Ραχήλ Χαδάς, Ποιήματα για την Καμίλλα (1/3)

Εισαγωγή

Η Ραχήλ Χαδάς, κόρη του διάσημου κλασικού φιλολόγου Mωϋσή Χαδάς, του οποίου ο πρόωρος θάνατος της έδωσε μια «πρόωρη αίσθηση της ζεύξης της αγάπης με την απώλεια», σπούδασε τα κλασικά γράμματα στο Χάρβαρντ, μεταπτυχιακά ποίηση στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς, με διδακτορικό στην συγκριτική λογοτεχνία στο Πρίνστον. Ενδιάμεσα έζησε αρκετά χρόνια στην Ελλάδα, περίοδος που αντηχεί στη λυρική ποίησή της μέσα από αναφορές στην αρχαία λογοτεχνία. Πρώιμες φιλίες με τον James Merrill και τον Alan Ansen επηρέασαν επίσης την πλούσια παραγωγή της στον δουλεμένο στίχο.

Έχει δημοσιεύσει ποίηση, δοκίμια και μεταφράσεις σε μεγάλο αριθμό, μεταξύ τους και την συλλογή Ποιήματα για την Καμίλλα (2018), από όπου και η επιλογή μας. Ο Kevin Walzer, εκδότης της συλλογή της Ο Ποταμός της Λήθης (2006), περιγράφει «το έργο της, πλούσιο στην γνώση της αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής, πειραματικό στην μορφή εντός των μετρικών παραδόσεών της, αφουγκράζεται προσεχτικά την καθημερινή ζωή και αποτελεί ένα σημαντικό επίτευγμα».

Η Χαδάς έχει αναγνωριστεί για τις μεταφράσεις συγγραφέων αντιδιαμετρικών: Τίβουλο, Μπωντλαίρ, Καρυωτάκη. Η ποίησή της συμπεριλήφθηκε στο ανθολόγιο Η Καλύτερη Αμερικανική Ποίηση (1996) και στον τελικό για το Βραβείο Ποίησης Lenore Marshall το 1999. Η κριτική και τα δοκίμια της συλλέγονται στους τόμους Κλασικά (2007), Μέριλ, Καβάφης, Ποίηση και Όνειρα (2001) και Μορφή, Κύκλος, Άπειρο: Τοπία στην Ποίηση των Φροστ και Σεφέρη (1985). Συνέβαλε επίσης στην ανθολογία Οι Έλληνες ποιητές: Από τον Όμηρο ως τις μέρες μας (2009) και συνεπιμελήθηκε το Ατέλειωτος διάλογος: Φωνές από ένα εργαστήριο ποίησης του AIDS (1991).

Η Χαδάς υπήρξε υπότροφος των Ιδρυμάτων Γκούγκενχαϊμ, Ingram Merrill Foundation, και πολλών άλλων. Ήταν διευθύνων μέλος της στο Κέντρο μελετητών και συγγραφέων της Δημόσιας Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης. Έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Κολούμπια, Πρίνστον και Ράτγκερς και στο Συνέδριο Συγγραφέων του Sewanee.

Τα τέσσερα ποιήματα εδώ θεματολογικά συνδέονται με το έπος του Βιργιλίου αλλά έχουν αφορμή όχι μόνο στην Καμίλλα, την Αμαζόνα ηρωίδα του, αλλά και στο όνομα της εγγονής της Χαδάς. Η Κρίση Άγχους ξεκινά από την διάσημη παρομοίωση της σκέψης του Αινεία πριν την μάχη: η σκέψη μοιάζει με το φεγγάρι που τρεμουλιάζει σε κούπα και αντανακλάται στο ταβάνι. Οι Μάνες στις Επάλξεις ξεκινούν από την Τειχοσκοπία της Ιλιάδας Γ και φτάνουν ώς τις μέρες μας. Η Χαρά με την Εικόνα μεταπηδά απο τις ασπίδες του Αχιλλέα και του Αινεία στην σύγχρονη τεχνολογία, και τελικά το μοναδικό Όπλο-ποίημα δίνει απρόσμενες διαστάσεις στον θάνατο της Καμίλλας (που καταβλήθηκε όχι από όπλα αλλά από φανταχτερά στολίδια τέχνης)  αλλά ίσως και στην ίδια την ποιητική του έπους του Βιργιλίου, που ορισμένοι κριτικοί το είδαν ως μυστικό όπλο κατά του μαικήνα του, του αυτοκράτορα Αυγούστου.


