Δύο ποιητικές συλλογές τῆς Δήμητρας Κουβάτα

τοῦ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ

Δήμητρα Κουβάτα,
Σκυλί δεμένο,
Μανδραγόρας, 2017
Δήμητρα Κουβάτα,
Καθαρό οἰνόπνευμα,
Μανδραγόρας, 2020.

Ἡ πρώτη συλλογή της ἐπιγράφεται Σκυλί δεμένο καί ἐκδόθηκε τό 2017, ὅταν ἡ ποιήτρια ἦταν 47 χρονῶν. Θά πρέπει συνεπῶς νά ὑποθέσουμε πώς πρόκειται γιά ὥριμο καρπό μιᾶς πολύχρονης δουλειᾶς. Εἴτε αὐτό ἰσχύει εἴτε ὄχι, ἐκεῖνο πού παρατηρῶ εἶναι πώς ἡ συλλογή αὐτή σκιάζεται ἀπό τήν ποίηση τῆς Κικῆς Δημουλᾶ. Σύντομο δεῖγμα:

Ἡ ἀπουσία
εἶναι γένους θηλυκοῦ
γι᾿ αὐτό καί γεννᾶ συνέχεια νέους ἀπογόνους.
Πολλαπλασιάζεται.

Ἔτσι ἀρχίζει τό ποίημα «Τά μαθηματικά τῆς ὕπαρξης», πού συνεχίζεται στήν ἴδια γραμμή. Παρόμοιο εἶναι τό ποίημα «Πρίν τόν ὕπνο», καθώς καί τό ποίημα «Οἰκιακή οἰκονομία». Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις ἔχουμε τό παιχνίδι μέ τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά, κατά τό προηγούμενο τῆς Δημουλᾶ. Μολαταῦτα δέν ἔχουμε ἕνα βιβλίο καθολικῆς δημουλαϊκῆς ὑποτέλειας. Γιατί ταυτόχρονα διακρίνονται καί τά σημάδια μιᾶς ἰδιαίτερης ἀτομικότητας. Κάτι πού συμβαίνει λ.χ. στό παγνιῶδες κείμενο «Νήπιες λέξεις» καί στό ἐπίσης παιγνιῶδες «Στή σταύρωση», ἀλλά καί στό ὄχι παιγνιῶδες «Νυχτερινό ἄλγος». Ἐδῶ ἀνιχνεύονται στοιχεῖα ἀπό τά μικροπράγματα τῆς καθημερινότητας μέ προσωπικό χαρακτήρα. Ὅμως τό καλύτερο δεῖγμα, γιά τό τί μπορεῖ νά πετύχει σέ μιά τυχερή στιγμή ἡ Κουβάτα, εἶναι τό ποίημα «Ἐαρινή κόπωση», πού τό παραθέτω ὁλόκληρο:

Σάββατο κι ἔξω ἄνοιξη.
Ὡραῖος καιρός, εἶπα.
Κι ἄρχισα.

Σήκωσα ἀπό τίς μασχάλες
κι ἔσυρα ἔξω
τά χαλιά,
μισολιπόθυμα ἀπό τόν μακρύ χειμώνα.
Τ᾿ ἀπίθωσα ἀνάσκελα σάν ναυαγούς
νά ζεσταθοῦν στόν ἥλιο.
Ξεγύμνωσα γωνιές ἀπ᾿ τίς ἀράχνες τους,
γιά νά φανεῖ
ἄν τέμνονται στ᾿ ἀλήθεια οἱ γραμμές τους.
Ἀναποδογύρισα ἀσελγῶς
ὅλες τίς πολυθρόνες.
Μά οὔτε ἐδῶ σταμάτησα.
Ἔσυρα βίαια ἀπό κάτω τους, τραβώντας ἀπ᾿ τά πόδια,
χνούδια πολλά,
πού ὑποχωροῦσαν ἔντρομα σέ κάθε κίνησή μου.
Κοιτώντας γύρω ἐντόπισα τίς δαχτυλιές.
Χωρίς νά βρίσκουνε διαφυγή
Ἀναρριχοῦνταν ρυπαρές πάνω στίς τζαμαρίες.
Τίς ἔσβησα
τρίβοντας μέ μανία εἰρκτῆς
ὅπως κι ἐγχάρακτες πατημασιές
πού ἄφησαν ἄρβυλα καί παντόφλες.

