Κατασταλαγμένη συνειδητότητα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Νυχτερινή βιβλιοθήκη, Κέδρος, 2020

Το τελευταίο, έκτο, βιβλίο της Αριστέας Παπαλεξάνδρου, ώριμο και πυκνό στην ελλειπτικότητά του, εμμένει στο κατακτημένο ιδίωμά της. Τα ποιήματά της συνιστούν γραμμές άμυνας και μαζί εφαλτήριο επίθεσης, συνθέτοντας μια ειρωνική αυτοσυνειδησία που εποχούμενη στη συλλογική ή ατομική μυθολογία των ρόλων τους αποδομεί, διαπιστώνοντας τη μοναξιά του “ανεπάγγελτου” εαυτού. Και ο εαυτός προκύπτει αδιαφανής σαν ένας ρόλος που εκφωνεί αποφατικά το νόημα. Τα ποιήματα της Παπαλεξάνδρου μού φάνηκαν ως πολλαπλές αρνήσεις. Από αυτές τις αρνήσεις προκύπτουν αφενός μια αναιδής κατάδειξη των κατά συνθήκην και αφετέρου μία, ας πούμε, διακήρυξη των κατ’ αρχήν. Και αυτό το κατ’ αρχήν έχει πάντα αρνητικό πρόσημο. Η γυναίκα, η κόρη, η δημιουργός, η ερωμένη προσπαθεί να απεκδυθεί το επιβεβλημένο ρούχο προκειμένου να εξυφάνει ένα άλλο, την κομψή γυμνότητα μιας αιτούμενης ταυτότητας, σε χρόνο όπου η ζωή και η γραφή λειτουργούν σε προκεχωρημένο φυλάκιο.

Και η συγκεκριμένη συλλογή αλλά και η πάγια ιδιοσυγκρασία της γραφής της εμμένουν στην ειρωνεία. Η ειρωνεία είναι μια σύνθετη ποιητική στρατηγική που έχει προσλάβει ποικίλες σημάνσεις μέσα στο χρόνο: ως διάσταση ανάμεσα στο πραγματικό και το φαινομενικό, ως αντιρρητικός λόγος που διαφωνεί με την οικειοποίηση της αλήθειας από μια μόνο φωνή, ως η επώδυνη ποιότητα του πνεύματος που εντοπίζει την ηθική και υπαρξιακή ασυνέπεια του κόσμου, ως ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός που επιβεβαιώνεται στην υπονόμευση. Κοινή συνιστώσα όλων των παραπάνω ορισμών είναι η απόσταση ανάμεσα σε μία θέση με προνομιακά επιχειρήματα εγκυρότητας και στην αντιπολίτευσή της. Κινούμενη σε αυτή την περιοχή, η ποίηση της Παπαλεξάνδρου συνθέτει μια ποιητική της ειρωνείας που ως καταστατική αρχή έχει τις ποικίλες εκδοχές της διάψευσης: διάψευση ως αυτοεξαπάτηση, ως ματαίωση του ερωτικού ινδάλματος, ως ακύρωση της επικοινωνίας, ως απογύμνωση της συγγραφικής φιλοδοξίας.

Άμεσα επακόλουθα αυτής της στάσης είναι η σκηνοθεσία του ποιήματος: η θεατρική υφή, η διφορούμενη χρήση ρόλων, η αφοριστική δήλωση, η παρωδιακή κάποτε έξαρση, η συχνή απεύθυνση σε ένα νοερό συνομιλητή, αλλά και η από σκηνής αποστροφή στον αναγνώστη, το ποίημα ως έκφραση μιας αντιρρητικής φιλοσοφίας, ως βήμα όπου εκφωνείται μια θέση και μια άρνηση, μια ομολογία μαζί με τη συγκάλυψή της. Ο σπασμένος ολιγοσύλλαβος στίχος αποδίδει εύστοχα τις τροπές και τις τονικότητες της διάθεσης, την αυξομοιούμενη ρυθμικότητα της τομής του λόγου, την έμφαση, την αποσιώπηση, την παύση, τον υπαινιγμό. Στη μικρή κοφτή φράση διατηρείται κατά κανόνα ο ρυθμικός βηματισμός, ενώ άλλες φορές επιλέγεται το ξεκούρδισμα του μελωδικού και η μετάβαση του λόγου σε άλλη χρονικότητα και σημασιακή απόχρωση﮲ συχνά από την απατηλή εξωστρέφεια στην αυτοαναφορά. Είναι ένας λόγος που ελίσσεται σε διαδοχικές θεατρικές πόζες πριν κρημνιστεί, άλλοτε αινιγματικά άλλοτε απότομα, στην βαρύθυμη αλήθεια του.

