Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 1. Οι αποδόσεις του Νίκου Καρούζου (2/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

1. Οι αποδόσεις του Νίκου Καρούζου (2/3) 

Στο περιοδικό Εποπτεία (φθινόπωρο 1977), όπου και δημοσιεύτηκε η απόδοση του Ύμνου ΛΓ΄ του Ρωμανού από τον Νίκο Καρούζο, στη στήλη «Οι συγγραφείς του τεύχους», διαβάζουμε μεταξύ άλλων για τον Ν. Κ.: «Αποσπάσματα του δημοσιευόμενου μεταφράσματος, και άλλων μεγαλοβδομαδιάτικων ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού, διαβάστηκαν απ’ τον ηθοποιό Πέτρο Φυσσούν στις 9 Απριλίου τούτης της χρονιάς, Μεγάλο Σάββατο, σε σχετική με τον υμνογράφο γιορταστική εκπομπή της ΕΡΤ».

Τύχῃ ἀγαθῇ, το συγκεκριμένο τηλεοπτικό ντοκουμέντο Ρωμανός ο Μελωδός και το Θείο Δράμα, παραγωγής του Γιώργου Σγουράκη, 1977 ΕΡΤ, προβλήθηκε πάλι πρόσφατα από τη δημόσια τηλεόραση και ‘ανέβηκε’ στον ιστότοπο του αρχείου της ΕΡΤ. (Εδώ και εδώ μπορεί κανείς να δει την εκπομπή από το αρχείο της ΕΡΤ). Εκεί, όπως λιτά αναφέρει το σημείωμα του περιοδικού (η γλώσσα του προδίδει μάλλον τον συντάκτη Ν. Κ.), διαπιστώνει κανείς πως ο ποιητής είχε αποδώσει/μεταφράσει αποσπάσματα από διάφορους ύμνους (κοντάκια) του Ρωμανού (πέντε για την ακρίβεια). Αυτό το μεταφραστικό σχεδίασμα των ύμνων, όπως το ονόμασε ο Καρούζος, αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο που συνένωσε τη μουσική και εικαστική παρουσίαση των Παθών της εκπομπής και αποδόθηκε με την ερμηνευτική στιβαρότητα και αφηγηματική καθαρότητα της φωνής του Πέτρου Φυσσούν.

Καταρχήν μετέγραψα, με μεγάλη προσοχή και επαναλαμβανόμενες αντιπαραβολές, όλο το Καρουζικό μεταφραστικό σχεδίασμα των ύμνων. Έπειτα αφού εσύναξα τα διασκορπισμένα στην τηλεοπτική αφήγηση τροπάρια (οίκους), τα ταύτισα προς το πρωτότυπο, και τα κατέταξα ανά ύμνο (κοντάκιο). Από αυτά, αφαίρεσα το μετάφρασμα του ύμνου ΛΓ΄ στη Βαϊφόρο˙ από αυτό το σχεδίασμα ο Καρούζος απόσπασε τα μόλις τρία τροπάρια (οίκους) από τον ΛΓ΄ ύμνο και ξαναδουλεμένο, συμπληρωμένο και αποδοσμένο ολόκληρον πλέον τον παρέδωσε για δημοσίευση στο περιοδικό Εποπτεία το φθινόπωρο του 1977. Στη συνέχεια, αντιπαρέβαλα το δημοσιευμένο πλέον κείμενο με τα μεταγραμμένα αποσπάσματα από την προφορική απαγγελία του Πέτρου Φυσσούν ώστε να ξεδιακρίνω σαφέστερα –το κατά δύναμιν– πιθανές επιλογές στην αμφίβολη εκφορά ορισμένων λέξεων, την ακολουθούμενη ορθογραφία στο ήδη δημοσιευμένο κείμενο (αν και δηλωμένος οπαδός του μονοτονικού ο Ν. Κ.), αλλά κυρίως και πρωτίστως στη διευθέτηση των στίχων ― πράγμα που ήταν και το δυσκολότερο. Τον καρπό αυτής της προσπάθειας τον καταθέτω σήμερα εδώ, προς δόξαν της ποίησης του Ρωμανού μα και του ΝικοΚαρούζου. Ευνοήτως, τα όποια λάθη, στη μεταγραφή και τη μεταφορά αφορούν τον υπογράφοντα και μόνον.

Σημ.: Το μεταφραστικό σχεδίασμα των ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού από τον Νίκο Καρούζο, ανέκδοτο και αδημοσίευτο μέχρι σήμερα παρουσιάζεται εδώ στο Νέο Πλανόδιον για πρώτη φορά.

