Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 1. Οι αποδόσεις του Νίκου Καρούζου (1/3)

CY95-3-07

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτίσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

 

Ρωμανός ο Μελωδός: Εισαγωγή

Ο Ρωμανός ο Μελωδός καθηλωμένος ακάθεχτα
(«Γράφω όπως εγώ θέλω», Φαρέτριον, Ύψιλον, 1981)
φόρτιση του έχτου αιώνα ο Ρωμανός
με κοντάκια σε αέριο γέλιου
(«Ωδική Semper αντι-μηδενισμός του μηδενός», Αναμνηστική λήθη, Γοργώ, 1982)

Σε πείσμα όλων των πολυάριθμων μελετών και συγγραμμάτων για τον Ρωμανό και το έργο του, που διαρκώς συσσωρεύονται, ο βίος και η πολιτεία του εξακολουθητικά (θα) μας διαφεύγουν. Και οι τρεις εκδότες των τριών διαφορετικών κριτικών εκδοχών του έργου του, στις αρχές της δεκαετίας του 1960 επαναλαμβάνουν ομόφωνα ως εν ενί στόματι την παντελή σχεδόν άγνοιά μας για τη ζωή του, εκφράζοντας σχεδόν βαρετά κοινότοπες αξιωματικές διαπιστώσεις: «Little is known about the life of Romanos. Even the century in which he lived was for long years hotly debated» (C. A. Trypanis, 1963), «Bien qu’il soit le plus célèbre des poètes de kontakia, nous ne connaissons que très peu de choses sur sa vie, don’t l’époque meme n’a été fixée que récement» (Grosdidier de Matons, 1964), «Δι᾽ οὐδένα βυζαντινόν ποιητὴν έγράφησαν τόσα ὅσα διὰ τὸν Ρωμανὸν καὶ δι᾽ οὐδένα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀκόμη ὅτι τὸν ἠγνοοῦμεν τόσον ὅσον τὸν Ρωμανόν» (Τωμαδάκης, 1965). Σήμερα, εξήντα χρόνια αργότερα, πάντα κυκλοφέρνουμε στον ίδιο χορό της άγνοιας και των αβέβαιων εικασιών που διέγραψαν τα συναξάρια κι οι ύμνοι γι’ αυτόν (ή οι δικοί του)· άλλοι κάπου-κάπου πισωπατώντας κι άλλοι δοκιμάζοντας νέα πατήματα στον ήδη αδρά χαραγμένο βηματισμό.

Τι γνωρίζουμε λοιπόν; Περίπου τα όσα ελάχιστα εγνώριζαν (και μας μετέφεραν) κι οι Συναξαριστές και τα Μηναία του 9ου-12ου αιώνα. Ο κορυφαίος των υμνωδών, ενδεχομένως ιουδαϊκής καταγωγής, προέρχεται από την Έμεσα της Συρίας, κι ενήλικος ως διάκονος μεταβαίνει στον ναό της Αναστάσεως στη Βηρυτό και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, την εποχή του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄. Διαμένει  στη μονή της Θεοτόκου ἐν τοῖς Κύρου· εκεί δημιουργεί τα περίφημα κοντάκιά του, θαυματουργικό δώρο της Παναγίας, κι εκμετρεί το ζην προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού, λίγο μετά το 555, στον ίδιο τόπο, όπου και θάβεται. Ήδη μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα έχει ενταχθεί στη χορεία των αγίων και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την 1η Οκτωβρίου. Ιδού αυτολεξεί ένα από τα συναξάρια:

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ ὁσίου Ῥωμανοῦ τοῦ μελῳδοῦ καὶ ποιητοῦ τῶν κοντακίων· ὃς ὥρμητο ἐκ Συρίας τῆς Ἐμεσηνῶν πόλεως, διάκονος γενόμενος τῆς ἐν Βηρυτῷ ἁγίας τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας τῆς λεγομένης Ἀναστάσεως. Καταλαβὼν δὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν ἐν τοῖς χρόνοις Ἀναστασίου τοῦ βασιλέως, κατέμενεν ἐν τῷ ναῷ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῷ ἐν τοῖς Κύρου, ἐν ᾧ καὶ τὸ χάρισμα τῆς συντάξεως τῶν κοντακίων ἔλαβεν, ἐπιφανείσης αὐτῷ τῆς ἁγίας Θεοτόκου κατ’ ὄναρ κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Χριστοῦ γεννήσεως καὶ τόμον χάρτου ἐπιδούσης καὶ κελευσάσης αὐτὸν καταφαγεῖν· οὗ μετὰ τὴν κατάποσιν εὐθέως ἔξυπνος γενόμενος, ἀναβὰς ἐν τῷ ἄμβωνι, ἤρξατο ἐκφωνεῖν καὶ λίαν ἐμμελῶς ψάλλειν· «Ἡ   παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει». Ἔκτοτε οὖν ὑπηγόρευσεν εἰς τὰς δεσποτικὰς ἑορτὰς καὶ εἰς μνήμας διαφόρων ἁγίων κοντάκια τὸν ἀριθμὸν περὶ τὰ χίλια, ὧν τὰ πολλὰ ἐν τοῖς Κύρου ἰδιοχείρως ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτεθέντα ἀπόκεινται. Ἐτελειώθη δὲ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐτάφη ἐν τῇ αὐτῇ ἐκκλησίᾳ, ἔνθα καὶ τελεῖται ἡ αὐτοῦ σύναξις.

Κι ενός ανώνυμου υμνωδού οι πληροφορίες:

Ὅλος τούτου ὑπῆρχε ἔμψυχος βίβλος καὶ πᾶσι πρὸ τοῦ γνωσθῆναι
τῷ Κυρίῳ πεφανέρωτο· γένος μὲν ἐξ Ἑβραίων τὸν νοῦν δὲ εἶχεν ἑδραῖον.

Παρά τα θρυλούμενα χίλια κοντάκια, σήμερα έχουμε στα χέρια μας 85 ύμνους που αποδίδονται στον Ρωμανό, εκ των οποίων όμως μόνον οι περί τους 59 θεωρούνται αυθεντικά έργα δικά του. Οι περισσότεροι περιστρέφονται γύρω από το πρόσωπο ή γεγονότα της ζωής του Ιησού Χριστού, με τους υπόλοιπους να ασχολούνται με θέματα και πρόσωπα της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, αγίους και μάρτυρες, αλλά και θρησκευτικά ή επίκαιρα ζητήματα.

Μιλώντας για κοντάκια πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας πως αυτή η ονομασία παρουσιάζεται τον 9ο αιώνα, ενώ τον 6ο αιώνα αυτές οι υμνογραφικές συνθέσεις αναφέρονται  από τους ίδιους τους δημιουργούς τους ως ὕμνος, ᾠδή, αἶνος, ἔπος κλπ. Το κοντάκιο, σύνθετο κι ιδιότυπο είδος έμμετρης ποιητικής Ομιλίας, φαίνεται να γεννήθηκε κατά τον 5ο αι. διαμορφώθηκε δε, εξελίχθηκε και απαρτιώθηκε στην οριστική του μορφή τον 6ο αι. από τον Ρωμανό. Αποτελείται από μία εισαγωγή (το προοίμιον ή κουκούλιον) που συνοψίζει και παρουσιάζει το θέμα, και από τους οίκους (τις στροφές) που συνδέονται με το προοίμιον δια του εφύμνιου (ρεφραίν), της κοινής δηλαδή κι επαναλαμβανόμενης τελευταίας φράσης τους. Οι οίκοι αναπτύσσουν το θέμα που προεξαγγέλθηκε στο προοίμιον και κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 18 και 24, αλλά μπορεί να επεκταθούν και ως τους 40, συχνότατα δε συνενώνονται μεταξύ τους με μία ακροστιχίδα είτε αλφαβητικά είτε με μια ολόκληρη φράση (π.χ. ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ ΑΙΝΟΣ). Ο πρώτος οίκος είναι το μετρικό και μουσικό πρότυπο για τους υπόλοιπους και λέγεται ειρμός. Δηλαδή οι οίκοι που ακολουθούν οφείλουν να διατηρούν τον αριθμό των συλλαβών (ισοσυλλαβία) και τη θέση του τόνου (ομοτονία) στον κάθε τους στίχο, όπως προτυπώνεται στον ειρμό (αρχή η οποία δεν ισχύει απαρεγκλίτως). Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, τα κοντάκια είναι υμνογραφικές, ποιητικές, συνθέσεις, προορισμένες να ψέλνονται στους ναούς. Σε ό,τι όμως αφορά την πρωτότυπη μουσική του 6ου αι. που συνόδευε αυτές τις συνθέσεις και τα ποιητικά τους μέτρα, σήμερα είναι πια για μας οριστικά χαμένη, καθώς η μουσική σημειογραφία που αποτυπώνεται στα χειρόγραφα φτάνει μόνον μέχρι τον 13ο αιώνα. Με την εμφάνιση του Κανόνα, γύρω στο 700, το κοντάκιο σταδιακά υποχωρεί, αν και  συνέχισαν να γράφονται κοντάκια έως τον 9ο αι., συρρικνώθηκε κι απέμεινε το προοίμιον κι ο πρώτος οίκος μονάχα, μετά την έκτη ωδή,  εντός του Κανόνα.[1]

