Ραχήλ Χαδάς, Ποιήματα για την Καμίλλα (2/3)

(Συνέχεια ἀπὸ τὸ 1ο μέρος)

Χαρά με την Εικόνα

αδαής στο θέμα χαίρεται την εικόνα
ΑΙΝΕΙΑΔΑ VIII 730

Άγνοια για τα πράγματα, χαρά με την εικόνα,
αδαείς στο θέμα, απολαμβάνουμε το θέαμα,
αναλφάβητοι στην ιστορία, τις συνθήκες,
συμβάντα, γεγονότα, την δημοκρατία και τον κόσμο,
ξεφτέρια στα πίξελ, σβέλτοι αλλάζουμε κανάλια,
απορροφούμε την παράσταση ως διασκέδαση.
Εικονίδια λάμπουν, κλείνουν το μάτι, παραμυθιάζουν.
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]Πραγματικότητα
είναι μία τεράστια οθόνη που την κοιτάμε
ερωτοχτυπημένοι,  έμμονοι εραστές
του σύμπαντος αυτού του σαγηνευτικού
σφηνωμένοι ο ένας στου άλλου τα γυαλένια μάτια.

~.~

Άγνοια

non ignara mali miseris succurere disco
ΑΙΝΕΙΑΔΑ I. 630

hanc ego nunc ignaram huius quodcumque pericli est
ΑΙΝΕΙΑΔΑ IX. 288

rerum ignarus imagine gaudet
ΑΙΝΕΙΑΔΑ VIII. 730

haud ignarus eram, quantum nova gloria in armis
et praedulce decus primo certamine posset
ΑΙΝΕΙΑΔΑ XI. 155-6

Αυτή η τυμπανοκρουσία του ignarus: άγνοια;
Ας την πούμε άνιση γνώση, το βέλο της όρασής μας.
Μερικές φορές χωρίς βέλο — ουκ αμαθής κακμαθής το﷽﷽εών,
Η Διδώ ξέρει να βοηθά πρόσφυγες σαν κι αυτήν.
Αιχμή ασύμμετρη όσων γνωρίζεις:
κοσμική ειρωνεία, απόμακρη και σκληρή
καθώς σκοντάφτουμε στο ημίφως,
αλλά κάποτε και ζεστή κι ανθρώπινη,
όταν η άγνοια σημαίνει καταφύγιο και προστασία
ή τουλάχιστον καλές προθέσεις.
Ο Ευρύαλος θέλει να προστατέψει τη μητέρα του
κρατώντας την σε άγνοια
της επικίνδυνης εξόρμησής του. Ο Βασιλιάς Εύανδρος
θέλει ταυτόχρονα να προστατέψει τον γιο του
τον Παλλάδα από τη μάχη μα και ν᾽ αφήσει το παλικάρι
να χαρεί δόξα στην πρώτη του μάχη — θυμάται
ο ίδιος τη χαρά και τον ενθουσιασμό του. Και του Αινεία
η άγνοια λειτουργεί επίσης ως προστασία:
μη γνωρίζοντας τι του μέλλει,
χαίρεται να το κοιτάζει —
η άλλη πλευρά του lacrimae rerum,
όταν καθώς ήξερε ακριβώς το αποτέλεσμα
άγγίξε την καρδιά του κι έβγαλε δάκρυ στα μάτια του,
η γλυκόπικρη απόλαυση της αναγνώρισης,
βλέποντας την ιστορία που ήδη γνωρίζει.
Ἁγνοια:
ασυμμετρία πάντα αυτού που είναι γνωστό.
η ασταθής αχτίδα της αντίληψης
στο απέραντο πεδίο του σκότους,
ευάλωτη καθώς τη βλέπουμε να τρέμει.
Και πάντα οίκτος. Της Διδούς
οίκτος για τους Τρώες πρόσφυγες.
Οίκτος του Ευρύαλου για τη μητέρα του.
Κρίμα του Εύανδρου για τον σφαγμένο γιο του
και για τη δική του τρυφηλή απόλαυση
του ενθουσιασμού παλικαριών που δοκιμάζουν πρώτη φορά μάχη.
Οίκτος του ποιητή για τον συντετριμμένο ήρωα
που μεθά στο μέλλον
που δεν θα ζήσει να δει.
Οίκτος του ποιητή για όλους αυτούς,
δηλαδή για όλους εμάς,
που κάνουμε ό,τι καλύτερο, ό,τι καλύτερό μας στο ημίφως.
Οίκτος για τις ακρωτηριασμένες αντιλήψεις μας. Οίκτος
για το πώς τα βγάζουμε πέρα με μια μερική όραση.
Οίκτος για τον τρόπο που αναλύουμε την ιστορία.
Η κουκουβάγια της ιστορίας, έγραψε ο Χέγκελ, πετά
μόνο όταν το σκοτάδι πυκνώνει — και στο λυκόφως
(δεν το έγραψε, αλλά το γράφω εγώ)
ο ποιητής και ο καλλιτέχνης κάνουν τη δουλειά τους.

