Όταν η λογοτεχνική δυστοπία προβλέπει το βιωμένο παρόν

Γιόκο Ογκάουα

Η Αστυνομία της Μνήμης

(μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου)

Αθήνα, Πατάκης, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Πολλοί είναι οι συγγραφείς, γνωστοί και άγνωστοι, οι οποίοι φιλοδόξησαν να γράψουν ένα καινούριο 1984, έναν νέο Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο ή διηγήματα επιστημονικής φαντασίας σαν του Ισαάκ Ασίμοφ ή του Πρίμο Λέβι. Ένα τέτοιο εγχείρημα ή όραμα είναι πάντοτε αξιοθαύμαστο και ποτέ παράκαιρο ή ετεροχρονισμένο· γίνεται όμως επιπλέον αξιοσημείωτο, όταν δεν έχει προηγηθεί –σε έναν άμεσα αντιληπτό ή βιωμένο ορίζοντα– το κοσμοϊστορικό γεγονός εκείνο το οποίο εμφανώς πυροδοτεί τον θεματικό πυρήνα του εκάστοτε καινούριου (και εύλογα συχνά πολυσυζητημένου) έργου. Συναφώς, η περίπτωση της Αστυνομίας της Μνήμης αφορά στην άκρως οξυδερκή ματιά της Γιόκο Ογκάουα, η οποία δεν εκδίδει το μυθιστόρημα αυτό το 2019 ή το 2020, κατά τη διάρκεια της πανδημίας και κυρίως κατά το ντόμινο εκπτώσεων και πτώσεων που αυτή επιφέρει —για τα κράτη, τους πολίτες, τους θεσμούς— αλλά μόλις το 1994. Σχολιάζει μάλιστα εμμέσως τον διαφαινόμενο τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 —και εκπληρούμενο στη συνέχεια— αργό θάνατο της φωτογραφίας, του hard copy, της αναλογικής μαγείας του μοναδικού τεκμηρίου του συμβεβηκότος και της ύπαρξης, στοιχείο πολύτιμο το οποίο απουσιάζει από τον ψηφιακό κόσμο των πολλαπλών αντιγράφων και του παραφουσκωμένου νέφους πληροφοριών.  Αποτελεί επίσης ένα καυστικό σχόλιο για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στον πλανήτη, η οποία δεν επιμηκύνει μόνο τις εποχές ακραίων καιρικών φαινομένων, δεν εξαφανίζει μόνο τα είδη, αλλά πλήττει τη γεωργία ανεπανόρθωτα, αφήνοντας στο τραπέζι ελάχιστα και δυσεύρετα τρόφιμα.

Η Αστυνομία της Μνήμης ίσως να μην είναι το πιο άρτιο βιβλίο της Ογκάουα· δεν διαθέτει ούτε την πυκνότητα αφήγησης/δράσης του ρεαλιστικά αλλόκοτου λιλιπούτειου Παραμέσου ούτε την τολμηρή αφηγηματική προοπτική του Ημερολογίου Εγκυμοσύνης. Διαθέτει όμως μια ζηλευτή αρετή· να διαβάζεται —και να συνεχίσει να διαβάζεται— ως ένα επικίνδυνα επίκαιρο κείμενο. Σε ένα νησί χωρίς όνομα, στο οποίο το χιόνι όλο και πυκνώνει, πράγματα και αισθήσεις χάνονται διαδοχικά· χωρίς να είναι σαφές πότε τι αποφασίζεται να εξαφανιστεί από τη ζωή των ανθρώπων, όλοι οφείλουν να τα ξεχάσουν για πάντα. Και όσοι δεν συμμορφώνονται κινδυνεύουν να συλληφθούν από την Αστυνομία της Μνήμης. Όταν η συγγραφέας αφηγήτρια (η οποία γράφει με δυσκολία το επόμενο βιβλίο της παράλληλα με την αφήγησή της, στο οποίο η πρωταγωνίστρια χάνει τη φωνή της) ανακαλύπτει ότι ο επιμελητής της κινδυνεύει, επειδή δεν έχει ξεχάσει —και μάλιστα δυσκολεύεται τρομερά να κρύψει— τις αναμνήσεις του, αποφασίζει να τον προφυλάξει με κάθε τίμημα. Αυτό που αρχικά φαντάζει αρχικά απλώς κάπως παράξενο ή σαν ένα κακό όνειρο όλο και διογκώνεται απειλητικά. Η διαγραφή των αναμνήσεων δεν σταματά στα “λιγότερο σημαντικά” καπέλα, τριαντάφυλλα, πουλιά· φτάνει στα βιβλία, τη γνώση, την παιδεία. Τα βιβλία —και συγκεκριμένα και όχι τυχαία τα μυθιστορήματα— καίγονται μαζικά σε ανοιχτούς χώρους και πλατείες, σε ένα κομβικό επεισόδιο του έργου, το οποίο, αποτίνοντας φόρο τιμής στο Φαρενάιτ 451,υπονοεί ασφαλώς ένα νέο ολοκαύτωμα. «Δεν φανταζόμουν ότι τα βιβλία καίγονται τόσο καλά»[1] θα πει η αφηγήτρια, η οποία θα βλέπει από ψηλά, πανοραμικά, τη βιβλιοθήκη να τυλίγεται στις φλόγες:

