Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 1. Οι αποδόσεις του Νίκου Καρούζου (3/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

1. Οι αποδόσεις του Νίκου Καρούζου (3/3) 

Όπως και στην προηγούμενη ανάρτηση, το μεταφραστικό σχεδίασμα των ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού από τον Νίκο Καρούζο που ακολουθεί, είναι ανέκδοτο και αδημοσίευτο μέχρι σήμερα και παρουσιάζεται εδώ στο Νέο Πλανόδιον για πρώτη φορά.
Η αρίθμηση των ύμνων με ελληνικά στοιχεία παραπέμπει αντίστοιχα στην αθηναϊκή έκδοση (Τωμαδάκης 1952-1961), με λατινικά στοιχεία στην έκδοση του Grosdidier de Matons (1964-1981), και με αραβικoύς αριθμούς στην έκδοση Maas and Trypanis (1963). Το πρωτότυπο κείμενο που σε δεξιά στοίχιση παραθέτουμε αμέσως μετά την απόδοση εκάστου αποσπάσματος προέρχεται από την έκδοση Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode: Hymnes.
Το πρώτο μέρος των μεταφράσεων του Καρούζου που περιλάβαμε στην παρούσα ανθολογία καθώς επίσης ένα γενικό εισαγωγικό σημείωμα στο ποιητικό έργο του Ρωμανού και τη δεξίωσή του στη νεώτερη Ελλάδα βρίσκονται αναρτημένα εδώ.

 

~•~

 

Δ. ΥΜΝΟΣ ΚΘ΄
( «κοντάκιον ἀναστάσιμον» XLII-25 )

Ἀπόδοση: Νίκος Καροῦζος

β. Μὲ τὴν ἀ­γά­πη στὴν καρ­διὰ ἐ­κεῖ­νος ποὺ τὴν ἔ­χει
τὴν τσιγ­κου­νιὰ τὴν ἀ­γνο­εῖ κι ὅ­λα τὰ με­γα­λύ­νει.
Μὰ κεῖ­νος ὅ­μως ποὺ τὸ μί­σος τὸν ἀρ­δεύ­ει ἀ­δι­ά­κο­πα
αὐ­τὸς κι ἀ­θέ­λη­τά του λέ­ει τὴν ἀ­λή­θει­α,
κα­θὼς ἀπ’ ὅ­λους τοὺς ἐ­χθροὺς
κι ἀπ’ ὅ­λους τοὺς ἐ­μᾶς μι­σοῦν­τες
εἶ­ναι γραμ­μέ­νο: Σω­τη­ρί­α θέ­λει νά ’ρθει.
Λέ­γε λοι­πὸν ὢ Ἅ­δη ἐ­σὺ πρῶ­τος,
ἐ­σὺ ὁ προ­αι­ώ­νι­ος τοῦ γέ­νους μου ὁ ἐ­χθρός,
πῶς μπό­ρε­σες καὶ κρά­τη­σες στὴν πα­γω­νιὰ τοῦ τά­φου
κεῖ­νον ὅ­που τὸ γέ­νος μου ἀ­γά­πη­σε μὲ πά­θος;
Ἄ­ρα­γε τί νὰ πί­στευ­ες γι’ αὐ­τὸν ὅ­ταν στὰ ἔγ­κα­τα τὸν εἶ­χες;
Μή­πως τὸν πί­στε­ψες κοι­νὸ θνη­τὸ σὰν ὅ­λους μας τα­λαί­πω­ρε;
Τὴν ὥ­ρα τού­τη μά­λι­στα καὶ φτω­χε­μέ­νε Ἅ­δη,
ὅ­σους κρα­τοῦ­σες στὰ δε­σμὰ τοὺς ἔ­χα­σες γιὰ πάν­τα
κι ἐ­κεῖ­νον ὅ­που ἔ­λε­γες πὼς εἶ­χες νι­κη­μέ­νο
στὰ σω­θι­κά σου δὲν τὸν ηὗρες για­τὶ μά­θε το,
μά­θε τὴν ὕ­ψι­στη ἀ­λή­θει­α τῆς ζω­ῆς,
Ἀ­νέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος.