Κατά κοινή ομολογία, οι ύμνοι του Ρωμανού είναι από τα ωραιότερα και υψηλότερα δημιουργήματα τη βυζαντινής ποίησης. Κι αυτό χάρη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, την εκφραστική δύναμη της ποιητικής γλώσσας τους και την ιδιαίτερη ικανότητα ενός αυθορμητισμού και μιας ζωντάνιας στην παρουσίαση των χαρακτήρων των διαλεγόμενων προσώπων. Ο ρητορικός χαρακτήρας των έργων του Ρωμανού διαπιστώνεται από το πλήθος των σχημάτων που αφθονούν, όπως η προσωποποιΐα, οι –μετρημένες– αντιθέσεις, οι αναφωνήσεις κι οι επικλήσεις, οι ρητορικές ερωτήσεις, οι ζωηρές κι έντονες εικόνες. Η παρουσία αυτών των στοιχείων μαρτυρεί συνάμα τη σοβαρή μελέτη και την καρποφόρα θητεία του στο ρητορικό έργο των Ελλήνων Πατέρων. Σε ό,τι αφορά την αφηγηματική δεινότητα και ενάργεια του Ρωμανού καταλυτικό ρόλο παίζει η διηγηματική απλότητα και ο διάλογος, διαμέσου του οποίου ζωντανεύει τα πρόσωπα των ύμνων του και τους παρέχει ‘φωνή’, επιδεικνύοντας έτσι έντονη δραματικότητα και ζωντάνια. Εκτός δε του εξωτερικού διαλόγου, χρησιμοποιεί και τον εσωτερικό διάλογο, σπάζοντας τη μονοτονία και διευρύνοντας την έκφραση των ποιητικών του προθέσεων και δυνατοτήτων, πέραν του πλαισίου των δεδομένων βιβλικών και θεολογικών αφηγήσεων. Κατ’ εξοχήν δε έχει εξαρθεί η ανθρωποποιΐα του, όπου ο Ρωμανός παρουσιάζει και προβάλλει τα πρόσωπα των έργων του (από τον Ιησού Χριστό και τους αγγέλους μέχρι την Παναγία και τους αγίους), με πλήρη και βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχής, μέσα από το πρίσμα μιας λαϊκής ψυχολογίας, επιτυγχάνοντας έτσι να συναγείρει το εκκλησίασμα στην ταύτιση με τα συμμετέχοντα πρόσωπα και τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους μα και στην κατά το δυνατόν εναργέστερη βίωση της λατρείας.[2] Καταφέρνει να κάνει τόσο οικεία τα ιερά πρόσωπα στους απλούς ανθρώπους, χωρίς επ’ ουδενί να απομειώνει την ιερότητά τους ή να διασαλεύει τις θεολογικές/δογματικές αλήθειες που υπερασπίζεται, ώστε ο Δετοράκης φτάνει να γράψει:

Αυτό που κάνει ο Όμηρος κατεβάζοντας τους θεούς στα ανθρώπινα μέτρα τολμά να κάνει τώρα και ο Ρωμανός, μολονότι αυτός δεσμεύεται από την καταθλιπτική πίεση του δόγματος και δεν επιτρέπεται να ξεπεράσει ορισμένα όρια. Έτσι στα κοντάκια του Ρωμανού, τα θεία πρόσωπα δονούνται από αισθήματα ανθρώπινα και έρχονται πιο κοντά στον πιστό. Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής εξασφαλίζει τη μέθεξη του εκκλησιάσματος και υπηρετεί τους σκοπούς της Εκκλησίας.

Το σημείο εκείνο το οποίο έχει δημιουργήσει διαφωνίες μεταξύ των διαφόρων μελετητών και σχολιαστών του Ρωμανού είναι αυτό ακριβώς που σχετίζεται με τα άγνωστα και ακαθόριστα βιογραφικά του στοιχεία. Ενώ σε γενικές γραμμές αναγνωρίζεται η ανάπτυξη και μετεξέλιξη του κοντακίου μέσα από την ελληνόφωνη χριστιανική ποίηση των προηγούμενων αιώνων, καθοριστική στην τελική, οριστική και πλήρη διαμόρφωσή του θεωρείται από πολλούς πλέον η συνδρομή της συριακής ποίησης. Έτσι παραμένει αναμφίλεκτο γεγονός πως το Παρθένιον του Μεθοδίου Πατάρων παρέχει ένα στροφικό σύστημα, ακροστιχίδα και εφύμνιο, όπως και η Ομιλία του Μελίτωνος στο Πάσχα είναι σε έμμετρη μορφή, μα και μια Ομιλία του Πρόκλου Κων/πόλεως στον Ευαγγελισμό περιέχει έναν έμμετρο διάλογο του Γαβριήλ με τη Θεοτόκο και ακροστιχίδα. Από την άλλη πλευρά όμως είναι αδύνατον να παραθεωρήσει κανείς την ισχυρή παρουσία κι επίδραση των μετρικών και των λογοτεχνικών μορφών της συριακής ποίησης, όπως διαμορφώθηκαν ιδίως από τις μεγάλες φυσιογνωμίες του συριακού χριστιανισμού τον τέταρτο αιώνα, σαν τον Εφραίμ επί παραδείγματι (ο οποίος και μεταφράστηκε ενωρίτατα στα ελληνικά). Γιατί, ας μη λησμονούμε, θυμίζει ο Τρυπάνης, πως εκεί που ο Ναζιανζηνός, ο Συνέσιος, κι οι σύγχρονοί τους, δεν κατάφεραν να συγκεράσουν το ελληνικό με το χριστιανικό πνεύμα στην ποίησή τους, η συριακή ποίηση, κατόρθωσε να εμφυσήσει νέα ζωή στη βυζαντινή ποίηση (αν κι όχι πλήρως απαλλαγμένη από το φορτίο της κλασικής παιδείας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο ίδιος).[3] Αφού λοιπόν έγινε ξεκάθαρη η διάκριση μεταξύ ποιητικών μορφών και λογοτεχνικών πηγών, μέσα από τη μελέτη κι έρευνα της ελληνικής και συριακής θρησκευτικής ποίησης στη Συρία, κατάδειξε πειστικά εντέλει ο Σεμπάστιαν Μπροκ ότι το ρωμανικό κοντάκιο μετέφερε, πέρα από τις μετρικές και λογοτεχνικές μορφές (στροφικά συστήματα με σύνθετες συλλαβικές δομές, διαλόγους σε αφηγηματικά είδη), και ανιχνεύσιμα λογοτεχνικά μοτίβα της συριακής ποιητικής παράδοσης ― ιδίως στα έργα του Εφραίμ του Σύρου.[4] Εξάλλου, όπως σημειώνει και ο ίδιος ο Μπροκ οι άνθρωποι που κατοικούσαν τον ίδιο τόπο, παρότι ενδεχομένως φορείς διαφορετικής γλωσσικής ή πολιτισμικής παιδείας δεν ζούσαν σε ένα στεγανό γκέτο, απέχοντας και αδιαφορώντας για τη συγχρονική παρουσία των διαφορετικών κοινοτήτων. Σε ό,τι δε έχει να κάνει με τις έννοιες της ‘σημιτικής’ ή της ‘ελληνικής’ κουλτούρας την περίοδο εκείνη της πολιτιστικής αφομοίωσης και ώσμωσης κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, η Άβεριλ Κάμερον έχει πολλές φορές επισημάνει το ολισθηρό έδαφος επί του οποίου κινούνται αφορισμοί και απλουστεύσεις: «Τα ‘συριακά’ δηλώνουν μία γλώσσα κι όχι μια κουλτούρα […] ο όρος ‘Σύρος’ από την άλλη είναι παραπλανητικός, καθώς χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους […] Κι όμως όσοι μιλούσαν ελληνικά δεν ήταν κατ’ ανάγκην λιγότερο Σύροι ή ‘Σημίτες’ από όσους χρησιμοποιούσαν τα αραμαϊκά».