O Γιώργος Χαλδέζος, κλασικός φιλόλογος εν ενεργεία στο Λονδίνο, σπούδασε στην Θεσσαλονίκη και μεταπτυχιακά στην Κολωνία, Όσλο και Καίμπριτζ. Με τον Β. Βασιλικό μετέφρασε ποίηση του Μέριλ στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη: Ο Μαύρος Κύκνος. Χρονικά Έρωτα και Απώλειας (1995): www.facebook.com/MERRILLBlackSwan.  Μετέφρασε ποιήματα της Ραχήλ Χαδάς στο περιοδικό Χάρτης https://www.hartismag.gr/hartis-24/metafrash/poihmata-gia-thn-kamilla και στην ιστοσελίδα του Χάρβαρντ https://classical-inquiries.chs.harvard.edu/leaning-in-by-rachel-hadas/.


Ιστοσελίδες της ποιήτριας: www.rachelandshalomshow.com/ και www.rachelhadas.net/.


Ραχήλ Χαδάς

Ποιήματα για την Καμίλλα

Εισαγ.-μτφρ.: Γιώργος Χαλδέζος

Καμίλλα
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]βαθειά στα σπλάχνα έσταξε
του φιδιού το άγριο κακό κι όλη την διαπέρασε
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ VII 374-375

Η νεογέννητη εγγονή μας ονομάζεται Καμίλλα
όπως η αμαζόνα του έβδομου της Αινειάδας,
η γοργή δρομέας, που δρασκελά το στάρι,
που διατρέχει ωκεανούς, με τα πόδια της στεγνά.
Έτσι λοιπόν ξαναβρήκα την Καμίλλα.
Μα δεν μου έφταναν οι δεκαπέντε φωτεινές γραμμές
που την γεννούν, κι άρχισα να γυρνώ σελίδες
πιο πριν, και, σκοντάφτοντας πάνω σε οργή και τρόμο,
άργησα. Η εμφάνιση του Ερινύας
Αλλεκτώς, που κάλεσε από την κόλαση η Ήρα
κι έγινε φίδι — ίσως φίδια —
με σταμάτησε. Όχι άλλες δρασκελιές
πάνω από εικόνες καταστροφής.
Το δηλητήριο έσταξε και η ασθένεια άρχισε
να καταιγίζει τις αισθήσεις της, τυλίγοντας τα κόκαλά της στη φωτιά —
η Αμάτα, λέει, η Βασίλισσα του Λατίου,
της οποίας ο σεβάσμιος σύζυγος, ο Βασιλιάς Λατίνος,
ελπίζει σε μια συμμαχία με τον Αινεία.
Αλλά όχι. Τα φίδια που γλιστρούν στης Αμάτας την καρδιά,
που κρεμάν στα σκουλαρίκια της, που κυκλώνουν τον λαιμό της, χύνουν
το δηλητήριό τους μες στο σώμα της και το μυαλό της,
και μετά ξεχύνονται στης πόλης τις γυναίκες
κι έπειτα χτυπούν στον ύπνο του τον ήρωα Τούρνο.
Νυχτερινοί τρόμοι. Πανικός. Οργή.
Το διάβασα και το χάρηκα,
αλλά και με τον φόβο, της αναγνώρισης —
άπληστα, απρόθυμα. Ήταν τόσο οικείο.
Μα δεν έχουμε βιώσει όλοι φέτος
αυτή την οργισμένη, ύπουλη, ακόρεστη οργή
που χύνεται στα πλήθη; Άμα ανάψουνε οι δηλητήριες πυρκαγιές,
δεν σβήνουν εύκολα. Οι πύλες
του πολέμου μόλις ανοίξουν, ποιος έχει τόση δύναμη
να τις κλείσει; Ποιος έχει την εξουσία;
Η Αμάτα, μας λέει ο Βιργίλιος, στροβιλίστηκε — σπρώχτηκε —
άγρια σε όλη την πόλη σαν την σβούρα
που τα αγόρια σε άδειες αυλές, κενά αίθρια
(μια εικόνα που φέρνει στο νου τα έρημα αστικά τοπία
του Ντε Κίρικο) — που τέτοιες συμμορίες αγοριών
κοιτάζουν με κατάπληξη.  Ωστόσο, την ξεκινήσανε.
Άραγε το βλέμμα να ροδίδει
ψυχαγωγία ή έγκριση;  Ή
είμαστε όλοι απλώς γοητευμένοι από την κίνηση,
απ᾽ την ταχύτητα χωρίς κατεύθυνση,
εκτός ελέγχου; Κοιτάζουμε και δεν ξέρουμε
ή, χειρότερο ίσως, ξέρουμε πού θα πάει.
Οι Τρώες πρόσφυγες, ο εμφύλιος πόλεμος,
ο αξιοπρεπής γέρος βασιλιάς, η έξαλλη κυρά
λεκιασμένοι ποτισμένοι δηλητήριο ζεστό από την κόλαση
που όταν ξελυθεί δεν μπορεί να ξεπλυθεί —
Είχε έρθει η ώρα να κλείσω το βιβλίο για λίγο
και σκεφτώ την νέα αυτή αρχή,
την νέα Καμίλλα. Βουκιά κατσαρωμένη,
θα ξεδιπλώσεις τα πόδια αυτά και θα αρχίσεις να τεντώνεσαι
και στη συνέχεια να μπουσουλάς να ορθώνεσαι να περπατήσεις.
Και τότε, Καμίλλα, θα αρχίσεις να τρέχεις.