γ. «Θέ­λεις νὰ ξέ­ρεις ἄν­θρω­πε πῶς ἔ­γι­νε καὶ μὲ θα­νά­τω­σε ὁ Χρι­στός;
Πῶς ἔ­γι­νε ὁ φο­νιάς μου;
Συν­τρί­φτη­κα, εἶν’ ἀ­λή­θει­α, δὲν τ’ ἀρ­νι­έ­μαι
κι ἀ­κό­μη θάμ­πος μὲ κρα­τεῖ.
Νο­μί­ζω πὼς τὸ βλέ­πω μπρός μου.
Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ὢ ἄν­θρω­πε ποὺ ἔ­βλε­πα τὸ λεί­ψα­νό του νὰ σα­λεύ­ει
κι ἀπ’ τὸ μνῆ­μα ὡ­σὰν τὴ φλό­γα νὰ τι­νά­ζε­ται ἔ­ξω, νὰ ἀ­να­σταί­νε­ται,
τὰ χέ­ρια του ὅ­που γε­ρὰ ἐ­γὼ τά ’χα δε­μέ­να
τὰ βά­ζει στὸ λαι­μό μου
κι ὅ­λους ὅ­σους ἐ­γὼ τοὺς εἶ­χα κα­τα­πιεῖ
τοὺς ξέ­ρα­σα ἐ­λεύ­θε­ρους νὰ κρά­ζουν:
Ἀ­νέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος.

[…]

η. Ἤ­τα­νε νύ­χτα ὅ­ταν πά­θαι­να ὅ­λα τοῦ­τα
Κον­τὰ στὸν ὄρ­θρο πιὰ φα­νῆ­καν ἄλ­λα.
Ἔ­βλε­πα ἀγ­γέ­λους πύ­ρι­νους με­γά­λη συ­νο­δεί­α
Νὰ τρέ­χουν στὴ δι­κή του τὴν ἀ­πάν­τη­ση.
Φό­βοι μὲ πε­ρι­κύ­κλω­ναν ἀπ’ ἔ­ξω
κι ἀ­πὸ μέ­σα μὲ πο­λε­μοῦ­σαν οἱ νε­κροὶ μὲ πλήγ­μα­τα χι­λιά­δες.
Κου­ρά­γιο πιὰ δὲν ἔ­βρι­σκα τὸ βλέμ­μα νὰ ση­κώ­σω σὲ κα­νέ­ναν·
ἤ­τα­νε ὅ­λοι οἱ νε­κροὶ μιὰ ἀ­πει­λὴ γιὰ μέ­να.
Γι’ αὐ­τὸ βυ­θί­ζον­τας τὸ πρό­σω­πο στὰ γό­να­τα
μὲ δα­κρυ­σμέ­να μά­τια, νι­κη­μέ­νος φω­να­σκοῦ­σα:
“Ὢ ἐ­σὺ πού μοῦ σύν­τρι­ψες τοῦ κρά­τους μου τὶς πύ­λες
καὶ τοὺς μο­χλοὺς τῆς ἐ­ξου­σί­ας μου τοὺς ἔ­χεις κομ­μα­τιά­σει
Ἔ­βγα πιά, ἔ­βγα ἀπ’ τὸ θά­να­το ἴ­να κρά­ζω Ἀ­νέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος”.

θ. Τό­τε λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε, ἀ­κού­γον­τας τοῦ θρή­νου μου τὰ λό­για
καὶ σ’ ὅ­σους πί­σω του ἔ­τρε­χαν λέ­ει: “ἀ­κο­λου­θεῖ­τε”.
Καὶ σ’ ὅ­σους μπρὸς πο­ρεύ­ον­ταν λέ­ει πά­λι: “προ­χω­ρεῖ­τε,
για­τὶ γι’ αὐ­τὸ πε­θά­να­τε, γιὰ νὰ ἀ­να­στη­θεῖ­τε”.
Καὶ ξαφ­νι­κὰ σ’ ὁ­λά­κε­ρη τὴ χτί­ση ἡ­συ­χί­α
καὶ τρό­μος ἀ­πε­ρί­γρα­φτος ἁ­πλώ­θη­κε τρι­γύ­ρω,
για­τὶ ὁ Κύ­ρι­ος τοῦ παν­τὸς ἔ­βγαι­νε ἀπ’ τὸ μνῆ­μα.
Ὅ­λοι οἱ προ­φῆ­τες τώ­ρα θὰ ξα­νά­λε­γαν τὸ ὅ­που ’χαν προ­φη­τέ­ψει,
λέ­γον­τας: νὰ ὁ νι­κη­τὴς ποὺ πά­ει ἐ­θε­λού­σι­α στὸν Ἅ­δη,
ἰ­δοὺ λοι­πὸν ποὺ ἀπ’ τὸν τά­φο ἐ­θε­λού­σι­α ἀ­νέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος.

