Στη δίνη των ΜΜΕ

Μια απόπειρα συμφιλίωσης της λογοτεχνίας του Χρήστου Βακαλόπουλου

με τη φιλοσοφία του Ζαν Μπωντριγιάρ

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΠΥΘΟΥΡΗ

Η παράξενη φωνή προέτρεπε τους ακροατές να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους

και συμβούλευε τον καθένα να γίνει πραγματικά ο εαυτός του.[1]

Ο διάλογος της λογοτεχνίας με την επιστήμη της φιλοσοφίας συνιστά ένα ευρύ και ανεξερεύνητο πεδίο για τα δεδομένα της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται, αν μη τι άλλο, για ένα πεδίο μελέτης, ικανό να προσφέρει νέες αναγνώσεις και να ανατροφοδοτήσει τα λογοτεχνικά κείμενα με σύγχρονες ερμηνείες. Η διαπίστωση, επίσης, νεότερων αλλά και σύνθετων προβληματισμών πάνω στα λογοτεχνικά κείμενα με βάση την επιστήμη της φιλοσοφίας, συνεισφέρει στη σύγκλιση των δύο επιστημών, φέρνοντας εγγύτερα τη φιλολογία με τη φιλοσοφία και ανοίγοντας έτσι το γόνιμο διάλογο ανάμεσα στις επιστήμες.