Ἔπειτα
κάθιδρη
κατάκοπη,
κάθισα καταμεςῆς τοῦ σαλονιοῦ
κι ἔκλαψα
γιά τόν κατ’ οἶκον ἰσόβιο περιορισμό
Σάββατο μέρα
ἅμα τῶ ἦρι ἀρχομένω.

Ὅ,τι προέχει ἐδωπέρα εἶναι ὁ συγκεκριμένος λόγος, ἡ λεπτομέρεια, ὁ χαμηλός τόνος, ἡ φραστική λιτότητα, τό συναίσθημα καί ἡ ὑπαρξιακή ἔνταση πού βγαίνει ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές τῶν στίχων.

Ἡ δεύτερη συλλογή ὀνομάζεται Καθαρό οἰνόπνευμα καί χωρίζεται σέ δύο ἑνότητες: «Α. Φερτά ὑλικά» καί «Β. Ἕως τήν πέτρα ὀργωμένα». Ἡ δεύτερη ἑνότητα ἀναφέρεται στό ἐρωτικό θέμα. Ἀπό ποιοτική ἄποψη δέν βλέπω νά χρειάζεται ξεχωριστή ἀναφορά σ᾿ αὐτές τίς δυό ἑνότητες. Διάκριση ὅμως χρειαζεται νά γίνει ἀνάμεσα στήν πρώτη καί στή δεύτερη συλλογή. Ἡ δεύτερη, τό Καθαρό οἰνόπνευμα, ἄν καί χρονολογικά ἀπέχει λίγο ἀπό τήν πρώτη, ἀπό ποιητική ἄποψη φαίνεται ν᾿ ἀπέχει ἀρκετά. Ἴσως γιατί τά κείμενα τῆς πρώτης ἔμειναν ἀρκετό καιρό στό ράφι. Ἡ πρώτη διαφορά, τῆς δεύτερης συλλογῆς ἀπό τήν πρώτη, εἶναι ὅτι στή δεύτερη ἔχει ἐξαφανιστεῖ ἤ σχεδόν ἡ σκιά τῆς Δημουλᾶ. Ἄλλη διαφορά εἶναι ὅτι ὁ λόγος στή δεύτερη τείνει νά ἀποκτήσει ἕναν κάποιο ἑρμητισμό. Ὅπως στίς συνθέσεις «Στό πρῶτο ἄνοιγμα», «Ζεστοί στό ἴδιο γάλα», «Πρῶτες βοήθειες». Ἡ συλλογή ὡστόσο ξεκινάει μ᾿ ἕνα καθαρότατο, ὅσο καί ποιοτικό κείμενο, πού ἐπιγράφεται «Ἡ δενδροκόμος». Σέ παρόμοια σειρά ποιότητας συναντοῦμε τά: «Ὀσμαντάκα Λάζαρος», «Δεκαπεντασύλλαβος», «Δέν θέλω νά θυμίζεις», «Μαγδαληνῆς», κ.ἄ. Ἀπό αὐτά παραθέτω παρακάτω τό «Δεκαπεντασύλλαβος» ἀπό τήν πρώτη ἑνότητα:

Στή μέση νά σπρώξω τοῦ σπιτιοῦ
τραπέζι καρυδένιο
καί τίς καρέκλες ἀδειανές ἀραδιαστές στό πλάι;

νά φέρω μές στή χούφτα μου τό φῶς γιά τίς λαμπάδες;

κάποια στιγμή τόν φέρανε.
ἔλαμψε τό μαντήλι του στά ἄσπρα γόνατά της
νά ξενυχτᾶ τόν ἔρωτα
σφαγμένο
σάν φεγγάρι.