ι. Με­γα­λό­φω­να ἔ­κρα­ζε στὸν Ἀ­δὰμ ὁ ἀρ­χαῖ­ος Σο­φο­νί­ας:
Ἐ­τοῦ­τος εἶ­ναι ὅ­που πε­ρί­με­νες γιὰ νὰ σὲ ἀ­να­στή­σει
Κα­θὼς ἐ­γὼ σοῦ τὸ προ­εῖ­πα καὶ προ­φή­τε­ψα.
Κι ὕ­στε­ρα ὁ Να­οὺμ ὅ­που χα­ρού­με­νη
στὸν πάμ­φτω­χο τὸν Ἰσ­ρα­ὴλ ἔ­δι­νε εἴ­δη­ση:
Νά­τος! ἀ­νέ­βη­κε ἀπ’ τὴ γῆ
πρὸς τ’ οὐ­ρα­νοῦ τὰ δυ­σθε­ώ­ρη­τα τὰ ὕ­ψη,
ἀ­φοῦ γιὰ πάν­τα ἀπ’ τὴ θλί­ψη σὲ ἐξαί­ρε­σε,
φυ­σών­τας σου στὸ πρό­σω­πο πνεῦ­μα τῆς σω­τη­ρί­ας.
Κι ὕ­στε­ρα ὁ χα­ρού­με­νος κι ἐ­κεῖ­νος ὁ Ζα­χα­ρί­ας κρά­ζον­τας:
Ἦρ­θες ὁ με­γά­λος μας Θε­ὸς μὲ ὅ­λους τους ἁ­γί­ους σου συ­νο­δευ­μέ­νος.
Κι ὁ Δα­βὶδ ποὺ ἔ­μελ­πε γιο­μά­τος δι­α­φά­νει­α:
Ὡς ἰ­σχυ­ρὸς ἐ­γέρ­θη­κε καὶ σὰν ἀπ’ τὸν τρυ­φε­ρό­τα­το ὕ­πνο ἀ­νέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος.

ια. Κι ὅ­ταν αὐ­τοὶ ρα­πί­σμα­τα μοῦ δί­ναν τό­σα κα­τὰ πρό­σω­πο,
μὲ τό­σες προ­φη­τεῖ­ες καὶ ψαλ­μοὺς καὶ ὕ­μνους,
φα­νῆ­καν καὶ γυ­ναῖ­κες ποὺ προ­φή­τευ­αν
κι ὀρ­χοῦν­ταν γιὰ νὰ μὲ χλευ­ά­σουν.
Κι ἡ ἀ­δελ­φὴ τοῦ Μω­ϋ­σῆ ἡ κο­ρυ­φαί­α ἤ­τα­νε, ἡ πρώ­τη ἀ­νά­με­σά τους,
ποὺ χό­ρευ­ε ἀ­νά­λα­φρα μὲ τὸ πά­λευ­κό της χέ­ρι·
χτυ­ποῦ­σε ἁ­πα­λὰ τὸ τύμ­πα­νο ποὺ τὸ κρα­τοῦ­σε καὶ τ’ ἀρ­χαῖ­α ἐ­κεῖ­να χρό­νι­α.
Κι ἀ­φοῦ, σὰν τό­τε τὴ με­γά­λη θά­λασ­σα τὴν Ἐ­ρυ­θρά, δι­έ­σχι­σε τὰ δώ­μα­τά μου,
χαρ­μό­συ­να τὸ τύμ­πα­νο καὶ τώ­ρα τὸ χτυ­ποῦ­σε:
Ψαλ­μοὺς ἂς ψάλ­λου­με χα­ρᾶς στὸν ὕ­ψι­στο Θε­ό μας
ποὺ μὲ μιὰ δό­ξα μέ­γι­στη εἶν’ τοῦ­τος δο­ξα­σμέ­νος,
τὸν Ἅ­δη τὸν κα­τά­μαυ­ρο γκρε­μί­ζον­τας ἀνέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος!