~.~

Θλίψη και Παρηγοριά

ΑΙΝΕΙΑΔΑ XI. 62-3

Η αλλόκοτη δυσαναλογία
ανάμεσα στη θλίψη και στην παρηγοριά
υποδηλώνει μια βαθύτερη αποσύνδεση:
το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού.
Αλλά τι είναι το καθένα;
Εάν η θλίψη είναι ένα εσωτερικό συναίσθημα,
τότε η παρηγοριά είναι εξωτερικό.
Όμως την θλίψη την αισθάνεται κανείς τεράστια,
πολύ πιο εκτενής
από ό, τι την καλύπτει ή δεν την καλύπτει.
Τεράστια θλίψη για τέτοια πενιχρή παρηγοριά;
Τιποτένια παρηγοριά για αυτή την στοίβα λύπης;
Προσπαθούμε να τα συνταιριάσουμε να χωρέσουν,
ελπίζοντας είτε να τεντώσει η παρηγοριά
ώστε να μπορεί να επιδέσει ολόκληρο τον πόνο,
κατάπλασμα σε ολόκληρη την ερεθισμένη υγρή πληγή,
ή να μειώσουμε την πληγή
για να ταιριάξει στο λιγοστό βάλσαμο της παρηγοριάς.

Μερικές φορές η παρηγοριά και η θλίψη
ταιριάζουνε απόλυτα, όπως όταν η μητέρα παρηγορεί
ένα παιδί που έπεσε κάτω κι έγδαρε το γόνατό του.
Καθώς μαζεύει το παιδί, την αγάπη της
συνυφαίνεται με την πληγή. Η πληγή μικρή·
Όμοια κι η παρηγοριά της.
Το παιδί στρέφεται στη μητέρα, που είναι εκεί.
Αλλά σαν λείπει η μητέρα,
πού να στραφεί;

Αφού τον βγάλουν απ᾽ την τάξη
Να του πουν πως η μητέρα του πέθανε,
Ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ μονάχος
στο γραφείο του διευθυντή,
μελετά την όψη την δική του
στον καθρέφτη πάνω από το τζάκι.
Το παιδί μονάχο με το σοκ και την θλίψη
κοιτά τη στεναχώρια του· κι αυτή τον κοιτάζει.
Ίσως τα πρησμένα μάτια και τα δακρυσμένα μάγουλά του
Δίνουν κάποια παρηγοριά.

Ο Αινείας στέλνει χίλιους επιλεγμένους συνοδούς
στην κηδεία του Παλλάδα, του σκοτωμένου πρίγκιπα.
Η παρουσία τους ίσως να μην βοηθά τον γέρο Βασιλιά Εύανδρο,
τον τσακισμένο πατέρα του Παλλάδα·  αλλά η απουσία τους
ίσως τον πλήγωνε λίγο περισσότερο.
Κάνουμε ό, τι μπορούμε· ποτέ δεν φτάνει,
η χειρονομία μας για να πραΰνει
τον ωμό θρήνο που χάσκει σαν πληγή.
Για τόσο μεγάλη απώλεια, μικρή παρηγοριά.
Solacia luctus exigua ingentis —
ακόμη και η σειρά των λέξεων δείχνει
την αμφίβολη φύση της εμπειρίας.
Το σκοτάδι διορθώνει το φως.
Η καλοσύνη ακυρώνει την παραβίαση.
Η ανεπάρκεια μάχεται τα αχανή.