Με βάση τα παραπάνω, στόχος του παρόντος κειμένου είναι να αναζητηθούν οι όροι συγκρότησης του διηγήματος του Χρήστου Βακαλόπουλου, «Στη δίνη του καύσωνος» και να αναδειχθούν οι αλληλεπιδράσεις και οι επαφές του Έλληνα συγγραφέα με τη φιλοσοφική σκέψη του Γάλλου φιλοσόφου Ζαν Μπωντριγιάρ (Jean Baudrillard). Για τον λόγο αυτό, πραγματοποιείται, πέρα από φιλολογική προσέγγιση του διηγήματος και μια μεθοδολογική ανάλυση με φιλοσοφικούς όρους, επιχειρείται δηλαδή μια απόπειρα φιλοσοφικής ανάγνωσης του διηγήματος. Εκτός από την ερμηνευτική προσέγγιση του έργου του Βακαλόπουλου αποπειράται και μια διερεύνηση των επιρροών και των επιδράσεων του Έλληνα λογοτέχνη από τη σκέψη του Μπωντριγιάρ και κυρίως από τον στοχασμό του πάνω στα ΜΜΕ, στα σύγχρονα δίκτυα επικοινωνίας, στη λειτουργία τους και στον αρνητικό ρόλο που επιτελούν στη σύγχρονη εποχή. Πιο συγκεκριμένα, το κύριο ερευνητικό ερώτημα της εργασίας είναι πώς παρουσιάζεται το ραδιόφωνο ως ΜΜΕ στο διήγημα του Βακαλόπουλου, ποια είναι η λειτουργία του και πώς ακριβώς προσδιορίζεται η εφαρμογή των φιλοσοφικών σκέψεων του Μπωντριγιάρ στο διήγημα του Βακαλόπουλου. Επιπροσθέτως, παρουσιάζονται εν συντομία οι βασικές φιλοσοφικές θέσεις του Γάλλου φιλοσόφου για τα ΜΜΕ, όπως αυτές διατυπώθηκαν στα εξής τρία φιλοσοφικά δοκίμιά του: Ρέκβιεμ για μέσα επικοινωνίας,[2] Ομοιώματα και προσομοίωση[3], Η έκσταση της επικοινωνίας.[4] Τέλος, επικαιροποιώντας την ανάγνωση του διηγήματος, γίνεται μια σαφής νύξη για τη λειτουργία των ΜΜΕ στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Το κείμενο κλείνει με την παράθεση αποσπασμάτων από δύο ποιήματα Ελλήνων ποιητών, οι οποίοι αξιοποιούν θεματικά την τηλεόραση ως ΜΜΕ στα ποιήματά τους, σχολιάζοντας με καυστικό και επίκαιρο τρόπο τον αποξενωτικό και αλλοτριωτικό χαρακτήρα της τηλεόρασης.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993) υπήρξε αναμφισβήτητα μια σημαντική προσωπικότητα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πολυπράγμων, οξυδερκής και αναγνωρισμένος  —ως ένα από τα ικανότερα μυαλά της γενιάς του (μαζί ασφαλώς με το καλό του φίλο Κωστή Παπαγιώργη)— κατάφερε πολύ γρήγορα να εξοικειωθεί με το λογοτεχνικό γράψιμο σε μικρή ηλικία, να σπουδάσει στο εξωτερικό κινηματογράφο, να σταδιοδρομήσει ως σκηνοθέτης κινηματογραφικών ταινιών, αλλά και να αρθρογραφήσει για χρόνια σε αθηναϊκά έντυπα, δημοσιεύοντας κυρίως δοκίμια για τον κινηματογράφο, τον πολιτισμό και τη λογοτεχνία. Ο Χρήστος Βακαλόπουλος υπήρξε επιπλέον αρκετά ενήμερος και φανερά εξοικειωμένος σε μεγάλο βαθμό με τις σύγχρονες πνευματικές ιδέες της εποχής του. Οι σπουδές του στη Γαλλία συνέβαλαν σημαντικά στην επαφή με τη σύγχρονη σκέψη, ενώ όπως σημειώνει ο Κώστας Λιβιεράτος στη δεύτερη φάση του κριτικού και συγγραφικού έργου (1980-1993) «ο Βακαλόπουλος υιοθετεί τα μοντέρνα ρεύματα που έχει αφομοιώσει και τα αξιοποιεί λογοτεχνικά».[5] Το άνοιγμα του Βακαλόπουλου στην πεζογραφία και τη σκηνοθεσία καθορίστηκε τόσο από την εξοικείωσή του και την ενημερότητά του για τα σύγχρονα πνευματικά και καλλιτεχνικά δεδομένα, όσο και από την ταυτόχρονη άντληση του πεζογραφικού ή κινηματογραφικού του υλικού από την καθημερινότητα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, ως ένας άριστος παρατηρητής της σύγχρονης αστικής ζωής. Πριν περάσουμε στην ανάλυση του διηγήματος, να σημειωθεί επίσης ότι ο Βακαλόπουλος μέσα από τα κριτικά και δοκιμιακά του κείμενα, κυρίως για τον κινηματογράφο, έθιξε επανειλημμένα ζητήματα όπως: η σύγχρονη μεταμοντέρνα πραγματικότητα, η καταστροφή του νοήματος και η επικράτηση του πολιτισμού της εικόνας και της τηλεόρασης.

Η συλλογή διηγημάτων: Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες

Οι Νέες αθηναϊκές ιστορίες του Χρηστού Βακαλόπουλου εκδίδονται για πρώτη φορά το 1989. Πρόκειται για μία συλλογή διηγημάτων με δέκα συνολικά διηγήματα. Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη, στο πρώτο μέρος εντοπίζονται διηγήματα μαγικού ρεαλισμού,[6] διηγήματα δηλαδή που αξιοποιείται η αφηγηματική μέθοδος του μαγικού ρεαλισμού. Με λίγα λόγια, ο μαγικός ρεαλισμός είναι η ομαλή ένταξη υπερφυσικών, μαγικών ή εξωπραγματικών στοιχείων σε μια ρεαλιστική αφήγηση, με αποτέλεσμα να δίνεται η εντύπωση μιας πραγματικής ρεαλιστικής ιστορίας. Απουσιάζει, ασφαλώς, ο δισταγμός και η έκπληξη από τους αναγνώστες καθώς το μαγικό προσλαμβάνεται ως αληθινό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα όρια επομένως ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό αναιρούνται και δημιουργείται η δυνατότητα μιας εναλλακτικής προσέγγισης της πραγματικότητας.

