπῃ ποτὲ ἀλληλούϊα.

18 | πεισῆλθε πολλάκις τῷ κάμνοντι ἀδελφῷ καί φησι· «Τί εἰς μάτην μοχθεῖς;
Ἰδοὺ ἄλλος μὴ κάμνων πρωτεύει σου· σὺ δὲ πάντων τυγχάνεις περίψημα.»
Κἀκεῖνος τούτοις ὡς ἁπλούστερος πεισθεὶς εἴασεν ὅθεν ἐδικαιοῦτο,
καὶ λιπὼν τὸ μοχθεῖν μελετᾷ τὸ λαλεῖν·
μὴ οὖν σχῶμεν ποτὲ λαλιὰν παρεκτὸς ἀλληλούϊα.

19 | [πλισθέντες τῇ πίστει ἑστήκατε τοὺς αὐχένας ὑμῶν κάτω κλίναντες,
τὸ μὲν σῶμα εἰς γῆν κάτω νεύοντες, τῇ ψυχῇ δὲ Χριστὸν ἄνω βλέποντες,
καραδοκοῦντες καὶ σπουδάζοντες μεταστῆναι τοῦ βίου τούτου
καὶ κατοικῆσαι ἐν ταῖς τῶν ἁγίων πάντων σκηναῖς,
ἵνα ὥσπερ ἐνταῦθα ἀναβοᾶτε τὴν ᾠδήν· Ἀλληλούϊα.]

20 | Ψυχικῶς τὸν κανόνα ποθήσατε ὃν καλῶς καὶ φρονίμως ᾑρήσασθε·
μετ’ ἀλλήλων ἐὰν ἀμφιβάλητε, χώραν τῷ πονηρῷ μὴ παρέχετε.
Μηδεὶς ῥεπέτω πρὸς τὴν ἔξοδον· ὡς γὰρ λέων θηρεύει ὁ πανοῦργος
καὶ τὴν μάνδραν κυκλῶν ζητεῖ βρῶσιν ἀμνῶν·
μή τις οὖν καταλίπῃ ποτὲ τὸν ψαλμόν· Ἀλληλούϊα.

21 | ν ὁ νοῦς σού ποτε σκανδαλίσῃ σε ἐρεθίζων σε ἐπὶ τὴν ἔξοδον
καί φησι· «Τί ἐνταῦθα συγκέκλεισαι; Πόσοι ἔξωθεν ἐδικαιώθησαν»,
εἰπὲ εὐθέως ἅπερ ἔμαθες, ὅτι «Εἶδον ἐν κόσμῳ ἀντιλογίαν
καὶ πολλὴν ἀνομίαν ἐν πόλεσιν·
διὸ μένω ἀεὶ κελαδῶν τῷ Θεῷ· Ἀλληλούϊα.»

22 | Λέγει πάλιν πρὸς σέ· «Καὶ πῶς δύνασαι τῷ κανόνι στοιχεῖν τοῦ μονάζοντος;
ὁ ζυγὸς γὰρ βαρὺς καὶ δυσαύχενος, καὶ ὁ τοῦτον μὴ φέρων ἀχρήσιμος.»
Ἐρεῖς εὐθέως πρὸς τὸν δόλιον· «Ὁ κανὼν κατὰ δύναμιν ἀπαιτεῖ με·
ἂν γὰρ τοῦτο μὴ θέλω, τὸ ἄλλο κρατῶ·
ἂν μὴ ἰσχύσω καμεῖν, μελετῶ τὸν ψαλμόν· Ἀλληλούϊα.»

23 | Μετὰ τῶν ἐργατῶν ὧν ἐκάλεσεν ἔνδον τοῦ ἀμπελῶνος ὁ κύριος,
τοῦ καμεῖν καὶ ὑμεῖς ἐσπουδάσατε· τὸ σαθρὸν τῆς σαρκὸς ἀπωσάμενοι
ἀγγέλων τάξιν ἀνελάβετε, ἵν’ εἰσέλθητε τὴν ἑνδεκάτην ὥραν
μετὰ τῶν ἐνεγκάντων τὸν καύσωνα·
καὶ ὑμῶν γὰρ ὁ κλῆρός ἐστι τῆς ᾠδῆς· Ἀλληλούϊα.