~.~

Η Έννοια της Συνάντησης

Είναι αλήθεια ότι το όχημα πρέπει να είναι λογικά διαφορετικό από το νόημα, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι το βασικό αποτέλεσμα εξαρτάται από το να δει κανείς τις ομοιότητες μεταξύ δύο πραγμάτων που στην αρχή φαίνονται διαφορετικά.
Νόρμαν Φρίντμαν, Εγκυκλοπαίδεια Ποίησης και Ποιητικής Πρίνστον

Το νόημα, η ιδέα: ανθρώπινη διαφωνία.
Ένας θεός ηρεμεί της τρικυμίας νερά — νερά που αναδεύουν
σε αναταραχή άλλοι θεοί, υπάκουοι
σε ανώτερη τάξη αγανάκτησης,
επίσης θεϊκή, που κατέχει κι ελέγχει,
που χορογραφεί τις απείθαρχες θάλασσες.
Έτσι όλα αυτά τα κύματα που ξεσπάν δεν σημαίνουν
τίποτα περισσότερο από μια συνάντηση,
συνάντηση σχολής ή επιτροπής
όπου οι ομιλητές μιλούν κι άλλοι διαφωνούν
και κάποιος, χάνοντας την υπομονή του, επιφέρει τάξη.
Ή να το δούμε ανάποδα;
Ο πολίτης του οποίου το κύρος
καταστέλλει έναν ταραγμένο όχλο που τότε
θα γίνει ήπιος κι ήρεμος σαν θάλασσα ακυμάτιστη
είναι στην ουσία ένα όχημα, ένα μέσο
που εντείνει αυτήν την κατάλληλη σύγκριση,
το νόημα, την αληθινή εστίαση, το πραγματικό θέμα,
που κατά αυτήν την ανάγνωση είναι η δυσαρμονία
στον παράδεισο, όχι στη γη —
οι θεϊκές διαμάχες που γίναν μοχθηρές και βίαιες,
μια φασαρία εν ουρανοίς. Σε σύγκριση,
οι μικρές ανθρώπινες φιλονικίες μας
αποδίδονται χλωμά σαν μινιατούρα.
Νόημα, όχημα:
όπως και να το αναλύσουμε,
σε κάθε συγκέντρωση, διαφωνίες αντηχούν,
υπόγεια ρεύματα, δυσοίωνο
θρόισμα των φύλλων πριν την καταιγίδα.
Όλες αυτές οι αλληγορίες της φύσης αντιστοιχούν
στα θνητά πάθη. Ογκόλιθοι, ορμητικά ποτάμια,
ψηλά κύματα, τα φύλλα αυτά που τρίζουνε σαν δόντια:
τα ανθρώπινα συναισθήματα μιμούνται, αντανακλούν, αναπαριστούν
την ροή και τον θόρυβο του νερού και του ανέμου.
Όχημα και νόημα. Ποιο είναι ποιο;
Όταν ο Βιργίλιος γράφει για συνομιλίες
όπου η ανθρώπινη αμφιβολία και διαφωνία,
αυξάνεται προς τον θυμό,
τον παλμό, το σιγανό ποτάμι, το θαμμένο ρεύμα
κάτω από την ρητορεία, να ξεσπάσει
τέλος σαν θύελλα, ή αλλιώς
να υποχωρήσει σε γκρινιάσματα, θρoΐσματα, μουρμουρητά,
σκέφτεται τον άνεμο και το νερό.
Και όταν γράφει περί ανέμων και υδάτων,
για ωκεανούς και ρέματα και βράχους, για φύλλα που πέφτουν,
βλέπει και ακούει το ανθρώπινο πρόσωπο και τη φωνή
της διαμάχης. Στη γη, στον ουρανό,
νόημα κι όχημα, όχημα και νόημα,
η συνάντηση είναι άβολη.

