Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές που διέπουν την ελληνική κοινωνία

Διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821:

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές

που διέπουν την ελληνική κοινωνία[1]

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Να πεθαίνεις για την “αλήθεια”. Δεν θα δεχόμαστε να καούμε για τις απόψεις μας. Δεν είμαστε τόσο σίγουροι γι’ αυτές. Αλλά θα δεχόμαστε ίσως να καούμε για να μπορούμε να έχουμε απόψεις και να μπορούμε να τις αλλάζουμε.

Εχθροί της αλήθειας. Οι πεποιθήσεις είναι χειρότεροι εχθροί της αλήθειας απ’ ό,τι τα ψέματα.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

1

Η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να προσεγγισθεί με βάση τις πολιτιστικές λογικές που συνέχουν τη δημόσια σφαίρα της. Είναι γνωστόν, ότι σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια κυρίαρχη πολιτισμική λογική. Συγχρόνως όμως, ενυπάρχουν και άλλες μικρότερες εμβέλειας πολιτιστικές λογικές που είτε βρίσκονται σε αποδρομή (είναι φθίνουσες) είτε αναδύονται σιγά-σιγά, επιχειρώντας να αναδειχθούν σε κυρίαρχες.[2]

Από τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, ενυπάρχουν δύο βασικές αλλά αντιτιθέμενες απόψεις (πολιτιστικές λογικές) που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία: η δυτικότροπη εκσυγχρονιστική και η εθνικορομαντική. Η ιδιομορφία[3] της ελληνικής περίπτωσης έγκειται στην αδυναμία ολοκληρωτικής κυριάρχησης της εκσυγχρονιστικής πολιτιστικής λογικής με το πέρασμα του χρόνου επί της εθνικορομαντικής, για τους γνωστούς λόγους που συνάδουν με τη διαμόρφωση της δομής των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων στο νέο ελληνικό κράτος. Η αδυναμία ολοκληρωτικής επικράτησης της εκσυγχρονιστικής πολιτιστικής προσέγγισης, παρά τις πολλές προσπάθειες που ανιχνεύονται στην ιστορία του νέου ελληνικού κράτους, επέτρεψε την επιβίωση της εθνικορομαντικής πολιτιστικής λογικής ως ενυπάρχουσας βασικής συνιστώσας της πολιτιστικής λογικής των Ελλήνων. Βεβαίως, ανάλογα με τις προσλήψεις της συγκυρίας από την κοινωνία και τις διεργασίες που προκαλούσε σε αυτήν, η ισχύς τής καθεμίας από τις δύο πολιτισμικές συνιστώσες , κυμαίνονταν αντιστοίχως. Εξυπακούεται, ότι και οι δύο λογικές “εξελίσσονται” προσπαθώντας να “ανταποκριθούν” στα συνεχώς νέα προβλήματα που “θέτει” η εγχώρια και η διεθνής πραγματικότητα. Οι εξελισσόμενες πολιτιστικές λογικές, παρότι επιτρέπουν μια συνεχή “προσαρμογή” στην πραγματικότητα, εν τούτοις διατηρούν ανέπαφο το σκληρό ιδεολογικό πυρήνα τους.

Στην ελληνική κοινωνία των τελευταίων τριάντα-σαράντα ετών διαπιστώνεται, ότι δίπλα στις δύο βασικές πολιτιστικές λογικές, άρχισε να αναδύεται, σιγά αλλά σταθερά, μια τρίτη άποψη η οποία καταλαμβάνει θέση στο προσκήνιο της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται για την μεταμοντέρνα πολιτιστική λογική. Και οι τρεις πολιτισμικές λογικές[4] καταθέτουν τις ερμηνείες τους και τους λόγους εμφάνισης του φαινομένου, ενώ συγχρόνως σηματοδοτούν και τους τρόπους αντιμετώπισής του. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στις τρεις συγκεκριμένες πολιτισμικές λογικές που “δρουν” στην ελληνική κοινωνία.