Τα διηγήματα, από την άλλη μεριά, του δεύτερου μέρους αποτελούν ένα είδος καλυμμένου προσωπικού ημερολογίου, καθώς, ο Βακαλόπουλος τοποθετεί διηγήματα στα οποία αναπλάθει μνήμες της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας. Στο διήγημα «1965 μ.Χ.», αφηγείται αναμνήσεις από την παιδική (του) ηλικία, χρησιμοποιώντας τον εσωτερικό μονόλογο, ενώ μνήμες από την εφηβική του ζωή εντοπίζονται στο διήγημα «Έκθεση Ιδεών», το οποίο έχει ύφος μιας μαθητικής έκθεσης, τέλος επιστρέφει μνημονικά και στη φοιτητική ζωή του, με το διήγημα «Κοινή γνώμη», όπου παρωδείται ο ανθρώπινος τύπος του μικροαστού αριστερού την εποχή της μεταπολίτευσης. Τα διηγήματα της δεύτερης πλευράς, αξιοποιούν έναν νοσταλγικό τόνο αναπόλησης της χαμένης αθωότητας και μια προσπάθεια διαιώνισης της στο παρόν. Οι ιστορίες του Βακαλόπουλου διαδραματίζονται στην πόλη της Αθήνας, η οποία τον τροφοδοτεί με υλικό από την καθημερινότητα και ο συγγραφέας ως ικανός παρατηρητής της νεοελληνικής πραγματικότητας επεξεργάζεται μυθοπλαστικά εικόνες της πρωτεύουσας. Πρόκειται, επομένως, για μια αστική ρεαλιστική πεζογραφία, από την οποία ασφαλώς δε λείπουν οι μεταμοντέρνοι πειραματισμοί με τη χρήση του μαγικού ρεαλισμού να αξιοποιείται προκειμένου ο συγγραφέας να κατασκευάσει δημιουργικά μια πραγματικότητα με όρους ρεαλιστικούς, εμπλουτισμένη ωστόσο και με μαγικές προεκτάσεις με την εισβολή ονειρικών και εξωπραγματικών καταστάσεων στον μυθοπλαστικό κόσμο.

Το διήγημα «Στη δίνη του Καύσωνος»

Το τελευταίο διήγημα του πρώτου μέρους της συλλογής του Βακαλόπουλου μοιράζεται κοινά χαρακτηριστικά με τα προηγούμενα τέσσερα. Και στα πέντε διηγήματα της πρώτης πλευράς, η παρουσία της φωνής, των ήχων και της ομιλίας[7] συμπληρώνει την υποτυπώδη παρουσία ηρώων και πρωταγωνιστών. Η ομιλία στο διήγημα, ως κοινό μέσο επικοινωνίας, επιτελεί με δραστικό τρόπο στη μαγεία των ηρώων και στην παράσυρσή του σε παράνομες πράξεις. Πιο συγκεκριμένα, «Στη δίνη του καύσωνος,» μια ραδιοφωνική αναμετάδοση υποκινεί τον πληθυσμό της Αθήνας να διαπράξει κλοπές. «Η παράξενη φωνή προέτρεπε τους ακροατές να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους και συμβούλευε τον καθένα να γίνει πραγματικά ο εαυτός του[…] Οι υποψίες για τον καθοριστικό ρόλο της ξαφνικής φωνής σ αυτό το φούντωμα της εγκληματικότητας επιβεβαιωθήκαν την επόμενη νύχτα εξαιτίας ενός τυχαίου, επίσης ραδιοφωνικού, γεγονότος.»