~.~

Κρίση Άγχους

]]]]]]]]]]]]γυρωπετά κάθε γωνιά
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ VIII 24

Το πέρα δώθε το μπρος πίσω
το γνωρίζω, το αδιάκοπο το πηγαινέλα,
νυχτερίδα στην κάμαρα καραμπόλα τις κουρτίνες
ή σκώρος ωχρός να σκοντάφτει γύρω απ᾽το φως.
Πώς ακριβώς κινούνται οι σκέψεις μας τη νύχτα;
Ο Βιργίλιος τις αναπαριστά ως αέναη κίνηση,
το σώμα απλωμένο, κουρασμένο —
Πρέπει να κοιμηθώ, πρέπει να ξαποστάσω,
αύριο είναι η μάχη —
ενώ σπίθες στιλπνές σπινθήρες άγχους
πιτσιλούν και πιτσιλίζουν άσε τι θέλουμε και τι λέμε,
σαν φεγγαρόφως σπασμένο στο νερό
ή τάβλες ηλιαχτίδων κομμένες από κλαδιά
ή από λοξά δοκάρια που σαρώνουνε την οροφή.
Έτσι, το μυαλό του ήρωα — το μυαλό μας — σκαμπανεβάζει
πάνω και πρόσω και πάλι πρύμα
στο αντικείμενο του άγχους,
ζιγκ-ζαγκ ακόμη κι όταν το σώμα ηρεμεί.
Και τι δεν είναι αντικείμενο άγχους;
Μέτρα πρόβατα: ασφαλές, ποιμενικό, προβλέψιμο,
ένα ένα. Μέτρα ο,τιδήποτε. Άδικα:
τροχός για χάμστερ, βρόχος ταινίας, όχι κοπάδι,
το μυαλό τετράποδο δεν είναι. Γυρίζει,
πετάει, πηδά, γυρνά και ηρεμεί ξανά
για μια στιγμή, και νά᾽σου, αφεστιάζεται ξανά,
ασταμάτητη κίνηση κουκουλωμένη στο κρανίο μας.

~.~

Σύστημα Αρχείου

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]Ό,τι στίχους έγραψε η Σίβυλλα στα φύλλα,
]]τους βάζει στην σειρά και στο άντρο της χώρια αποθέτει:
]κι αυτά στέκουν ακίνητα στη θέση τους και δεν αλλάζουν.
]]]]]]]]]]]Αλλά μια ελαφριά πνοή στην χαραμάδα που άνοιξε
]]]]]της πόρτας τα κινεί και σκόρπισαν τα ντελικάτα φύλλα,
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]φτερουγάν μέσα στην πἐτρινη σπηλιά και πια
]]]]]]]]]]δεν την νοιάζει της προφητείας η σειρά ή το νόημα:
]]]]]]]]]]]]]γυρνάν όλοι αναπάντητοι και το μαντείο μισούνε.
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ III 445-452