Η αρίθμηση των ύμνων με ελληνικά στοιχεία παραπέμπει αντίστοιχα στην αθηναϊκή έκδοση (Τωμαδάκης 1952-1961), με λατινικά στοιχεία στην έκδοση του Grosdidier de Matons (1964-1981), και με αραβικoύς αριθμούς στην έκδοση Maas and Trypanis (1963). Το πρωτότυπο κείμενο που σε δεξιά στοίχιση παραθέτουμε αμέσως μετά την απόδοση εκάστου αποσπάσματος προέρχεται από την έκδοση Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode: Hymnes. Το πρώτο μέρος των μεταφράσεων του Καρούζου που περιλάβαμε στην παρούσα ανθολογία καθώς επίσης ένα γενικό εισαγωγικό σημείωμα στο ποιητικό έργο του Ρωμανού και τη δεξίωσή του στη νεώτερη Ελλάδα βρίσκονται αναρτημένα εδώ.

~·~

Α. ΥΜΝΟΣ ΜΒ´
( «κοντάκιον ἀναστάσιμον» XLIV-26 )

Ἀπόδοση: Νίκος Καροῦζος

α. Ὅ­πως ἡ γῆ τὸν ὄμ­βρο τοῦ οὐ­ρά­νι­ου Θε­οῦ
ὁ­λά­νοι­χτη προ­σμέ­νει, ἔ­τσι κι ὁ δύ­στυ­χος Ἀ­δάμ,
Χρι­στέ, ἐ­σέ­να πρό­σμε­νε στὸν Ἅ­δη,
τοῦ κό­σμου τὸ λευ­τε­ρω­τὴ καὶ τῆς ζω­ῆς τὸν ἄ­χραν­το δο­τῆ­ρα.
Καὶ πρὸς τὸν Ἅ­δη ἔ­λε­γε: «για­τί ἀ­λα­ζο­νεύ­εις;
κά­νε λι­γά­κι ὑ­πο­μο­νή, πε­ρί­με­νέ με λί­γο,
νὰ δεῖς τὸ μέ­γα κρά­τος σου σὲ γρη­γο­ρά­δα χρό­νου
πραγ­μα­τι­κὰ συν­τρίμ­μα­τα κι ἐ­μέ­να ἀ­να­στη­μέ­νο.
Τώ­ρα τὸ γέ­νος μου κι ἐ­μὲ μᾶς ἔ­χεις στὰ δε­σμά σου,
μὰ ὅ­μως λί­γο θέ­λω πιὰ στὰ ὕ­ψη νὰ δι­α­λάμ­ψω,
για­τὶ γιὰ μέ­να ὁ Χρι­στὸς θὰ φτά­σει στὰ δι­κά σου ἔγ­κα­τα.
Κι ὅ­πως ὁ τρό­μος ὅ­λη σου τὴν ὕ­παρ­ξη θὰ τὴ συ­νέ­χει
τὴν τυ­ραν­νί­δα σου μ’ ἀ­νά­στα­ση γιὰ πάν­τα θὰ τὴν κα­τα­λύ­σει».

β. «Τὴ δύ­να­μή μου δὲν εὐ­τύ­χη­σε πο­τὲ κα­νέ­νας ν’ ἀ­πο­χτή­σει
για­τὶ τῶν ὅ­λων εἶ­μαι ὁ ἄρ­χον­τας», λέ­ει τοῦ Ἀ­δὰμ ὁ Ἅ­δης.
«Λοι­πὸν ποιὸς ἄλ­λος πρό­κει­ται νὰ φτά­σει καὶ τὴ θέ­ση μου νὰ πά­ρει;
Δι­κό μου τὸ βα­σί­λει­ο, δι­ά­δο­χο δὲν ἔ­χω.
Καὶ Ἀ­βρα­ὰμ καὶ Ἰ­σα­ὰκ καὶ Ἰ­α­κὼβ καὶ Ἰ­ω­σὴφ
ἐ­γὼ τοὺς ἔ­χω, μα­ζὶ μὲ ὅ­λους τοὺς προ­φῆ­τες,
δέ­σμι­ους στὸ κρά­τος μου τοὺς ἔ­χω
καὶ σέ­να δέ­σμι­ο κρα­τῶ μ’ ὅ­λη τὴ δύ­να­μή μου
για­τὶ τὸ πρῶ­το λά­φυ­ρο εἶ­σαι ἀ­νά­με­σά τους.
Πῶς τὸ λοι­πόν μοῦ λὲς πῶς ἔρ­χε­ται αὐ­τὸς
ποὺ ἐ­μέ­να θὰ κα­τα­πα­τή­σει;
Εἶ­ναι λοι­πὸν ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πὸ ἐ­τού­τους ὅ­λους,
τὴν τυ­ραν­νί­δα μου ὡς εἶ­πες μ’ ἀ­νά­στα­ση γιὰ πάν­τα νὰ τὴν κα­τα­λύ­σει;»