 Αρχικά, η νεαρή ανδρική φωνή, που διακόπτει μια ραδιοφωνική εκπομπή, καλεί τον κόσμο της Αθήνας σε εξωτερίκευση των συναισθημάτων και στην αναζήτηση του πραγματικού τους εαυτού. Η ζέστη και ο καύσωνας που ταλαιπωρεί στον κειμενικό κόσμο τον πληθυσμό της Αθήνας, στην ουσία αντανακλά τη ζέστη του εσωτερικού κόσμου των ανθρώπων. Η εκμαυλιστική φωνή του ραδιοφώνου παρά την έκπληξη και απορία που προκαλεί,[8] οδηγεί τον πληθυσμό της πρωτεύουσας σε μικροκλοπές και στην αύξησης της εγκληματικότητας. Φανερώνοντας έτσι, ότι μόνο με την ασύδοτη και ανεξέλεγκτη έκφραση της ατομικότητας θα ανατραπεί η έλλογη τάξη, προκρίνοντας δηλαδή ως μοναδική λύση την διεκδίκηση της υποκειμενικότητας και την αντίσταση.[9]

Στη συνέχεια του διηγήματος η ραδιοφωνική παράγωγος, Ελένη Χατζή υποκινούμενη και η ίδια από τη μυστηριώδη βραχνή φωνή θα καλέσει, και εκείνη με τη σειρά της, μέσα από τη ραδιοφωνική της εκπομπή «Λόγος, Ομιλία, Λαλιά»[10] τον πληθυσμό της πρωτεύουσας να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, να αφουγκραστεί κατά μια έννοια τις ένοχες επιθυμίες και τις καταπιεσμένες του φωνές και να διαπράξει παράνομες πράξεις. Ο ραδιοφωνικός λόγος επιτελεί στο διήγημα το μαγικό ξόρκι που επισύρει ανεξήγητα και μαγικά τα υποκείμενα στην εξωτερίκευση των επιθυμιών τους, έχοντας πρώτα υποκύψει πλήρως στη γοητεία της ραδιοφωνικής αναμετάδοσης.[11] Επιπλέον, ακόμα πιο παράδοξο είναι το γεγονός ότι με την τέλεση των κλοπών ή με το άκουσμα της φωνής, οι άνθρωποι και πιο συγκεκραμένα η ηρωίδα του διηγήματος, η Γαλλίδα ιχθυολόγος Μαργαρίτα Κοπί, δηλώνει στον αστυνομικό ανακριτή ότι «όση ώρα άκουγε τη φωνή έπαψε να ζεσταίνεται». Η φωνή λοιπόν που εξουσιάζει την Αθήνα στο διήγημα, λειτουργεί ως ναρκωτικό, αλλά παράλληλα και ως αναλγητικό που προσφέρει ηρεμία, ανακούφιση και κυρίως νάρκωση από τη ζοφερή και ζεστή καθημερινότητας της Αθήνας.

Ολοκληρώνοντας την ανάλυσης του διηγήματος, η φωνή που εξουσιάζει επιτελεί επίσης έναν καταστροφικό ρόλο για τους ίδιους τους πρωταγωνιστές πέρα από την υποκίνηση σε μικροκλοπές. Τα ίχνη της πρωταγωνίστριας Ελένης Χατζή εξαφανίζονται παντελώς, ενώ η Γαλλίδα ιχθυολόγος βρίσκεται σαν χαμένη να παραληρεί στη Σέριφο. Η ηχογραφημένη κασέτα της Ελένης Χατζή φανερώνει έντεχνα τον εκμαυλιστικό λόγο της φωνής του ραδιοφώνου:« Γνωρίζω τώρα ότι είμαστε υπεύθυνοι για το εφιαλτικό κλίμα αυτών των ημερών. Επειδή δεν είμαστε σε θέση να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας προκαλούμε έκρηξη θερμότητας στο περιβάλλον και μόνο αν αρχίσουμε να κλέβουμε ο ένας τον άλλο, μόνο αν ληστέψουμε την περιουσία αλλά και τις ενδόμυχες σκέψεις του διπλανού μας μπορούμε να περιορίσουμε και τελικά να εξαφανίσουμε το κακό. Να μη με αναζητήσει κανείς.» Συνοψίζοντας, στο διήγημα του Βακαλόπουλου, η ισχυρή παρουσία της προφορικής μορφής της γλώσσας και η εμφατική χρήση του ραδιοφώνου[12] συμβάλουν αποφασιστικά στη διάδοση του μαγικού μέσα στον κειμενικό ρεαλιστικά αποτυπωμένο κόσμο. Εκείνο όμως που στην προκειμένη περίπτωση μας ενδιαφέρει είναι η χρήση ενός ΜΜΕ, συγκεκριμένα του ραδιοφώνου σε ένα σύγχρονο διήγημα, και ακόμα παραπέρα η χρήση του για τη δημιουργία στην ουσία μιας δίνης, μιας θολής και θαμπής επικοινωνίας, που εξυπηρετεί μονάχα το σύστημα που παράγει και αναπαράγει τελικά την επικοινωνία αυτού του είδους.