Στο πέτρινο γραφείο μου
Γράφω τα ποιήματά μου ἠ τακτοποιώ σελίδες
με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Αλλά κάθε φορά που η πόρτα
ανοίγει έστω και μια χαραμάδα,
ένα ρεύμα φυσά και σκορπά όλα τα φύλλα,
που φτερουγάν στο πάτωμα και χάνουν την σειρά τους.
Ποιος χτυπά; Ταχυδρόμος; Ενα δώρο;
Πάλι χειρόγραφο για σχόλια, πάλι
αίτημα για επιστολή συστατική;
Δεν πειράζει. Το τελευταίο αεράκι προκαλεί χάος.
Στα κομμάτια. Ας γίνει η νέα μου τάξη
άτακτη, αινιγματική, αλεατορική.
Δεν είπα καν πως αρίθμησα τις σελίδες μου.
Δεν ήταν μυθιστόρημα αυτό.
Κάρμινα: στίχοι, ποιήματα, ξόρκια, μαγικά,
γοητείες, προφητείες. Μάλιστα. Κάθε ξεχωριστό φύλλο
κωδικοποιεί ένα πεπρωμένο.
Λοιπόν άστους να μου έρθουνε το μέλλον τους να μάθουν
ημιτελές, έτσι όπως βλέπουμε τα πράγματα·
άτακτα, έτσι όπως ζούμε.
Άστους να χτυπάν στην πέτρινη πόρτα μου
και να με διακόπτουν. Άστους να βρουν οποιοδήποτε
φύλλο και να το κατανοήσουν. Γυρνώ την πλάτη μου
σε αυτές τις άταχτες σελίδες. Και μετά τι;
Θα γίνουν ποτέ κι άλλα κάρμινα;
Δεν ξέρω από που έρχονται τα δικά μου λόγια,
ή καν αν λόγια μου είναι.

~.~

Bήμα με Βήμα

]]Ο Αινείας χαμήλωσε με θωριά λυπημένη τα μάτια
]]]]]]]]]]κι άφησε την σπηλιά, τυφλά γυροφέρνοντας
όσα είναι να γίνουν στον νου. Ο πιστός του Αχάτης
]]]]]]]ακολουθεί και με όμοια βήματα πόσα θα πουν,
]]]]]]]]]]]]]]πόσα λόγια ο ένας στον άλλο θα σπείρει…
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ VI 155-159

Με πρόσωπο θολό, στη γη τα μάτια,
Ο Αινείας, αφού έφυγε από της Σίβυλλας το άντρο,
πετάει τυφλά σενάρια μπρος-πίσω.
Όχι όμως μονάχος. Ο πιστός του
σύντροφος δίπλα εκεί κοντά του.
Χωρίς βιασύνη, σε χαμηλόφωνη συνεννόηση,
συμβαδίζουν, στεναχώρια με στεναχώρια,
βήμα με βήμα να ταιριάζει.
Fidus Achates: Ο δάσκαλός μου στα Λατινικά μάς έμαθε
να κοροϊδεύουμε το επίθετο
πολύ προβλέψιμο. Αλλά πια δεν το βλέπω
έτσι. Ο σύντροφος, η πιστότητα,
η μοιρασιά σε ένα βάρος
πολύ βαρύ για να το φέρεις μονάχος —
καθόλου προβλέψιμο. Πολύτιμο και σπάνιο.
Ο μικρός αδερφός σου είναι ο καλός σου Αχατής.
Στεναχώρια με στεναχώρια, βήμα με βήμα να ταιριάζει,
περπατάτε και συζητάτε μαζί για πολύ καιρό.

~.~

Οι Μάνες στις Επάλξεις

]]Με τρόμο στέκονται στις επάλξεις οι μητέρες, τα μάτια ακολουθούν
το σύννεφο της σκόνης και τα στρατά, που στον χαλκό αστράφτουν.
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ VIII 590-1