Το φεγγάρι και τα αστέρια δε φαίνονται πουθενά, λες κι είχαν σκορπίσει από τη λάμψη που εξέπεμπαν οι φλόγες· μόνο τα πτώματα των καμένων βιβλίων φώτιζαν τον ουρανό. Οι άνθρωποι στο πλήθος, με μάγουλα αναψοκοκκινισμένα από τη φωτιά, κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα το θέαμα. Εμβρόντητοι και σιωπηλοί σαν να παρακολουθούσαν επίσημη τελετή, δεν έκαναν καμία κίνηση για να τινάξουν τις σπίθες που έπεφταν πάνω τους σαν βροχή. (ό.π., 245).

Και παρά την αρχική ανησυχία της, η ανώνυμη πρωταγωνίστρια θα ομολογήσει: «Ποτέ ως τότε δεν είχα ξαναδεί κάτι να καίγεται τόσο λαμπερά ή όμορφα, και το δυνατό φως και η ζέστη έδιωξαν όλα τα ίχνη φόβου και θλίψης που είχα νιώσει» (ό.π., 251). Όπως συμβαίνει και στο αποσπασματικό, κλειστοφοβικό στην υπόθεση και όλο και δυσκολότερο να γραφεί —ειδικότερα μετά τη διαγραφή των μυθιστορημάτων από τον κόσμο— ανώνυμο έργο της ανώνυμης συγγραφέως, έτσι χάνονται σιγά σιγά και πολύ πιο σημαντικά πράγματα, τα οποία ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη όχι μόνο φιλοσοφικά, αλλά πρακτικά και πραγματιστικά. Η Αστυνομία της Μνήμης λαμβάνει αποφάσεις ερήμην των πολιτών, ρυθμιστικοί θεσμοί δεν υπάρχουν —αυτή και μόνον είναι ο μοναδικός θεσμός—, εισβάλλει για έλεγχο σε όποιο σπίτι θέλει και όποτε αποφασίσει, συλλαμβάνει όποιον θυμάται ή μοιάζει να θυμάται. Η μέθοδος είναι ίδια και αναλλοίωτη, όπως εξηγεί ένας αρμόδιος στην αφηγήτρια:

Πρώτιστο καθήκον μας εδώ είναι να φροντίζουμε να μην υπάρχουν καθυστερήσεις στη διαδικασία και οι άχρηστες αναμνήσεις να εξαφανίζονται γρήγορα και εύκολα. Είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσεις πως δεν έχει νόημα να τις κρατάμε. Όταν το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σου μολυνθεί από γάγγραινα, το κόβεις όσο πιο σύντομα μπορείς. Αν δεν κάνεις τίποτα, στο τέλος θα χάσεις ολόκληρο πόδι. Η θεμελιώδης αρχή είναι η ίδια. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεν μπορείς να πιάσεις ή να δεις τι αναμνήσεις, δεν μπορείς να μπεις στις καρδιές όπου φυλάσσονται. Ο καθένας από εμάς τις κρατάει κρυφές. Έτσι, μια και ο αντίπαλός μας είναι αόρατος, αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιούμε τη διαίσθησή μας. Είναι εξαιρετικά λεπτή δουλειά. Προκειμένου να ανακαλύψουμε αυτά αόρατα μυστικά, να τα αναλύσουμε, να τα ξεσκαρτάρουμε και να τα ξεφορτωθούμε, πρέπει να δουλεύουμε μυστικά, να προστατευόμαστε. Νομίζω ότι με καταλαβαίνεις. (ό.π., 144)

