Παραλειπόμενα τ΄ Άη Νικόλα

Πρόδρομες σημειώσεις μιας παράλληλης ανάγνωσης των αγιορειτικών ημερολογίων του Ν. Καζαντζάκη & του Ά. Σικελιανού

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χάρη στην πρόσφατη εκδοτική επιμέλεια και τον κόπο της Χριστίνας Ντουνιά και της Παρασκευής Βασιλειάδη, έχουμε πια στα χέρια μας το ―από ετών πολλών επιποθούμενο― αγιορείτικο ημερολόγιο του Νίκου Καζαντζάκη ώστε να συμπληρώσει τη ματιά μας στις αγιορείτικες εμπειρίες του αδελφικού ζεύγους Σικελιανού-Καζαντζάκη.[1] Το ταξίδι τους στο Άγιον Όρος πραγματοποιήθηκε από τις 14 Νοεμβρίου ώς τις 22 Δεκεμβρίου 1914 (στις 23/12 έβγαιναν από το Άγ. Όρος για τη Θεσσαλονίκη). Με αφορμή την χθεσινή γιορτή του αγίου Νικολάου (ημέρα ονομαστικής γιορτής του Καζαντζάκη άλλωστε) θα παραθέσω ένα σύντομο σημείωμα σχετικά με τις αντίστοιχες καταγραφές αυτής της ημέρας, από μια συνολικότερη (εν εξελίξει) μελέτη των δυο αυτών ημερολογιακών καταγραφών. (Κι ως εκ τούτου θα περιοριστώ μόνο σε επιμέρους συμπεράσματα που εξάγονται από αυτές μόνον τις καταγραφές).

Πρώτα απ’ όλα ας παραθέσω τις ημερολογιακές εγγραφές των δυο ταξιδιωτών. Ξεκινώ με του Σικελιανού (Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο, εισ.-επιμ. Ιωάννα Κωνσταντουλάκου-Χάντζου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988, σ. 201-205):

Σκήτη Καυσοκαλυβίων,
6 Δεκεμ. 914,
Ἁγίου Νικολάου.
 
Ἐπισκεφτόμαστε τοὺς
ξυλογλύπτες.
Ὁ ἕνας μὲ τὰ γκρίζα
μάτια.
Ὁ ἄλλος ξυπνώντας
ἀπ᾽ τὸν ὕπνο, ἁπαλό-//
τατος, ὠχρός,, μὲ τὰ
γένια σὰν μετάξι γύρω
ἀπὸ μυτερὸ πρόσωπο,
καὶ βαθιὰ παρθενικὰ
μάτια. Τὸ χέρι του
εἶναι ἁπαλὸ σὰν κέρι-
νο, ἀλαφρὸ σὰν ἀν-
τίδωρο.
Πηγαίνομε ἔπειτα
Στὸν ξυλογλύπτη Ἀρ-
σένιο, πού ᾽κανε τὸ//
ἐγκόλπιο τῶν Καρυῶν,
τὴ Δευτέρα Παρουσία.
Αὐτοδίδακτος· ἄρχισε
ἀπὸ μικροὺς ἄξεστους
σταυρούς. Δούλεψε
15 χρόνια τὴ Δευτέρα
Παρουσία. Σὲ κάθε
πρόσωπο ἔδωκε ἔκ-
φραση. Στὴν ὄψη του
ἔχει σταλαγμένο τὸ
φῶς τῆς ἐργασίας.//
Στὸ μικρό του δωμά-
τιο, ὅλα τὰ σὐνεργα
τῆς τέχνης του.
Οἱ ἀρχὲς τοῦ ἔργου
ébauche.
Τὸ κοτσύφι του.
Τρώει σμυρτιὰ ἀπ᾽
τὸ χέρι, κουκκὶ
κισσοῦ, ζυμάρι.
Μιὰ πίστη στὸ ἄνθρωπο.
Μαῦρο γυαλιστερό.//
Τὴ νύχτα, ἡσυχία. Ξανα-
θυμοῦμαι τὸν Πανσέληνο
στὴ βεράντα τῶν Ἰωασα-
φαίων. Βαθύτατη
συνείδηση τῆς ἠθικῆς μου
ἀνάτασης στὸ ἔργο ποὺ
δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βρεῖ
μιὰ ἠχώ. Ὅ λ ο μ ο υ
τ ὸ ἔ ρ γ ο π ι ὰ σ τ ε ρ ε ω μ έ ν ο
σ τ ὴ θ έ λ η σ η, ὡ ς σ ὲ β ρ ά-
χ ο, α ἰ ώ ν ι α.  