Η τελευταία αυτή παρατήρηση μας οδηγεί κατευθείαν στη γλώσσα του Ρωμανού.  Καταρχάς η γλώσσα του πόρρω απέχει από τη γλώσσα του Συνέσιου και του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού και αντιθέτως είναι πολύ κοντά στην κοινή γλώσσα του εκκλησιάσματος που ακούει τους ψαλλόμενους ύμνους του στις εκκλησιές. Αυτό διόλου δεν σημαίνει πως αποφεύγει να χρησιμοποιεί αρχαϊσμούς, που προέρχονται από τη γλώσσα των Πατέρων και της Γραφής των Εβδομήκοντα ή και το αρχαίο έπος (π.χ. γαῖα, φάος, ἱμείρομαι, τόλμα κλπ.)· μαζί δε με αυτούς συνυπάρχουν και αρχαϊκές συντάξεις, και παράλληλα νεωτερισμοί στη σύνταξη και τη γραμματική. Εκεί όμως που φανερώνεται αφειδώλευτη η ρωμανική γλώσσα είναι στην σπάταλη και πλουσιοπάροχη ποικιλία του επιθέτου. Σημειώνω από τον Τωμαδάκη ότι για να χαρακτηρίσει τον Ιούδα χρησιμοποιεί ούτε λίγο ούτε πολύ 28 (!) επίθετα: «ἄγριος θήρ, ἄδικος, ἄθλιος, ἀναιδέστατος, ἀναίσχυντος, ἄνομος, ἀπηνής, ἄσπονδος, ἄστοργος, ἀσυνείδητος, ἄσωτος, ἄφρων, ἀχόρταστος, δεινός, δόλιος, λαίμαργος, μέτριος, οἰκτρός, πανάθλιος, πολυμήχανος, προδότης, πτωχός, σκληρός, τολμηρός, φθονερός, φιλάργυρος, φιλόπλουτος, φοβερός τοῖς πάθεσιν». Για δε τον πάγκαλο Ιωσήφ επιφυλλάσει τα: «δίκαιος, σώφρων, γενναῖος, σεμνός, ἀσάλευτος πύργος, μέγας ἀθλητής, φιλοσώφρων, ἄμεμπτος ἐν τοῖς ἔργοις, ἀκακούργητος, ἐργάτης τῆς σωφροσύνης, σοφός, πολυύμνητος, κρείττων παντὸς ἐγκωμίου, μέγας, γενναῖος ἀθλητὴς καὶ στρατηγός, μέγας τῶν παθῶν αὐτοκράτωρ, πιστὸς θεράπων», ενώ στη σύζυγο του Πετεφρή επιδαψιλεύει τα ακόλουθα: «ἀθλία, ἀκόλαστος, μαινάς, δολιόφρων, αἰσχρά, ἀσελγεστάτη, παραφρονοῦσα, ἄδικος, μοιχαλίς, ἔχιδνα ἐγκεκρυμμένη» κλπ. κλπ. (Τωμαδάκης, ό.π., σ. 108-109). Ταυτόχρονα όμως ο Ρωμανός εκλύει και μια απίστευτη γλωσσοπλαστική ικανότητα με τη δημιουργία νέων λέξεων, εκ των οποίων ορισμένες αποτελούν ἅπαξ λεγόμενα ενώ αρκετές ακολουθήθηκαν από μεταγενέστερους συγγραφείς: «ἀκακούργητος, ἀναρότρευτος, ἀνοίκτιστος, ἀπεκδέρω, δάμαστρον, δροσινά, ἐναποτόμως, ζοφοφόρος, κατεντυχέω, λιθοκτονέω, νιπτοποδέω, λογχιάζομαι, ὀφιωδέστερος, πανευφημία, λιθοκτονία, πάγκοσμος, τρανόλαλος, τρίμυρος, τρίϋλον, φαεινόμορφος, φυκώσας, ψαλμολόγος» (ο κατάλογος αυτός συντάχθηκε από τους αντίστοιχους του Τωμαδάκη και του Ελύτη, με προσθαφαιρέσεις δικές μου, στηριζόμενος στο κείμενο της γαλλικής έκδοσης).

Από τον ύστερο 19ο αι. που ανακαλύπτονται πάλι κι επανεκδίδονται οι ύμνοι του Ρωμανού (από τον Pitra το 1867), αρχίζει το έργο του να συσχετίζεται  και να παραβάλλεται με αυτό του Πίνδαρου. Αυτή η συσχέτιση που ξεκίνησε μάλλον από τον Bouvy γνώρισε μεγάλη αποδοχή και εξάπλωση τόσο μεταξύ των βυζαντινολόγων όσο και μεταξύ των νεοελλήνων ποιητών.[5] Σε ένα άρθρο του το 1892 ο Καβάφης αποδέχεται με επιδοκιμασία την κρίση του Γάλλου («Οι Βυζαντινοί ποιηταί») ενώ ο Κωστής Παλαμάς στα 1900, σχολιάζοντας την ίδια του Γάλλου ρήση και την έκδοση του ρωμανικού έργου, ενθουσιωδώς βλέπει μέσα από τον Ρωμανό να ξεπροβάλλει ο Πίνδαρος, και μάλιστα να αποτελεί τον ομόλογό του στη σύγχρονη χριστιανική τριάδα των ποιητών έναντι σε αυτή των αρχαίων· απέναντι στον Όμηρο, τον Αισχύλο και τον Πίνδαρο, τοποθετεί τον Δάντη, τον Καλδερόν, «ὅσο γιὰ τὸν Πίνδαρο, θὰ μᾶς τὸν ἔδινε πάλι ἡ βυζαντινὴ ἑλληνικὴ ψυχή, μὲ τὸ ἰδιο τὸ ἀνάστημα τοῦ Θηβαίου καὶ μὲ τὄνομα τοῦ Ρωμανοῦ». Εκείνο όμως που φαίνεται να τονίζει εμφατικά από τα γραπτά του Κρουμπάχερ είναι του Ρωμανού «τὴν μεγαλοπρεπῆ μέν, ἀ λ λ ὰ  δ η μ ο τ ι κ ὴ ν  κ α ὶ  ἁ π λ ῆ ν  π ο ί η σ ί ν  τ ο υ», μα και να κρατά συνάμα και το δραματικό στοιχείο της ποίησής του. Ακόμα όμως και το 1935, στις Νύχτες του Φημίου (59) εξακολουθεί αμετάβλητη η ίδια οπτική του:

Ἑλλάδα ἂν ἔρμος ὁ Ὄλυμπος, μεστὸς εἶν᾽ ὁ οὐρανός,
ψαλμὲ καὶ πάντα ἀνάβρυζε, σοφία στὴ γῆ σου μεῖνε,
σὲ νέους ρυθμοὺς καὶ νέων τροπαίων ὁ Ρωμανὸς
Πίνδαρος εἶναι.

Η στροφή όμως προς την ουσιαστική μελέτη αλλά και τη νεοελληνική απόδοση των ύμνων του Μελωδού φαίνεται πως προκλήθηκε από τις απανωτές κριτικές εκδόσεις του έργου του, που συντελέστηκαν σχεδόν μέσα σε μια δεκαετία (Τωμαδάκης 1952-1961, Maas and Trypanis 1963, Grosdidier de Matons 1964-1981). Αυτές αποτέλεσαν το απαραίτητο θεμέλιο για τη στέρεη γνώση και εκτίμηση του ρωμανικού έργου. Διόλου άξαφνα λοιπόν κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες νεοελληνικές αποδόσεις την άνοιξη του 1970 στο περιοδικό Ακτίνες και στη Νέα Εστία, από τον Π. Α. Σινόπουλο, και πυκνώνουν οι δημοσιευμένες μεταφράσεις του μέχρι το τέλος της ίδιας χρονιάς. Τελικά το 1974 προβαίνει σε μια συγκεντρωτική έκδοση ενός τόμου με την απόδοση δέκα κοντακίων του Ρωμανού, στοχεύοντας να συνεχίσει, όπως φανέρωνε κι ο ενδεικτικός τίτλος του έργου (Ρωμανού του Μελωδού, Κοντάκια Α΄, Αθήνα 1974), και με τους υπόλοιπους ύμνους. Για λόγους άγνωστους, αυτή η προσπάθεια έμεινε εκεί και σταμάτησε.

Η δεύτερη γνωστή και δημοσιευμένη απόπειρα ανήκει στον Νίκο Καρούζο, εμφανίστηκε στο περιοδικό Εποπτεία το φθινόπωρο του 1977 και με αυτήν ξεκινά η παρουσίαση των μεταφρασμάτων των κοντακίων του Ρωμανού στα νέα ελληνικά, την οποία θα ακολουθήσει ευθύς αμέσως και άλλη ανέκδοτη μέχρι σήμερα απόδοση του Νίκου Καρούζου από την ίδια εποχή. Θεωρώ εξαιρετικά πιθανόν ο Καρούζος να γνώριζε τις αποδόσεις του Σινόπουλου, παρά το διαφορετικό του ποιητικό ιδίωμα και την προσέγγιση.

Στο μεταξύ, και παρά τον αντίλογο πλέον των βυζαντινολόγων (όπως ο Άμαντος εν Ελλάδι) για τον συσχετισμό Πίνδαρου-Ρωμανού, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, στον πρώτο τόμο της Ιστορίας του Ευρωπαϊκού πνεύματος, το 1966,  επανέρχεται και αφού τον παραβάλλει με τον Μπαχ ως προς την αποστολή του, δηλώνει πως:

όπου υμνεί χωρίς να διηγείται συγκεκριμένα ιερά περιστατικά, αφήνει την έμπνευσή του ελεύθερη στην εκλογή των λέξεων και των εικόνων και εμφανίζεται όχι μόνον ως «αξιόλογος» ποιητής αλλά και ως ποιητικό πνεύμα πινδαρικού μεγέθους.

Οπότε σαν έρχεται στο φως της ημέρας το κείμενο του Ελύτη για τον Ρωμανό (δημοσιεύεται το καλοκαίρι του 1986 στον Εκηβόλο, αλλ’ ως γνωστόν φέρει χρονολογική σήμανση 1975) η αναφορά πάλι στον Πίνδαρο δεν θα πρέπει να ακούστηκε ως κάτι απρόσμενο ή ανήκουστο. «[…] ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδός· ἕνας Ἐλληνοσύρος μάγος»: ο Ελύτης –ανεπίγνωστα;– συμπλέκει τον καβαφικό απόηχο της φράσης αυτής με την προαναφερθείσα επιδοκιμαστική σύνδεση του Μπουβύ, την οποία θετικά αποτύπωσε ο ίδιος ο Καβάφης κι εν συνεχεία ο Παλαμάς, με τη διαφορά πως τώρα η ανάδειξη μιας άλλης τριάδας «τρεῖς κολόνες ποὺ συγκρατοῦν τὶς καμπύλες τῶν ἁψίδων σὲ μιὰν ἀπὸ τὶς προσόψεις τοῦ ἑνιαίου ἑλληνικοῦ λόγου. Πίνδαρος, Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, Ἀνδρέας Κάλβος» εγείρεται προκειμένου  να δικαιώσει «μια ποίηση αρχιτεκτονικών επινοήσεων», του ίδιου του Οδυσσέα Ελύτη.[6] Κι είναι μέσα από αυτό το πρίσμα εντέλει που ο Ελύτης διαβάζει και συστήνει τον Ρωμανό. Και γι’ αυτό και επιμένει στην ξενική καταγωγή του Ρωμανού:

Ούτε καν Έλληνας δεν ήταν. Σύρος ή, κατά τον Maas, Εβραίος, έγραψε στην κοινή του καιρού του, μια μεταβατική φάση της ελληνικής, που –υπάρχουνε πολλά δείγματα– τη χειρίσθηκε με τους δισταγμούς και τα παραπατήματα ενός ξένου. Κάτι περίπου όπως «οι μεγάλοι σύγχρονοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά» όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη […]

Κι έτσι ξαναγυρνούμε στα ίδια αρχικά –κι ακόμη αναπάντητα– ερωτήματα για τον βίο του Ρωμανού, που σχετίζονται με το θαύμα της ποίησής του. Κι όμως ώρες-ώρες αναρωτιέμαι μήπως άραγε η αλήθεια βρίσκεται μπρος στα μάτια μας; σε αυτό ίσα-ίσα που (δικαίως για τις επιστημονικές τους αρχές και μεθόδους) ως κοινό τόπο εξοβελίζουν οι φιλόλογοι κι οι μελετητές του Ρωμανού από την οπτική τους: το θαύμα της κατάποσης του ειληταρίου και του χαρίσματος έκτοτε της υμνωδίας;

Ναι· έχουν απόλυτο δίκιο! Αυτή η ιστορία είναι η ίδια από μιας αρχής, κι επαναλαμβάνεται συχνά, καταπώς την διηγείται κι ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Τον αντιγράφω:

Ο Μποντλαίρ έγραψε στο L’Art Romantiqueπως ο Victor Hugo στάθηκε ο Προφήτης από τη Γραφή που έφαγε το γαλλικό λεξικό (“le lexique français”) και το έβγαλε μεταμορφωμένο από το στόμα του σε κόσμο ολόκληρο, με χρώμα, μελωδία και κίνηση. Θα πρόσθετα πως ο Παπαδιαμάντης ακολούθησε με την ελληνική γλώσσα και αυτός τη μοίρα του Ιεζεκιήλ. Ο Θεός του είπε: Χάνε τὸ στόμα σου, καὶ φάγε ὃ ἐγὼ δίδωμί σοι. Για την ελληνική γλώσσα ολόκληρη, από τότε που φανερώθηκε στον κόσμο, σε όλα τα πολυμέτωπα γυρίσματα της διαδρομής της, θα μπορούσε ο Παπαδιαμάντης άφοβα να επαναλάβει: Καὶ ἔφαγον αὐτήν, καὶ ἐγένετο ἐν τῷ στόματί μου ὡς μέλι γλυκάζον». (Δίπτυχο, Αθήνα 1986, σ. 11)

Και σκέφτομαι πως με τις ατραπούς που παίρνει η κάθε έρευνα (και καλώς πράττει), φαίνεται κάποτε να λησμονά, να της διαφεύγει πως όποιες κι αν είναι οι επιδράσεις, όποια στρώματα πολιτιστικά, γλωσσικά, λογοτεχνικά, μουσικά ή μετρικά κι αν ανιχνεύει, είναι ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο ποιητής, που κατόρθωσε, και δι᾽ αυτών κι ενάντια σε αυτά,  το εξαίσιο επίτευγμα της μοναδικής φωνής του. Το θαύμα είναι ο Ρωμανός κι η ποίησή του!

Αγνοώ, τέλος, εάν «αληθεύει» η εικασία του Ελύτη πως ο Ρωμανός «[…] καθώς φαίνεται διάκονος έμεινε ως το τέλος της ζωής του […] με τόσες πτυχές στη ιδιωτική του ζωή, όσες και στο φτωχό του ράσο», η βυζαντινή αγιογραφία πάντως ως –επί το πλείστον αγένειο– διάκονο τον καθήλωσε να κουδουνίζει το θυμιατό του, χωμένος σε διακονικά ή σε γωνιές παράμερες των εκκλησιών, με την εξαίρεση της σπανιότερης απεικόνισης του θαύματος ή της συχνής ρώσικης απεικόνισής του στο κέντρο της σύνθεσης της Αγίας Σκέπης, να ξεδιπλώνει το ειλητάριο των ύμνων του.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Δες πρόχειρα Kazhdan Alexander P., Oxford Dictionary of Byzantium, τ. 3, σ. 1148˙ Παΐδας Κων., Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ποίηση, Αθήνα 2011, σ. 147-168˙ Hörander Wolfram, Η ποίηση στη βυζαντινή κοινωνία: μορφή και λειτουργία, μτφρ. Ιωάν. Βάσσης-Μαρίνα Λουκάκη, Αθήνα 2017, σ. 31-39.
[2] Δες χαρακτηριστικά Τωμαδάκης Ν., Η βυζαντινή υμνογραφία και ποίησις, Αθήνα 1965, σ. 104 κ.ε.
[3] Maas Paul & Trypanis C. A., Sancti Romani Melodica Cantica: Cantica Genuina, Oxford 1963, σ. xiii.
[4] Αναφέρομαι κυρίως στα έργα του Petersen William (The Diatessaron and Ephrem Syrus) και του Brock Sebastian, (From Ephrem to Romanos).
[5] Τα στοιχεία αντλώ από τον Pontani FillipoMaria, “Pindar’s Liberal Songs”, Bulletin of the Institute of Classical Studies. Supplement, no. 112 (2012). σ. 205-207.
[6] Εδώ ακολουθώ και συμμερίζομαι τους βασικούς ισχυρισμούς και τα συμπεράσματα της Loulakaki Irene, “Odysseus Elytis’ use of Romanos the Melodist: a case of ‘modernization and distortion’?,” Dialogos, 7(2000), σ. 56-77.

1

~.~

ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

1. Οι αποδόσεις του Νίκου Καρούζου (1/3) 

Η αρίθμηση των ύμνων με ελληνικά στοιχεία παραπέμπει αντίστοιχα στην αθηναϊκή έκδοση (Τωμαδάκης 1952-1961), με λατινικά στοιχεία στην έκδοση του Grosdidier de Matons (1964-1981), και με αραβικoύς αριθμούς στην έκδοση Maas and Trypanis (1963). Το πρωτότυπο κείμενο που παραθέτουμε αμέσως μετά την απόδοση προέρχεται από την έκδοση Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode: Hymnes.

~·~

ΥΜΝΟΣ ΛΓ´
( «κοντάκιον εἰς τὰ βαΐα» XXXII-16 )

Ἀπόδοση: Νίκος Καροῦζος

Ἔνθρονος ἀπάνω στὰ οὐρανόθρεφτα, τὰ ἡλιοφόρα πλάτη
καὶ ἐπὶ γῆς ἀπέριττος ἀπάνω σ᾿ ἕνα γαϊδαράκο,
ἐσὺ Χριστέ μου ὁ Θεὸς ὁ ἔνσαρκος,
δεχόσουνα μαβιὰ δοξολογήματα νηπίων καὶ ἀγγέλων:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

α. Ὄντας αὐτὸς ποὺ τὸ θάνατο τὸν ἔδεσες πίστομα
καὶ τὸν Ἅδη τὸ λαίμαργο ὁποὔχεις νεκρώσει
στὸν κόσμο λουλουδιάζοντας ἀνάσταση,
τὰ νήπια βαγιόκλαδα ἀνεμίζοντας, τὰ νήπια,
Χριστὲ ἐσένα ἀνυμνοῦσαν ἀκόρεστα
ὡς φορέα ὑπέρτατης νίκης πνευματικῆς
κραυγάζοντας σήμερα «Ὡσαννὰ στὸν ὑπαίθριο υἱὸ τοῦ Δαυίδ»·
ἄλλη δὲ θἄρθει, λέγασι, μαυρίλα μας ὁποὺ
νὰν τὰ χαλάσουν τόσα σμήνη ἀπὸ βρέφη
γυρεύοντας τὸ βρέφος τῆς Μαρίας νὰ ἀφανίσουν,
ἀφοῦ ἐσὺ σταυρώνεσαι ὁ μέγας ἔρημος
γιὰ ὅλους τοὺς κακόμοιρους ἀνθρώπους
ἀπ᾿ τῶν βρεφῶν ἀρχίζοντας τὴν ἔμορφη
τὴ ζήση μέχρι τοὺς ξεκρέμαστους γερόντους·
σπαθὶ κανένα δὲ μᾶς πιάνει τώρα πιά,
γιατὶ ἡ λόγχη θὰ στομώσει στὴν πλευρά σου·
γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐμεῖς ἀγαλλιώντας ψάλλουμε:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

β. Ἰδοὺ τοῦ πνεύματος ὁ ἡγεμόνας ὁ ἡσύχιος καὶ πρᾶος,
καβάλα σ᾿ ἕνα γαϊδαράκο φτάνει ὁλοπρόθυμα
νὰ πάθει καὶ τὰ πάθη νὰ νεκρώσει.
Ὁ Λόγος ὁ προαιώνιος ποὺ φτάνει μὲ τὴν Ἄνοιξη
καβάλα σ᾿ ἕνα ἄλογο πλάσμα λαχταρώντας
τῶν λογικῶν πλασμάτων τὴν ἀπολύτρωση·
παράξενο ποὺ ἤτανε νὰ βλέπεις
ἀπάνω στοῦ φτωχούλη γαϊδαράκου τὴν ἀθώα ράχη
ἐκεῖνον ποὺ φέρεται στοὺς χρυσίζοντες
ὤμους τῶν αἰθέριων Χερουβίμ,
ἐκεῖνον ὁποὺ ὕψωσε κάποτε
στὸν οὐρανὸ ὡς ἡνίοχο θαύματος
τὸν Ἠλία σ᾿ ἕνα περίλαμπρον ἅρμα ἀπὸ φωτιά·
μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο φτώχεψε τὴ θεϊκιά του δύναμη
καὶ τιποτένιος φανερώθηκε ὁλότελα ὁ Κύριος τῶν Ὄντων
ἐνθαρρύνοντας ὅλους τοὺς ἄμοιρους ὁποὺ φωνάζαν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