Συχνά αυτή η αλήθεια εκκινεί από έναν λυγμό που δεν καταδέχεται να εκφραστεί ως τέτοιος, αλλά παρενδύεται τον ακκισμό μιας μίμησης. Κάποτε όμως έχει ανάγκη να επανέλθει στην αφετηρία του και αυτό το βλέπουμε σε ορισμένα ποιήματα νεορομαντικής κοπής που μας οδηγούν σε μια θεμελιώδη διαπίστωση: αφετηρία κάθε ειρωνικής αυτοσυνειδησίας είναι η φανατική προσήλωση σε μια στοιχειώδη, εδεμική, πες, θέα του εαυτού και του κόσμου: τη συνθήκη της ειρήνης με το τερατώδες εγώ μας, με την ακατανοησία του άλλου. Ειρωνεία και μετανεορομαντισμός συνθέτουν ένα κυρίαρχο εγώ, συχνά ναρκισσιστικό που συστρέφεται, αμύνεται και εμμένει.

Η συλλογή αποτελείται από τέσσερα μέρη. Απλουστεύοντας αρκετά (δεδομένης της αλληλοδιείσδυσης των θεμάτων), μπορούμε να πούμε πως η πρώτη μικρή ενότητα, εισαγωγική των επομένων, θίγει δύο βασικούς πόλους, τη γραφή και την υπαρξιακή εκκρεμότητα, η δεύτερη τη γυναικεία ταυτότητα, η τρίτη επιχειρεί μια συνομιλία με αυτούς που έφυγαν στο επέκεινα κάθε επικοινωνίας, η τέταρτη με την πράξη και την πολιτική της δημιουργικής διαδικασίας. Από αυτά, τρεις είναι οι σημαίνοντες πόλοι, η γυναικεία ταυτότητα, η ποιητική δημιουργία, η υπαρξιακή αναζήτηση, άρρηκτα συνυφασμένα και ιδωμένα συχνά υπό το πρίσμα του κυρίαρχου πόλου, της γραφής.

Ως προς τη γυναικεία ταυτότητα, η ποιήτρια συλλαμβάνει την έμφυλη ταυτότητα ως ένα ρόλο που αποδέχτηκε κάποτε, αμφισβήτησε έπειτα, προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τώρα. Αυτόν τον ρόλο τον υποδύεται για να τον αναιρέσει. Αρχικά, βλέπουμε τη γυναίκα- κόρη που συνομιλεί με την εκλιπούσα μητέρα γι’ αυτό που δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να είναι για την μητρική προσδοκία. Από το «Υπέρ αναπαύσεως»:

[…]
Δεν έχω τίποτα χειροπιαστό
και ούτε είναι αυτό το φόρεμα
που σου είχα κάνει δώρο
Το άλλαξες με άλλαξες
Υπέρ ποιας αναπαύσεως
κι αντί ποιας νέας
ντελικάτης θυγατρός
μου έχεις ξεφύγει;

Έπειτα, η συνομιλία με τις προμήτορες της αιτούμενης ελευθερίας, όπως με την Μαντώ Μαυρογένους. Από το «Γι’ αυτήν τη δική μας τη Μαντώ»:

Ήμασταν συνομήλικες σχεδόν
Είστε για την ακρίβεια
μικρότερή μου πλέον
Το ποίημα αυτό σας το χρωστώ
από πολύ πριν γεννηθώ
Το γράφαν και δεν γράφονταν
τόσες και τόσες σιωπηλές
ανώνυμες προμήτορες της πρώτης
ενοχής μου
Αυτές σας ομιλούν κι εγώ
Εξού μισό στον ενικό
Εξού κι όλα αμοντάριστα
τα αντί της σιωπής μου.

[…]
Είμαστε συνομήλικες σχεδόν
κι ούτε μια λέξη απόγονο
ποιας λευτεριάς;
δε σου ’χω ξεπληρώσει.

Η γυναίκα στον ρόλο της ψυχαναλυόμενης μιλώντας για την ερωτική ανηδονία. Από το «Σε ποιον ψυχαναλύθηκε ο Φρόυντ;»:

Εάν ευθύνεται το πέος του
πατρός μου που φθονώ
σε σένα το μεταβιβάζω
κι αυτό απειθάρχητο
γίνεται Εγώ
Υπερεγώ
και το σκοτώνω
σε σκοτώνω
Εάν ευθύνεται η μάνα μου
με την απρόθυμη θηλή
απ’ τα δεκάξι μου καπνίζω
υγιαίνω και
Σχεδόν
σε συγχωρώ, μαμά.
[…]

Για να καταλήξει:

Κι ας μου προσάπτετε πως
δεν αφέθηκα
ερήμην μου να γιατρευτώ
γιατρέ μου.