 Ο Ζαν Μπωντριγιάρ και τα ΜΜΕ

Η χρήση του ραδιοφώνου από τον Βακαλόπουλο και η λειτουργία που αυτό επιτελεί στο διήγημα είναι εμφανώς επηρεασμένη από τη σκέψη του Ζαν Μπωντριγιάρ. Ο Γάλλος φιλόσοφος μέσα από μια σειρά έργων του, ανέπτυξε επανειλημμένα τη σκέψη του για τα σύγχρονα ΜΜΕ. Αρχικά, στο δοκίμιό του Ρέκβιεμ για τα μέσα της επικοινωνίας (1980) υποστήριξε ότι τα μέσα κατασκευάζουν τη μη επικοινωνία, η επικοινωνία ως ανταλλαγή απόψεων και ο διάλογος δεν υφίστανται πλέον στη σύγχρονη μεταμοντέρνα εποχή, με αποτέλεσμα η μονομερής επικοινωνία να καταλήγει να είναι μία επικοινωνία χωρίς απόκριση.

Προχωρώντας τη σκέψη του ακόμα παραπέρα, ο Μπωντριγιάρ στο έργο Ομοιώματα και προσομοίωση(1981), εκθέτει τρεις βασικές υποθέσεις σχετικά με τα σύγχρονα ΜΜΕ.[13] Η πρώτη υπόθεση του, υποστηρίζει ότι η πληροφορία ολοένα και περιέχει λιγότερο νόημα, με αποτέλεσμα να χάνεται το νόημα και να καταβροχθίζεται από το περιεχόμενο της πληροφορίας. Όπως σημειώνει, παράγεται κάποιου είδους νόημα, αλλά εντοπίζει απώλεια του νοήματος υπό το καθεστώς αναμετάδοσης και επικοινωνίας του μέσα από τα ΜΜΕ. Η δεύτερή του υπόθεση, η οποία είναι και απλούστερη, υποστηρίζει ότι η πληροφορία είναι εντελώς άσχετη με τη σημασία της πληροφόρησης, συνιστώντας επομένως δυο τελείως ανόμοια και διαφορετικά πράγματα. Η τελευταία και πιο ενδιαφέρουσα υπόθεσή του, δηλώνει την πλήρη καταστροφή του νοήματος και της σημασίας της πληροφορίας υπό το καθεστώς της αποτρεπτικής δράσης των ΜΜΕ. Παρατηρεί μια εξάντληση του νοήματος στην πληροφορία και στην καταβρόχθιση της πληροφορίας στα δεκάδες περιεχόμενά της. Δημιουργείται, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, μια υπερπραγματικότητα του νοήματος και αναπτύσσεται ένα κλειστό κύκλωμα με το μέσο να είναι το ίδιο μήνυμα, ο πομπός να είναι ο ίδιος ο δέκτης και όπως εύστοχα γράφει και ο Βακαλόπουλος στο διήγημά του «πομπός και δέκτης διαθέτουν τις ίδιες πληροφορίες».[14]Το κλειστό κύκλωμα που περιγράφει ο Γάλλος φιλόσοφος βασίζεται στην κυκλικότητα όλων των πόλων και τη χειραγώγηση προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς κανείς να μπορεί να ελέγξει τη διαδικασια αυτή.[15] Πράγμα που πολύ έντεχνα φανερώνει και ο Βακαλόπουλος τοποθετώντας μια ραδιοφωνική παραγωγό να πέφτει και αυτή θύμα του μέσου που και η ίδια μέχρι πρότινος χρησιμοποιούσε. Η μοναδική λύση που φαίνεται να προκρίνει ο φιλόσοφος είναι ίδια με εκείνη που προκρίνει και ο Βακαλόπουλος ως πιθανή διέξοδο: την ανατροπή δηλαδή της έλλογης και έννομης τάξης του μυθοπλαστικού κόσμου του διηγήματος. Ο Μπωντριγιάρ, αντίστοιχα, προκρίνει με τη σειρά του μια απελευθερωτική διεκδίκηση της υποκειμενικότητας του σύγχρονου ανθρώπου, την παραγωγή ουσιαστικού νοήματος και πραγματικής σημασίας και την ταυτόχρονη προσπάθεια για την αποκατάσταση της ομιλίας, απέναντι σε ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από την καταπίεση και την καταστολή.[16]