Και συνεχίζω με την αντίστοιχη του Καζαντζάκη (Άγιον Όρος Ν/βρης – Δ/βρης 1914: Ημερολόγιο, επιμ.-εισ.-σχόλια Χριστίνα Ντουνιά – Παρασκευή Βασιλειάδη, Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, Ηράκλειο 2020, σ. 51-52):

6 Δεκεμβρίου Ιωασαφαίοι

Αγ[ίου] Νικολάου· εορτάζ[ομε] με λουκούμ[ια] παρά το αναμμένο τζάκι.

Επίσκεψη στους δυο ξυλογλύπτες που έκαναν κουτάλια: ο ένας με μάτια étranges, μπλε και πράσινα ανοιχτά, ο άλλος μαλακός σαν κορίτσι, ωχρός, με λεπτότ[ατα] χέρια και με δυο μαύρα μάτια που γυάλιζαν. Με αγάπη εσκάλιζαν το ξύλο και ζούσαν.

Έπειτα επίσκεψ[η] στον Αρσένιο που έκαμε το ωρ[αίο] εγκόλπιο της Δευτέρας Παρουσίας που είδαμε στις Καρυές. Ήσυχος και μετριόφρ[ων] σαν αληθινός εργάτης του ιδανικού, μιλούσε λίγα. Αδύνατος, εύχαρις. Στο δωμάτιό του πλήθος εργαλεία. Μας έδειξε τα πρώτα του έργα = ατεχνότατοι σταυροί, άξεστοι. Πώς επροχώρ[ησε], πώς με τον έρωτα που ξέρει να θέλει και να περιμ[ένει] έφτασε σε μιαν κορφή, άξια σεβασμ[ού]!

Στην αυλή τους = κρεμασμ[ένο] ένα κλουβί με ωραιότ[ατο] κοτσύφι. Κατάμαυρο, με κίτρινο ράμφος, χαριτωμ[ένο] και σβέλτο.

~.~

Πρέπει να συγκεντρωθώ, ν’ αποδώσω σε εικόνες και θρησκ[εία] την καρδ[ιά] μου που σαλεύει και παλεύει σαν τη θάλασσα. Ένα έργο με πρωτότυπη φόρμα και πνοή που να κλει όλο τον έρωτα και τη θερμότ[ητα] του ανασασμού μου. Κάτι που ν’ ανοίγει το μυστικό της ζωής, ως ο ήλιος τον κρίνο.

Αχ! Η γαλήνη η βραδινή στον εξώστη του ατελιέ των Ιωασαφαίων! Η θάλ[ασσα] κάτω αχεί και πάνω στο βουνό ανάβ[ουν] τα φώτα στις Σκήτες.

Παντού στο β΄ αντί να κυριαρχεί ο Πανσέλ[ηνος] να κυρ[ιαρχεί] ο Χριστός (=Διόν[υσος]).

~·~

Σε αντίθεση με τον Σικελιανό ο Καζαντζάκης κρατά σημειώσεις με σαφή την ημερολογιακή ένδειξη. Έτσι μας πληροφορεί ότι έφθασαν στους Ιωασαφαίους από τις 5 Δεκεμβρίου. Ο Σικελιανός ενώ παρέχει ορισμένες σαφείς σχετικά ενδείξεις, αυτές φωτίζονται πλήρως όμως κι αδιαμφισβήτητα μόνον από τις ημερολογιακές εγγραφές του Καζαντζάκη. Γράφει π.χ. ο Σικελιανός πριν το χρονολογημένο απόσπασμα της 6ης Δεκ.: «Νὰ στείλω στοὺς Ιωασαφαίους φωτογραφίες εἰκόνων τῆς ἰταλικῆς Ἀναγεννήσεως (Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο, σ. 199). Ή παρατηρούμε πως η περιγραφή της διαδρομής από την Λαύρα στην Κερασιά περιγράφεται με παρόμοιο τρόπο και στους δύο, αλλά χάρη στη χρονική μνεία του Καζαντζάκη, μπορεί τώρα πλέον και η περιγραφή του Σικελιανού να τοποθετηθεί στο ακριβές χρονικό της πλαίσιο. Από την άλλη βέβαια (κι αυτό είναι μία σαφής ένδειξη της μυστικής ενότητας και σύμπνοιας που συμπλέκει όχι μονάχα τους δύο άντρες μεταξύ τους αλλά και τις ημερολογιακές τους σημειώσεις μαζί τους), ο πιο χαλαρός στις μνείες τις ημερολογιακές Σικελιανός, δια του ημερολογίου του Καζαντζάκη, βοηθάει να τοποθετήσουμε χρονικά κάποιες από τις λέξεις τις μαζεμένες σα γλωσσάρι μετά το πέρας του ημερολογίου του ίδιου του Καζαντζάκη.[2] Όπως π.χ. η λέξη αητόμαυρο=κανελί (Άγιον Όρος, σ. 114), που συναντάται και στον Σικελιανό την ημέρα της άφιξής τους στους Ιωασαφαίους (όπως καταδεικνύει ήδη η ημερομηνία του Καζαντζάκη). Και αυτό το ελάχιστο σημείο δεν είναι φυσικά και το μόνο αλλά ούτε και το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της συμπληρωματικότητας-παραπληρωματικότητας των δύο ημερολογίων.