Οι φοβισμένες μάνες στέκονται στις επάλξεις,
τα μάτια ακολουθούν το σύννεφο της σκόνης:
τίποτα δεν αλλάζει κι ας περάσαν χιλιετίες
τόσες που μοναχοί μας κουβαλούμε δυστυχίες.
Τα παλλικάρια χτυπάν βήμα· σηκώνουν σκόνη
σύννεφο· αστράφτουνε τα όπλα και η ζέστη –
αυτές άκαμπτες, σαστισμένες, βλέμμα στη γη
όσο ο ουλαμός από την πόλη προχωρά να βγει,
και συνεχώς κοιτάν, ακόμη κι όταν τελικά
τίποτα δεν μένει να δεις από στρατά,
άλογα, λόγχες, μπαντιέρες. Ο αέρας ριγεί
μοναχά και σημειώνει ότι βρέθηκαν εκεί:
στρόβιλοι σκόνης, κοπριά αλόγου να ανεμίζει,
μια αναθυμίαση μένει, ιδρώτα να θυμίζει.
Τίποτα περισσότερο. Πέρασε η ζωή από εδώ.
Αλλά οι μητέρες στέκονται στις επάλξεις, βλέμμα κενό.

~.~

Μια Γυναικεία Κραυγή

Ένα σύννεφο μαύρης σκόνης κυλά προς τα τείχη σε στρόβιλο
]]]]]]]]]]]]]]θολό, κι οι μάνες στις βίγλες χτυπάν τα στήθια τους
]]]]]]]]]]]]]]]]και σηκώνουν μια γυναικεία κραυγκἠ ώς τα άστρα
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ XI 876-878

Όχι απλά μία βοή, μία κραυγή,
αλλά μια γυναικεία κραυγή,
η φωνή των γυναικών απ᾽ τη ζωή των γυναικών,
πληθυντικές, συλλογικές, πολλές και μία.
Ένα σύννεφο μαύρης σκόνης κυλά προς τα τείχη
όπου τις φύτεψαν, μάρτυρες και μοιρολογήτρες,
με την κραυγή τους που φτάνει μέχρι τ᾽ άστρα.
Μήπως αυτή η κραυγή φτάνει εξίσου
στον ξεραμένο γήπεδο, στο πεδίο της μάχης
όπου στρόβιλοι σκόνης πρωτοσχηματίστηκαν και πήρανε ορμή;
Δύσκολο να φανταστεί κανείς. Ακόμα κι αν το κάνει,
κανείς εκεί κάτω δεν ακούει.
Και όταν η γυναικεία κραυγή
απλώνει για να αγγίξει τα άστρα,
τότε τα αστέρια απαντούν;
Ή, στοχεύοντας κάπως χαμηλότερα από τα άστρα,
οι θεοί ακούνε αυτή τη γυναικεία κραυγή;
Και αν την ακούσουν, απαντούν;

~.~

Η Αιτία

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]Η κοπελιά Λαβίνια,
αιτία τόσων δεινών, χαμηλά τα όμορφα μάτια…
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ XI 476-477

Η αιτία όλων των δεινών (H Λαβίνια; Σοβαρά;)
χαμηλώνει τα λαμπερά μάτια της — σεμνότητα
που ίσως λέει «Μη με κοιτάς,
μη με κατηγορείς. Αυτός ο πόλεμος δεν ήτανε για μένα.
Κάτι έχει τεθεί σε κίνηση εδώ.
Είμαι ανδρείκελο που στέκεται στα τείχη.
Ακόμα κι όταν κοιτάζω κάτω, είμαι πρόσχημα,
μια σημαία που πεταρίζει για να τη γνωρίζει ένα πλήθος
και να τη χαιρετά. Είμαι ένα σηκωμένο λάβαρο,
ένα λαμπρό έμβλημα σε ένα δοκάρι,
που εκτοξεύθηκε από τη ζύμη χάους σαν λουλούδι
που βλασταίνει σε ελώδες έδαφος,
τα λαμπρά πέταλά του να τρέφονται από τη λάσπη·
ένα εικονίδιο του πολέμου αλλά όχι η αιτία,
όχι ο υποκινητής,
όχι ο λόγος, αν υπάρχει λόγος,
που προσελκύει τις γυναίκες και τα παιδιά
πάνω σε αυτό τον προμαχώνα για να προσφέρουν δώρα
στη θεά και να με επιδείξουν —
ηρωίδα, πριγκίπισσα, κόρη, κακούργα, θύμα.
Σας παρακαλώ, μπορώ να κατέβω τώρα;»

~.~

Ελπίδα: Το Μυστικό

]]]]]]]]]]καθένας η ελπίδα του εαυτού του
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ XI. 309