γ. Τὸν Ἅ­δη ἄ­κουσ’ ὁ Ἀ­δὰμ ἔ­τσι ν’ ἀ­λα­ζο­νεύ­ει
κι ἀ­μέ­σως λέ­ει πρὸς αὐ­τὸν ὁ πρῶ­τος τῶν ἀν­θρώ­πων:
«Ἄ­κου­σε Ἅ­δη σκο­τει­νὲ τὰ λό­για μου καὶ μὴν κομ­πά­ζεις
για­τὶ στὴν ἐ­ξου­σί­α σου λί­γο θὰ μὲ κρα­τή­σεις.
Ἀπ’ τὸν πα­ρά­δει­σο ὁ Θε­ὸς μ’ ἐ­ξέ­βα­λε κά­πο­τε γιὰ τὸ δό­λι­ο ἐ­σέ­να
καὶ μὲ τι­μώ­ρη­σε ἐ­δῶ σὲ ἐ­σέ­να νά ’μαι πιὰ δε­σμώ­της.
Ὡ­στό­σο σὺ δὲν τὸ μπο­ρεῖς ἐ­μέ­να ν’ ἀ­φα­νί­σεις·
ὁ ἡ­γε­μό­νας μου ἔρ­χε­ται στὸν θά­να­το
πα­νί­σχυ­ρος γιὰ νὰ σὲ κα­τα­λύ­σει.
Σ’ αὐ­τὸν ἐ­γὼ στρα­τεύ­τη­κα κι αὐ­τὸς
ἐ­μέ­να θὰ ση­κώ­σει στὰ οὐ­ρά­νι­α.
Τὴν τυ­ραν­νί­δα σου μ’ ἀ­νά­στα­ση γιὰ πάν­τα θὰ τὴν κα­τα­λύ­σει».

[…]

στ. Ἔ­τσι ἂς μά­θου­με ἀ­δέλ­φια μου ὁ Κύ­ρι­ος τί πράτ­τει.
Ἀ­φοῦ τὸ ξύ­δι γεύ­τη­κε κα­τά­μο­νος ἀ­πά­νω στὸ σταυ­ρὸ
καὶ τὴ χο­λὴ τὴ γεύ­τη­κε τῶν πα­ρα­νό­μων,
εἶ­πε πὼς ἤ­τα­νε αὐ­τὰ τὸ τέ­λος, τὰ με­γά­λα του πα­θή­μα­τα,
καὶ κλί­νον­τας τὴν κε­φα­λή, τὸν ἄ­χραν­τον αὐ­χέ­να,
εἰ­ρη­νι­κὰ πα­ρά­δω­σε ὁ ἔ­ρη­μος τὸ πνεῦ­μα.
Ἥ­λι­ος, φεγ­γά­ρι, τ’ οὐ­ρα­νοῦ τ’ ἀ­ρίθ­μη­τα τ’ ἀ­στέ­ρια
τὴν προ­σβο­λὴ δὲν ἄν­τε­ξαν καὶ κρύ­φτη­καν στὸ σκό­τος·
βου­νὰ καὶ ὅ­ρη φύ­γαν ἀπ’ τὴ θέ­ση τους
καὶ τοῦ Να­οῦ με­σο­ρα­γί­στη­κε τὸ κα­τα­πέ­τα­σμα τὸ θεῖ­ο,
κα­θὼς ὁ δύ­στυ­χος μὲ γό­ους προ­πά­το­ρας
τοῦ Ἅ­δη ὁ δε­σμώ­της ὁ Ἀ­δὰμ ἀ­νέ­κρα­ζε:
«τὴν τυ­ραν­νί­δα τοῦ θα­νά­του μ’ ἀ­νά­στα­ση γιὰ πάν­τα νὰ τὴν κα­τα­λύ­σεις».

~•~

ΥΜΝΟΣ ΜΒ΄
( «κοντάκιον ἀναστάσιμον» XLIV-26)

Ἕτερον κοντάκιον ἀναστάσιμον, φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε:
ᾠδὴ Ῥωμανοῦ

[…]

α΄. Ὥσπερ οὐρανοῦ ὑετὸν ἡ γῆ ἀπεκδέχεται,
οὕτως ἐν τῷ Ἅιδῃ Ἀδὰμ κρατούμενος ἔμενέν σε
τὸν τοῦ κόσμου σωτῆρα καὶ ζωῆς τὸν δοτῆρα
καὶ ἔλεγε τῷ Ἅιδῃ· «Τί μέγα φρονεῖς;
Μεῖνόν με, μεῖνον μικρόν, ἵν’ ὄψει μετὰ μικρὸν
τὸ κράτος σου λυθέντα καὶ ἐμὲ ἀνυψωθέντα.
Νῦν με κατέχεις καὶ γένος μου δέσμιον,
μετ’ ὀλίγον δὲ ὄψει ἀπὸ σοῦ ἐκλυτρωθέντα·
δι’ ἐμὲ γὰρ ἥξει ὁ Χριστός, καὶ σὺ φρίξεις
καὶ τὴν τυραννίδα σου καταλύσει διὰ τῆς ἀναστάσεως.