γ. Συθέμελα σείστηκε ἡ πόλη Ἱερουσαλὴμ ὅπως κάποτε
σεισμὸς μεγάλος ταρακούνησε τὴν Αἴγυπτο·
καὶ ἐκεῖ σειστῆκαν τ᾿ ἄψυχα, μὰ ἐδῶ σειστῆκαν οἱ ἀνθρῶποι
μὲ τὸ δικό σου φτάσιμο·
ὄχι βέβαια γιατί προκάλεσες ὡς ταραξίας τὴν ἔξαψη,
ἐσὺ φυτεύεις πάντα τὴν εἰρήνη,
ἀλλὰ γιατὶ τὶς ἄτιμες τῶν υἱῶν τοῦ σκότους μηχανὲς
ξέρεις ἐσὺ ὁ Θαλερὸς τοῦ Σύμπαντος νὰ ἐξουδετερώνεις,
διώχνοντας ὅλους τοὺς κακοὺς ἀπ᾿ ὅπου κι ἂν τοὺς ἀπαντήσεις,
καθὼς εἶσαι ὁ ὑπέρτατος Κύριος
τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου·
εἶναι πεσμένα ἀπὸ παλιὰ στὴν ἄκαρπη σιγὴ τὰ εἴδωλα τοῦ σκότους,
τὴν ὥρα τούτη ὅσοι τὰ λατρεύουν κλυδωνίζονται,
ὅπως ἀκοῦνε τῶν θεάρεστων νηπίων τὶς ἑόρτιες φωνές:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

δ. «Ποιὸς εἶν᾿ ἐτοῦτος;» ἔλεγαν ἐκεῖνοι
ποὺ παρασταίναν ἀφειδώλευτα πὼς δὲ σὲ ξέρουν·
λὲς καὶ δὲν εἶχαν γνώση οἱ μισόθεοι
ποιός ἤτανε τοῦ ἀστραπόλαλου προπάτορα Δαυὶδ
ὁ ἄχραντος υἱός, ὁ πρᾶος κατιόντας,
ὁποὺ συλλήβδην ἀπ᾿ τοῦ μαύρου χάροντα
τοὺς ἔσωσε τ᾿ ἁρπάγια.
Εἶναι νωπὸς ἀκόμη βγαίνοντας ὁ Λάζαρος ἀπ᾿ τ᾿ ἄσπρα σάβανά του κι ὅμως
ποτὲ δὲν τὄμαθαν αὐτοί, δὲν ξέρουν ποιὸς τὸν ἔχει ἐγείρει·
ὁ πόνος δὲν τοὺς ἔπαψε στοὺς ὤμους τους ἐκείνων
ὁποὺ βαστῆξαν ἀσηκώνοντας τὸ γυιὸ τῆς χήρας κι ὅμως
δὲν εἶδαν τάχα ποιὸς τὸν ἅρπαξε ἀπ᾿ τῆς θανῆς τὴ μέγγενη·
τὸ δρᾶμα τοῦ Ἰάειρου πατέρα, τὴν αὐλή,
δὲν ἄφησαν ὀπίσω τους ἀκόμη τοῦτοι κι ὅμως
τὴν πεθαμένη νιά, τὴν κόρη, ποιὸς τὴ γιόμισε
ζωὴ καὶ πάλι δὲν τὸ βλέπουν·
ὡστόσο τοῦτα τἄζησαν αὐτόπτες πλὴν τοὺς λείπει
ἡ ξαστεριὰ τῆς ἄκακης καρδιᾶς γιὰ νὰ φωνάξουν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

ε. Ἀχάριστοι στὸν πλάστη τους ποὺ δείχτηκαν οἱ ἄνομοι,
τῆς ἄγνοιας ντυθῆκαν τὴν ὑποκρισία
σὰν τάχα νὰ μὴν ἤξεραν ἐκεῖνον ὁποὺ σκόπευαν
ἀδίσταχτα νὰ χαντακώσουν·
ἄ, βέβαια, δὲν ἤξεραν οἱ μαῦροι γυιοὶ τοῦ ψεύδους…
Διόλου παράξενο μ᾿ αὐτούς, ὁποὺ τὴν ὣς τὰ τώρα
τὴ γηραιὰ τὴν ὕβρη τους ἀνακαινίζουν·
ἂς θυμηθοῦμε πὼς ὅταν ὁ θεολάλητος Μωυσῆς
τοὺς ἐξασφάλιζε τὴν ἔξοδο ἀπ᾿ τὴν Αἴγυπτο,
μὲ πίκρες καὶ μὲ βάσανα τὸ νόστο στὴν κοιτίδα ὁδηγώντας,
οἰκτρὰ περιφρονήθηκε ἀπὸ δαύτους,
ὡς τώρα κι ὁ Χριστός, ποὺ ἀπ᾿ τὸ θάνατο τοὺς ἔσωσε γιὰ πάντα,
καταφρονήθηκε φρικτὰ σήμερις ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους·
τὸ Μωυσῆ ἀρνήθηκαν οἱ λατρευτὲς τοῦ μόσχου καὶ τῆς ὕλης,
τὸν Ἰησοῦ ἀρνήθηκαν οἱ φίλοι τοῦ Βελίαρ·
αὐτοὶ λοιπὸν δὲν ἤθελαν στὰ ὕψη νὰ βοήσουν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

στ. Τὰ βρέφη βάγια σείοντας υἱὸ σὲ τραγουδοῦσαν,
υἱὸ Δαυὶδ σὲ φώναζαν, υἱὸ σὲ καρτεροῦσαν·
εὔλογη τούτη ἡ φρενίτιδα Κύριε!
Εἶσαι ἐσὺ ὁποὺ τοῦ νοητοῦ Γολιὰθ ἀχρήστεψες τὸ ὄνειδος,
τοῦ χάρου τὴ γιγάντιαν ἁρπάγη·
κείνου γυναῖκες χορευτά, τοῦ πρόγονου, τὰ νικητήρια ψάλλαν:
«Σαοὺλ χιλιάδες χάλασε, μὰ ὁ Δαυὶδ μυριάδες».
Ἔτσι ὁ Νόμος· ὓστερ᾿ ἀπ᾿ αὐτὸν ἡ χάρη ἡ δική σου Ἰησοῦ μου.
Ὁ Νόμος ἤτανε Σαούλ, μὲ φθόνο καὶ σκληράδα ὁ διώκτης,
ἀλλ᾿ ὁ Δαυὶδ τὴ χάρη σου βλασταίνει διωκόμενος·
γιατὶ ἐσὺ τοῦ γίνηκες ἡ φώτιση κι ὁ δρόμος·
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

ζ. Ἅρμα φωτὸς ὁ ἥλιος μας κι αὐτὸς διάκονός σου,
ἀχτιδοβόλο ὄχημα τὸν οὐρανὸ φαιδρύνει,
κυρίαρχος καὶ θερμουργὸς κι ὅμως κ᾿ ὑποταγμένος
στοῦ πλάστη τὰ κελεύσματα, τὰ θεῖα μαθηματικά σου,
κι ὡστόσο τώρα σ᾿ ἔτερψε ὁ παλιογαϊδαράκος;
δόξα στὸ μέγα ἔλεος, δόξα στὴν ταπεινότη!
Δὲν τὸ ξεχνῶ πὼς κάποτε τυλίχτηκες μὲ σπάργανα στὴ φάτνη
καὶ τώρα νὰ λοιπὸν ἐσὺ τὸ θρόνο τ᾿ οὐρανοῦ ὁποὺ κατέχεις
ἀπάνω στὸ φτωχούλικο κι ἀνήξερο πουλάρι
μὲ λάμψη ἐποχήθηκες.
Ἀναλογίες τραγουδῶ· τὴ φάτνη ἐκεῖ πέρα
κυκλόφερναν οἱ ἄγγελοι μέσ᾿ στὰ μαλάματά τους,
τὸ πουλαράκι οἱ ταπεινοί σου μαθητὲς ἐδῶ
τὸ βάσταγαν ἀπ᾿ τὴ μουσούδα·
«Δόξα» καὶ τότε ἄκουγες, «Δόξα» καὶ τώρα κράζουν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

η. Τὴ δύναμή σου τὴ φανέρωνες μονάχα μὲ ταπεινοσύνη·
μήγαρις ἤτανε καὶ τίποτ᾿ ἄλλο νὰ καθήσεις
ἀπάνω στὸ φτωχούλη γαϊδαράκο;
Κι ὅμως τὴν ἔσειξες ὁλάκερη τὴν Ἱερουσαλὴμ
ὅπως ἂν ἔφτανες ἐκεῖ μὲ δόξα τυλιγμένος.
Ἤτανε καὶ τῶν μαθητῶν σου τὰ ἱμάτια
τὰ λαϊκὰ ποὺ δείχναν εὐλαβῆ ταπείνωση
κι ἀληθινός σου θρίαμβος καὶ μυρωμένη δόξα
ὁ ὕμνος τῶν παιδιῶν ὁ ἀναμάρτητος
καὶ τῶν μαζῶν ἡ ἰαχὴ ἡ σύγκορμη καὶ οὐρανομήκης,
ἡ ἰαχὴ τοῦ «Ὡσαννά» ὁποὺ σημαίνει: σῶσε μας ἐσὺ
ὁ προαιώνιος κάτοικος τοῦ ὕψους,
ἐσὺ ὁ δυσανάβατος, τοῦ κόσμου σῶσε ἐσὺ
τοὺς ἀναρίθμητους καὶ καταφρονεμένους,
κυττάζοντας μὲ εὐμένεια τὴν ἐλπίδα μας,
κι ἀπειράγαθος ὄντας ἐλέησέ μας,
δόνησε τὰ σπλάγχνα σου γιὰ μᾶς τοὺς ἄμοιρους
καθὼς ἐμεῖς δονοῦμε τὰ κλωνάρια τῶν βαγιῶνε
στὸν ἀγέρα κραυγάζοντας:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