ιβ. Ὢ ποι­ῶν κα­κῶν καὶ συμ­φο­ρῶν μιὰ νύ­χτα στά­θη­κε μη­τέ­ρα!
Καὶ πό­σων ἀ­να­ρίθ­μη­των δει­νῶν πα­τέ­ρας ἕ­νας ὄρ­θρος!
Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ τὰ γέν­νη­σε
κι ὁ ὄρ­θρος ὅ­ταν ἦρ­θε,
στὸν πό­νο μου τὸν ἄ­φα­το ὄ­νο­μα ἔ­χει δώ­σει.
Ἀ­νά­στα­ση, τί τρα­γι­κό! τὴ λέ­νε τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς θα­νῆς μου·
καὶ πα­νη­γύ­ρι­σμα τρα­νὸ ὁ χρό­νος τοῦ χα­μοῦ μου.
Ἀ­λί­μο­νο τί ἔ­πα­θα, ἀ­λὶ καὶ τρι­σα­λί μου!»
Τέ­τοια σὲ μέ­να ἔ­λε­γε ὁ Ἅ­δης ποὺ ἐ­γὼ ρω­τοῦ­σα
κι ἀπ’ αὐ­τὸν πε­ρί­με­να ἀ­πό­κρι­ση.
Δὲν εἶ­ναι ἀπ’ τὰ λό­για σου ποὺ πί­στε­ψα ὢ Ἅ­δη
μὰ ἀπ’ τὴν ἴ­δια σου ζη­μιὰ καὶ ἐ­ξα­φά­νι­ση.
Στὸν κό­σμο φα­νε­ρώ­θη­κε ἡ  δύ­να­μη τοῦ θεί­ου,
ποὺ σ’ ἄ­φη­σε στὴ γύ­μνια σου καὶ μὲς στὴν ἐ­ρη­μιά σου
τὰ σύμ­παν­τα φω­νά­ζον­τας: Ἀ­νέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος.

[…]

κβ. Ἐ­σὺ λοι­πὸν ὢ Ἄ­ναρ­χε καὶ ποὺ δὲν ἔ­χεις τέ­λος,
Ὢ ποι­η­τὴ τοῦ κό­σμου μας καὶ ὠ­κε­α­νὲ ἀ­λή­θει­ας,
ὅ­που μὲ θά­να­το ἐ­σὺ τὸν θά­να­το τὸν ἔ­χεις πιὰ πα­τή­σει,
στὸν ἄν­θρω­πο χα­ρί­ζον­τας φω­τὸς ἀ­θα­να­σί­α,
ὅ­ταν θὰ φτά­σει ἡ ἔ­σχα­τη τῆς Κρί­σε­ως ἡ­μέ­ρα,
ὅ­που δὲ θά ’ρθεις ἀπ’ τὸ ἔ­ρε­βος
τοῦ μνή­μα­τός σου ὅ­πως τώ­ρα
μὰ θά ’ρθεις ἀπ’ τὸ πάμ­φω­το στε­ρέ­ω­μα τῆς δό­ξας·
θυ­μή­σου πὼς μὲ ἔ­πλα­σες ὡ­σὰν δι­κή σου εἰ­κό­να
καὶ σ’ ἀ­γα­ποῦ­σα ἐ­σα­εὶ φι­λάν­θρω­πε καὶ πρά­ε.
Μὴ μὲ χω­ρί­σεις ὅ­ταν θά ’ρθει ἡ ὥ­ρα ἀπ’ τὰ πρό­βα­τα
ἐ­σὺ φι­λάν­θρω­πε καὶ πρά­ε,
γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ κρά­ζω πο­ρευ­ό­με­νος,
ὄ­χι στὴ μαύ­ρη κό­λα­ση
μὰ στὴν ἀ­σύ­νο­ρη ἀ­λή­θει­α τοῦ φω­τός:
Ἀ­νέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος!