2

Η κυρίαρχη πολιτιστική λογική, στο επίπεδο των πολιτικών ελίτ που άσκησαν την εξουσία τη συγκεκριμένη περίοδο, είναι αναμφισβήτητα αυτή που αναφέρεται στον εκσυγχρονισμό και κατά συνέπεια στον μοντερνισμό. Η άποψη αυτή δέχεται κάθε “νεωτεριστικό” άνοιγμα στο διεθνές περιβάλλον ως σημάδι προόδου και επίτευξης του οικουμενικού οράματος του Διαφωτισμού, όπως ο τελευταίος διαβάζεται από τους ντόπιους εκσυγχρονιστές. Η άποψη αυτή συνάδει με την αντίληψη που υποστηρίζει την ολοκλήρωση του αστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας ως πρωταρχικό καθήκον,[5] αρνούμενη να αντιληφθεί ότι το μοντέρνο σήμερα δεν είναι παρά «ένα εκβλάστημα του μεταμοντέρνου» και η όποια λειτουργία ή χρησιμότητά του είναι να υποβοηθήσει την αποτελεσματικότερη λειτουργία της μεταμοντέρνας κοινωνίας. Η αναλυτικότερη επεξήγηση των παραπάνω θα πρέπει να ξεκινήσει από την αποδοχή της άποψης που υποστηρίζει ότι : «δεν υπάρχουν ιστορικά παρωχημένες ή οριστικά ξεπερασμένες ιδέες. Αυτό που στη ροή της Ιστορίας και της πολιτισμικής διαφοροποίησης αποθνήσκει είναι τα συλλογικά υποκείμενα, που κάποτε ενστερνίσθηκαν μια κοσμοεικόνα ή μια δέσμη κανονιστικών αρχών. Οι αρχές αυτές, ήτοι ο φέρων οργανισμός της κοσμοεικόνας, μπορεί κάλλιστα να αναβιώσουν εν όλω ή εν μέρει, σε άλλα πλαίσια, και να καταστούν αντικείμενο προσεταιρισμού από υποκείμενα εντελώς άσχετα με όσα αρχικώς είχαν εγκολπωθεί τα χαρακτηριστικά τους, οικοδομώντας δι’ αυτών μια ταυτότητα».[6]Στην αναπτυγμένη Δύση, in senso lato, ήταν η αστική τάξη, που αναγνώρισε εαυτήν στην αξιολογία του μοντερνισμού. Όμως, αυτή η αστική τάξη έχει σχεδόν πλήρως εξαφανισθεί και σε λίγο οι εναπομείναντες διανοούμενοι εκπρόσωποί της, όσοι δεν ανήκουν στην κατηγορία των επ’ αμοιβή προπαγανδιστών στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας, της διαφήμισης ή του κρατικού μηχανισμού, θα μοιάζουν εξίσου γραφικοί με τα κατάλοιπα της nobilita nera που διακωμωδούσε ο Φελίνι στις πρώτες ταινίες του.[7] Αν αυτή είναι η κατάληξη του συλλογικού υποκειμένου, η αστική τάξη, στην αναπτυγμένη Δύση, πώς μπορούν να μην αντιλαμβάνονται, όσοι επικαλούνται την ολοκλήρωση του σχεδίου της νεωτερικότητας στη σημερινή Ελλάδα, ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον και φαντάζει ως απολύτως εξωπραγματικό, κυρίως για λόγους χρονικότητας (οι πλανητικές εξελίξεις οδηγούν σε εντελώς άλλους δρόμους) αλλά και επιπλέον λόγω της απουσίας μιας δυναμικής εθνικής αστικής τάξης, με την ουσιώδη έννοια του όρου, από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Όταν ο πλανήτης οδηγείται σε άλλους ατραπούς, η Ελλάδα θα θέτει ως στόχο την ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης! Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο μοντερνισμός ως σώμα ιδεών επιβιώνει απονευρωμένος και ενσωματώνεται απολογητικά σε κοσμοεικόνες συνδεδεμένες με νέα συλλογικά υποκείμενα. «Οι παλαιοί θαλαμηπόλοι της αστικής τάξης, δηλαδή τα κάθε λογής «στελέχη», οι διαχειριστές της γραφειοκρατικής τεχνοδομής και οι “διανοητικοί εργάτες” του τομέα των υπηρεσιών και της πληροφορικής, έχουν πλήρως εκτοπίσει το αστικό εναρμονιστικό ιδεώδες από τον μαζικοδημοκρατικό ιστό της μετανεωτερικότητας».[8]Όλοι οι υπερασπιστές της νεωτερικότητας (και μαζί με αυτούς οι πιθηκίζοντες εγχώριοι αντιπρόσωποι) αρέσκονται να επιβεβαιώνουν στον στίβο της ιδεολογικής διαπάλης τις αποκαμωμένες αστικοφιλελεύθερες ιδέες, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του τοποτηρητή ενός μεγαλόπνοου και εν εξελίξει, υποτίθεται, διαφωτιστικού σχεδίου. Το οποίο λοιδορείται με τη σειρά του ως αναχρονιστικό ή πεθαμένο από μεταμοντέρνους διανοητές του μεταβιομηχανικού πολιτισμού και της πολιτισμικής βιομηχανίας. «Αν οι σύγχρονοι υποστηρικτές της μοντέρνας εποχής ως εποχής του Διαφωτισμού, είχαν αναγάγει το εγχείρημά τους ώς τις πιο μακρινές και εν μέρει κρυφές του ρίζες μέσα στην ιστορία των ιδεών, θα έβλεπαν ότι έχουν χάσει το παιχνίδι. Θα διαπίστωναν ότι ο αγώνας τους ενάντια στο μεταμοντέρνο είναι απλώς η μάχη οπισθοφυλακών ενός στρατού ο οποίος αποτελείται πια μόνο από τις οπισθοφυλακές του, γιατί το κύριο σώμα του αποδεκατίσθηκε ακριβώς την εποχή της διαμόρφωσης του λογοτεχνικού-καλλιτεχνικού μοντερνισμού και μάλιστα εξαιτίας του»[9].

3

Υπάρχει επίσης η πολιτιστική λογική που αντιλαμβάνεται τα όσα συμβαίνουν ως έσχατη πτώση του έθνους και του ελληνισμού. Πρόκειται για ένα μη συνεκτικό σώμα ιδεολογικών και κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων, που επιχειρεί να προβάλλει διάφορες σκέψεις σχετικά με την αναζήτηση διαφορετικών πηγών νοήματος από αυτές που προβάλλει η κυρίαρχη δυτική και δυτικότροπη σκέψη, πάντοτε όμως χρησιμοποιώντας ως αρχή την ελληνική ιστορία και παράδοση κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης πορείας της ανά τους αιώνες. Πρόκειται για το (τα) ρεύμα(-τα) του(των) αναφερόμενου (-ων) ως εθνορομαντισμού.[10]