β΄. —Δύναμιν τοιαύτην οὐδεὶς οὐδέπω ηὐπόρησε·
πάντων γὰρ εἰμὶ βασιλεύς», ὁ Ἅιδης εἶπε τῷ Ἀδάμ.
«Τίς οὖν ἕτερος ἥξει καὶ ἐμὲ ὑπερέξει
καὶ διαδέξηταί μου βασίλειον;
Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ Ἰωσὴφ
καὶ πάντας τοὺς προφήτας ἐν τῷ κράτει μου κατέχω·
σοῦ δὲ κατάρχω ὡς πάντων πρωτεύοντος·
πῶς οὖν ἔρχεσθαι ἔφης τὸν ἐμὲ καταπατοῦντα;
Ἆρα τούτων πάντων ἀνώτερός ἐστιν
ἵνα ἐκλυτρώσῃ σε, ὥσπερ ἔφης, διὰ τῆς ἀναστάσεως;»

γ΄. Ἤκουσε τοῦ Ἅιδου Ἀδὰμ τοιαῦτα κομπάζοντος
καὶ εὐθύς φησι πρὸς αὐτὸν ὁ πρωτοπλάστης τῶν βροτῶν·
«Ἄκουσόν μου ῥημάτων καὶ μὴ μάτην ἐπαίρου·
ἐμὲ γὰρ ὃν κατέχεις οὐ δύνῃ κρατεῖν·
παραδείσου τῆς τρυφῆς διὰ σὲ τὸν δολερὸν
ἀπόβλητος ἐδείχθην <καὶ> πρὸς σὲ νῦν κατεπέμφθην·
φύλαξ μου πέλεις, οὐ δύνῃ ὀλέσαι με·
βασιλέα γὰρ ἔχω ὃς ἐκλύσει σου τὸ κράτος•
<βοηθῷ ἀνθρώπων> αὐτῷ ἐστρατεύθην
ἵνα ἀναγάγῃ με ἐν ὑψίστοις διὰ τῆς ἀναστάσεως.

[…]

στ΄. Μάθωμεν λοιπόν, ἀδελφοί, τί πράττει ὁ Κύριος·
ὄξος γὰρ αὐτὸς καὶ χολὴν γευσάμενος ἐν τῷ σταυρῷ
ἔφη· «Τέλος ὑπάρχει τῶν ἐμῶν παθημάτων»,
καὶ κλίνας τὸν αὐχένα ἔδωκε ψυχήν.
Ἥλιος καὶ σελήνη καὶ ἀστέρες οὐρανοῦ,
μὴ φέροντες τὴν ὕβριν, κατεκάλυπτον τὸ φέγγος·
βουνοὶ καὶ ὄρη φυγὴν ἐμελέτησαν·
τοῦ ναοῦ δὲ τὸ τέμβλον καὶ αὐτὸ ἐρράγη μέσον·
ὁ πρωτόπλαστος δὲ ἐκ βάθους ἐβόα·
«Ὁ Θεός μου, ῥῦσαί με ἐκ τοῦ Ἅιδου διὰ τῆς ἀναστάσεως.»

~•~

Β. ΥΜΝΟΣ Λ΄
( «κοντάκιον ἀναστάσιμον» XLIII-28 )

Ἀπόδοση: Νίκος Καροῦζος

[…]

ε. Δεί­χνον­τας ἄ­γνοι­α γιὰ σέ­να
τὸν πα­νά­γα­θο χτί­στη τοῦ παν­τὸς
πὼς ἔ­χτι­σες τὸν ἄ­ναρ­χο ἑ­αυ­τό σου μὲς στὸ σῶ­μα
ὁ Ἰ­ού­δας μη­χα­νεύ­τη­κε δό­λο φρι­κα­λέ­ο
κι ἀπ’ τὴ με­γά­λη του τὴ βδε­λυ­ρὴ φι­λαρ­γυ­ρί­α,
Ἐ­σέ­να πού­λη­σε, τὸν ἄ­χραν­το θη­σαυ­ρό,
στοὺς ἀ­νό­μους τὸν πο­λυ­τι­μώ­τα­το,
μὴν μπο­ρών­τας τὸ θεῖ­ο θέ­λη­μα ν’ ἀ­πο­κρύ­ψει.
Με­τα­λα­βαί­νον­τας κι αὐ­τὸς ἀπ’ τὸ δι­κό σου ἀ­θά­να­το σῶ­μα
στὸ θά­να­το σὲ πα­ρα­δί­δει δί­χως κα­θυ­στέ­ρη­ση,
πρά­μα ποὺ δὲ γι­νό­ταν νὰ σοῦ ξε­φύ­γει ἐ­σέ­να τοῦ παν­το­γνώ­στη
καὶ τὸν ἔ­λεγ­χο δὲν τὸν ἄν­τε­ξε, δυ­σώ­δης ὄν­τας καὶ πλά­νος
καὶ ρέ­πον­τας ὁ­λά­κε­ρος στὸ ἔγ­κλη­μα,
συ­νω­μο­τεῖ γιὰ τὸν χα­μό σου μὲ τοὺς βλά­στη­μους Ἰ­ου­δαί­ους.
Ἔ­τσι λοι­πὸν ἀ­πὸ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­γά­πη πα­ρα­δό­θη­κες στὸ Πά­θος
δί­χως νὰ κά­μεις ἄ­μυ­να κα­μι­ὰ ἐ­νάν­τι­α στὸ δό­λο,
ἐ­σὺ ποὺ τὰ θρυμ­μά­τι­σες τὰ βέ­λη τοῦ Βε­λί­αρ
ἐ­σὺ ποὺ σύν­τρι­ψες τοῦ Ἅ­δη τὴ νί­κη τὴν προ­σω­ρι­νὴ
καὶ τοῦ θα­νά­του τὸ ἀ­παί­σι­ο φαρ­μα­κε­ρὸ κεν­τρί.