θ. Ἔχουμε νὰ ξοφλήσουμε τὸ χρέος ποὺ μᾶς ἄφησε
κληρονομιὰ καταραμένη ὁ δύστυχος προπάτορας Ἀδάμ,
τρώγοντας τὸν καρπὸ τὸν ὄχι του πρεπούμενο,
κι ἀπὸ τότε εἴμαστε σύνολη ἡ ἀνθρωπότητα ὀφειλέτες·
τοῦτο σημαίνει πὼς δὲν ἄρκεσε στὴ θεία βούληση
ὁ πρωτόπλαστος ὀφειλέτης
κι ὁ δανειστὴς ὁ παντοδύναμος
τὸ χρέος τὸ γυρεύει κι ἀπ᾿ τοὺς ἀπογόνους,
ἀδειάζοντας ὁλότελα τὸ σπίτι τοῦ χρεώστη,
βγάζοντας ὅλους ἔξω ἀπὸ δαῦτο·
γι᾿ αὐτὸ σοῦ κράζουμε ὅλοι ὦ πανίσχυρε:
«πάμφτωχοι εἴμαστε καὶ τὸ ξέρεις ὦ Ἅγιε,
πλούσιος εἶσαι καὶ σβῆσε μας τὸ χρέος·
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

ι. Ἔχεις ἔρθει στὴ σάρκα τὴν ἀνθρώπινη γιὰ τὴ σωτηρία μας
καὶ μάρτυρας γι᾿ αὐτὸ ποὺ λέω ὁ προφήτης σου ὁ Ζαχαρίας,
ὁ ποὺ σὲ ὀνόμασε κάποτε κορυφὴ τῆς πραότητας,
κορυφὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς σωτηρίας.
Κουραστήκαμε, νικηθήκαμε καὶ εἴμαστε ἀπὸ παντοῦ διωγμένοι,
πιστέψαμε πὼς ὁ Νόμος ἠθελάτανε ὁ μόνος λυτρωτής μας,
μὰ ὁ ἴδιος αὐτὸς καὶ γιὰ καλὰ μᾶς ἔχει ὑποδουλώσει·
ἀκόμη κ᾿ οἱ προφῆτες μας μονάχα τὴν ἐλπίδα μᾶς ἀφῆκαν·
γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐμεῖς στὰ γόνατα προσπέφτουμε
μαζὶ μὲ τὰ ἀθῶα νήπια
καὶ σοῦ ζητοῦμε γοερὰ τὸ ἔλεος οἱ καταφρονεμένοι,
δέξου γιὰ χάρη μας τὸ σταυρικό σου κι ἄδικο θάνατο
καὶ σχίσε τὸ χειρόγραφο τοῦ χρέους·
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις».

ια. «Ὦ πλάσμα τῆς παλάμης μου» ὁ πλάστης ἀποκρίθηκε
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μὲ τέτοια λόγια τὸν ἱκετεύαν·
«τὄξερα πὼς ὁ Νόμος δὲ γινότανε νὰ σὲ σώσει
κι αὐτὸς εἰν᾿ ὁ λόγος ποὺ ντύθηκα τὴ σάρκα
ἐρχόμενος στὸν κόσμο τῆς πραγματικότητας·
τὄξερα πὼς ὁ Νόμος δὲν εἶχε τὴ δύναμη νὰ σὲ λυτρώσει,
γιατί δὲν εἰν᾿ ὁ Νόμος ὁποὺ σ᾿ ἔπλασε κι ἀκόμη
δὲ γινότανε νὰ σὲ σώσουν οἱ προφῆτες οἱ ὁσοιδήποτε,
γιατὶ κι αὐτοὺς ἐγὼ τοὺς ἔπλασα ὅπως καὶ σένα·
ἐγὼ λοιπὸν ἔχω τὸ χρέος νὰ σὲ σώσω, μονάχα,
ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύτατο χρέος ποὺ σὲ παιδεύει·
θὰ μὲ πουλήσουν καὶ θὰ δεῖς ἐσὺ τὴ λευτεριά σου,
θὰ μὲ σταυρώσουν ἐμένανε γιὰ νὰ γλυτώσεις ἐσὺ
ἀπ᾿ τοῦ θανάτου τὴν ποινὴ καὶ κακουχία,
ὁ θάνατός μου θἄναι σὰν ἕνα θεώρημα θυσίας
νὰ σὲ διδάσκει καὶ χαρούμενος νὰ ψάλλεις:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

ιβ. Μήγαρις γιὰ τοὺς ἀγγέλους τὴν ἀγάπη μου σπατάλησα;
μὰ γιὰ σένα τὸ φτωχὸ κι ἀνήμπορο
ξεχύνω ὁλάκερο τὸν ἔρωτά μου·
καὶ πλούσιος ὄντας ἔγινα φτωχὸς κ᾿ ἐγὼ κατὰ τὸ μέτρο σου·
εἶναι πολὺς ὁ πόθος μου γιὰ νὰ σὲ λευτερώσω·
τὴ δόξα μου τὴν ἔκρυψα στὰ φύλλα τοῦ ἐλέους
καὶ πείνασα καὶ δίψασα καὶ φτώχηνα γιὰ σένα,
στὰ ὄρη ψάχνοντας ἀπάνω, στὰ κρημνὰ καὶ στὰ φαράγγια,
γυρεύοντας ἐσένα τὸν πλανώμενο· κι ὀνομάστηκα πρόβατο
βαθιὰ πονώντας σε μὲ τὸ θέλγητρο τῆς ἁγνότητας νὰ σὲ σώσω
καὶ τσοπάνης ὀνομάστηκα καὶ γιὰ σένα
τὴ ζωή μου θὰ παραδώσω,
θέλοντας ἀπ᾿ τὸ χέρι τοῦ λύκου νὰ σὲ λυτρώσω·
κι αὐτὰ ὅλα τὰ πάσχω ἀπὸ ἔρωτα γιὰ σένα
ποὔχω λαχτάρα νὰ φωνάζεις ἀπ᾿ τὰ βάθια σου:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις».

ιγ. Μὰ ἤτανε καιρὸς τὰ θεῖα ρήματα
στὰ πράγματα νὰ κάνουν τόπο·
κι ὡς ἔφτασε στὴν πόλη μέσα ὁ Ἰησοῦς
καὶ τῆς ἀλήθειας τοὺς ἐχθροὺς τοὺς ἔκανε ν᾿ ἀφρολυσσάξουν,
ἀπ᾿ τῶν παιδιῶν τὸ τόσο δοξολόγημα,
ὑψώνοντας τὸ βλέμμα του τὸ ἅγιο τὴν πόλη φάνηκε ν᾿ ἀτενίζει
κι ἀφοῦ τῆς εἶπε τὸ ποὺ ὕφανε βαθύ του μοιρολόι
ἀκούστηκε κράζοντας:
«Ὥρα γιὰ νὰ στενάξεις Ἱερουσαλήμ, ὦ ἐσὺ
ποὔχεις παιδιὰ μὲ φρόνηση πατέρων
καὶ δάσκαλους ἀληθινὰ σοφοὺς τοὺς γυιούς σου·
γιὰ τὸ κακὸ καὶ γιὰ τὴν κάθε πονηριὰ
νεανικὴ ἡ δύναμή σου
καὶ τ᾿ ἀγαθὸ σοὔρχεται βάρος ἀπ᾿ τὸ γῆρας·
καλύτεροί σου εἶν᾿ ὅλοι τοῦτοι ποὺ σὲ μένα τραγουδοῦν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

ιδ. Τώρα σὲ σένα θἄμπω σκοπεύοντας
νὰ σ᾿ ἀφήσω γιομάτος περιφρόνηση,
ὄχι κινούμενος ἀπὸ κανένα μίσος,
μὰ γιατί σὺ μὲ μίσησες καὶ μένανε καὶ τοὺς δικούς μου·
γιὰ ποιὰ αἰτία τὸ σταυρὸ ξυλούργησαν τὰ τέκνα σου;
γιατὶ τὴ θάλασσα τὴν ἔσχισα στὰ δυὸ σὰ νἄτανε χιτώνας
μὲ τὸ ραβδὶ γιὰ νὰ περάσουν·
γιὰ ποιὰ αἰτία τὸν τάφο μου τονὲ λαξεύουν;
σ᾿ ἀντάμειψη ποὺ μὲ σωτήρια
νεφέλη τοὺς προστάτεψα κάποτε!
Νιώθω ἀήττητη χαρὰ ποὺ γιὰ χάρη τοὺς ἦρθα στὸν κόσμο
καὶ στέργω τὴ θυσία μου ποθώντας τὸ πεσμένο πλάσμα,
γιὰ νὰ φωνάζουν ὅσοι μ᾿ ἔχουν ποθητὸ καὶ νὰ ἀγάλλονται:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις».

