Δήμητρα Δημητρίου, Σεβίμ

 

(Παλιό δωμάτιο σε νησί. Σιγανά, στην αρχή,
και κάπως κουρασμένα) :

Έχει λίγη υγρασία στο λιόγερμα. Οικείος θόρυβος από νερό που κοχλάζει, μια ζεστή μυρωδιά από φασκόμηλο — ανασαίνουν για λίγο τα πνευμόνια μου. Κάποιος διψάει. Κάτι εσώτερο, πολύ δικό μας, αποσύρεται στην ταπεινή ησυχία — θα θέλατε λίγο τσάι;

Μ’ αρέσει αυτή η νοτερή ανάπαυση, τα πράγματα κάθονται στη θέση τους, σαν να μην έρχονται, σαν να μην ήρθανε ποτέ, σαν να μην προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου ‒ησυχία‒ κι ούτε που θέλεις να τρομάξεις τα πουλιά μέσα στους λάργους ύπνους τους, γυρίζοντας μ’ ανάλαφρα πατήματα, και μόνο οι δυο μας θα μαντεύουμε τον ίσκιο μας καθώς θ’ απλώνεται πίσω μας ξαλαφρωμένος, ελεύθερος από τις έγνοιες κι απ’ τις νίκες του, ατάραχος σε μια γωνιά σ’ άκρη του κρεβατιού, σιμά στην πολυθρόνα, που τώρα κάθεσαι.

Αλήθεια, ποια είσαι; Τι θες ακριβώς να σου πω;

Δεν έκανα κάτι το αξιομνημόνευτο. Δεν έδωσα γάλα ποτέ μου σε παιδί. Δεν εμπόδισα σκοτωμό για θάνατο. Έζησα απλά ως άνθρωπος. Τα ροδομέταξα άφησα να κυλιστούν σε κρύπτη φευγιού αξερίζωτου, σαν Θεού σκέπη και σαν ευχή, άφησέ μου ελεύθερο τον δρόμο, αφήστε μου για λίγο, λέω, ελεύθερο τον τόπο, πλατύ, γυμνό, ολάδειο, κύμα που σαλεύει μερωμένο, αφήστε με να χορταριάσω ελεύθερα, νυχτόημερα, τι το φεγγάρι ασημίζει το βράδυ σιγαλά και ντύνομαι αστερόντυμα και χύνεται το κύμα χρυσαφί ως τον κόρφο μου κι όπως με ζώνει του θέρους η λαχτάρα γίνεται πάλι στην αφή και στην ψυχή μας θάμασμα, παιδιά π’ αφήνουν τους κρυψώνες, πόθοι εξημέρωτοι που αγιάζονται στο κοίλωμα του χρόνου, εμείς οι δυο, εσύ κι εγώ, μονιάς αγκάλιασμα, ανθρώπου σχήμα, κι όπως φωτάει στου κορμιού του το τρικύμισμα γίνεται πάλι το βιος μας και το φέγγος του δικό, κατάδικό μας, περίπου αυτό π’ αγάπησες, και πια δεν είναι τίποτα που να μπορεί να λυγίζει τα πόδια σου και τη φωνή σου.

Φύγε τώρα. Άφησέ με. Πάρε και την εσάρπα μου.
Το βράδυ δεν αντέχεται στ’ αγιάζι.

Γιατί αν ο ήλιος, ετούτος ο χαλκόχυτος στης μέρας το χερούλι, έλεγε την αλήθεια, ίσως κρεμούσαμε από δέντρου το κλαρί πρωί, πολύ πρωί, τις θλίψες μας για να στεγνώνουν, ίσως και τα βαρίδια ρίχναμε στη θάλασσα, τι κρυσταλλώνει τ’ αγιάζι στ’ απόβραδο, κάθεται στην πυκνοβραχιά, στης θάλασσας τ’ ατλάζι, ύστερα ζώνει τα βουνά τ’ ακριβοπατημένα κι άλλο δεν έχεις τ’ όνειρο παρά να το ξυπνήσεις.