~.~

Ο Βοτανολόγος

αυτός, προσέχοντας την κατάθεση της μοίρας ενός γονέα,
]]]]]]]]]]]]]]]]]γνώση των βοτάνων και των φαρμακευτικών
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ XII. 395-7

Θέλουμε να βοηθήσουμε όποιους αγαπάμε διδάσκοντας
ό, τι ξέρουμε, τις ικανότητες, τις τέχνες μας,
και να τους κάνουμε αντίγραφα του εαυτού μας.
Αλλά έχoυν το δικό τους πρόγραμμα οι αγαπημένοι.
Βέλη και προφητεία και μουσική — τίποτε
από αυτά δεν βοηθούν να θεραπεύσουν έναν πατέρα που πεθαίνει.

Ο Ιάπυγας προτίμησε να σπουδάσει
τις θεραπευτικές ιδιότητες των βοτάνων,
να εξασκήσει στην αφάνεια αυτή την δεξιότητα,
την επίσης αφανή, μη αναγνωρισμένη και ντροπαλή,
η άσκηση και ο ασκούμενος τόσο ταπεινοί,
κοντά στο έδαφος, όπως μεγαλώνουν τα βότανα,
άγνωστα ώσπου ένα βάμμα αρωματικό
βγάζει το βέλος από τον μηρό του Αινεία,
σταματά τον πόνο και την αιμορραγία, αποκαθιστά τη δύναμη.
Ο Ιάπυγας επέλεξε να μάθει την τέχνη των βοτάνων,
ή ίσως η τέχνη τον επέλεξε, γιατί ήταν θνητός.
Δεν ενδιαφερόταν για τα δώρα του Απόλλωνα.
νοιαζόταν για τον πατέρα του που έσβηνε. Ομολογουμένως,
το βότανο που θεραπεύει την πληγή του Αινέα δρέπει
η Αφροδίτη. Η Αφροδίτη είναι η μητέρα του Αινέα.
Αλλά η ιστορία του γιατρού Ιάπυγα, καθώς παλεύει
να βρει το τέλειο βότανο που ταιριάζει στο κρούσμα —
αυτό είναι το πιο σπαραχτικό. Ο Ιάπυγας γερνά.

Δάσκαλος και μαθητής· αυτός που αγαπά κι ο αγαπημένος·
πατέρας και γιος· μητέρα και γιος·
πληγή και θεραπεία. Τα βότανα ανακουφίζουνε τον πόνο,
αλλά δεν δίνουνε αιώνια ζωή,
δώρο που οι ίδιοι οι θεοί
δεν πρέπει, δεν μπορούν εύκολα να χαρίσουν.

~.~

Κοιτάζοντας

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]gaudentque tuentes
Dardanidae, veterumque agnoscunt ora parentum.
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ V. 575-6

Πιότερο από ευχαρίστηση, πιότερο από ψυχαγωγία,
η ένταση του κοιτάγματος.
Οι νέοι ανταγωνίζονται — είναι ημέρα αγώνων — κι οι γονείς τους,
κοιτάζοντας, αναγνωρίζουν τα γνωστά χαρακτηριστικά
εκείνων που ήρθαν πριν. Τρεις γενιές,
όλοι τους ταξιδιώτες μέσα στο χώρο και το χρόνο,
πόλη παλιά σε πόλη νέα
(αυτά τα παιχνίδια είναι διάλειμμα καθοδόν, ανάπαυλα):
μεσήλικες κι οι γιοι τους που καβαλούν, παλεύουνε, στοχεύουν.
οι γιοι οι ίδιοι, που οι θεατές επευφημούν·
και τέλος, καθώς αυτά είναι άθλα
προς τιμήν του Αγχίση, του πατέρα του Αινέα,
οι γέροντες, κἀποιοι απ᾽ τους οποίους δεν θα φτάσουνε την Ιταλία —
αυτά τα πρόσωπα των προγόνων, αυτά τα γνωστά χαρακτηριστικά.