Πως αντιστάθηκα να δικαστώ
εφ’ όλης της Εύας
την ανήκεστον βλάβη
εφ’ όλης της ύλης
του πρότερου φθόνου.

Στην παρωδιακή αντιποίηση του ρόλου της Σταχτοπούτας. Από το «Στο νούμερό της»:

Φήμες εδώ και χρόνια διαδίδονται
πως κάτι μας συνδέει καιρό
εμένα και την Σταχτοπούτα.

Φήμες πρωτόπλαστες
δήθεν ότι φορά κι αυτή κι εγώ
νούμερο παπουτσιών 38.

Αυτό το μόνο μας κοινό.

[…]
Ανάβω τσιγάρο
Φορώ 38
Διατίθεμαι
Το δηλώνω
Σταχτοπούτα στην στάχτη μου.

Κι ευθύς μια φωνή μου ζητά να σωπάσω.
Όσο να πεις μας τα ’παν
κι άλλες πολλές όλ’ αυτά.

Σιγά το σπάνιο νούμερο
που εσύ και η Σταχτοπούτα.

Η γυναίκα που αυτοκατανοείται ενοχικά για την απόσταση που παίρνει από την στερεότυπη συνθήκη στο βάθος διαρκών υπαινιγμών και υπονομεύσεων ομολογεί την αμηχανία της συνείδησης που κρατά τον εαυτό της ως δημιούργημα μιας ετερογένειας ανεξέλεγκτης και εμμένει να τον παρατηρεί, να τον διεκδικεί, κάποτε πολεμικά, στην αναζήτηση μιας ελευθερίας υπό διαμόρφωση. Και όταν μιλάμε για τη συνείδηση του θήλεος εαυτού, εκεί τα πράγματα μοιάζουν σαν μια ες αεί διεκδίκηση που πρέπει να υπερπηδήσει τους σκοπέλους μιας αυτοαντίληψης εγκαθιδρυμένης παλαιόθεν. Γι’ αυτό και σε αρκετά τέτοια ποιήματα η διένεξη με το έξω υποχωρεί και γίνεται χάσμα εσωτερικό μέσω της έλξης και της απώθησης που ασκεί ο ρόλος που έγινε δευτέρα φύση.
Δεύτερος πόλος είναι η λογοτεχνική αρένα, το μικρό εμπαθές συνάφι των γραφιάδων που φατριάζει έναντι ενός αδιάφορου κοινού. Και σε προηγούμενες συλλογές της πραγματεύεται τις συμβάσεις του χώρου. Ποιητές και ποιήτριες, κυρίως ποιήτριες, στέλνουν ευλαβικά σε εγκεκριμένους ομοτέχνους τα βιβλία τους αποδεχόμενες τον αμυντικό ρόλο των εσαεί νεανίδων και ας πενηντάρισαν. Σε αυτή τη συλλογή όμως ο τόνος μετατοπίζεται σε μια πιο χειραφετημένη στάση και ο παρωδιακός χειρισμός υποχωρεί:

Υπεράνω ποιητών

Και δεν ανθολογήθηκες και
 δεν
 
Υπέγραψες βιβλία σου
«Με εκτίμηση»
σε ανθρώπους που εκτίμησες και που
 δεν
 
Έλαβες συγχαρητήρια
και «ίσως» και
«ναι μεν αλλά»
και κάνα δυο
αρνητήρια «Σιώπα»
 
Λυπήθηκες όσο να πεις
μα δεν πτοήθηκες
Συνέχισες να εκμεταλλεύεσαι
τη σιωπή και
ξαναμίλησες
Έστειλες κι άλλες
σιωπές κι έλαβες κι άλλα «ίσως»
Ώσπου έγραψες κι εσύ ευχαριστήρια
Επαίνους που τους πίστεψες και που
 δεν
[…]