Μοναχά, μου επιτρέπετε δυο λόγια;

Μια φορά μόνο αντάμωσα την ψυχή μου καταπρόσωπο· την είπα, «για όνομα του Θεού», μπορείς να αφαιρέσεις τη λέξη «Θεός», αν θέλεις, το ξέρω, είναι επιλήψιμη, μπορείς να την αντικαταστήσεις με ό,τι σου κάνει κέφι, αλλά, για όνομα του Θεού, είθε ο Θεός να μη σε κάνει ποτέ σκλάβο, άρπαγα, καταδότη ή διοικητή σε στρατόπεδο αιχμαλώτων, ο Θεός μη δείξει να κρατήσεις στα χέρια σου πατέρα καταγής, αδελφό, παιδί σου ή πιστόλι, να μην ακούσεις κόκαλα να σπάνε σε καρέκλα, μην ξημερώσει ο Θεός μου μέρα ξεσπιτωμένου σε καρέτα, νάρκης σε ναρκοπέδιο, δώσε, αν θέλεις, εντολή να σταματήσουν, Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε ‒βόηθα να ξεχάσουμε, εννοώ‒, για όνομα, πώς έγινε τούτο το φονικό, μην αντικρύσει ξανά η θωριά σου μαχαιρωμένο, απελπισμένο ή γυμνωμένο, θέρους θεριό, μοίρα σε βράχο, μην αδικήσω ποτέ μου άνθρωπο, ζώο, πετούμενο ή πράγμα, Κύριε, μη δεις κακώσεις της ψυχής, το αίμα να τινάζεται, όπως χιμάει λύκος σε ζαρκάδι, όπως τανεί δραγάτης σε ξέφραγο κι αφύλαχτο χτήμα το χέρι του όπλο, Κύριε, δώσε επιτέλους εντολή, Κύριε, βόηθα να το ξεριζώσουμε.

«Οι νεκροί αυτοί μάς είναι χρήσιμοι», είπε. Αυτό με είπε, κι εγίνην άφαντη.

Φύγε τώρα. Αρκετά για σήμερα.

Αλήθεια, πόσων χρονών είσαι;
Τι ξέρεις εσύ από πόλεμο; Τίποτα δεν ξέρεις.
Θα μπορούσες μόνο να με υποψιαστείς ‒ ίσως μπορείς και να με νιώσεις.
Κι ύστερα θα γράψεις πως εγώ τα είδα, εγώ σου είπα.

Έχεις δει γάλα σε στήθος να στερεύει; Γέμισες τα πνευμόνια σου με μυρωδιά από καμένη σάρκα, είδες κοπάδι να γίνεται κουβάρι από τον φόβο; Eίδες τουφεκισμένους, βρέφος με σφαίρα στην κοιλιά, κάτω από μιαν ελιά, μαζί με άλλους τρεις; Καμώνεσαι πως διάβασες τον πόλεμο, περνάς κάθε μέρα από δίπλα του ξυστά, τον ακούς, τον οσμίζεσαι, μα δεν τον έβανες ποτέ στα σωθικά σου. Δεν λέω πως δεν ένιωσες ποτέ σου τον πόνο, το σαγόνι σου να τρέμει εκτεταμένα και ανεξέλεγκτα, αγωνίας κλονισμό,

συντριβής αγώνισμα,

πόνο, μαζί με τ’ αγάλματα που λυγίζουν ανάρμοστα, ανεφάρμοστα, απροσάρμοστα, γέρνοντας το κορμί τους αλαφριά στον αιθέρα, πως δεν κατάλαβες ποτέ την ταπείνωση του ανθρώπου από άνθρωπο. Αλλά δεν ήξερες τον βιασμό. Δεν ξέρεις πως είναι να σε κτυπάνε σε

σιδερόπορτα.

Και μην έρθεις αύριο να μου πεις πως εγώ τα γράφω και εγώ τα έζησα, πως έχω ζήσει εδώ και στα πολύ παλιά τα χρόνια και πως κρατάω μέσα μου πράγματα αρχαία, λινά πουκάμισα, ξέμπλεκο μαλλί, κάπου βαθιά, πολύ βαθιά, ξεχασμένα, έστω κι αν περπατώ μπροστά, σιμά κι ανάμεσά σας, τα δημιουργείς όλα αυτά — κι αυτό δεν είναι ψέμα·

φυλάξου.