Όμως «Μπορεί να ειπωθεί με σχετική βεβαιότητα ότι αυτό το ρεύμα εμφανίζεται κυρίως ως μια sui generis αναζήτηση μετανεωτερικής αποδέσμευσης, δηλαδή ως προσπάθεια σύγχρονης μετάπλασης επιλεγμένων στιγμών του εγχωρίου παρελθόντος: των ανθενωτικών εμπειριών μιας βαθιάς και μυστικής Ορθοδοξίας, των ελληνοκεντρικών αγωνιών του παλαιού ρομαντισμού, του Δραγούμη και της γενιάς του ’30, των βιωματικών κοιτασμάτων της πολύμορφης εξέγερσης εναντίον της “ξενοκρατίας, όπου φυσικά αναγνωρίζεται και μια πλευρά της παραδοσιακής ελληνικής αριστερής συνείδησης. Όλα αυτά όμως συγχωνεύονται διαρκώς σε παράδοξα μείγματα ιδεών και αξιών τα οποία βρίσκουν σημείο επαφής με τις ανατροπές της μετανεωτερικής ευαισθησίας».[11]

Όπως είναι γνωστό, στη ρίζα της ρομαντικής κοσμοαντίληψης υπάρχει μια εχθρότητα προς την πραγματικότητα του παρόντος, μια απόρριψη της στασιμότητας που ενέχεται στην ιδέα του παρόντος ως «οριστικού δεδομένου», η οποία συχνά φορτίζεται σχεδόν αποκλειστικά και εντονότατα με ένα συναισθηματικό φορτίο.

Το ρεύμα του εθνορομαντισμού στηρίχτηκε κατ’ αρχάς σε μια ριζική κριτική και απόρριψη των τριών βασικών αφηγημάτων της νεοελληνικής ιστορικής ταυτότητας: του «μεταπρατικού δυτικότροπου εκσυγχρονισμού», του πολιτισμικού ρηχού εθνικισμού της κλασικής εθνικοφροσύνης, και του μαρξιστικής προσέγγισης στη βάση του ιστορικού υλισμού». Όμως η ανάδυσή της ως μιας από τις τρεις βασικές πολιτισμικές λογικές της σύγχρονης Ελλάδας, οφείλεται κυρίως στη λειτουργία της ως αντιπολίτευση στην κατεστημένη πολιτισμική λογική του “εκσυγχρονισμού”. Προφανώς δεν πρόκειται, απλά, για μια αντίθεση προς την επικρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα την εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Πρόκειται για μια γενικότερη και βαθύτερη αιτιολόγηση της δυσφορίας προς τη δυτική νεωτερικότητα. Συγχρόνως, εκφράζεται παρόμοια δυσφορία για τους “ανατολικές” κοινωνικές εξελίξεις, είτε πρόκειται για τις “καθ’ ημάς”, είτε τις “απώτερες” γεωγραφικά. Η δυσφορία και προς τους δύο ιστορικά μεγάλους παγκόσμιους κοινωνικούς σχηματισμούς, Δύση και Ανατολή, δημιουργεί την ανάγκη παρουσίασης, ενός άλλου ιστορικού παραδείγματος ικανού να σηκώσει το βάρος μιας θετικής πρότασης η οποία να υπερβαίνει τα προβλήματα των δύο υπαρκτών παραδειγμάτων και να οριοθετεί το νέο. Το προτεινόμενο παράδειγμα είναι ο ελληνισμός.Οι άξονες πάνω στους οποίους εδράζεται αυτή η αιτιολόγηση είναι οι εξής:

Προτείνεται μια, σχεδόν ολοκληρωτικά πολιτισμική,[12] ανάγνωση των εξελίξεων. Σύμφωνα με αυτήν, ο πολιτισμός ανάγεται σε προσδιοριστικό παράγοντα όλων των κοινωνικών και ατομικών πρακτικών, από την πολιτική συμπεριφορά των κομμάτων ώς τα καταναλωτικά ήθη των μαζών, τις καλλιτεχνικές μόδες και τα πρότυπα οργάνωσης του κράτους και της διοίκησης. Ο πολιτισμός λαμβάνει τη μορφή του βασικού προσδιοριστικού παράγοντα των πάντων στην κοινωνική ζωή. Υπό μια έννοια, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι καταλαμβάνει τη θέση που έχει στη μαρξιστική ανάγνωση η οικονομική βάση. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι, δηλαδή, με μιαν απόλυτη αντιστροφή με τη μαρξιστική λογική. Επιπλέον βρίσκεται και στον αντίποδα της αντίληψης που προάγει σε πρώτο πλάνο το πολιτικό και την πολιτική πράξη. Ο ρομαντισμός αρνείται επί της ουσίας την αμείλικτη αιτιότητα και συνέπεια που χαρακτηρίζει την πολιτική πραγματικότητα[13]

Παράλληλα, η έννοια του πολιτισμού συνδέεται με μια οντολογική/θρησκευτική θεώρηση, κύρια έκφραση της οποίας ήταν η “νεορθόδοξη σκέψη”. «Καρπός της συνεισφοράς αυτής υπήρξε το αίτημα μιας καινούργιας αφομοίωσης του ελληνορθόδοξου τρόπου στην οντολογική του διαφορά και στην ποιοτική του ετερότητα από τα κοσμοθεωρητικά και ηθικοπρακτικά συστήματα της Δύσης και της Ασίας».[14]

Τούτη η σκέψη οδηγεί ευθέως στη διαμόρφωση της αντίληψης, ότι ο ελληνικός πολιτισμός χρειάζεται να εξαπλωθεί στα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης ως εναλλακτικός τρόπος του «συμπεριφέρεσθαι». Δηλαδή πρόκειται , επί της ουσίας, για ένα αίτημα εξελληνισμού του όλου κόσμου.