[…]

θ. Τὸ θε­ϊ­κό τὸ νό­μο πί­στευ­ε πὼς ἱ­ε­ρὰ φυ­λά­χνει
τὸν ποι­η­τὴ τοῦ νό­μου κα­τα­κρί­νον­τας
τὸ πλῆ­θος τῶν πα­ρα­νό­μων, κρά­ζον­τας στὸν Πι­λά­το:
«Σταύ­ρω­σέ τον, ἐ­κεῖ­νον ὅ­που ἀ­σε­βεῖ συ­χνὰ στὴν πά­ψη τοῦ Σαβ­βά­του
κι ὅ­που τὸν νό­μο τὸ Μω­σα­ϊ­κὸ τὸν δι­α­στρέ­φει».
Ὢ ἀ­που­σί­α τῆς ντρο­πῆς κι ἀ­παν­θρω­πιὰ ποὺ δὲν εἶν’ ἄλ­λη!
Αἰ­σχύ­νη δὲν αἰ­σθά­νον­ται στὴν ἀ­τί­μω­ση τοῦ σταυ­ροῦ σὰν τὸν καρ­φώ­σουν
ἐ­κεῖ­νον ὅ­που μα­κρό­θυ­μος καὶ μ’ ἀ­νο­χὴ στὸ θέ­λη­μα τῆς ἀ­πι­στί­ας
τὸ σῶ­μα του στὸ θά­να­το σι­ω­πη­λὰ προ­σφέ­ρει
τὸν κό­σμο γιὰ νὰ σώ­σει, ὑ­πο­γρά­φον­τας τὴν ἄ­φε­ση
γιὰ τὸν πε­σμέ­νο ἀπ’ τὸ φῶς προ­πά­το­ρα,
ὅ­που θρυμ­μά­τι­σε τὰ βέ­λη τοῦ Βε­λί­αρ,
ὅ­που τοῦ Ἅ­δη σύν­τρι­ψε τὴ νί­κη τὴν προ­σω­ρι­νὴ
καὶ τοῦ θα­νά­του τὸ ἀ­παί­σι­ο φαρ­μα­κε­ρὸ κεν­τρί.

ι. Τό­τε ποὺ τὸ σῶ­μα σου τὸ σταύ­ρω­σαν οἱ ἄ­νο­μοι
στὸ ξύ­λο καρ­φώ­νον­τας ἐ­σέ­να
ποὺ καὶ γῆ κι οὐ­ρα­νὸ ἔ­χεις ἱ­δρύ­σει,
ὁ ἥ­λι­ος βλέ­πον­τας γι­νό­τα­νε μιὰ ἄ­γρι­α με­γά­λη σκο­τει­νιὰ
κι ὁ οὐ­ρα­νὸς τὰ μά­τια του τὰ κλεί­νει·
ὁ­λό­ι­διος μὲ νύ­χτας ἄ­βυσ­σο φαι­νό­ταν ὁ αἰ­θέ­ρας.
Κο­πῆ­καν τοῦ παν­τὸς τὰ ἥ­πα­τα ἀπ’ τὸν με­γά­λο φό­βο
τό­σο ποὺ σκί­στη­καν ὀ­λά­ξαφ­να κι οἱ πέ­τρες
καὶ τοῦ Να­οῦ τὸ μυ­στι­κὸ στὰ δυ­ὸ ξε­σκί­στη­κε τὸ κα­τα­πέ­τα­σμα.
Μὰ ὅ­μως δι­ό­λου δὲν τα­ρά­χτη­κε μ’ αὐ­τὰ τὸ πλῆ­θος τῶν ἀ­πί­στων.
Ἔ­τσι λοι­πὸν ἀ­σύ­νε­τα σοῦ κρά­ζαν ἀ­πὸ κά­τω:
«ἂν εἶ­σαι τοῦ Θε­οῦ ὁ γιὸς σῶ­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου,
ἐ­σὺ ποὺ τὰ θρυμ­μά­τι­σες τὰ βέ­λη τοῦ Βε­λί­αρ
ἐ­σὺ ποὺ σύν­τρι­ψες τοῦ Ἅ­δη τὴ νί­κη τὴν προ­σω­ρι­νὴ
καὶ τοῦ θα­νά­του τὸ ἀ­παί­σι­ο φαρ­μα­κε­ρὸ κεν­τρί».