Το μυθιστόρημα σχολιάζει με οξυδέρκεια αλλά και βαθιά ανησυχία για το μέλλον (ή μήπως καλύτερα για το παρόν;) τον κρατικό ολοκληρωτισμό, τις αντιδημοκρατικές διαδικασίες και την επιβολή στο όνομα της διαφύλαξης των αποδυναμωμένων θεσμών και συμβόλων, με την πρόφαση της διάσωσης της κοινωνίας και των πολιτών. Σχολιάζει ειδικότερα τους (όχι πια και τόσο) συγκαλυμμένους μηχανισμούς του δυτικού κόσμου και την κατάχρηση εξουσίας, την ανελευθερία, τη φαινομενική ευμάρεια, την παρανάγνωση των αξιών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της διαφορετικότητας. Οι παραλληλισμοί στους οποίους προβαίνει ο αναγνώστης του 2020, του 2021 αλλά και του μέλλοντος είναι ποικίλοι και αναπόφευκτοι.  Ωστόσο, αν «τα σημαντικά πράγματα παραμένουν σημαντικά, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος» (ό.π., 129), για να διασφαλιστούν τα πολύτιμα φυλαχτά της ύπαρξης (της κοινωνίας και των πολιτών), χρειάζεται η αντίδραση απέναντι στη δράση, η δράση απέναντι στην αντι-δραση, προτού να είναι αργά. Διότι, «όταν η φωνή που συνδέει το σώμα με την ψυχή εξαφανίζεται, δεν υπάρχει τρόπος να βάλεις σε λόγια τα συναισθήματα ή τη θέλησή σου» (ό.π., 227)  και σε αυτό ακριβώς στοχεύει η Αστυνομία της Μνήμης, ένα κοινωνικό σύνολο που θα έχει ως τυπική αντίδραση μία πολύ συγκεκριμένη μη-δράση: «Οι εξαφανίσεις είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Δεν έχουν καμία σχέση μ’ εμάς, Όλοι θα πεθάνουμε άλλωστε κάποια μέρα, άρα ποια η διαφορά; Ας αφήσουμε απλώς τα πράγματα στη μοίρα τους» (ό.π., 253).  

Και ως να ξεδιπλώνεται η προφητεία μέσα στην προφητεία, καθώς η αφήγηση μέσα στην αφήγηση, η πρωταγωνίστρια της ανώνυμης αφηγήτριας μυθιστοριογράφου, η δεύτερη δηλαδή αφηγήτρια του έργου, εξομολογείται παράλληλα τους μεγαλύτερους φόβους της σε ένα διηγηματικό κάτοπτρο, όπου οι απώλειες είναι αντίθετες από ό,τι συμβαίνει στην πρώτη αφήγηση, είναι εξίσου όμως καταστροφικές:

Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα πια να ανακαλέσω τον ήχο της δικής μου φωνής, και η σκέψη με πάγωσε. Πώς γινόταν να έχω ξεχάσει τόσο εύκολα κάτι που άκουγα επί τόσα πολλά χρόνια, έναν ήχο που είχε σιγήσει για ένα κλάσμα μόνο του χρόνου αυτού; Αλλά σ’ έναν κόσμο αντεστραμμένο, τα πράγματα που νόμιζα ότι ήταν δικά μου και μόνο δικά μου μπορούσα να μου τα πάρουν πολύ πιο εύκολα απ’ όσο είχα ποτέ φανταστεί. Αν το σώμα μου τεμαχιζόταν με κομμάτια άλλων σωμάτων, και μετά αν κάποιος μου έλεγε «βρες το αριστερό σου μάτι», φαντάζομαι ότι θα ήταν δύσκολο να το βρω. (ό.π., 223-224)

Μια σημαντική ιδιαιτερότητα του βιβλίου της Ογκάουα είναι η ιδιαζόντως λυρική αίσθηση της ξεδιπλούμενης δυστοπίας. Η αφηγήτρια, παρότι διακρίνει την ανεπίστρεπτη και θλιβερή αλλαγή, είναι πάντα ήρεμη (αφού σύντομα θα ξεχάσει αυτό του οποίου την απώλεια ή απουσία έχει με λύπη εντοπίσει), το τοπίο είναι ενίοτε όμορφο, το χιόνι αρχικά φυσιολογικό – μέχρι που δεν σταματάει ποτέ. Μέχρι που ούτε κι έρωτας κι ο πόθος δεν σώζουν τον κόσμο, διότι ο κόσμος είναι πια ακρωτηριασμένος, χωρίς μέσα έκφρασης, και όλες οι αισθήσεις, ή μάλλον όσες διασώθηκαν, απλώς αθέατα κάπου κάπως υπάρχουν. Με αποσιώπηση, υπακοή και αποστέρηση, η λησμοσύνη γίνεται το φυσικό και τρομακτικό επόμενο:

Κοίταξα τον Ρ. «Δηλαδή πιστεύεις πράγματι ότι οι καρδιές μας αποσυντίθενται;»

«Δεν ξέρω αν είναι η σωστή λέξη, αλλά αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι αλλάζετε με τρόπο που δεν γίνεται να ανατραπεί εύκολα ή να αναιρεθεί. Όλο αυτό μοιάζει να οδηγεί σ’ ένα τέλος, το οποίο με τρομάζει πάρα πολύ.» Καθώς μιλούσε, στριφογύριζε το χερούλι του φλιτζανιού του πίσω μπρος. Ο γέρος εξακολουθούσε να κοιτάζει το μουσικό κουτί.