Ολοκληρώνοντας τον παραπάνω συλλογισμό, σε ένα ακόμα δοκίμιο του Γάλλου φιλοσόφου, με τίτλο «Η έκσταση της επικοινωνίας»(1987), επανερχόμενος στο ζήτημα των σύγχρονων ΜΜΕ, θα παρατηρήσει τον έντονο συγχρωτισμό των δικτύων επικοινωνίας, την εξολόθρευση του ιδιωτικού χώρου και τη σμίκρυνσή του, έναντι του δημόσιου. Θα αναφέρει ενδεικτικά ότι το ραδιόφωνο ως μέσο και ο χώρος συχνοτήτων FM, ως χώρος, αν και βρίθει από σταθμούς και παρουσιάζεται να επικοινωνεί τον ελεύθερο λόγο, ο άνθρωπος ωστόσο δεν είναι καθόλου ελεύθερος. Καθώς, για τον Μπωντριγιάρ, ο άνθρωπος υφίσταται μια συνεχή και διαρκή παρενόχληση χωρίς τέλος· το ιδιωτικό σύμπαν περιορίζεται και ο χώρος του ραδιοφώνου είναι τόσο κορεσμένος που ασκείται πίεση για να ακουστούν όλοι. Μια πίεση, που με βάση τον φιλόσοφο καθιστά τον άνθρωπο ανίκανο να γνωρίσει τι πραγματικά επιζητά, με αποτέλεσμα να βυθίζεται στην αρνητική αυτή  —όπως ονομάζει— έκσταση του ραδιοφώνου. Αυτή ακριβώς η κατάσταση σαγήνης και ίλιγγου, που βρίσκεται μέσα στο παραλήρημα της επικοινωνίας, αναδεικνύει και ο Βακαλόπουλος με την εκμαυλιστική και βραχνή φωνή του ραδιοφώνου στο διήγημά του. Εξάλλου, συνιστά και για τους δυο μια φωνή, η οποία βασίζεται σε αυτό που ο φιλόσοφος ονομάζει αποπλάνηση (seduction) και αφορά αποκλειστικά την πρόκληση του αποδέκτη. Η αποπλάνηση του δέκτη για την οποία μιλά ο φιλόσοφος δε βασίζεται στις επιθυμίες του, αλλά στην πρόκληση, στην έξαψη των επιθυμιών, των συναισθημάτων και των παρορμήσεων του αποδέκτη της επικοινωνίας. Σε αυτό το σύγχρονο σύμπαν επικοινωνίας, το οποίο είναι υπερεπικοινωνιακό, ο άνθρωπος είναι για τον Μπωντριγιάρ ριγμένος μέσα, όχι στο χωρίς νόημα σύμπαν, αλλά βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα τρομακτικό χορό και σε ένα στροβίλισμα νοήματος, που αναλώνεται συνέχεια και εντελώς μέσα από την ίδια του την επιτυχία.