ιε. Ἔτσι τὴ νωθροκάρδια μεμφότανε τὴν πολιτεία
κεῖνος ποὺ βλέπει μέσ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς
καὶ μπαίνει μ᾿ ὅλα του τὰ νήπια, τοῦ Σύμπαντος ὁ ἱερέας,
μεσ᾿ στὸ ναὸ τὸν ἱερό, στὸ πατρικό του σπίτι,
καὶ διώχνει βίαια τοὺς ἔμπορους, διώχνει καὶ τοὺς ἀγοραστάδες,
φωνάζοντας μὲ θεϊκιὰ ὀργὴ καὶ λαῦρο πάθος:
«τίποτα νὰ μὴ μείνει, μὰ τίποτα, ἐδῶ μέσα,
γιατί ἀλλιῶς θὰ φύγουμε
κ᾿ ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας καὶ τὸ Πνεῦμα·
κ᾿ οἱ τρεῖς μας τώρα βρήκαμε τὴν ὥρια κατοικιά μας
στὴν ἴδια τὴν καρδιὰ τῶν πράων,
ὁποὺ κραυγάζουν ἀχόρταγα σὲ μένα καὶ μὲ πίστη:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις».

ιστ. Υἱὲ Θεοῦ πανάγιε σ᾿ αὐτοὺς
τοὺς νήπιους κι ἀθώους ὑμνητές σου
κι ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἄλλους συναρίθμησε
καὶ δέξου τὴν ἀκόρεστη δική μας προσευχὴ
σὰν τότε ποὺ δεχόσουνα καὶ τῶν παιδιῶν τοὺς ὕμνους.
Ἐλέησέ μας τὰ δικά σου πλάσματα,
ποὺ γιὰ χάρη μας τυλίχτηκες τὴ σάρκα
γιομάτος ἀρίφνητον ἔρωτα·
χάρισε τὴν εἰρήνη σου σ᾿ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες
τὶς τόσο σαλευόμενες ἀπ᾿ τοὺς ἐχθροὺς τῆς καλοσύνης
καὶ σὲ μένα τὸ δύστυχο τὸν ὑμνογράφο τὴ συχώρεση
νὰ μὴν τὴ φειδωλέψεις ὦ σωτήρα μου·
δόσμου τὴ χάρη νὰ λαλῶ γιὰ πάντοτε τὸ θέλημά σου
κι ἂς μὴν τὸ κάνει πιὰ νωθρὸ ἡ θλίψη τὸ μυαλό μου·
κάνε με ἀγλαόκαρπο στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια,
νἄχω φωνὴ φωνάζοντας χαρούμενος·
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
[Ἐποπτεία, τεῦχος 15 (Σεπ.-Οκτ.) 1977, σ. 436-441.]

~•~

Λεπτομέρεια3

~•~

ΥΜΝΟΣ ΛΓ´
( «κοντάκιον εἰς τὰ βαΐα» XXXII-16 )

Τὸ Πρωτότυπο Κείμενο

Τῇ κυριακῇ τῆς ϛ´ ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν,
κοντάκιον εἰς τὰ βαΐα φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε·
ε ἰ ς  τ ὰ  β α ΐ α  Ῥ ω μ α ν ο ῦ
ἦχος πλάγιος β΄.

Π ρ ο ο ί μ ι ο ν   I

Τῷ θρόνῳ ἐν οὐρανῷ, τῷ πώλῳ ἐπὶ τῆς γῆς ἐποχούμενος, Χριστὲ ὁ Θεός,
καὶ τῶν ἀγγέλων τὴν αἴνεσιν καὶ τῶν παίδων ἀνύμνησιν
προσεδέχου βοώντων σοι· «Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

[…]

α΄. πειδὴ Ἅιδην ἔδησας καὶ θάνατον ἐνέκρωσας
καὶ κόσμον ἀνέστησας, βαΐοις τὰ νήπια
ἀνευφήμουν σε, Χριστέ, ὡς νικητήν,
κραυγάζοντά σοι σήμερον· «Ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυίδ.
Οὐκέτι γάρ, φησίν, σφαγήσονται βρέφη διὰ τὸ βρέφος Μαριάμ,
ἀλλ’ ὑπὲρ πάντων νηπίων καὶ πρεσβύτων μόνος σταυροῦσαι·
οὐκέτι καθ’ ἡμῶν χωρήσει τὸ ξίφος·
ἡ σὴ γὰρ πλευρὰ νυγήσεται λόγχῃ,
ὅθεν ἀγαλλόμενοι φαμέν· ‘Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.’»

β΄. δοὺ ὁ βασιλεὺς ἡμῶν ὁ πρᾶος καὶ ἡσύχιος,
τῷ πώλῳ καθήμενος, σπουδῇ παραγίνεται
ἐπὶ τὸ παθεῖν καὶ τὰ πάθη τεμεῖν,
ὁ Λόγος ἐπὶ ἄλογον λογικοὺς θέλων ῥύσασθαι·
καὶ ἦν θεάσασθαι τοῖς νώτοις τοῦ πώλου τὸν ἐπὶ ὤμων Χερουβίμ,
τόν ποτε Ἠλίαν ἐν ἅρματι πυρίνῳ ἀναλαβόντα,
πτωχεύοντα βουλῇ τὸν πλούσιον φύσει
καὶ γνώμῃ ἀσθενῆ τὸν ἐνδυναμοῦντα
πάντας τοὺς κραυγάζοντας αὐτῷ· «Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

γ΄. Σιὼν ἐσείσθη ἅπασα καθώς ποτε ἡ Αἴγυπτος·
ἐκεῖ μὲν τὰ ἄψυχα, ἐνταῦθα δὲ ἔμψυχοι
ἐσαλεύθησαν μολοῦντός σου, σωτήρ,
οὐχ ὅτι ταραχώδης εἶ —φυτουργὸς γὰρ εἰρήνης εἶ—,
ἀλλ’ ὅτι ἅπασαν ἐχθροῦ μαγγανείαν λύεις ὡς πάντων ποιητής,
πανταχόθεν τοῦτον ἐλαύνων ὡς παντὸς τόπου βασιλεύων.
Τὰ εἴδωλα αὐτῶν κατέπεσαν πάλαι,
καὶ νῦν οἱ τὰ αὐτῶν φρονοῦντες δονοῦνται
τῶν βρεφῶν ἀκούοντες φωνάς· «Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

δ΄. «Τίς ἐστιν οὗτος;» ἔλεγον οἱ γνώμῃ ἀγνοοῦντές σε·
φησὶ γάρ, οὐκ ᾔδεισαν τίς ἦν ὁ υἱὸς Δαυὶδ
ὁ ῥυσάμενος αὐτοὺς ἐκ τῆς φθορᾶς.
Ἀκμὴν λύουσι Λάζαρον, καὶ οὐκ οἶδαν τίς ἤγειρεν·
ἀκμὴν δὲ πάσχουσι τοὺς ὤμους οἱ τότε βαστάσαντες χήρας υἱόν,
καὶ δῆθεν ἠγνόουν τίς ἐστιν ὁ ἁρπάσας αὐτὸν θανάτου·
Ἰαείρου τὴν αὐλὴν οὐδέπω ἐξῆλθον,
καὶ τίς ὁ τὴν αὐτοῦ ζωώσας οὐκ οἶδαν·
οἶδαν, ἀλλ’ οὐ θέλουσιν εἰπεῖν· «Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

ε΄. γνωμονοῦντες ἄνομοι τὴν ἄγνοιαν ἠσπάσαντο,
καὶ δῆθεν ἠγνόησαν ὃν κτεῖναι ἐσκέπτοντο·
οὐκ ἠπίσταντο οἱ τοῦ ψεύδους υἱοί.
Οὐ ξένον ὅπερ λέγουσιν· τὰ γὰρ πρῶτα καινίζουσιν·
Μωσῆς ἐξαγαγὼν αὐτοὺς ἐξ Αἰγύπτου εὐθὺς ἠρνήθη ὑπ’ αὐτῶν,
καὶ Χριστὸς ὁ σώσας αὐτοὺς ἐκ τοῦ θανάτου νῦν ἠγνοήθη·
ἠγνόησαν Μωσῆν οἱ γνόντες τὸν μόσχον,
ἠρνήσαντο Χριστὸν οἱ φίλοι Βελίαρ·
ὅθεν οὐκ ἠθέλησαν βοᾶν· « Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι;»

στ΄. Βαΐοις βρέφη ὕμνουν σε υἱὸν Δαυὶδ καλοῦντές σε,
εἰκότως, ὦ δέσποτα· καὶ σὺ γὰρ ἀπέκτεινας
τὸν ὀνειδιστὴν νοητὸν Γολιάθ·
ἐκεῖνον αἱ χορεύουσαι μετὰ νίκην εὐφήμησαν·
«Ἀπέκτεινε Σαοὺλ ἐν ταῖς χιλιάσι καὶ μυριάσιν ὁ Δαυίδ.»
Ὅ ἐστιν ὁ νόμος καὶ μετ’ αὐτὸν ἡ χάρις σου, Ἰησοῦ μου·
ὁ νόμος ἦν Σαοὺλ φθονῶν καὶ διώκων,
Δαυὶδ δὲ διωχθεὶς τὴν χάριν βλαστάνει·
σὺ γὰρ εἶ ὁ κύριος Δαυίδ· εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