«Η ρομαντική ψυχή νοσταλγεί διακαώς να επιστρέψει στην “πατρίδα της”. Ό,τι το παρόν έχει απολέσει υπήρχε κάποτε, σε ένα περισσότερο ή λιγότερο μακρινό παρελθόν. Το καθοριστικό χαρακτηριστικό αυτού του παρελθόντος είναι η διαφορά του από το παρόν. Είναι η περίοδος κατά την οποία οι αλλοτριώσεις του παρόντος δεν υπήρχαν ακόμη».[15] Η νοσταλγία ενός απολεσθέντος παραδείσου πολύ συχνά συνοδεύεται από μια αναζήτηση αυτού που έχει απολεσθεί. Η καπιταλιστική αρχή της κυριαρχίας και εκμετάλλευσης της φύσης έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη ρομαντική αναζήτηση για μιαν ολοκλήρωση και αρμονία της ανθρωπότητας μέσα στο σύμπαν. «Και η ώθηση προς επαναδημιουργία της ανθρώπινης κοινότητας (νοούμενη με ποικίλους τρόπους: ως αυθεντική επικοινωνία με τους άλλους, ως μετοχή στο οργανικό σύνολο ενός λαού, Volk, καθώς και στη συλλογική του φαντασία όπως αυτή εκφράζεται μέσω της μυθολογίας, της λαϊκής τέχνης κλπ. (με τη μορφή της κοινωνικής αρμονίας ή μιας μελλοντικής αταξικής κοινωνίας κλπ.) αποτελεί εναρμόνιση προς την άρνηση του κοινωνικού κατακερματισμού και της απομόνωσης του ατόμου μέσα στον καπιταλισμό».[16]Βεβαίως, είναι αδύνατον στο πλαίσιο αυτού του άρθρου να αναπτυχθούν περαιτέρω οι συγκεκριμένες απόψεις.

4

Όμως, πέρα από τα παραπάνω, πιστεύω, ότι η κυρίαρχη πολιτιστική λογική στο επίπεδο της καθημερινότητας και οποία διαπερνά οριζοντίως και καθέτως την πραγματική ζωή των Ελλήνων αναδεικνύεται η μεταμοντέρνα λογική της υπερκατανάλωσης, του σύγχρονου lifestyle, της αυτοπραγμάτωσης του εαυτού, του χρηματιστηριακού τρόπου αντιμετώπισης των κοινωνικών γεγονότων, η οποία αντιμετωπίζει κάθε τι ως ευκαιρία απόδρασης από τα βάρη και τα πάθη του παρελθόντος, αδιαφορεί για τις μελλοντικές εξελίξεις, επιδιώκοντας να βιώσει μόνο το παρόν.

Ο μεταμοντερνισμός, ανεξάρτητα με το πώς θέλει να εμφανίζεται, είναι επί της ουσίας ένας παροξυσμός θρησκοληψίας. Μια μυστικιστική εμμονή στη μοναδική ορθότητα των επιλογών και των πράξεών του. Όπως στην αναπτυγμένη Δύση, έτσι και στην Ελλάδα από την αρχή της δεκαετίας του 1990, παρατηρούνται παρόμοιες συμπεριφορές : άνοδος των πολιτισμικών σπουδών δίπλα στα gay και lesbian studies, αγωνία για την “ποιότητα ζωής”, στροφή στη “χορτοφαγία”, στον “μαζικό αθλητισμό”, αύξηση των συνοικιακών γυμναστηρίων διακίνησης αναβολικών και φουσκωτών, απέραντος θαυμασμός για τις προκλητικές στάρλετ/είδωλα, για ποδοσφαιριστές που αδυνατούν να αρθρώσουν μια σωστή πρόταση, για τα “λαϊκά αναγνώσματα” του Πάολο Κοέλιο, για τους άλαλους/-ες τραγουδιστές/-ριες. Στην Ελλάδα την περίοδο αυτή κυριαρχεί ο μαζικοδημοκρατικός πολτός. Όλοι μπορούν να συνυπάρξουν με όλους χωρίς δυσκολίες κοινωνικής φύσης, μορφωτικού επιπέδου ή οικονομικής δυνατότητας. Ο πορτιέρης του νυχτερινού κέντρου, ο πανεπιστημιακός, ο πολιτικός, ο ιερωμένος, η τραγουδίστρια, ο τραπεζίτης, ο ταξιτζής, συμψηφίζονται στο ουτιδανό, στη μηδαμινότητα του κενού και νεκρού χρόνου της μετανεωτερικότητας. Σε ένα χαρίεν και γλυκανάλατο μαυσωλείο ιδεών και αισθημάτων.