«Βάλτο καλά στο μυαλό σου, ξεφώνισε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα, Νόημα υπάρχει, Νόημα υπάρχει»[17] θα γράψει ο Βακαλόπουλος στο διήγημα «Το νόημα της ζωής» στην ίδια συλλογή διηγημάτων, ίσως ναι υπάρχει ακόμα σήμερα κάποιο νόημα, αλλά σε εποχές, όπου η δίνη του μη νοήματος και της μη πληροφορίας στροβιλίζεται αδιάκοπα, προκαλώντας σύγχυση και αναστάτωση, δεν αρκεί μονάχα η νηφάλια αναγνώριση και περιττή ονοματοδοσία του εκάστοτε κυκλώνα, εκείνο που απαιτείται είναι είτε η δημιουργία ενός μεγαλύτερου κυκλώνα, είτε η ανατροφοδότηση του υπάρχοντος με ουσιαστικό περιεχόμενο, με κυριολεκτική σημασία του λόγου και με αλήθεια νοήματος.

Κλείνοντας, με επίκαιρες αναφορές και με τρόπο ποιητικό, όπως προσωπικά αγαπά ο γράφων, τα σημερινά ελληνικά ΜΜΕ εξυπηρετούν φανερά και απροκάλυπτα τα σκονάκια των κυβερνώντων με τις αζημίωτες ασφαλώς χρηματοδοτήσεις, υπηρετούν την παντελή απουσία νοήματος και σημασίας, με δεκάδες ριάλιτι και τηλεοπτικά show, προκρίνουν την αναξιόπιστη ενημέρωση ως έγκυρη και την παντελή απουσία κριτικής ως δημοσιογραφία και τέλος προπαγανδίζουν την αμερόληπτη δημοσιογραφία. Τον απειλητικό ρόλο των ΜΜΕ φανέρωσαν με έντεχνο ποιητικό τρόπο δυο Έλληνες, αρκετά χρόνια νωρίτερα. Ο πρώτος, ο Γιάννης Πατίλης θα γράψει για τους δυνάστες της ανθρώπινης ελευθερίας με τη σύμφωνη γνώμη των ανθρώπων:

«Τι φοβάσαι;

 Και τηλεόραση έβαλες στο σπίτι και ράδιο,

κ΄ εφημερίδα μεσημέρι δεν έλειψε…

 Εσύ όλ’ αυτά, με τα χέρια σου, τάφερες.

Μόνος τά βαλες σπίτι σου-

 το δρόμο απ΄ την πόρτα σου ε σ ύ πέρασες

 τι άλλο

φοβάσαι να μπη;

Αλλά κοίτα τα χέρια σου,

αυτές τις λεπτές γραμμές, τα τυπώματα-

όσα η νεκροψία σύντομα θα τάβρη

στο λαιμό σου.»[18]

Ένας ακόμα ποιητής, ο Γιάννης Καρατζόγλου θα καυτηριάσει την ολοένα διεισδυτική απειλή των ΜΜΕ στην ανθρώπινή ζωή:

«Όταν το φαγητό

σας βαραίνει. . .»

 «Κατάλευκα δόντια δροσερώτερη αναπνοή…»

«Πικρή, μικρή

μου αγάπη. . .»

­­− μια ευτυχία διαπιστώσιμη παντού!