ζ΄. ρμα φωτὸς ὁ ἥλιος, καὶ οὗτός σοι δεδούλωται·
φαιδρὸς μὲν εἰς ὄχημα, καὶ οὗτος ὑπόκειται
τῇ κελεύσει σου ὡς πλάστου καὶ Θεοῦ·
καὶ πῶλός σε νῦν ἔτερψε· προσκυνῶ σου τὸ εὔσπλαγχνον·
ποτὲ γὰρ δι’ ἐμὲ ἐτέθης ἐν φάτνῃ ἐν τοῖς σπαργάνοις εἰληθείς,
καὶ νῦν τῷ πώλῳ ἐπέβης, οὐρανὸν θρόνον κεκτημένος·
οἱ ἄγγελοι ἐκεῖ τὴν φάτνην ἐκύκλουν,
ἐνταῦθα μαθηταὶ τὸν πῶλον συνεῖχον·
«Δόξα» τότε ἤκουες, καὶ νῦν· «Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

η΄. σχὺν τὴν σὴν ἐνδείκνυσαι τὰ εὐτελῆ αἱρούμενος·
πτωχείας γὰρ εἶδος ἦν ἐν πώλῳ καθίσαι σε,
ἀλλ’ ὡς ἔνδοξος σαλεύεις τὴν Σιών·
εὐτέλειαν ἐσήμαινε μαθητῶν τὰ ἱμάτια,
ἀλλ’ ἦν τοῦ κράτους σου ὁ ὕμνος τῶν παίδων καὶ ἡ τοῦ ὄχλου συνδρομὴ
«Ὡσαννά», κραζόντων —ὅ ἐστι· σῶσον δή—, ὁ «ἐν τοῖς ὑψίστοις»,
σῶσον ὁ ὑψηλὸς τοὺς ταπεινωθέντας,
ἐλέησον ἡμᾶς τοῖς κλάδοις προσέχων·
κλῶνες οἱ δονούμενοι κινήσουσι τὰ σπλάγχνα σου,
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

θ΄. δὰμ ἡμῖν ἐποίησε τὸ χρέος ὃ ὀφείλομεν,
φαγὼν ὃ οὐκ ὤφειλε, καὶ μέχρι τῆς σήμερον
ἀπαιτούμεθα ἀντ’ αὐτοῦ οἱ αὐτοῦ·
οὐκ ἤρκεσε τῷ χρήσαντι ἔχειν τὸν χρεωστήσαντα,
ἀλλὰ καὶ τοῖς αὐτοῦ ἐφίσταται τέκνοις πατρῷον χρέος ἀπαιτῶν
καὶ κενοῖ τὸν οἶκον ἁπλῶς τοῦ ὀφειλέτου, πάντας ἐκσύρων.
Διὸ ὡς δυνατῷ προσφεύγομεν πάντες·
εἰδὼς ὅτι ἡμεῖς πτωχεύομεν σφόδρα,
σὺ αὐτὸς ὡς πλούσιος ἀπόδος ἃ ὀφείλομεν,
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

ι΄. ύσασθαι πάντας ἤλυθας, καὶ μάρτυς ὁ προφήτης σου
ὁ οὕτως καλέσας σε πραότατον, δίκαιον
καὶ σῴζοντα Ζαχαρίας ποτέ.
Ἐκάμομεν, ἡττήθημεν, πάντοθεν ἐξεβλήθημεν·
τὸν νόμον λυτρωτὴν ἐδόξαμεν ἔχειν, καὶ κατεδούλωσεν ἡμᾶς·
τοὺς προφήτας πάλιν, καὶ οὗτοι ἐπ’ ἐλπίδι ἡμᾶς ἀφῆκαν·
διὸ μετὰ βρεφῶν σὲ γονυπετοῦμεν·
ἐλέησον ἡμᾶς τοὺς ταπεινωθέντας,
θέλησον, σταυρώθητι καὶ σχίσον τὸ χειρόγραφον,
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

ια΄. —« πλάσμα τῆς παλάμης μου», ὁ πλάστης ἀπεκρίνατο
τοῖς ταῦτα κραυγάζουσιν, «εἰδὼς ὡς οὐκ ἴσχυσε
νόμος σῶσαί σε ἐλήλυθα ἐγώ·
οὐκ ἦν τοῦ νόμου σῶσαί σε ἐπειδήπερ οὐκ ἔπλασεν,
ἀλλ’ οὔτε προφητῶν, διότι καὶ οὗτοι πλάσμα ἐμὸν ὥσπερ καὶ σύ·
ἐμοὶ μόνῳ πρέπει τοῦ λῦσαί σε τοῦ χρέους τοῦ βαρυτάτου·
πωλοῦμαι ὑπὲρ σοῦ καὶ ἐλευθερῶ σε,
σταυροῦμαι διὰ σὲ καὶ σὺ οὐ νεκροῦσαι·
θνῄσκω καὶ διδάσκω σε βοᾶν· Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

ιβ΄. Μὴ γὰρ ἀγγέλους ἔστερξα; Σὲ τὸν πτωχὸν ἐφίλησα,
τὴν δόξαν μου ἔκρυψα καὶ πένης ὁ πλούσιος
ἑκὼν γέγονα· πολὺ γάρ σε ποθῶ.
Ἐπείνασα, ἐδίψησα διὰ σὲ καὶ ἐμόχθησα·
ἐν ὄρεσι, κρημνοῖς καὶ νάπαις διῆλθον σὲ τὸν πλανώμενον ζητῶν·
ἀμνὸς ὠνομάσθην ἵν’ ὅπως τῇ φωνῇ μου σε θέλξας ἄξω,
ποιμήν, καὶ διὰ σὲ ψυχὴν θέλω θεῖναι
ἵνα σε τῆς χειρὸς τοῦ λύκου ἁρπάσω·
πάντα πάσχω θέλων σε βοᾶν· Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

ιγ΄. λλὰ μετὰ τὰ ῥήματα ἐνδείκνυται τὰ πράγματα·
τὴν πόλιν γὰρ ἔφθασε καὶ πάντας ἠρέθιζε
τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ὁ ὕμνος τῶν παίδων.
Ἐπάρας δὲ τὰ ὄμματα, τῇ Σιὼν ἐνητένιζε
καὶ θρῆνον ἐπ’ αὐτῇ ὑφάνας ἐβόα· «Στέναξον, Ἱερουσαλήμ,
ὅτι εὗρες παῖδας πατέρων διδασκάλους τοὺς ὑϊούς σου·
νεάζεις τῷ κακῷ καὶ τῇ πονηρίᾳ
καὶ πρὸς τὸ ἀγαθὸν τῷ γήρᾳ βαρύνει·
κρείττους σου οἱ κράζοντες ἐμοί· Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

ιδ΄. Νῦν δὲ ἐν σοὶ ἐλεύσομαι καὶ ῥίψας σε ἀπώσομαι,
οὐχ ὅτι ἐμίσησα, ἀλλ’ ὅτι μισήσασαν
σὲ κατέλαβον ἐμὲ καὶ τοὺς ἐμούς·
σταυρόν μοι ἐτεκτόνευσαν ἀντὶ τίνος τὰ τέκνα σου;
Ἀνθ’ ὧν τὴν θάλασσαν καθάπερ χιτῶνα ἔρρηξα ῥάβδῳ πρὸ αὐτῶν;
Λατομοῦσι τάφον ἀνθ’ ὧν αὐτοῖς παρέσχον σκέπην νεφέλην;
Καὶ χαίρω ἐπειδὴ αὐτῶν χάριν ἦλθον,
καὶ στέργω τοῦ παθεῖν ποθῶν τὸν πεσόντα,
ἵνα οἱ ποθοῦντές με φασίν· Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

ιε΄. Οὕτω τὴν νωθροκάρδιον ὁ βλέπων τὰ ἐγκάρδια
ἐλέγξας, εἰσέρχεται σὺν πᾶσι τοῖς βρέφεσι
ἐν τῷ ἱερῷ ὡς ἱερεὺς τοῦ παντός·
ἐν οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ὁ υἱὸς παρεγένετο
καὶ ἔξω ἔβαλεν ὁμοῦ τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας, εἰπών·
«Μηδὲν μεινάτω ἐνταῦθα, μεταβαίνομεν γὰρ ἐντεῦθεν
ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ὁμοῦ καὶ τὸ πνεῦμα·
νῦν εὕραμεν αὐλὴν τῶν πράων τὴν γνώμην
τῶν πιστῶς κραζόντων μοι φωναῖς· Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

ιστ΄. Υἱὲ Θεοῦ πανάγιε, μετὰ τῶν ὑμνησάντων σε
ἡμᾶς συναρίθμησον καὶ δέξαι τὴν δέησιν
τῶν οἰκέτων σου ὡς τῶν παίδων ποτέ·
ἐλέησον οὓς ἔπλασας, οὓς φιλῶν ἐπεδήμησας·
εἰρήνην δώρησαι ταῖς σαῖς ἐκκλησίαις σαλευομέναις ὑπ’ ἐχθρῶν,
καὶ ἐμοὶ τὴν λύσιν κατάπεμψον, σωτήρ, τῶν ἁμαρτιῶν μου·
καὶ ἐμοὶ τὴν λύσιν κατάπεμψον, σωτήρ, τῶν ἁμαρτιῶν μου·
παράσχου μοι λαλεῖν ἃ θέλεις ὡς θέλεις·
μὴ νωθρόν μου τὸν νοῦν ἡ λύπη ποιήσῃ·
δεῖξόν με καλλίεργον βοᾶν· «Εὐλογημένος εἶ
ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.»

~·~

[ Το δεύτερο μέρος του ανθολογημένου Ρωμανού θα αναρτηθεί στις 29.4.2021 ]

1649._Пакроў

~.~