~•~

ΥΜΝΟΣ Λ΄
( «κοντάκιον ἀναστάσιμον» XLIII-28 )

Ἕτερον κοντάκιον ἀναστάσιμον, φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε·
τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ αἶνος εἰς τὸ πάθος
ἦχος πλάγιος β΄, ἰδιόμελον.

[…]

ε΄. Ἀγνοήσας σε κτίστην τῶν ὅλων τὸ κτιστὸν λαβόντα,
δόλον Ἰούδας ἐξειργάσατο
καὶ φιλάργυρον τρόπον κτησάμενος τοῖς ἀνόμοις πωλεῖ τὸν καλὸν θησαυρόν,
θείαν δὲ βουλὴν ἀποκρύπτειν οὐκ ἴσχυσε·
σῶμα γὰρ τὸ σὸν μεταλαμβάνων εἰς βρῶσιν
τῷ θανάτῳ εὐθὺς προδιδοῖ, ἀλλ’ οὐκ ἔλαθέ σε τὸν γνώστην τῶν κρυπτῶν,
καὶ ἐλεγχθεὶς οὐκ ᾐδέσθη γνώμην ὡς πλάνος προφέρων,
μᾶλλον δὲ ῥέπων πρὸς φόνον τοὺς ἀπειθεῖς προσκαλεῖται·
ὅθεν φίλτρῳ δολίως ἐξεδόθης πρὸς τὸ πάθος,
<ὁ λύσας τοῦ Βελίαρ τὰ βέλη, τοῦ Ἅιδου τὸ νῖκος καὶ Θανάτου τὸ κέντρον>.

[…]

θ΄. Νόμον θεῖον φυλάττειν ἐνόμιζε παρανόμων πλῆθος
[καὶ κα]τακρίνει τὸν νόμου ποιητήν·
τῷ Πιλάτῳ γὰρ ἔκραζεν· «[Σταύ]ρωσον τὸν ἀεὶ βεβηλοῦντα τὸ σάββατον
καὶ τοῦ Μωϋσῆ [τὰς] φωνὰς παρατρέψαντα.»
Ὢ τῆς ἀναιδοῦς καὶ ἀπανθρώπου πράξεως·
οὐκ αἰδοῦνται ἐκδοῦναι σταυρῷ ὃν προφῆται σαφῶς [προηγό]ρευσαν·
ἀλλ’ ὡς μακρόθυμος φέρων τὰς τῶν ἀπί[στων ἐν]νοίας
σωματικῶς θανατοῦται, ἵνα τὸν κόσμον [λυτρώσ]ῃ,
ἄφεσιν ὑπογράφων τῷ πεσόντι πρωτοπλάστῳ
ὁ λύσας τοῦ Βελίαρ <τὰ βέλη, τοῦ Ἅιδου τὸ νῖκος καὶ Θανάτου τὸ κέντρον>.

ι΄. [Ὅτε δὲ] κατὰ σάρκα ἐσταύρωσαν προσηλώσαντες ξύλῳ
τὸν [πόλο]ν καὶ γαῖαν πλαστουργήσαντα,
θεωρῶν ἐσκοτίζετο [ἥλιος], οὐρανὸς δὲ καλύπτει τὰ ὄμματα,
ὅμοιος νυκτὶ ὁ αἰ[θὴρ] ἀπεδείκνυτο·
φόβου ἐκτομὴ πέτρας εὐθέως διέρρη[ξε]·
καταπέτασμα δὲ μυστικὸν διεσχίσθη εἰς μέσον ἔνδον τοῦ [ναοῦ]·
καὶ τῶν ἀπίστων ὁ δῆμος βλέπων οὐδὲν κατενύγη,
[ἀλλὰ] προσέφερον λόγους ἀσυνέτους βοῶντες·
«Εἰ υἱὸς Θεοῦ πέλει, [ἑαυτ]ὸν ἐλευθερώσει
ὁ λύσας τοῦ Βελίαρ τὰ βέλη, τοῦ Ἅιδου τὸ νῖκος
<καὶ Θανάτου τὸ κέντρον>.»

