O Καρλ Λέβιτ και η Επανάσταση του Χριστιανισμού

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Πώς άρχισε η φιλοσοφία της Ιστορίας; Τι εννοούμε όταν λέμε «νόημα της Ιστορίας»; Όπως υποστηρίζει ο Karl Löwith, η αναζήτηση για το νόημα της ιστορίας ήταν στην πραγματικότητα αναζήτηση για το νόημα της οδύνης μέσα στην ιστορία. Ο όρος φιλοσοφία της Ιστορίας, που συναντάται για πρώτη φορά στον Βολταίρο, δηλώνει τη συστηματική ερμηνεία της Παγκόσμιας Ιστορίας σύμφωνα με μια γενική αρχή, με βάση την οποία τα ιστορικά γεγονότα και οι σειρές των γεγονότων ενοποιούνται και κατευθύνονται προς ένα έσχατο νόημα. Η πίστη στο νόημα της Ιστορίας σημαίνει την πίστη στην ύπαρξη ενός τελικού στόχου ή σκοπού, ο οποίος υπερβαίνει τα πραγματικά γεγονότα της εμπειρίας.

Πώς όμως προέκυψε; Σύμφωνα με τον ίδιο, η πίστη στο νόημα και η ύπαρξη φιλοσοφίας τη ιστορίας έχει ως πηγή της την πίστη σε έναν τελικό σκοπό. Αυτή ήρθε στον κόσμο με τον χριστιανισμό και τη δική του ιστορία της σωτηρίας. Αυτό που άνοιξε τη θέα προς το παρελθόν και το μέλλον δεν ήταν άλλο από το γεγονός της ενανθρώπισης, της εμφάνισης του Ιησού Χριστού μέσα στον κόσμο. Για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπήρχε και δεν θα μπορούσε να υπάρχει φιλοσοφία της ιστορίας. Εκείνοι γενικά πίστευαν στη μοίρα και θεωρούσαν το μέλλον προκαθορισμένο. Οι βασικές προσεγγίσεις της ανθρώπινης ιστορίας είναι μονάχα δύο: η κυκλική κίνηση (ελληνική αρχαιότητα) και ο εσχατολογικός προσανατολισμός (χριστιανισμός). Η πίστη στην πρόοδο, ακόμη και το ιδεώδες της σύγχρονης επιστήμης κυριαρχίας στη φύση, αποτελεί μιαν εκκοσμίκευση της χριστιανικής πίστης: η ελπίδα για τη βασιλεία του Θεού στον άλλο κόσμο αντικαταστάθηκε από την ελπίδα για επίγειο παράδεισο και η επιθυμία να εκχριστιανίσουμε τους άλλους λαούς έγινε τελικά επιθυμία να εκπαιδεύσουμε τα άλλα έθνη με τις καινοτομίες του δυτικού πολιτισμού μας. Ούτε ο αυθεντικός Χριστιανισμός ούτε η Αρχαιότητα είχαν ένα τέτοιο δόγμα της ιστορικής προόδου και μάλιστα θα τη θεωρούσαν αμφότεροι ως μια μορφή ύβρεως ή βλασφημίας. Σύμφωνα με τον Löwith, ο Χριστιανισμός υπήρξε ίσως «υπεύθυνος» για την εκκοσμίκευση που τελικά υπέστη, αν και ποτέ δεν την επεδίωξε.  Με τον Ιερό Αυγουστίνο ξεκινάει η θεολογία της ιστορίας που διαιρεί την ιστορία σε ιερή (Heilsgeschichte) και κοσμική (Weltgeschichte). Ανάμεσα στα τέλη του 17oυ αι. και τις αρχές του 18ου αι., η θεολογία της Ιστορίας αντικαθίσταται από τη φιλοσοφία της Ιστορίας, ο Bossuet δίνει τη θέση του στον Βολταίρο: η πίστη στην (υπερβατική) Θεία Πρόνοια εκκοσμικεύεται ως πίστη στην (εμμενή) πρόοδο του ανθρωπίνου γένους και η ιερή ιστορία «εντάσσεται» κατά κάποιον τρόπο μέσα στην κοσμική. Με τη βαθμιαία διάλυση της πίστης στην πρόοδο, η έννοια έχασε το περιεχόμενό της και χρησιμοποιείται αυθαίρετα. Σημείο τομής ανάμεσά τους ήταν ο Ιταλός συγγραφέας Τζιαμπαττίστα Βίκο.

Η ρήξη με την παράδοση στα τέλη του 18ου αι., η Βιομηχανική και η Γαλλική επανάσταση, έδωσαν την εντύπωση πως οι ιστορικές αλλαγές είναι το παν, κάτι που έδωσε τεράστια αξία στη φιλοσοφία της Ιστορίας. Ο χριστιανισμός έφερε την εσχατολογία στον κόσμο. Για τους πιστούς χριστιανούς (π.χ. Ιερός Αυγουστίνος, Ορόζιος) η ιστορία δεν διαθέτει νόημα αφ’ εαυτού, αλλά αντίθετα, το νόημά της βρίσκεται έξω από αυτή, στο υπερβατικό γεγονός της σωτηρίας. Αν όμως είναι βέβαιο ο χριστιανισμός άνοιξε τον δρόμο σε μια πίστη στην ιστορική πρόοδο του ανθρωπίνου γένους, είναι εξίσου βέβαιο ότι αυτό συνέβη εξαιτίας του σταδιακού ξεθωριάσματος του μηνύματός του μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Αυτή η πίστη στην πρόοδο αντικαθιστά βαθμιαία την πίστη στην Πρόνοια. Τελευταίος φιλόσοφος της ιστορίας ήταν ο Χέγκελ. Τελικά, o Burckhardt απέρριψε κάθε εκδοχή του δόγματος της προόδου και όρισε την ιστορία ως μια καθαρή συνέχεια, χωρίς κανενός είδους αρχή, τέλος ή πρόοδο.

Ωστόσο, δεν υποψιαζόμαστε πόσο μας έχει καθορίσει το χριστιανικό πλαίσιο. Και μόνο το γεγονός πως η διαίρεση του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον μάς φαίνεται τόσο φυσική, φανερώνει ότι είμαστε απόγονοι της χριστιανικής παράδοσης. Ακόμη και ο απόλυτος αθεϊσμός, δηλαδή η προοπτική ενός εντελώς άδειου από θείο κόσμου, δε θα μπορούσε να ανθίσει παρά σε έναν (πρώην) χριστιανικό κόσμο, καθώς δεν είναι παρά η αντιστροφή της απόλυτης πίστης σε ένα Υπέρτατο Ον που φροντίζει τα πλάσματά Του. Σήμερα πιστεύουμε γενικά στη γραμμική εξέλιξη, αλλά δεν αναγνωρίζουμε κάποιο έσχατο νόημα σε αυτή. Με λίγα λόγια, ο σύγχρονος άνθρωπος μετεωρίζεται  ανάμεσα στη χριστιανική και την παγανιστική κοσμοθεωρία, ανάμεσα στην πίστη και τη λογική, χωρίς να ανήκει αποκλειστικά σε καμία από τις δύο. Ενώ για τους αρχαίους Έλληνες ο κόσμος ήταν θείος και αιώνιος, ενώ για τους χριστιανούς παροδικός και δημιουργημένος, στον σημερινό, μεταχριστιανικό κόσμο μας ο κόσμος είναι μια δημιουργία δίχως δημιουργό, κάτι τυχαία υπαρκτό. Με αυτό το συμπέρασμα καταλήγει την πραγμάτευσή του ο Löwith.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