Κάθε φορά που ο πατέρας μου με πήγαινε στην παιδική χαρά,
βλέπαμε τους άλλους πατέρες, άλλες μητέρες
να κοιτάν με προσοχή τα μικρά παιδιά τους
(μικρή κι εγώ) που ανέβαιναν, γλιστρούσαν και κάναν κούνια,
με περηφάνια· αναγνωρίζοντας με χαρά
γνωστά χαρακτηριστικά· με ανησυχία —
και τα τρία. Αν μπορούσαν να φτάσουν τα μάτια
σαν χέρια και να πιάσουνε το σωματάκι
καθώς πέφτει, τα μάτια αυτών των γονιών θα το κάναν.
«Βλέπεις; » ο πατέρας μου έλεγε.
«Λέει στο κοριτσάκι του “Προσοχή.”
Τι γλώσσα δεν έχει σημασία. Όλοι οι πατέρες
και οι μητέρες εδώ λένε το ίδιο πράγμα.»
Τόνιζε το μοτίβο όπου κι εμείς
δεν είμασταν εξαίρεση. Όταν γλιστρούσα στην τσουλήθρα
ή όταν ο πατέρας μου με έσμπρωχνε στην κούνια,
έλεγε “Προσοχή” όπως οι άλλοι πατέρες·
πρώτα όμως μου μάθαινε πως αυτός κι εγώ
είμασταν μέρος κάτι μεγαλύτερου από τους δυο μας·
είμασταν σχήματα σε ένα μοτίβο
που εκτεινόταν και προς τις δύο κατευθύνσεις, μπρος-πίσω
από τον Ασκάνιο στον Αινεία στον Αγχίση,
όλοι μας ταξιδιώτες στο χώρο και στο χρόνο,
το κοριτσάκι, ο πατέρας
μεγάλος αρκετά για νά᾽ταν ο παππούς της,
Πάρκο του Ρίβερσαϊντ, Τροία, Ρώμη.

~.~

Μακροπρόθεσμα

tantum aevi longinqua valet mutare vetustas
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ III.415

Αδιανόητο, η δύναμη με την οποία αλλάζει ο γεωλογικός χρόνος
παραείναι αχανής για να την καταλάβεις
ακόμα κι αν μπορούσαμε να σκαρφαλώσουμε πάνω από τη γη
και δούμε τα βουνά να ανασκελεύουν, τις θάλασσες να ξεραίνουν.
Πρώτο ζεστό απόγευμα μιας Κυριακής του Απρίλη
και καθόμαστε στο γρασίδι στο Σέντραλ Παρκ.
Εδώ οι αλλαγές είναι πολύ μικρές για να τις δεις.
Πλέγμα σε φόντο πράσινο τρυφερό,
Οι πολυποίκιλοι σφυγμοί της ζωής φαίνονται αδρανείς
σαν διάσπαρτοι υπναράδες που σωριάστηκαν με τον μεσημεριάτικο ήλιο.
Αλλά μισή ώρα είναι αρκετή για να δείξει
πως αυτή η παύση υπνηλίας είναι μια ψευδαίσθηση.
Η γωνία του φωτός μετατοπίζεται.
Οι εκδρομείς σηκώνονται και διπλώνουν τις κουβέρτες τους.
Αδιανόητη μεταβλητότητα:
Η Καμίλλα θα είναι τριών μηνών αύριο.

~.~

Η Ιδιαίτερή τους Μέρα

του καθενός η μέρα περιμένει
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ Χ 466

Ο Αχιλλέας, λίγο πριν σκοτώσει τον Λύκαονα,
θυμίζει στον ικέτη που κλαίει πως κι αυτός,
ακόμη καί αυτός, ο γεννημένος απο θεά, ο μέγιστος ήρως,
κάποιο πρωί ή κάποιο απόγεμα ή βράδυ
θα πεθάνει. Στην Αινειάδα όπως στην Ιλιάδα,
ο θάνατος γυροφέρνει συχνά το πεδίο της μάχης,
αλλά μπορεί να εμφανιστεί μια οποιαδήποτε στιγμή της μέρας —
μέρα όχι όπως η γωνία του ήλιου,
η πρώιμη ή η περασμένη ώρα,
αλλά ως μέτρο του θνητού ορίου μας,
ένα όριο, ένα τείχος
που φτάνεις και δεν μπορείς να διασχίσεις.
Κάθε άτομο έχει τη δική του συγκεκριμένη μέρα.
Ξέρουμε τι σημαίνει αυτό· ξέρoυμε
τι θα ακολουθήσει. Ξέρουμε και δεν ξέρoυμε.
Θυμόμαστε και μετά ξεχνάμε
και πρέπει να μας το θυμίσουν και να το ξεχάσουμε ξανά.
Κάθε άτομο έχει τη δική του ημέρα,
αλλά τυλιγμένη σε ενδεχόμενα. Και η μοίρα;
Η ημέρα αυτή ορίζεται μόλις γεννηθείς;
Οχι απαραίτητα· μάλλον μένει αμετάβλητη κι εσύ προχωράς
σταθερά. Μένει ακίνητη και την πλησιάζεις,
αυτό το όριο που θα φτάσεις στο χρόνο και στο χώρο,
δικό σου και κανενός άλλου,
αόρατο μέχρι να το δεις πρόσωπο με πρόσωπο.