Φυσικά ο Καζαντζάκης εδώ, λόγω της ονομαστικής του εορτής, σημειώνει πως γιόρτασαν με λουκούμια πλάι στο τζάκι. Η εντύπωση που αποκομίζουν από τις μορφές των μοναχών είναι σχεδόν ταυτόσημη, η περιγραφή όμως διαφέρει κάπως· του Σικελιανού δείχνει πιο αισθαντική και πιο εικονοποιητική: «μὲ τὰ γένια σὰν μετάξι γύρω ἀπὸ μυτερὸ πρόσωπο, καὶ βαθιὰ παρθενικὰ μάτια. Τὸ χέρι του εἶναι ἁπαλὸ σὰν κέρινο, ἀλαφρὸ σὰν ἀντίδωρο». Και των δυο η ματιά (καταγραμμένη με τη γραφίδα τους πια) περνάει από τους ανθρώπους στα πράγματα σαν μιλούν για το δωμάτιο του Αρσένιου που είναι γεμάτο με τα εργαλεία της τέχνης του, αλλά και συνάμα οδηγεί την κρίση τους για την προσωπικότητα και την τέχνη του ξυλογλύπτη. Σ’ αυτό το σημείο όμως νιώθω πως οι κρίσεις, που φανερώνουν οι φράσεις τους, προδίδουν και τον διαφορετικό τους ψυχισμό και την αντίληψή τους σε σχέση προς τη δημιουργία. Ο Σικελιανός σημειώνει πως ο ξυλογλύπτης Αρσένιος ήταν αυτοδίδακτος κι «άρχισε ἀπὸ μικροὺς ἄξεστους σταυρούς» και πως «Στὴν ὄψη του ἔχει σταλαγμένο τὸ φῶς τῆς ἐργασίας» ενώ ο Καζαντζάκης φαίνεται να εστιάζει σε μια διαδικασία που ναι μεν στηρίζεται σε μια άσβεστη επιθυμία (έρωτα γράφει), αλλά για να φτάσει στην κορύφωσή του πρέπει να ξέρει να θέλει και να περιμένει. Ο Σικελιανός φαίνεται να επιμένει στη σημασία της αυτοδιδαχής (με την οποία προχωρούσε και θήτευε ο ίδιος ακόμη και τη γνωριμία του με το Άγιον Όρος) αλλά και του ενδιάθετου κι έμφυτου τάλαντου που με τον χρόνο γίνεται σταλαγμένο φῶς τῆς ἐργασίας στα μάτια του τεχνίτη. Ίσως η ‘διαφορά’ προς την εκπλήρωση του δημιουργικού στόχου αλλά κι η προσωπική αντίληψη των δυο τους για τις προς τούτο προτεραιότητες να υποσημαίνεται μες από τούτη την αχνή διαφοροποίηση. Θαρρώ εν ολίγοις πως ενώ ο Σικελιανός (χωρίς να παραθεωρεί την αξία της σκληρής διαμορφωτικής εργασίας) τονίζει το φυσικό τάλαντο (που το είχε άφθονο, πηγαίο κι αστείρευτο ο ίδιος), ο Καζαντζάκης πάνω κι απ’ τον ερωτικό σπινθήρα της έμπνευσης επιμένει στην αξία της εργασίας, της προσπάθειας και της επιμονής για να φτάσει κανείς στην κορφή. Κι ίσως δεν ήταν διόλου τυχαία η αφορμή που του δόθηκε για αυτό το σχόλιο: η εργασία του Αρσένιου πιθανώς παραβλήθηκε στα μάτια τού Καζαντζάκη προς τη δική του υπομονετική κι επίμονη σμίλεψη του λόγου στα γραπτά του.