24 | εἰπών· «Ἐγὼ πέλω ἡ ἄμπελος καὶ ὑμεῖς μου ὑπάρχετε κλήματα»
ἑρμηνεύων ἡμῖν τὴν συνάφειαν τὴν αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς τοῦτο ἔφρασε·
διὸ ἐν τούτῳ ἐργασώμεθα ἵνα οὕτω γενώμεθα μετὰ κόπου
ὡς αὐτὸς ἐν ἡμῖν καὶ ἡμεῖς ἐν αὐτῷ,
ὅτι θέλει καὶ χαίρει ἀκούειν ἡμῶν· Ἀλληλούϊα.

25 | Στερρωθέντες τῇ πίστει οὖν στήκετε, τοὺς αὐχένας ὑμῶν κάτω κάμπτοντες,
τῇ ψυχῇ δὲ Χριστὸν ἄνω βλέποντες· τῶν ἐν γῇ παντελῶς μὴ φροντίσητε,
καραδοκοῦντες καὶ σπουδάζοντες μετὰ τὸ μεταστῆναι τοῦ βίου τούτου
κατοικῆσαι ἐν ταῖς τῶν ἁγίων μοναῖς,
ἵνα ὥσπερ ἐνταῦθα βοᾶτε κἀκεῖ· Ἀλληλούϊα.

26 | καιρὸς τῆς χαρᾶς ὑμῶν ἔφθασεν· ὁ γὰρ κύριος τάχιον ἔρχεται,
ὁ νυμφὼν τὸν νυμφίον ἐκδέχεται, καὶ ὑμεῖς ταῖς λαμπάσιν ἀστράπτετε·
ὡς εὖ φρονοῦντες παρθενεύετε· παρθενεία γάρ ἐστι ψυχῆς ἁγνεία,
δι’ ἧς ἔχετε βλέπειν τὴν δόξαν Χριστοῦ
δᾳδουχοῦντες αὐτῷ καὶ βοῶντες ἀεί· Ἀλληλούϊα.

27 | π’ ἐμοῦ νῦν ὑμεῖς ἐδιδάχθητε κατακρίνειν ἐμὲ τότε μέλλοντες·
διὰ τοῦτο κυρίῳ δεήθητε ἵνα ἄνεσιν εὕρω σὺν πᾶσιν ὑμῖν
καὶ ἀπολαύσω σὺν ὑμῖν κἀγὼ τῆς χαρᾶς ἐκείνης τῆς αἰωνιζούσης·
τοῦ Θεοῦ γάρ ἐστε εὐωδία ὑμεῖς,
καὶ αἰτοῦμαι ὑμᾶς τοῦ συμψάλλειν ἀεί· Ἀλληλούϊα.

28 | Τῶν ἀγγέλων τὸν βίον βιῶσαι νῦν μέγα ὑμῖν παρέσχεν ὁ κύριος·
μεῖζον πάλιν καὶ τοῦτο εὑρήκατε, ἔχειν ὡς ἀδελφὸν τὸν ἡγούμενον
πραέως πάντων ἀνεχόμενον, πτωχὸν ἤθει καὶ πλούσιον τῇ φρονήσει,
τάξει ὑπὲρ ὑμᾶς καὶ βουλῇ καθ’ ὑμᾶς,
πάντας στέργοντα, πάντας καλοῦντα εἰπεῖν· Ἀλληλούϊα.

29 | Οὐκ ἀρκεῖ μοι ὁ λόγος πρὸς ἔπαινον τῆς τοσαύτης αὐτοῦ ἡμερότητος·
καὶ εἰσὶν ἐν ὑμῖν μαρτυροῦντές μοι καὶ κυροῦντες τοῖς λόγοις τοὺς λόγους μου,
ὅτι πολλάκις ἀπεδήμησαν ἐκ τῆς μάνδρας ταύτης πολλοὶ τῶν ἀμνῶν
καὶ τῇ τούτου εὐχῇ ἐπανέλυσαν,
οὓς δεξάμενος πάλιν προσήνωσε βοᾶν· Ἀλληλούϊα.

30 | Σὺ οὖν, δέσποτα, ὡς παντοδύναμος τὴν ζωὴν ἡμῶν πᾶσαν κυβέρνησον·
τῷ ποιμένι τὴν ποίμνην συντήρησον, καὶ ἐμὲ ταῖς εὐχαῖς αὐτοῦ στήριξον·
τοῦ ἀγελάρχου τὸ μνημόσυνον πολλοῖς χρόνοις ἡμῖν ἐκτελεῖν παράσχου,
καὶ τοὺς σοὺς οἰκτιρμοὺς ἐγκατάσπειρον
πρὸς τὸ ψάλλειν τερπνῶς καὶ ἀεί σοι βοᾶν· Ἀλληλούϊα.

 

~.~

~.~