~•~

Γ. ΥΜΝΟΣ ΜΔ΄
( «κοντάκιον σταυρώσιμον» XXXVIII-22 )

Ἀπόδοση: Νίκος Καροῦζος

α. Στὸ Γολ­γο­θὰ τρεῖς οἱ σταυ­ροὶ ποὺ ἔμ­πη­ξε ὁ Πι­λά­τος.
Οἱ δυ­ὸ σταυ­ροὶ γιὰ τοὺς λη­στὲς κι ὁ τρί­τος γιὰ τὸν Ζω­ο­δό­τη,
ποὺ ὁ Ἅ­δης τὸν ἀν­τί­κρι­σε κι εἶ­πε στὸν κά­τω κό­σμο:
«Ὢ τοῦ κα­κοῦ δι­ά­κο­νοι, τοῦ κρά­τους μου δυ­νά­μεις,
ποιὸς εἶν’ αὐ­τὸς ποὺ ἔμ­πη­ξε καρ­φὶ μὲς στὴν καρ­διά μου;
Μὲ κέν­τη­σε ὀ­λά­ξαφ­να μιὰ λόγ­χη ἀ­πὸ ξύ­λο
κι ὁ πό­νος τὰ ἐν­δό­μυ­χα μοῦ ἔ­χει σ­μπα­ρα­λιά­σει.
Πό­νος με­γά­λος στὴν κοι­λιά,
ἡ αἴ­σθη­ση τὸ πνεῦ­μα μου τὸ συν­τα­ρά­ζει
καὶ τὸν Ἀ­δὰμ ἀν­τά­μα μ’ ὅ­λους τους ἀ­πό­γο­νους,
ὅ­που μοῦ πα­ρα­χώ­ρη­σε τὸ πα­ρα­δεί­σι­ο ξύ­λο,
ποὺ μοῦ ἀ­νῆ­καν ἀ­πὸ μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα,
πρέ­πει νὰ τοὺς ξε­ρά­σω.
Ἕ­να ξύ­λο και­νούρ­γιο τώ­ρα πά­λι στὸν πα­ρά­δει­σο τοὺς φέρ­νει».

ι. Ὅ­ταν τ’ ἄ­κου­σε ὅ­λα τοῦ­τα ὁ δρά­κον­τας
ὁ τό­σο πο­λυ­μή­χα­νος ἀ­σθμαί­νον­τας ὁρ­μᾶ
καὶ τὰ λε­γό­με­να συ­ναν­τι­κρύ­ζει.
Καὶ εἶ­δε πλά­ι στὸ μάρ­τυ­ρα Χρι­στὸ τὸ μάρ­τυ­ρα λη­στὴ νὰ ἀ­να­σαί­νει.
Γιὰ ὅ­λα τοῦ­τα νι­ώ­θον­τας κα­τά­πλη­κτος,
ὁ διά­βο­λος τὸ στῆ­θος τύ­πτει καὶ λο­γι­έ­ται:
«μ’ ἕ­να λη­στὴ συγ­κου­βεν­τι­ά­ζον­τας ἐγ­κάρ­δι­α
στοὺς κα­τη­γό­ρους του ἀ­πάν­τη­ση δὲ δί­νει,
ἐ­κεῖ­νος ὅ­που του Πι­λά­του τὸ δι­ά­λο­γο τὸν ἀ­πα­ξί­ω­σε ἀ­θῶ­α σι­ω­πών­τας,
τώ­ρα μι­λεῖ καὶ τρυ­φε­ρὰ μ’ ἕ­να στυ­γνὸ κα­κοῦρ­γο λέ­γον­τας:
“ἔ­λα, ἔ­λα ἐ­σὺ στὴ θεί­α εὐ­φρο­σύ­νη”.
Τί νὰ συ­νέ­βη ἄ­ρα­γε;
Τί εἶ­δε στὸν σταυ­ρὸ γιὰ τὸ λη­στὴ κα­λὸ καὶ ἅ­γι­ο;
Ἔρ­γα ἢ ρή­μα­τα;
Γιὰ ποιὰν αἰ­τί­αν ἀ­ξε­διά­λυ­τη πά­λι στὸν πα­ρά­δει­σο τὸν φέρ­νει;»