Σε αρκετά ποιήματα, θέτει με καλλιτεχνικούς όρους το ζήτημα της λογοτεχνικής πολιτικής. Όπως σε κάθε δημόσιο χώρο, είναι κοινό μυστικό οι διαγκωνισμοί και οι μηχανισμοί που διαμορφώνουν τους λογοτεχνικούς κανόνες – ανθολογίες, κριτικές, δημοσιεύσεις κ.λπ. Παλαιόθεν και έως τώρα, τα καλλιτεχνικά κριτήρια των συνομαδώσεων γύρω από περιοδικά, παρέες, παρουσιάσεις, εταιρείες, θεσμούς υπόκεινται στην μερικότητα του γούστου, της ενημέρωσης ή του συμφέροντος αυτού που έχει τη δύναμη να εισηγηθεί στο κοινό έργα και τάσεις ή, στις μέρες μας, στην έξαλλη “δημοκρατικότητα” της διαδικτυακής απέλλας που δια βοής χρίζει ποίηση συμπαθή λογοτεχνίζοντα πονήματα. Σε αυτή την αρένα, η δημοφιλία έγκειται συχνά στην επικοινωνιακή δεινότητα του δημιουργού που καλείται να εκτελέσει και το ρόλο του μάνατζερ του έργου του, μέσα «σ’ έναν κατάμεστο Ιανό» με κοινό «που’ ρθε για νά ’ρθει», σημειώνει καυστικά η Παπαλεξάνδρου.

Τελευταίο και ριζικό στοιχείο η συνύφανση ζωής και τέχνης που μπορούμε να δούμε, εκτός των άλλων πλείστων υποδηλώσεων, και στο τελευταίο ποίημα της συλλογής.

Το σώμα έργο
[Θεατρικό]

Κλειδώστε το στα καμαρίνια
 
μην και προλάβω
χίλια κομμάτια να το σχίσω
χαρτοπόλεμο
 
μην και προλάβω
γρήγορα ξεφυλλίζοντάς το
να σε πετύχω κάπου
να σ’ αγγίξω
έστω αγγίζοντας
ό,τι αγγίζεις
και δεν είμαι εγώ
 
Εδώ η ταυτότητα έργο-σώμα, γραφή-ζωή, ρόλος-φύση κινείται επάλληλα, στην κατεύθυνση ενός εξορκισμού και μιας υπεράσπισης συνάμα. Το ποίημα το διαβάζω ως εξής: αυτό το σώμα/έργο-ποιητικό υποκείμενο εντέλει καλείται να αποσυρθεί στο βάθος της σκηνής που με αυτό το βιβλίο στήθηκε. Η αβάστακτη διαύγεια που χορηγεί η τέχνη οδηγεί στη ζωή, στην επιθυμία για τον αιτούμενο άλλο, αναγνώστη, συνομιλητή, εαυτό, εραστή που ως άλλος αγγίζει μια ζωή που δεν μας περιέχει. Η συνάντηση μοιάζει ακατόρθωτη. Το πολύ ενδιαφέρον αυτό ποίημα δείχνει τους τρόπους που η ποιήτρια συλλαμβάνει την καλλιτεχνική της πραγματικότητα και μέσω αυτής το «σώμα» της ζωής. Αυτή η τεχνική των επάλληλων επιπέδων εντοπίζεται και σε άλλα ποιήματα, όπως το «Ωδή στην ασυνταγογράφητη λευκή σεροτονίνη» όπου παρακολουθούμε ταυτόχρονα τη συνομιλία με την σταθερή αναφορά της, τη Δημουλά, με αφορμή το ποίημα «Miltawn των 100 mg» της τελευταίας, αλλά και την εσωτερική διερεύνηση και τον στοχασμό για το εν προόδω κείμενο που συνθέτει.
Η αυστηρή οικονομία και η φόρμα του ολίγιστου υπάρχουν όμως φορές που φτάνουν σε μια σκοτεινή ελλειπτικότητα, όπως στο ποίημα «Βορειοδυτικά της Ακροπόλεως». Εκεί το νόημα λανθάνει χωρίς να δίνει στον αναγνώστη τα αντικλείδια του. Στην ποίηση της Παπαλεξάνδρου εμφανίζονται κάποιες θολές περιοχές που δεν χτίζουν ένα ημίφως για τον αναγνώστη αλλά μια υπονοούμενη εσωτερική περιοχή, αδιευκρίνιστη και αδιαφανή. Σε μια ποίηση κλειστή όπως η δική της, αυτό συνιστά μια επιπλέον οχύρωση που αφήνει τον αναγνώστη στον προθάλαμο. Εκεί η καταχρηστική εφαρμογή της κρυπτικότητας δίνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Τις περισσότερες όμως φορές το αιχμηρό και αινιγματικό ημίφως του λόγου της και η ολιγαρκής επιφάνεια τού πολλά υπαινισσόμενου στίχου είναι τα πιο γοητευτικά στοιχεία της γραφής της και αυτό συμβαίνει στο παρόν βιβλίο. Ένα πικρό και ώριμο βιβλίο με κατασταλαγμένη συνειδητότητα και μεγαλύτερη εσωτερίκευση των πάγιων θεμάτων της δουλειάς της, γονιμοποιώντας με μια αυθάδη στην επιφάνεια αλλά μελαγχολική στη ρίζα της ανησυχία την ανάγνωση.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