Όμως το ελληνικό παρόν δεν είναι προσδιορισμένο από τις ίδιες ιστορικές εξελίξεις όπως το παρόν των δυτικών ανεπτυγμένων χωρών. Οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, όπως άλλωστε και πολλών άλλων χωρών, είναι συνήθως εμφανείς δια γυμνού οφθαλμού. Επομένως, η συμπερίληψη ορισμένων φορτίων ιστορικής μνήμης και παράδοσης αλλά και σύγχρονων συμπεριφορών, είναι σαφές ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι λειτουργούν ως διαμεσολαβητικοί παράγοντες στην επέλαση του μεταμοντέρνου, δημιουργώντας, ως επί το πλείστον, υβριδικές καταστάσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα. Με μια φράση θα μπορούσαμε να ορίσουμε ότι η ελληνική περίπτωση διέπεται από «ιδιομορφίες, ιδιοτυπίες και παθογένειες».[17] Η βασική ιδιομορφία στην ελληνική περίπτωση είναι η σχέση Κράτους και κοινωνίας. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε αναλύσεις και λεπτομέρειες, άλλωστε αυτό αποτελεί ίσως το κεντρικότερο πρόβλημα της πολιτικής θεωρίας, σημειώνουμε τη διαφορετική ιστορική πορεία Κράτους και Κοινωνίας των χωρών της Δυτικής Ευρώπης από τη μια μεριά και της Ελλάδος από την άλλη. Στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, από όπου ξεκίνησε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, η ιστορική αυτή πορεία χαρακτηρίζεται από μια γενική αντιστοιχία ανάμεσα στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων από τη μια μεριά, και από την κρυστάλλωση των θεσμικών και ιδεολογικών δομών από την άλλη. Παρ’ όλες τις διαφορές ανάμεσα τους, οι μεγάλες χώρες του καπιταλιστικού κέντρου εξέθρεψαν τους θεσμούς εκείνους που ανταποκρίνονταν προς τις ανάγκες των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και οικοδόμησαν ένα ολοκληρωμένο σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου Κράτος και Κοινωνία αρθρώνονταν μέσα από τη θεσμική και ιδεολογική τους διάκριση.

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η εξέλιξη είναι διαφορετική. Η διείσδυση των ευρωπαϊκών θεσμικών μορφών και ιδεολογικών ρευμάτων, υπήρξε το αναγκαίο συνακόλουθο της σταδιακής ενσωμάτωσης της Ελλάδος στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, και όχι η βαθμιαία κρυστάλλωση “αυθεντικών” καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων στη χώρα.

Το σύνολο περίπου των πολιτειακών και οργανωτικών θεσμών, που αποτέλεσε το Ελληνικό Κράτος, κινήθηκε στο πλαίσιο των φιλελεύθερων προτύπων των ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνιών. Από την άλλη μεριά, ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής παρέμεινε προβιομηχανικός, τα ιδιωτικά συμφέροντα παρέμειναν ανοργάνωτα και ασθενικά και οι διάφορες κοινωνικές κρυσταλλώσεις, που στην Δυτική Ευρώπη εξελίσσονταν παράλληλα προς τους πολιτειακούς θεσμούς, στην Ελλάδα είτε έλειπαν τελείως είτε παρέμειναν υποτονικές. Παρ’ όλη την απουσία σύμπτωσης στις εξελίξεις τους, εντούτοις υπήρξαν (και συνεχίζουν να υπάρχουν) ιδιαίτερες μορφές αλληλοδιείσδυσης μεταξύ τους. Έτσι, από τη μια μεριά η υποτονικότητα της κοινωνίας ιδιωτών (πολιτών) προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο ανάπτυξης και τη συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Όπως και αντίστροφα, η πρωιμότητα της θέσπισης των αστικοδημοκρατικών προτύπων στο θεσμικό επίπεδο επηρεάζει αποφασιστικά την αναδίπλωση των εξωκρατικών κοινωνικών μορφωμάτων.

Στην Δυτική Ευρώπη, διαπιστώνεται ο τυπικός (επί της ουσίας πλασματικός) χωρισμός του Κράτους από την Κοινωνία,[18] που είχε ως αποτέλεσμα να εγκατασταθεί μια αυτόνομη, περισσότερο ή λιγότερο, λειτουργική γραφειοκρατία. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, δεν “καθορίστηκαν” ποτέ ευκρινώς τα όρια ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια συνεχής αλληλοδιείσδυση μεταξύ των δύο, θυμίζοντας έντονα αυτό που συμβαίνει στη σημερινή (πλανητική) μαζικοδημοκρατία. Η συνεχής μεταβολή των ορίων Κράτους-Κοινωνίας στην ελληνική περίπτωση, στέρησε από τη χώρα τη δημιουργία μιας λειτουργικής γραφειοκρατίας ικανής να διευθετήσει κατ’ αρχάς ικανοποιητικά τις ανάγκες των πολιτών. Δηλαδή, να δημιουργήσει έναν κρατικό μηχανισμό αξιόπιστο και λειτουργικό, προσανατολισμένο στη διευθέτηση των αναγκών του οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Στην κατάσταση αυτή, βεβαίως, συνέβαλε η πελατειακή νοοτροπία που αναπτύχτηκε μεταξύ των ιθυνόντων —των αρχηγεσιών και των διαφόρων κοινωνικών ομάδων— στρωμάτων, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στο νέο ελληνικό κράτος. Παρόμοια φαινόμενα συναντώνται, σε διαφορετικούς βαθμούς, και σε άλλες χώρες, ακόμη και σε δυτικές αναπτυγμένες χώρες. Όμως, αντίθετα απ’ ό,τι συνέβη σε πολλές άλλες χώρες, όπου επιβιώνουν και αναπαράγονται οι τοπικές δυναστείες των αρχηγεσιών κατά βάση λόγω της οικονομικής τους δύναμης και συνεπώς μέσω των οικονομικών μηχανισμών, στην Ελλάδα η αναπαραγωγή τους πραγματοποιείται μέσω πολιτικών διαμεσολαβήσεων και μόνον.