Τα φάσματα του μυαλού, πολλές φορές, αδράχνουν πιο επικίνδυνα τη μοίρα μας, ίσως μάλιστα εκεί μέσα να έχω ζήσει πιο πολύ, πιο αληθινά, πιο δίκαια, πιο επώδυνα, πράγματι, εκεί μέσα ίσως μπορεί και ν’ αγαπήθηκα, με το πρώτο άραγε, το πρώτο μήπως, το πρώτο ρω, το πρώτο κομματάκι αυγής σε χωραφάκι χέρσο κι άκληρο, το πρώτο φως ‒ένα, ενιαίο, συγκλίνον, το φως‒ να φωτάει τους καιρούς, να φέγγει μου τ’ απόσταχτα, να γεννάει φωτιές στ’ απόβαθα που πλάθει τα και ζει τα.

Φύγε τώρα. Άφησέ με.
Και μην ξαναγυρίσεις πίσω.

(Η νέα φόρεσε την εσάρπα στον λαιμό της σφιχτά και κατηφόρισε σ’ άλλες περιπλοκές των γεγονότων. Ένας θρασεμένος ιβίσκος έστεκε από πάνω της, μ’ άνθια σε σχήμα χοάνης, σκορπώντας χοές στα νάματα, ξοφλώντας τα χρέη των αιώνων. Τα παραθαλάσσια σπίτια έχουν ήδη εξατμιστεί και ξεχαστεί. Στο βάθος, ο αχός των κυμάτων ολοένα δυναμώνει. Ακούγεται μόνο η θάλασσα που αφρίζει στην ακτή).

ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Τίτλος: Σεβίμ Ουλφέτ, Τουρκοκύπρια δασκάλα. Αδελφή του Ουλούς Ουλφέτ, ηγέτη της τρομοκρατικής διχοτομιστικής οργάνωσης «Μέτωπο 9ης Σεπτεμβρίου», προδρομικής της TMT. Ο Ουλφέτ σκοτώθηκε στις 30 Αυγούστου 1957 από αυτοσχέδια βόμβα που εξερράγη στα χέρια του. Θεωρείται ο πρώτος Τουρκοκύπριος νεκρός στη δράση των Τουρκοκυπρίων κατά των Ελληνοκυπρίων.
«Οι νεκροί αυτοί μάς είναι χρήσιμοι»: Μετά από τα γεγονότα της 27ης Ιανουαρίου 1958, κατά τα οποία Τουρκοκύπριοι διχοτομιστές συγκρούστηκαν βίαια με Βρετανούς αποικιοκράτες, στην κατάμεστη από νεκρούς και τραυματίες κλινική Νταλμπάντογλου η Σεβίμ Ουλφέτ συνάντησε αυτοπροσώπως τον Ραούφ Ντενκτάς. Ο Τουρκοκύπριος συγγραφέας και πρώην μέλος της ΤΜΤ Αρίφ Ταχσίν μεταφέρει αυτούσιο τον διάλογο, όπως του τον μετέφερε η ίδια η Ουλφέτ: «Κάποια στιγμή είδα τον Ντενκτάς και του είπα “Για όνομα του Θεού, δώσε εντολή να σταματήσουν επιτέλους αυτοί οι σκοτωμοί”. Και εκείνος μου έδωσε την εξής απάντηση: “Οι νεκροί αυτοί μάς είναι χρήσιμοι. Μ’ αυτούς θα κάνουμε να ακουστεί η φωνή μας στον κόσμο”. “Tότε γιατί δεν πεθαίνετε εσείς και ο δρ Κουτσούκ; Θα ακουστεί καλύτερα η φωνή μας”, του είπα». Βλ. Αρίφ Χασάν Ταχσίν, Η άνοδος Ντενκτάς στην κορυφή, Εκδ. Διαφάνεια, Λευκωσία 2001, 51.
«μην αδικήσω ποτέ μου άνθρωπο, ζώο, πετούμενο ή πράγμα»: Πρβλ. Ρωξάνη Νικολάου, Ψαλιδιστής, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός 2018, 53.