~.~

Και συ, Κατιλίνα

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]hinc procul addit
Tartareas etiam sedes, alta ostia Ditis,
et scelerum poenas, et te, Catilina, minaci
pendentem scopulo Furiarumque ora trementem.
AINEIAΔΑ VIII. 666-9

Πού πηγαίνουμε όταν πεθάνουμε;
Πόσο χώρο θα καταλάβουμε
και ποια περιοχή της μετά θάνατον ζωής;
Πώς θα μας θυμούνται, αν μας θυμούνται;

Σε είχα λάθος μεταθανάτιο ταχυδρομικό κωδικό.
Εκείνη η καταπράσινη κοιλάδα, όπου συλλογίζεται ο Αγχίσης
τα ονόματα και τα έργα των απογόνων του — αυτή
δεν είναι η γειτονιά σου. Το μυθικό βασίλειο
όπου ένα τεράστιος γύπας τρέφεται
αιώνια στο συκώτι του Τιτυού —
ούτε αυτός δεν είναι ο προορισμός σου.
Δεν είσαι καν στον Κάτω Κόσμο,
αλλά αλλού, δύσκολο να βρεθείς,
μια ανίσχυρη φιγούρα που κρέμεται από ένα βράχο,
και τρέμει μπροστά στα πρόσωπα των Ερινύων.
Και για να προσθέσω προσβολή στην καταδίκη,
δεν είσαι τίποτα άλλο παρά μια λεπτομέρεια σε μια ασπίδα —
μια έκτακτη εμφάνιση ανάμεσα σε πολλούς από το μέλλον.
Kάποτε απειλητικός και τώρα μικροσκοπικός,
διαρκώς εκκρεμείς, δεν είσαι ούτε
ζωντανός ούτε νεκρός. Το έγκλημά σου δεν αναφέρεται ποτέ.
Ο Αινείας δεν μπορεί να το ξέρει. Στο κοινό του Βιργιλίου
δεν χρειάζεται να το πεις.
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]Και σ᾽ εμάς;
Με σταματά αυτή η απόστροφη —
te, Catilina —
ο ποιητής γυρίζει και σου μιλά
και μέσα από τους αιώνες νομίζω ότι ακούω οίκτο.

Πού πηγαίνουμε όταν πεθάνουμε;
Πώς μπορεί ένα όνομα, φήμη, μια προσωπικότητα
να πάρει θέση στην περίτεχνη ασπίδα
τη θεϊκά σφυρήλατη για χρήση του ήρωα;
Ο Αινείας, ο παραλήπτης της, θαυμάζει
το υπέροχο δώρο του. αλλά όταν το φέρει στη μάχη,
θα ξεχάσει τις εικόνες που απεικονίζει.

Στην Ιλιάδα, η δράση σταματά,
επιτρέποντάς μας ένα διάλειμμα να μελετήσουμε
την ασπίδα του Αχιλλέα, ένα άλλο θεϊκό δώρο.
Η ασπίδα του Αχιλλέα περιέχει την οικουμένη.
Ο ήρωας, ωστόσο, συντρίμι από τη θλίψη
για τον αγαπημένο του νεκρό Πάτροκλο,
μόλις και ρίχνει μια ματιά στο υπέροχο αντικείμενο
που ο ποιητής περιγράφει με αγάπη.

Πού πηγαίνουμε όταν πεθάνουμε;
Αινείας. Αχιλλεύς. Πάτροκλος.
Και εσύ, Κατιλίνα.