ια. Ὕ­ψω­σε μά­λι­στα γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὸ φώ­ναγ­μα ὁ δαί­μων,
ἀλ­λό­κο­τα κραυ­γά­ζον­τας κι ἀ­πο­ρη­μέ­νος:
«Δέ­ξου μὲ Ἅ­δη ποὺ ἐ­γὼ σὲ σέ­να κα­τα­φεύ­γω.
Τὰ ὅ­σα ἔ­πα­θες ἐ­σὺ κι ἐ­γὼ τώ­ρα πα­θαί­νω,
στὰ δι­κά σου πα­θή­μα­τα ποὺ δὲν ἔ­δω­σα πί­στη.
Εἶ­δα κι ἐ­γὼ τὸ ξύ­λο ποὺ φρι­χτὰ τὸ τρό­μα­ξες
πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο ἀπ’ τὸ αἷ­μα κι ἀπ’ τὸ ὕ­δωρ,
τρο­μά­ζον­τας κι ἐ­γὼ μὲ τὴ σει­ρά μου.
Τρό­μα­ξα ὄ­χι ἀπ’ τὸ αἷ­μα,
τὸ νε­ρὸ μὲ τρό­μα­ξε,
για­τὶ τὸ αἷ­μα εἶ­ναι τῆς σφα­γῆς τοῦ Ἰ­η­σοῦ
μὰ τὸ νε­ρὸ τῆς ἄ­ναρ­χης αὐ­τὸ εἶ­ναι ζω­ῆς του.
Ἄ! τί ζω­ὴ πη­δά­κι­σε ἀπ’ τὴν πλευ­ρά του τὴν τρω­μέ­νη!
Ὄ­χι ὁ πρῶ­τος ὁ Ἀ­δὰμ ἀλ­λὰ ὁ δεύ­τε­ρος ἐ­τοῦ­τος
ὅ­που των ζών­των ὅ­λων τὴ μη­τέ­ρα ξα­να­βλά­στη­σε τὴν Εὔ­α
πά­λι στὸν πα­ρά­δει­σο».

~•~

ΥΜΝΟΣ ΜΔ΄
( «κοντάκιον σταυρώσιμον» XXXVIII-22 )

Τῇ τετράδι τῆς μεσονηστίμου, κοντάκιον σταυρώσιμον,
φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε·
τ ο ῦ τ α π ε ι ν ο ῦ Ῥ ω μ α ν ο ῦ
ἦχος βαρύς, ἰδιόμελον.

[…]

α΄. Τρεῖς σταυροὺς ἐπήξατο ἐν Γολγοθὰ ὁ Πιλᾶτος,
δύο τοῖς λῃστεύσασι καὶ ἕνα τῷ ζωοδότῃ·
ὃν εἶδεν ὁ Ἅιδης καὶ εἶπε τοῖς κάτω·
«Ὦ λειτουργοί μου καὶ δυνάμεις μου,
τίς ὁ ἐμπήξας ἧλον τῇ καρδίᾳ μου;
Ξυλίνη με λόγχη ἐκέντησεν ἄφνω καὶ διαρρήσσομαι·
τὰ ἔνδον πονῶ, τὴν κοιλίαν μου ἀλγῶ·
τὰ αἰσθητήριά μου· μαιμάσσει τὸ πνεῦμά μου,
καὶ ἀναγκάζομαι ἐξερεύξασθαι
τὸν Ἀδὰμ καὶ τοὺς Ἀδὰμ ξύλῳ δοθέντας μοι·
ξύλον τούτους εἰσάγει πάλιν εἰς τὸν παράδεισον.»

[…]

ι΄. Ὅτε τούτων ἤκουσεν ὁ πολυμήχανος δράκων,
ὥρμησε τρυχόμενος καὶ ἅπερ ἤκουσεν εἶδε,
λῃστὴν μαρτυροῦντα Χριστῷ μαρτυροῦντι·
ὅθεν πρὸς ταῦτα ἐκπληττόμενος,
τύπτει τὸ στῆθος καὶ διαλογίζεται·
«Λῃστῇ ὁμιλεῖ, καὶ τοῖς κατηγοροῦσιν οὐκ ἀποκρίνεται·
Πιλᾶτόν ποτε οὐδὲ λόγου ἀξιῶν,
νῦν προσφωνεῖ τῷ φονεῖ λέγων· ‘Δεῦρο τρύφησον.’
Τί τὸ γενόμενον; Τί ἑώρακεν
ἐν σταυρῷ πρὸς τὸν λῃστήν, ἔργα ἢ ῥήματα,
διὰ ποῖον λαμβάνει τοῦτον εἰς τὸν παράδεισον;»

ια΄. Ὕψωσε δὲ δεύτερον φωνὴν ἰδίαν ὁ δαίμων
κράζων· «Ἅιδη, δέξαι με, πρὸς σὲ ἡ ἀποστροφή μου·
τὰ σὰ γὰρ ὑπέστην τοῖς σοῖς μὴ πιστεύσας.
Εἶδον τὸ ξύλον ὅπερ ἔφριξας
πεφοινιγμένον αἵματι καὶ ὕδατι
καὶ ἔφριξα, οὐκ ἐκ τοῦ αἵματος λέγω, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὕδατος·
τὸ μὲν γὰρ δηλοῖ τὴν σφαγὴν τοῦ Ἰησοῦ,
τὸ δὲ τὴν τούτου ζωήν· ἡ ζωὴ γὰρ ἔβλυσεν
ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτοῦ· οὐχ ὁ πρῶτος γάρ,
ἀλλ’ ὁ δεύτερος Ἀδὰμ Εὔαν ἐβλάστησε,
τὴν μητέρα τῶν ζώντων, πάλιν εἰς τὸν παράδεισον.»

~•~

[ Το τρίτο μέρος θα αναρτηθεί στις 30.4.2021 ]

~•~