5

Η απλή αναφορά στις πολιτιστικές λογικές που ενυπάρχουν στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία σαράντα χρόνια, θέτει το σημαντικό ζήτημα της περαιτέρω ενασχόλησης με αυτές σε όλες τις εκφάνσεις τους, αλλά, κυρίως, δεικνύει κατά τρόπο απόλυτο την απουσία μιας “αριστερής” πολιτιστικής λογικής από τα κοινωνικά δρώμενα σε αγαστή συνεργασία με τις δυσκολίες επεξεργασίας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Η συντελεσθείσα αποδόμηση του πόλου της λαϊκής υποκειμενικότητας συμπαρασύρει στην αποσύνθεση τις όποιες πολιτιστικές προτάσεις έχουν μέχρι σήμερα προταθεί. Οι πολιτιστικές προτάσεις της αριστεράς, όπως τουλάχιστον διαμορφώθηκαν από τη μεταπολίτευση και μετά, εξακολουθούν άραγε να είναι ισχυρές και επίκαιρες; Πώς μπορεί να αντιπαρατεθεί στο τηλεοπτικό τσουνάμι και στη δύναμη των ΜΜΕ; Η κατάργηση του δημόσιου χώρου και ο ευτελισμός του καθετί που απλά αναφέρεται ως δημόσιο, συμπαρασύρει έναν δικαιϊκό και πολιτικό πολιτισμό που, παρά τις ελλείψεις και τα προβλήματά του, αποτελούσε ένα πρόχωμα στην κατακλυσμιαία επίθεση του αδηφάγου κεφαλαίου. Μόνο η ανασύνθεση της λαϊκής υποκειμενικότητας στον ελληνικό χώρο μπορεί να αποτελέσει την προϋπόθεση για μια καινούργια πορεία. Αυτό θεωρητικά, μπορεί να γίνει μόνο αν τα προβλήματά του αντιμετωπισθούν ως προβλήματα που γεννιούνται από τον ύστερο πολυεθνικό διεθνοποιημένο καπιταλισμό. Στην ουσία, όμως, χρειάζεται να αντιμετωπίσει τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά ζητήματα που γεννά η μετανεωτερικότητα. Παράλληλα, αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει αναλυτικές κατηγορίες, οι οποίες να δύναται να προσλαμβάνουν τη σύγχρονη πολιτισμική πραγματικότητα. Σήμερα η αριστερά σε μέγιστο βαθμό εξακολουθεί να προβάλλει την έννοια του λαϊκού πολιτισμού με τη διαφορά ότι δεν επιχειρεί καν να ορίσει το περιεχόμενο της έννοιας στις παρούσες συνθήκες, αλλά αρκείται να αναφέρεται στο περιεχόμενο όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στα χρόνια της εθνικής αντίστασης και των πρώτων δεκαετιών της μετεμφυλιακής περιόδου που οι κοινωνικές συνθήκες στην Ελλάδα ήταν παντελώς διαφορετικές. Αρκεί να σκεφτούμε απλά, ποιες εξακολουθούν να είναι, ακόμη και σήμερα, οι εμβληματικές μορφές του πολιτισμού στο χώρο της αριστεράς:

Πρόσωπα που αναφέρονται κυρίως στα πρώτα τριάντα χρόνια μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΚΩΣΤΑΣ Ι. ΜΕΛΑΣ


Σ  Η  Μ  Ε  Ι  Ω  Σ  Ε  Ι  Σ

[1] Το θέμα αυτό αναλύεται στο α΄ μέρος του βιβλίου με τίτλο Το Ανυπόφορο Βουητό του Κενού, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2016, των Κ. Μελά-Γ. Παπαμιχαήλ. Το δεύτερο μέρος έχει συγγραφεί από τον δεύτερο.

[2] Williams, R., «Base and Superstructure in Marxist Cultural Theory»: Problems in Materialism and Culture, Verso, Λονδίνο, 1980.