~.~

Αδιέξοδο

Κοντά στη συνέχεια κρατούνται εκείνες οι λυπημένες ψυχές, τις οποίες έχει υιοθετήσει για να καταστρέψουν,
το φως, την αθωότητα
πέταξαν τη ζωή τους. Πώς στο υψηλό αιθέρα
τώρα και η φτώχεια και η σκληρή εργασία!
σταματά στο δρόμο, και το θλιβερό βάλτο από θαμπό νεκρό νερό,
aligat και εννέα Styx.
ΑΙΝΕΙΑΔΑ VI 434-9

Η μοίρα είναι το εμπόδιο.
Η μοίρα τους σταματά —
η μοίρα και το θλιβερό έλος που τους εγκλωβίζει,
η μοίρα και τα εννέα στροφἀδια της Στυγός.
Η γεωγραφία του κάτω κόσμου των αυτοκτονιών είναι
απόλυτα καθορισμένη —
πρώτα η μοίρα, μετά το άσπονδο έλος και μετά
το ποτάμι, σ᾽ αυτήν τη σειρά.
Ή αλλιώς όχι σ᾽ αυτήν τη σειρά.
Τι γίνεται με τη βιολογία;
Ή τι γίνεται με τη γλώσσα ενός όρκου –
όρκος που, όσο λάθος, όσο λυπηρός,
δεν παίρνεται πίσω;
Τι γίνεται με το βέλος του χρόνου,
που πάει μονόδρομα και δεν μπορεί να ανακληθεί;
Χώρος, κίνητρο, δεύτερες σκέψεις, το κενό
τείχος του ό,τι έγινε και δεν μπορεί να αναιρεθεί:
θανατική ποινή, ισόβια ποινή
φίσκα κι άπειρη ταυτόχρονα.
Obstat. Το εμπόδιο. Το απόλυτο.
Ίσως να αποδόσεις το έλος ως κατάθλιψη,
το Τέλμα της Απογοήτευσης.
Η Στυξ με τους εννεαπλούς βρόχους της
θα μπορούσε να είναι οι καταστροφικές σπείρες του DNA.
Έλος ως διάθεση, ποτάμι ως κληρονομιά:
απαίσιοι σηματοδότες πολύ εύκολο να επισημανθούν.

Μόλις η ώθηση σκληραίνει στην απόφαση,
μόλις ληφθεί η απόφαση,
δεν μπορεί να ανακληθεί.
Ακόμα κι έτσι, αφού πήδησε
από τη γέφυρα του Γεωργίου Ουώσιγκτον ή τη Γέφυρα της Χρυσής Πύλης,
ορμώντας κάτω προς το νερό που λάμπει,
οι άλτες λένε πως κι όσο έπεφταν
μετάνιωναν.
Οι άλτες που επέζησαν για να περιγράψουνε την εμπειρία τους.
Μερικοί από αυτούς που επέζησαν.

Καλύτερα να υπομένεις φτώχεια και κακουχίες
μα αναπνέοντας τον αέρα, το δικαίωμα γέννησης
και προνόμιο των ζωντανών,
παρά να πετάξεις την ψυχή σου, να παραιτηθείς από το φως.
Ο Αχιλλέας — όχι από αυτοκτονία αλλά με πικρία νεκρός —
λέει στον Οδυσσέα «Θα προτιμούσα να είμαι άθλιος
στο μεροκάματο και ζωντανός
παρά αφέντης σε όλους τους αναίμακτους νεκρούς.»
Ο κάτω κόσμος είναι υπερτιμημένος.
Μόλις η ώθηση σκληραίνει στην απόφαση,
μόλις ληφθεί η απόφαση,
δεν μπορεί να ανακληθεί.
Οι δυνάμεις της βαρύτητας, του βάρους και του νερού,
το άθλιο ρούφηγμα του βάλτου, το ποτάμι
και η μονόδρομη ώρα (ή πες τη μοίρα) συνωμοτούν
για να εμποδίσουν την επιστροφή του αυτόχειρα στον αέρα.
Η πράξη ξεπερνά τη λύπη.
Το ψήφισμα αναιρεί το πιθανό.


(Τὸ τρίτο καὶ τελευταῖο μέρος ἀκολουθεῖ μεθαύριο. Δεῖτε τὸ πρῶτο μέρος)