Eλπίδα: αγκαλιά αν κατέχεις σαν μυστική
ευχή να μην την πεις.
Το μυστικό αν προδώσεις,
η ευχή σoυ δεν θα εκπληρωθεί.
Ενδέχεται να μην εκπληρωθεί έτσι κι αλλιώς.
Μετρό ή δρόμος — κοίταξε τα πρωινά πρόσωπα.
Αναμνήσεις από εφιάλτες, όνειρα,
έρωτα, διαφωνίες – όλα αυτά
είναι κωδικοποιημένα, δυσανάγνωστα, κλειδωμένα στα μάτια,
με οδοφράγματα πίσω από τα χείλη.
Την ελπίδα την φυλάς πιο στενά από όλα αυτά,
πιο βαθιά θαμμένη. Ελπίδα: ο καθένας τη δική του.
Έχουμε κάτι κοινό, η ελπίδα μοιράζεται,
αλλά είναι επίσης βαθύτατα προσωπική.
Φοβόμαστε όλοι κάτι:
η ελπίδα είναι το δίδυμο του φόβου.
Ό, τι κι αν ελπίζουμε, το ποθούμε.
Κι αν το ποθούμε σημαίνει πως δεν το κατέχουμε.
Κι αν το ποθούμε σημαίνει ότι είμαστε ελλιπείς.
Και κανένα από αυτά — φόβος, επιθυμία, ατέλεια —
δεν είναι εύκολο να το δείξεις ή να το δεχτείς.
Όλα είναι λίγο ντροπιαστικά.
Ο καθένας μας διαβαίνει
αγκαλιά το τρυφερό μυστικό
της ξεχωριστής μας ελπίδας.

~.~

Η Πηγή των Στοχασμών

Λέγει ο Νίσος: «Είναι οι θεοί που βάζουν στο νου μας ζέση
Ευρύαλε, ή του καθενός η φοβερή επιθυμία γίνεται θεός;»
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ IX. 184-5

Πες μου, οι θεοί φυτεύουνε
αυτό το πάθος στο μυαλό μας — είναι κάτι πρόσθετο;
Ή πες το αλλιώς: μήπως εμείς οι ίδιοι
αποδίδουμε στους θεούς
της καρδιάς τις λατρεμένες φοβερές επιθυμίες;
Ή ας το πάμε ένα βήμα παραπέρα: μπορεί λες
αυτό που επιθυμούμε να γίνει ο θεός μας;
Αυτά συμβαίνουν από έξω μέσα ή από μέσα έξω;
Από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω;
Το κείμενο που έχω καθορίσει — πέταξε
από κάποιο ψηλό και σκονισμένο ράφι, κάποια διάστικτη σελίδα
κατευθείαν στο μυαλό μου
ή μάλλον εγώ, τυχαία ξαναδιαβάζοντας
το δεύτερο μισό της Αινειάδας
πρώτη φορά για πάνω από πενήντα χρόνια
έδρεψα λόγια που περίμεναν
φρέσκα στη σελίδα σαν αιώνιοι καρποί;
Ή (το τρίτο χέρι) οι δικοί μου
φόβοι κι επιθυμίες δημιούργησαν το κείμενο;
Ω αγαπημένε μου, οι στοχασμοί από πού έρχονται;

~.~

Mάταια

τους ώμους μάταια τους στιβαρούς οπλίζει
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ IX. 364