[3] Πρόκειται για ιδιομορφίες τελικά που διαπερνούν διαχρονικά την πορεία του νέου ελληνικού κράτους. Οι παθογένειες θα πρέπει να αναζητηθούν τελικά στη στρεβλή λειτουργία των ιδιομορφιών/ιδιοτυπιών και όχι σε σύγκριση με τους αναπτυγμένους κοινωνικούς σχηματισμούς της Δύσης. Βλ., Μελάς, Κ., Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία, Αθήνα, Πατάκης, 2013. Ο Κώστας Κουτσουρέλης στο: 1821-2021, Η Ελλάς των Ελλήνων, Δύο αιώνες εθνικά δεινά στον καθρέφτη της ποίησης, Αθήνα, Gutenberg, 2021 μου παρείχε σημαντικό υλικό προς επίρρωση της άποψής μου. Πέρα από το υλικό που περιέχεται στο βιβλίο —ειρήσθω εν παρόδω πρέπει να πω ότι μέσα από την προσεκτική μελέτη του ημερήσιου τύπου και των πολιτικών και λογοτεχνικών περιοδικών των διαφόρων εποχών, κατάλαβα αυτό που ονομάζω ιδιομορφίες και ιδιοτυπίες ως κάτι που εμμένει διαχρονικά στην ελληνική κοινωνία, βεβαίως μεταλλασσόμενο και εξελισσόμενο, αλλά ανιχνευόμενο συνεχώς— γράφει ο Κουτσουρέλης αφού έχει προηγουμένως έχει αναφερθεί σε αρνητικά χαρακτηριστικά του εθνικού μας βίου:«Ωστόσο η εμμονή των ποιητών μας σ’ αυτά πείθουν ότι έχουμε εδώ να κάνουμε με συμπεριφορές επίμονες, με καταστάσεις πάγιες, με σταθερές κατά κάποιον τρόπο του εθνικού μας χαρακτήρα».Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί δεν έχουν γιατρευθεί επί διακόσια χρόνια; Και γιατί θα γιατρευτούν στο μέλλον; Μήπως πρέπει να συμφιλιωθούμε με αυτές τις ιδιομορφίες τελικά και να χαράξουμε μια πορεία στην οποία θα τις λάβουμε σοβαρά υπόψη; Το κρίσιμο σημείο είναι να καταλάβουμε πως οι ιδιομορφίες μετατρέπονται σε παθογένειες, και να προσπαθήσουμε να τις αποτρέψουμε. Οι ιδιομορφίες δεν αποτελούν τεχνικά ζητήματα αλλά πολιτισμικές και κοινωνικές διαμορφώσεις που ακολουθούν από τη δημιουργία του το νέο ελληνικό κράτος. Ίσως, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της επιστημολογίας του Imre Lakatos, να αποτελούν τον σκληρό πυρήνα του.

[4] Είναι εντυπωσιακό ότι στους περισσότερους Έλληνες μελετητές-αναλυτές των πολιτισμικών δρώμενων στον ελληνικό χώρο δεν υπάρχει χώρος στις αναλύσεις τους για τη μεταμοντέρνα πολιτισμική λογική. Αδυνατούν να αντιληφθούν, ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, πως σε πλανητικό επίπεδο η μεταμοντέρνα πολιτισμική λογική είναι επικυρίαρχη και βρίσκεται στον αντίποδα της μοντέρνας πολιτισμικής λογικής, η οποία έχει ήδη καταρρεύσει υπό το βάρος του ύστατου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Συνεχίζουν να αναφέρονται σε αντίπαλες έννοιες, όπως “εκσυγχρονισμός-παρωχημένο” ή “εκσυγχρονισμός-εθνικισμός” χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι οι έννοιες αυτές χρειάζεται να ερμηνευθούν, δηλαδή να τους δοθεί περιεχόμενο, σύμφωνα με τις νέες, επικρατούσες συνθήκες στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που εγκατέστησε σε πλανητικό επίπεδο η παγκοσμιοποίηση, η μαζικοδημοκρατία και η χρηματοπιστωτική κυριαρχία ως τρόπος ζωής. Επίσης, κι η πολυχρησιμοποιημένη έννοια του λαϊκισμού ως αναλυτική κατηγορία δεν εξηγεί απολύτως τίποτε για την ελληνική περίπτωση, τόσο για λόγους ιστορικού παρελθόντος —δεδομένου ότι ανιχνεύεται από τα πρώτα έτη ύπαρξης του νέου ελληνικού κράτους— όσο και γιατί στη σημερινή εποχή κυριαρχεί στο σύνολο της Δύσης και όχι μόνο, κι αυτό γιατί αποτελεί συστατικό στοιχείο της μαζικοδημοκρατίας. Στην ελληνική κοινωνία πρέπει να αναζητήσουμε τις ιδιαιτερότητές που τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες δυτικές ή άλλες κοινωνίες.

[5] Οι Έλληνες “εκσυγχρονιστές“ προσεγγίζουν τις εθνικές ιδιαιτερότητες και ιδιοτυπίες με επιτιμητικό τρόπο, και με τη βεβαιότητα ότι εύκολα μπορούν να εξαλειφθούν, κάτι που οδηγεί σε προσεγγίσεις με όρους συνετισμού. Ενοχοποιούνται και στιγματίζονται οι ελληνικές ιδιαιτερότητες. Η σύγχρονη πορεία του ελληνικού κράτους παρουσιάζεται κυρίως ως συσσώρευση αποτυχιών, λαθών ή άκαρπων προσπαθειών. Όλα αυτά εδράζονται στη γνωστή θεωρία του στρεβλού και εξαρτημένου καπιταλισμού που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα. Έχω προσπαθήσει να δείξω στο Μελάς, Κ., Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία, γιατί δεν είναι δυνατό να ονοματίζονται όλες οι ελληνικές ιδιομορφίες ως ασθένειες, και γιατί συνεπώς χρειάζεται να αντιμετωπιστούν με διαφορετικό τρόπο

[6] Μεταξόπουλος, Α., Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Αθήνα, Α. Α. Λιβάνης, 2005, σ. 288.

[7] Στο ίδιο, σ. 288

[8] Στο ίδιο, σ. 289.

[9] Κονδύλης, Π., Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Αθήνα, Θεμέλιο, 1991, σ. 59.

[10] Είναι αρκετά δύσκολο να ενταχθούν όλες οι απόψεις σε ένα ρεύμα σκέψης με σαφή προσανατολισμό και κοινή πολιτισμική λογική, στον βαθμό που εμφανίζονται διαρκώς νέες αναφορές από το συγκεκριμένο περιβάλλον.

[11] Σεβαστάκης, Ν., Κοινότοπη Χώρα, Αθήνα, Σαββάλας, 2004, σ. 120.