Τη νύχτα τη μοιράστηκαν μαζί κι οι δυο στη βεράντα των Ιωασαφαίων, μες στη γαλήνη και την ησυχία της. Εκεί ή λίγο αργότερα στις συζητήσεις που κάναν στα κρεβάτια τους φαίνεται πως ξαναγύρισε η μνήμη κι ο λόγος τους στον Πανσέληνο που κι οι δυο εκείνη τη στιγμή μνημονεύουν. Ο εσωτερικός βηματισμός τους είναι τόσο συνταιριασμένος που διόλου τυχαία ή απρόσμενα κλείνουν κι οι δυο τους τις σημειώσεις της ημέρας καταγράφοντας τις ενδόμυχες σκέψεις για το έργο τους. Ο Καζαντζάκης βλέπει ως έργο (εν προόδω) την απόδοση σε θρησκεία της εσωτερικής του διαπάλης («την καρδ[ιά] μου που σαλεύει και παλεύει σαν τη θάλασσα»), από τον αρχικό έρωτα ίσαμε την ολική και πλήρη ωριμότητα του ανασασμού του, που αβίαστα να ξεκλειδώνει την ουσία της ζωής, δηλώνοντάς το με μια χαρακτηριστικότατη κι εντυπωτική εκόνα: «Κάτι που ν’ ανοίγει το μυστικό της ζωής, ως ο ήλιος τον κρίνο». Ο Σικελιανός από την άλλη, έχοντας πλέον πλήρη συνείδηση της ηθικής του ανάτασης, νιώθει πως το έργο του είναι μοναδικό κι ανόμοιαστο «δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βρεῖ μιὰ ἠχώ». Ταυτόχρονα όμως είναι κι ακλόνητα θεμελιωμένο στη θέληση (του;) επάνω, σαν σε βράχο αμετακίνητο. Κι οι δυο πάντως προσβλέπουν στην ακλόνητη σταθερότητα και συμπάγεια που προσφέρει είτε η αμετάβλητη φύση είτε η θρησκεία, είτε ίσως μια φυσική, ζωϊκή, θρησκεία που ονειρευόντουσαν (ταυτίζοντας Χριστό και Διόνυσο).

Στις τελικές τους αυτές επιθυμίες αντανακλάται ενδεχομένως κι ο τρόπος που σχολίασαν προηγουμένως το έργο του Αρσένιου.

Άφησα για το τέλος μια μικρή, τρυφερή, παρατήρηση (που κάνουν και οι δυο τους πάλι): το κοτσύφι του γερο Αρσένιου. Ο Σικελιανός το βλέπει να τρώει την τροφή του απ’ το χέρι του Αρσένιου «μαῦρο γυαλιστερό», δηλώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πίστη στον άνθρωπο. Ο Καζαντζάκης σημειώνει πως ήταν «κατάμαυρο, με κίτρινο ράμφος, χαριτωμ[ένο] και σβέλτο», μα και κρεμασμένο σ’ ένα κλουβί το «ωραιότ[ατο] κοτσύφι».

Στην ακροτελεύτια όμως καταγραφή της προηγούμενης ημέρας (5 Δεκ.) πάλι μιλά για ένα κοτσύφι: «Ένα ευαγγέλιο και ένα κοτσύφι». Τούτη η επίμονη καταγραφή του, μου θύμισε έναν διάλογο που μεταφέρει χρόνια μετά στην Αναφορά στον Γκρέκο, στο έμπα μόλις του Αγιονόρους, στο λιμανάκι της Δάφνης:

― Τι κάθεσαι και μου λες; Εμείς έχουμε ένα κότσυφα στο Μοναστήρι που ψέλνει το Κύριε εκέκραξα και το Χριστός ανέστη και σαστίζει ο νους σου· τόνε λέμε πάτερ Κότσυφα· κι έρχεται στην εκκλησιά μαζί μας· και τη Σαρακοστή νηστεύει.

― Δε θά ’ναι κότσυφας, πάτερ Λαυρέντιε, είπε ο νέος συλλογισμένος, δε θά ’ναι κότσυφας… (Αναφορά στον Γκρέκο, σ. 197).

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ


[1] Αν και σύμφωνα με τα γραφόμενα του Κώστα Μπουρναζάκη παραμένει ακόμη ανέκδοτο το β΄ μέρος του σικελιανικού ημερολογίου (11 Δεκ.-25 Δεκ. 1914), που κατέχει ο ίδιος (Χρονογραφία Άγγελου Σικελιανού, Ίκαρος, Αθήνα 2006, σ. 289).

[2] Κι ο Σικελιανός καταγράφει ιδιαίτερες λέξεις κι ονόματα αλλά όχι ξέχωρα από το σώμα του ημερολογίου του· τις καταχωρίζει όπου τις συναντά, μέσα στις συνεχόμενες καταγραφές του.