Στους στιβαρούς του ώμους
Ο Ευρύαλος βάζει μάταια τη λεηλατημένη ζώνη.
Που μπορεί να σημαίνει ότι τη βάζει στους ώμους
που είναι μάταια στιβαροί
γιατί, ώμοι κι όλα τα άλλα, ο άνθρωπος,
όσο κι αν δυνατός και νέος, είναι καταδικασμένος να πεθάνει.
Υπάρχει μια άλλη πιθανότητα:
αν και το «μάταια» βρίσκεται σε στρατηγική τοποθεσία
μεταξύ «στιβαρών» και «ώμων» —
umeris nequiquam fortibus —
Το «μάταια» δεν αναφέρεται στο μέρος του σώματος
αλλά κυρίως στην έννοια πως οπλίζεται.
Μάταια βάζει τη ζώνη ασφαλείας στη μέση.
Η διαφορά μπορεί να είναι λεπτή, αλλά είναι εκεί.
Σε κάθε περίπτωση, το επίρρημα κόβει
μια πράξη τόσο συνηθισμένη όσο κι ελπιδοφόρα
σκληρά σαν το στιλέτο.
Ο Λουκρήτιος ήταν ένας άλλος Ρωμαίος ποιητής
που του άρεσε η ζοφερή καμπανοκρουσία του nequiquam.
Αλλά σε αντίθεση με τον Βιργίλιο, ο Λουκρήτιος φέρει τη λέξη
περισσότερο ως σύνδεσμο, μια σύνδεση
που συνοψίζει κάποια συμπεριφορά
μόνο και μόνο για να την απορρίψει ολοσχερώς:
nequiquam quoniam
κι ακολουθεί μια σκυθρωπή πραγματεία:
οι στόχοι μας οι ανθρώπινοι, αχ και να το ξέραμε,
θα αποβούν στο τίποτα.
Η Σάρα Ράντεν μεταφράζει
Το «μάταια» με επίθετο:
Ο Ευρύαλος, γράφει, έβαλε τη ζώνη του σπαθιού
«στους ισχυρούς, μοιραίους του ώμους ».
Αλλά το μοιραίο για τον Βιργίλιο επεκτείνει τη σκιά του
πολύ πέραν των δυο λεπίδων νεανικού οστού.
Το μοιραίο αμαυρώνει το όλο διακύβευμα.
Μάταια η δύναμη, η ηρωική ζέση, τα όπλα.
Σφάλμα δεν είν᾽ τα σώματα ή οι πανοπλίες.
Dira cupido, ονόμασε ο Ευρύαλος
την ζέση του για την εξόρμηση αυτή, νυχτιάτικη, επικίνδυνη.
Είχε δίκιο.

~.~

Σηκώνοντας το Μέλλον

στον ώμο του σηκώνοντας των απογόνων φήμη και μοίρες
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΑΙΝΕΙΑΔΑ I 150

Σηκώνουμε στις πλάτες μας τα μέλλοντά μας;
Όχι, τα παρελθόντα μας, θα ήταν η πρώτη μου απάντηση.
Είμαστε φαντάσματα του Μάρλεϋ δεμένα με αλυσίδες που κροτούν
και σέρνουν πίσω μας. Τότε που αφήνει ο Αινείας
την Τροία ερείπιο, ανυψώνοντας τον πατέρα του
στους ώμους του, αυτό δεν είν᾽ το παρελθόν;
Ωστόσο με το άλλο του χέρι
σφίγγει τον μικρό γιο του καθώς δραπετεύουν
στο πεπρωμένο τους. Τα φορτία που μεταφέρουμε
μπλέκουν το ήταν με το θα γενεί.
Κάθε χρονιά τα παρελθόντα μας φαντάζουν όλο και πιο βαριά να τα σηκώσεις.
Βάρος χειροπιαστό αρχίζει να πιέζει το λαιμό μας.
Στην Ιταλία (πίσω του η Τροία, η χαμένη σύζυγὀς του)
Ο Αινείας δεν μπορεί να ερμηνεύσει
τη φήμη και τη μοίρα των μελλοντικών γενεών,
όμως διαβάζοντάς τα σαν εικόνες χαίρεται —
εικόνες που απεικονίζονται σε ασπίδα
που ανυψώνει στον ώμο του
με χαρούμενη άγνοια των πολέμων που θα έρθουν.
Παρθένα, αλέκιαστα, χωρίς σκουριά, χαράγματα, αίμα,
το μέλλον είναι μια ασπίδα που κληρονομούμε,
διακοσμημένο με τα επόμενα κατορθώματα
των απογόνων μας. Έτσι δοκιμάζουμε το βάρος του
το σηκώνουμε, το σέρνουμε στη μάχη —
προληπτικό κειμήλιο, μαγικός φυλακτό,
άμυνα των θνητών σωμάτων που στριμώχνονται μεταξύ
όλων όσων συνέβησαν και όλων που θα συμβούν.
Με διπλό βάρος, σκυφτοί σκοντάφτουμε.


(Ἡ συνέχεια αὔριο, στὸ 2ο μέρος)