~•~

ΥΜΝΟΣ ΚΘ΄
( «κοντάκιον ἀναστάσιμον» XLII-25 )

Ἕτερον κοντάκιον ἀναστάσιμον, φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε·
τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ αἶνος
ἦχος πλάγιος β´, ἰδιόμελον … πρός· Τὴν πολλὴν τῶν ἀνθρώπων ἀνομίαν.

[…]

β΄. [Ὁ] φιλῶν γὰρ ὡς φίλον μεγαλύνει· ὁ μισῶν καὶ μὴ θέλων ἀληθεύει,
καθὼς γέγραπται· «Σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν μισούντων ἡμᾶς.»
Εἰπὲ οὖν πρῶτος, Ἅιδη, ὁ ἀεὶ ἐχθρὸς τοῦ γένους μου,
πῶς εἶχες ἐν τῷ τάφῳ τὸν ποθήσαντα τὸ γένος μου; Τίς σοι οὗτος λελόγιστο;
Πάντως ὡς πάντες οἱ ἐκ γῆς ἐλογίσθη σοι, ταλαίπωρε,
λοιπὸν δὲ καὶ ἄπορε· οὓς γὰρ εἶχες ἀπώλεσας,
καὶ ὃν κατέχειν ἔλεγες οὐχ εὗρες· ἀληθῶς γὰρ
ἀνέστη ὁ Κύριος.

γ΄. «Ὑπ’ ἐμοῦ θέλεις, ἄνερ, διδαχθῆναι πῶς ἐμοὶ κατεπέβη ὁ φονεύς μου;
Διαλέλυμαι καὶ οὐκ ἰσχύω σοι [ἐρεύξα]σθαι· ἀκμὴν γὰρ τεθάμβημαι
αὐτὸν νομίζων [βλέ]πειν τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ἄνθρωπε,
ἐν ᾧ κατανοήσας [ἐθεώ]ρουν σαλευόμενον τοῦ κειμένου τὸ λείψανον·
καὶ με[τ’ ὀ]λίγον δυνατῶς ἐξαλλόμενον ἀνίστατο
καὶ χεῖρα[ς ἃς] ἔδησα τῷ λαιμῷ μου ἐπέθηκε,
καὶ πάντας οὓς κατέπιον ἐξέμεσα βοῶντας·
‘Ἀνέστη ὁ Κύριος.’

[…]

η΄. Νὺξ μὲν ἦν ὅτε ταῦτα ἐκαρτέρουν, πρὸς τὸν ὄρθρον δὲ ἄλλο ἐθεώρουν,
ὡς ἐπείχθησαν εἰς τὴν τούτου ὑπαπάντησιν αἱ πύρινοι σύνοδοι·
καὶ ἔξωθεν μὲν φόβοι, ἔσωθεν δὲ μάχαι εἶχόν με·
τὸ βλέμμα μου δὲ πέμπειν οὐδ’ ἑτέρῳ κατεθάρρησα, ὅτι πάντες ἠπείλουν μοι.
Διὸ ἐγκρύψας τὴν μορφὴν ἀνὰ μέσον τῶν γονάτων μου,
δακρύων ἐβόησα· ‘[Ὁ] τὰς πύλας συντρίψας μου
καὶ τοὺς μοχλοὺς συνθλάσας μου, πορεύου ἵνα κράζω·
Ἀνέστη ὁ Κύριος’.

θ΄. [Ὁ μὲ]ν οὖν ἐπὶ τούτοις μειδιάσας τοῖς ὀπίσω φησίν· ‘Ἀκολουθεῖτε’
τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἔφη πάλιν· ‘Προηγεῖσθέ μου, διὸ καὶ κατήλθατε.’
Καὶ ἄφνω ἡσυχία καὶ δειλία κατεκράτησε
τῆς κτίσεως ἁπάσης· ὁ δεσπότης γὰρ τῆς κτίσεως τῶν μνημάτων ἐξήρχετο·
προφῆται πάντες πρὸ αὐτοῦ δευτεροῦντες ἃ προέφησαν
καὶ πᾶσι γνωρίζοντες ὅτι οὗτος αὐτός ἐστιν
ὁ γνώμῃ καταβὰς εἰς γῆν· καὶ γνώμῃ νῦν ἐκ ταύτης
ἀνέστη ὁ Κύριος.