«Ένα τέλος», μουρμούρισα από μέσα μου. Δεν ήταν πως δεν το είχα ξανασκεφτεί αυτό. Τέλος… κατάληξη… όριο – πόσες φορές είχα προσπαθήσει να φανταστώ για πού τραβούσα χρησιμοποιώντας ανάλογες λέξεις; Αλλά ποτέ δεν κατάφερνα να φτάσω πολύ μακριά. Ήταν αδύνατον να συλλογιστώ το πρόβλημα για πολλή ώρα, αφού οι αισθήσεις μου πάγωναν και ένιωθα να ασφυκτιώ. Ούτε βοηθούσε να το συζητήσω με τον γέρο που επαναλάμβανε επίμονα ότι όλα θα πάνε καλά.

«Είναι τρομερά αλλόκοτη αίσθηση να έχω μπροστά στα μάτια μου κάτι που έχει εξαφανιστεί» είπα. «Σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για κάτι που θεωρητικά δεν υφίσταται πια. Κι όμως καθόμαστε εδώ κοιτάζοντας το κουτί και ακούγοντας τη μουσική και προφέροντάς το όνομά του… ο… rugoru. Δε σου φαίνεται περίεργο αυτό;»

«Καθόλου περίεργο. Του κουτί υπάρχει πέραν πάσης αμφιβολίας και είναι εδώ μπροστά μας. Η μουσική συνεχίζει να παίζει, πριν και μετά την εξαφάνιση. Παίζει σωστά, αρκεί να κουρδίσεις με το κλειδί. Αυτός είναι ο ρόλος του, τώρα και παντοτινά. Δε διαφέρουν παρά μόνο οι καρδιές εκείνων που το άκουγαν κάποτε.»

«Καταλαβαίνω» είπα. «Δε φταίει το κουτί που εξαφανίστηκε. Αλλά τι να κάνουμε; Είναι δυσάρεστο να βλέπεις πράγματα που έχουν εξαφανιστεί, σαν να πετάς κάτι σκληρό και αγκαθωτό σε μια γαλήνια λιμνούλα. Προκαλεί κυματάκια, ανακινεί έναν στρόβιλο πιο κάτω, ξεσηκώνει τη λάσπη από τον πυθμένα. Έτσι δεν έχουμε άλλη επιλογή πραγματικά παρά να τα κάψουμε, να τα θάψουμε ή να τα ρίξουμε μέσα στο ποτάμι, οτιδήποτε, αρκεί να τα διώξουμε όσο πιο μακριά είναι δυνατόν.» (ό.π., 201-202).

Η Αστυνομία της Μνήμης είναι ένα μυθιστόρημα που απαιτεί και απαιτείται να διαβαστεί κυρίως για αυτό του το χάρισμα· πρόκειται για μια αλληγορία —καίτοι ρεαλιστικών προδιαγραφών— για τη βιωμένη πια πολιτική αλλοτρίωση, αυτή που συμβαίνει ακριβώς τώρα, αυτή που έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει προ πολλού, αλλά η ταχύτητα της πτώσης δεν την αφήνει πια αθέατη. Πρόκειται για ένα βιβλίο για την αποσύνθεση των ψυχών, για την όχι και τόσο αργή αλλά σταθερή μεταμόρφωση, πριν την οριστική αποσύνθεση της ανθρωπότητας, καθώς μας πλησιάζει ούτως ή άλλως η διαρκής χιονόπτωση ή ο αέναος καύσωνας μιας σφοδρής κλιματικής αλλαγής η οποία είναι αντιληπτή και συζητήσιμη, αλλά χωρίς να λαμβάνεται καμία ισχυρή δράση για να την τιθασεύσει ή έστω να την επιβραδύνει. Η Αστυνομία της Μνήμης  είναι ένα βιβλίο για τη δυστοπία που ήδη ήρθε, υπάρχει και φέρνει το τέλος όλο και πιο κοντά…

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ


[1] Γιόκο Ογκάουα, Η Αστυνομία της Μνήμης (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου), Αθήνα, Πατάκης, 2020, 248.