Δέν ἦταν θέαμα αὐτό γιά τά μικρά κορίτσια·

γι’αὐτό τ᾿ ἀπομακρύνανε
καί περισσότερα
δέν εἶδαν.
Ἄκουγαν μόνο τίς κραυγές -ὄχι τοῦ σκοτωμένου.

Καί τό «Δέν θέλω νά θυμίζεις» ἀπό τή δεύτερη ἑνότητα:

Θά ἔρθεις
καί θά κρεμάσεις στό καρφί
τό ἄσπρο πουκάμισο: ὅπως πάντα.
Στόν ὕπνο σου θά σέ κοιτῶ,
ὅπως γυναίκα μοναχή κοιτάζει ἀπ᾿ τό παράθυρο
ἀπέναντι τό Πήλιο.

Θά ξαναγίνεις ὅπως σ᾿ ἤθελα. Ὅπως
σέ διάλεξα, θά ξαναγίνεις:
Πίνδος
πού γάνιασα γιά νά σέ περπατήσω.
Ἀπό τήν Πρέβεζα στή Λάρισα,
ἀπό τόν Παγασητικό στό Μεσολόγγι.
Θά στάζουνε τόν ἱδρῶτα οἱ λιμνοθάλασσες.
καί γύρω, νά στολίζουν τό Αἰγαῖο σου
τά φῶτα μου,
φῶτα βυθοῦ πού ἀνέσυρα γιά σένα.

Δέν θέλω ὥς καί στόν ὕπνο σου
τό κάθαρμα πού εἶσαι
νά θυμίζεις.

Στίς καλύτερες στιγμές ἀπό τό Καθαρό οἰνόπνευμα, συναντοῦμε πάλι τά θετικά γνωρίσματα πού εἴχαμε συναντήσει στό ποίημα «Ἐαρινή κόπωση» τῆς πρώτης συλλογῆς. Τάση πρός τόν συγκεκριμένο λόγο, προσωπικές λεπτομέρειες τῆς καθημερινότητας, λιτότητα φραστική, συναισθηματική καί ὑπαρξιακή ἔνταση πού ὑποβάλλεται ἀνάμεσα ἀπό τίς κειμενικές γραμμές.

Συμπερασματικά θά ἔλεγα πώς ἡ Δήμητρα Κουβάτα μ᾿ αὐτές τίς δυό συλλογές ἔχει δώσει σοβαρές ὑποσχέσεις. Ἄν καί ἔχει περίπου ψυχανεμιστεῖ τόν προσωπικό της κόσμο, μένει ἀκόμα πολλή δουλειά νά κάνει.

Γιῶργος Ἀράγης
Πεδινή, Δεκέμβρης 2020

Σημείωση ἐκτός θέματος. Στή σύνθεση «Ζεστοί στό γάλα», συναντῶ τούς στίχους: «Μπροστά ἐσύ, πίσω ἐγώ / κομβόι φορτωμένο.» Ἄν γενικέψω ἀπόλυτα, θά πρέπει νά θεωρήσω πώς ἡ φιλόλογος Δήμητρα Κουβάτα, δέν ἔχει διαβάσει Μυριβήλη, Βενέζη, Θεοτοκᾶ, Μπεράτη καί νεότερους, μέχρι καί Ἀσλάνογλου ὁ ὁποῖος ἔχει γράψει στό ποίημα «Μές στ᾿ αὐτοκίνητα» (Ὁ Θάνατος τοῦ Μύρωνα) τόν πρῶτο στίχο: «Ἔτσι καθώς κατηφορίζει ἡ φάλαγγα…». Μερικοί ἀγράμματοι δημοσιογράφοι ἀντί τῆς ἑλληνικῆς λέξης «φάλαγγα» χρησιμοποιοῦν τήν ἀγγλική «κομβόι». Ἀλλά αὐτοί ἐξαιροῦνται, ὄχι ὅμως κι οἱ γραμματισμένοι.