ι΄. Ὑψηλῇ τῇ φωνῇ ὁ Σοφονίας τῷ Ἀδὰμ ἀνεβόα· ‘Οὗτός ἐστιν
ὃν ὑπέμεινας εἰς ἡμέραν ἀναστάσεως ὃν τρόπον προεῖπόν σοι.’
Ναοὺμ δὲ μετὰ τοῦτον τὸν πτωχὸν εὐηγγελίζετο,
‘ἐκ γῆς ἀνέβη, λέγων, ἐμφυσῶν σου εἰς τὸ πρόσωπον ἐξαιρούμενος θλίψεως’,
καὶ Ζαχαρίας χαριεὶς κράζων· ‘Ἦλθες ὁ Θεὸς ἡμῶν
μετὰ τῶν ἁγίων σου’, καὶ Δαυὶδ ψάλλων εὔσημα·
‘Ὡς δυνατὸς ἐγήγερται καὶ ὥσπερ ἀπὸ ὕπνου
ἀνέστη ὁ Κύριος.’

ια΄. Ῥαπιζόντων δὲ τούτων τὴν μορφήν μου προφητείαις, ψαλμοῖς καὶ ὑμνῳδίαις,
ἀνεφύησαν καὶ γυναῖκες προφητεύουσαι, ἐμοῦ κατορχούμεναι·
καὶ τούτων μὲν ἡ πρώτη Μωϋσέως ἦν ἡ σύγγονος
σκιρτῶσα καὶ δονοῦσα τῇ χειρὶ αὐτῆς τὸ τύμπανον ὃ καὶ πρώην ἐπέφερε,
καὶ ὥσπερ ἄλλην ἐρυ[θρὰν διελ]θοῦσά μου τὰ δώματα
τερπνῶς ἐτυμπάν[ιζεν· ‘Ἄι]σωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν·
ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· [τὸν Ἅι]δην ἐδαφίσας
ἀνέστη ὁ Κύριος.’

ιβ΄. Ὢ τοιούτων κακῶν μία νὺξ μήτηρ καὶ τοσούτων δεινῶν [πατὴρ] εἷς ὄρθρος·
ἡ μὲν ἔτεκεν, ὁ δὲ φθάσας προστέθεικε τ[ῷ ἄλ]γει μου ὄνομα·
ἀνάστασιν καλοῦσι τὴν ἡμέραν μ[ου τῆς] πτώσεως,
πανήγυριν τελοῦσι τὸν καιρὸν τῆς ἀπωλεί[ας] μου· οἴμοι οἴμοι, τί ἔπαθον.»
Τοιαῦτα Ἅιδης πρὸς ἐ[μὲ] ἐρωτήσαντα ἐφώνησεν,
οὐ ῥήμασι πείσας με, ἀλλὰ πράγμασι δείξας μοι
ὅτι γυμνὸν καὶ ἔρημον παντόθεν [αὐ]τὸν δείξας
ἀνέστη ὁ Κύριος.

[…]

κβ΄. Σὺ οὖν, ἄναρχε, τέλος <ὁ> μὴ ἔχων, ποιητὰ καὶ Θεὲ τῆς [ἀληθεί]ας,
ὁ τὸν θάνατον θανατώσας, τὸν δὲ ἄνθρωπον ποιήσας [ἀ]θάνατον,
ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ ὅταν ἔρχῃ ἀναστῆσαί [με]
—ἐλεύσῃ γάρ, σωτήρ μου, οὐχ ὡς ἄρτι ἐκ τοῦ μνήματος, ἀλλ’ [ἐκ] τοῦ στερεώματος—,
διὸ καὶ τότε ἑαυτὸν βλέπων ἐν [ἐμοί], φιλάνθρωπε,
—φιλῶν σε γὰρ ἔχω σε—, μὴ οὖν κρίνῃς με δέ[ομαι],
ἵν’ εἴπω· «Οὐκ εἰς κόλασιν, ἀλλ’ εἰς τὸ ῥύσασθαί με
ἀνέστη ὁ Κύριος.»

 

 

~•~