[12] «Στον σύγχρονο, προφορικό και κυρίως γραπτό —δοκιμιακό— λόγο, καθίσταται αναγκαία η διαφοροποίηση ανάμεσα στον τεχνικό πολιτισμό και στην πνευματική καλλιέργεια. Η εν λόγω αντίθεση δηλώνεται σε άλλες γλώσσες από το ζεύγος λ.χ. της γαλλικής γλώσσας civilisation και culture, και αφορά τη λεπτή διαφορά που χωρίζει τον πολιτισμό ως πνευματικό μέγεθος, ως εθνική ιδιοπροσωπία, από τον πολιτισμό ως σύνολο εκφάνσεων και δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στο να ικανοποιήσουν πνευματικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις, να προσφέρουν πολιτισμό ως πράξη. Προκειμένου να επιτευχθεί η ως άνω διαφοροποίηση, πρέπει να γίνεται διακριτή χρήση των επιθέτων πολιτιστικός και πολιτισμικός. Το επίθετο πολιτιστικός χρησιμοποιείται περισσότερο για τον πολιτισμό ως σύνολο δραστηριοτήτων, καθώς και για τη δήλωση του τεχνικού πολιτισμού (λ.χ. ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός της αγγλικής γλώσσας/η πολιτιστική δράση, έκφραση, ανάπτυξη, κληρονομιά ενός έθνους/οι πολιτιστικές δραστηριότητες, εκδηλώσεις ενός συλλόγου/το πολιτιστικό στοιχείο, επίπεδο, δυναμικό ενός λαού), ενώ το επίθετο πολιτισμικός τείνει να δηλώσει περισσότερο την αφηρημένη πλευρά του πολιτισμού, καθώς και τον πολιτισμό ως πνευματική καλλιέργεια (λ.χ. τα πολιτισμικά γνωρίσματα ενός έθνους/η πολιτισμική αξία ορισμένων παραδόσεων/οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες ενός λαού/τα πολιτισμικά γνωρίσματα ενός έθνους/το πολιτισμικό σοκ). Γενικά, θα μπορούσε να λεχθεί πως ο χαρακτηρισμός “πολιτισμικός” είναι περισσότερο στατικός, ενώ ο χαρακτηρισμός “πολιτιστικός” είναι περισσότερο δυναμικός». http://ngradio.gr/blog/foivos-piompinos-blog/

[13] Schmitt-Dorotic, C., Politishe Romantik, Βερολίνο, Duncker and Humblot, 1919.

[14] Σεβαστάκης, Ν., Κοινότοπη Χώρα, ό.π., σ. 125.

[15] Sayre, R.– Lowy, M., Μορφές Ρομαντικού Αντικαπιταλισμού, Αθήνα, Έρασμος, 1991, σ. 33.

[16] Στο ίδιο, σσ. 38-39.

[17] Μελάς, Κ., Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία, ό.π.

[18] «Στην πραγματικότητα, την πρώτη δεκαετία της βασιλείας του Όθωνα, όταν η βασιλική απολυταρχία και η βαυαρική επιρροή αποτελούσαν τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος, η όλη προσπάθεια ήταν εμπνευσμένη από τον αντικειμενικό σκοπό να δημιουργηθεί αποτελεσματικός και εύρυθμος μηχανισμός, με τον οποίο το κράτος θα μπορούσε απρόσωπα να ικανοποιεί βασικές ανάγκες, όπως ήταν η τάξη, η ασφάλεια, η εκπαίδευση, η δικαιοσύνη καθώς και η είσπραξη των αναγκαίων εισοδημάτων που θα του επέτρεπαν να καλύπτει τις ανάγκες του. Έτσι, επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και λαϊκής υφής κράτος, με την επίβλεψη και προστασία της βαυαρικής αντιβασιλείας, του βασιλιά και των δυτικομαθημένων Ελλήνων. Η διοίκηση, συγκεντρωμένη στην πρωτεύουσα, διεξαγόταν σύμφωνα με δυτικότροπες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Η απονομή της δικαιοσύνης, γινόταν σύμφωνα με τον γερμανο-ρωμαϊκό νόμο και μέσα από ένα ιεραρχικό οργανωμένο σύστημα δικαστηρίων που είχαν πολλά στοιχεία όμοια με τα ανάλογα δικαστήρια της Δύσεως. Τακτικός επαγγελματικός στρατός είχε δημιουργηθεί για να αντικαταστήσει τους προηγούμενους στρατιωτικούς σχηματισμούς των “ατάκτων”. Η Εκκλησία, αποχωρίσθηκε από τη διοικητική εξάρτηση της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και υπήχθη στην κοσμική εξουσία. Όλοι αυτοί οι χαρακτηριστικοί τρόποι λειτουργίας του επίσημου πολιτεύματος απειλούσαν να υποκαταστήσουν τους παραδοσιακούς θεσμούς, διαμέσου των οποίων είχαν αναδειχθεί ηγετικές ομάδες, όπως ο κλήρος, οι πρόκριτοι, οι οπλαρχηγοί. Η αποτελεσματική λειτουργικότητα όμως αυτού του διοικητικού συστήματος προϋπέθετε τη βασιλική απολυταρχία, μαζί με τη δημιουργία μιας νέας γραφειοκρατικής ηγεσίας, ανεξάρτητης από τις παραδοσιακές κυβερνώσες ηγετικές ομάδες». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΓ′, σ. 15.