Ύστερα απ΄ όλα αυτά, τι

χρειάζεται η ανάγνωση και η γραφή,

γυρίζουμε ξανά να ανακαλύψουμε τον

άνθρωπο των σπηλαίων αργότερα, αλλά με τηλεόραση ΑΕΒ στο

πλάι

 (την αθάνατη,

την ηλεκτρονική, ­­− το ξέρουμε το μάθημα)

Αφέντες με σύγχρονα μαστίγια θα μας

στραγγίσουν πιο πολύ την γνώση

στρέψαν κιόλα την όραση· γυροφέρνουν τώρα την

αφή. μένει δα

 ο έρωτας.[19]

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΥΘΟΥΡΗΣ


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[1] Χρήστος Βακαλόπουλος, Νέες Αθηναϊκές ιστορίες, Εστία, Αθήνα 20183.

[2] Ζαν Μπωντριγιάρ, Ρέκβιεμ για μέσα επικοινωνίας, Ελεύθερος τύπος, Αθήνα 1980.

[3] Ό.π., Ομοιώματα και προσομοίωση, Πλέθρον, Αθήνα, 2019.

[4] Ό.π., Η έκσταση της επικοινωνίας, Καρδάμιτσα, Αθήνα, 1991.

[5] Χρήστος Βακαλόπουλος, Η ονειρική υφή της πραγματικότητας: κείμενα για την επικοινωνία και τον πολιτισμό, επιμ. Κώστας Λιβιεράτος, Εστία, Αθήνα 2005, σ. 607.

[6] Ότι στα διηγήματα που εμπεριέχονται στη συλλογή Νέες Αθηναϊκές ιστορίες, αξιοποιείται η αφηγηματική μέθοδος του μαγικού ρεαλισμού, πρώτη παρατηρήσει και εντόπισε η Αναστασία Νάτσινα, βλ. Αναστασία Νάτσινα, Ελληνικά διηγήματα στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα: Συμβολή στη διερεύνηση του μεταμοντέρνου, Michaelmas Term, Oxford 2003.

[7] Αναστασία Νάτσινα, Ελληνικά διηγήματα στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα: Συμβολή στη διερεύνηση του μεταμοντέρνου, Michaelmas Term, Oxford 2003, σ. 84.

[8] Ό.π., σ. 95.

[9] Η στρατηγική αντίστασης που αναφέρει ο Μπωντριγιάρ έχει να κάνει με την απελευθερωτική διεκδίκηση της υποκειμενικότητας, και την παραγωγή επομένως του νοήματος και της σημασίας εκ μέρους των υποκειμένων.

[10] Ο τίτλος της ραδιοφωνικής εκπομπής είναι ενδεικτικός της έντονης παρουσίας του προφορικού χαρακτήρα της γλώσσας και της ομιλίας που εντοπίζεται στο πρώτο μέρος της συλλογής του Βακαλόπουλου

[11]Αναστασία Νάτσινα, Ελληνικά διηγήματα στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα: Συμβολή στη διερεύνηση του μεταμοντέρνου, Michaelmas Term, Oxford 2003, σ. 96.

[12] Ό.π., σ. 107.

[13] Συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 8 που φέρει το τίτλο: «Η ενδόρρηξη του νοήματος στα ΜΜΕ», ο Μπωντριγιάρ αναλύει διεξοδικά τη ρητορική του για την απώλεια του νοήματος και την ολοένα αυξανόμενη επικράτηση της πληροφορίας.

[14] Χρήστος Βακαλόπουλος, Νέες Αθηναϊκές ιστορίες, Εστία, Αθήνα 32018, σ. 47.

[15] Ζαν Μπωντριγιάρ, Ομοιώματα και προσομοίωση, Πλέθρον, Αθήνα, 2019 σ. 141

[16] Ό.π., σ. 142.

[17] Χρήστος Βακαλόπουλος, Νέες Αθηναϊκές ιστορίες, Εστία, Αθήνα 20183 , σ. 44.

[18] Γιάννης Πατίλης, Αλλά τώρα προσέχτε!, Αθήνα, 1973, σ. 27.

[19] Γιάννης Καρατζόγλου, ΔΞΘ, Θεσσαλονίκη, 1975, σ. 27.