Άγονη Ερημιά: Ο Χάρης Βλαβιανός σχολιαστής του Έλιοτ

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

«… Ξεφυλλίζοντας τις Σημειώσεις της Άγονης γης υπέπεσαν στην αντίληψή μου παραλείψεις, καταφανή λάθη και αβλεψίες που με παρακίνησαν να στραφώ σε μιαν ενδελεχέστερη εξέταση του κειμένου. Έβαλα λοιπόν κάτω τα βιβλία και ξεκίνησα προσεκτικά την παράλληλη ανάγνωση. Η αρχική εντύπωση της εμφανούς ομοιότητας πολλών σημειώσεων του Χάρη Βλαβιανού με αυτές του Λώρενς Ρέινυ καθώς προχωρούσε η ανάγνωση γινόταν ακλόνητη βεβαιότητα για την αυτολεξεί αντιγραφή και πλήρη οικειοποίηση των σημειώσεων του Ρέινυ από τον Χ.Β., χωρίς ίχνος αναφοράς στον ίδιο τον Ρέινυ, πολλώ δε μάλλον κριτικού ελέγχου, έτσι ώστε να αντιγράφονται ακόμη και τα λάθη του Βρετανού πανεπιστημιακού

… Αν και το βαρύτερο σφάλμα, δεν είναι όμως το μόνο που χαρακτηρίζει τη σύνταξη των Σημειώσεων στην Άγονη γη. Παραλείψεις και περικοπές σημειώσεων του ίδιου του Έλιοτ, αβλεψίες και προχειρότητα, αμέλεια ενιαίας εποπτικής φροντίδας και της όλης τελικής επιμέλειας φανερώνουν μία επιπόλαιη βιασύνη και αδιαφορία για την τελική αρτιότητα του εκδοτικού αποτελέσματος. Αδιαφορία που παρουσιάζεται ως αλαζονική επίδειξη γνώσης, εμβριθούς έρευνας και πρωτοτυπίας, αδιαφορία δηλονότι και υπεροπτική υποτίμηση του αναγνώστη …»

~.~

ÁΓΟΝΗ ΕΡΗΜΙÁ
Ο Χάρης Βλαβιανός σχολιαστής του Έλιοτ
Οι Σημειώσεις στην «Άγονη γη»

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη συζήτηση γύρω από την καινούργια μετάφραση του The Waste Land του Έλιοτ, από τον Χάρη Βλαβιανό (στο εξής: Χ.Β.) και ιδίως την πρόσφατη πύκνωση των κειμένων περί αυτήν στα περιοδικά Athens Review of Books (τ. 120-122, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2020) και the booksjournal (τ. 112, Οκτώβριος 2020). Οι σοβαρές δε ενστάσεις του Νάσου Βαγενά ήταν ο κύριος λόγος για να πάρω στα χέρια μου τη νέα αυτή μετάφραση της Άγονης γης, καθώς πρώτος αυτός ήδη «άσκησε επικριτική κριτική για τη μεταφραστική μέθοδο του Σεφέρη και για τις επιπτώσεις που είχε αυτή στην ιστορία της νεοελληνικής μετάφρασης της ποίησης»[1] αλλά και εξαιτίας της ενασχόλησής του με τις μεταφράσεις της Έρημης Χώρας (έστω και μπορχεσιανώ τω τρόπω).[2]

Βεβαίως και δεν θεωρώ τη μετάφραση του Σεφέρη ιερή και απαραβίαστη, και, παρά την επίδραση που έχει ασκήσει, είναι αναγκαίο κάθε εποχή να αποπειράται τις δικές της μεταφραστικές εκδοχές. Εξάλλου τρεις νέες μεταφράσεις είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία τρία χρόνια. Από την άλλη βρίσκω εξαιρετικά πειστικά τα επιχειρήματα και υπερεπαρκή τα τεκμήρια του Βαγενά, σε σχέση με τις επιλογές του Χ.Β., αλλά και συμμερίζομαι πλήρως την κρίση του: «Η μετάφραση του The Waste Land του Έλιοτ από τον Χάρη Βλαβιανό κρινόμενη με τους όρους των απόψεών του για τη μετάφραση της ποίησης, είναι περισσότερο από ικανοποιητική. Είναι καλή» (ARB, τ. 120, σ. 31).

Η έκδοση της Άγονης γης αποτελείται από μια Εισαγωγή, τη μετάφραση του ποιήματος αντικριστά από το πρωτότυπο, Σημειώσεις, Βιογραφικό Σημείωμα του ποιητή, Εργογραφία και Βιβλιογραφία. Πέραν της μεταφράσεως, τα στοιχεία για τα οποία επαινείται η νέα μετάφραση από αρκετούς εκ των κριτικών της είναι η Εισαγωγή και οι Σημειώσεις του μεταφραστή. Η μεν Εισαγωγή ξεκινά επεξηγώντας την επιλογή του τίτλου (Άγονη γη) εν αναφορά προς τις προηγούμενες μεταφράσεις των Παπατσώνη, Σεφέρη και Κύρου. Και στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος της περιγράφει κατά χρονολογική σειρά τη ‘Συγγραφή της Άγονης γης’. Εκεί ο Χ.Β. αφού αναγνωρίζει την μεγάλη σημασία δύο εμβληματικών έργων (Rainey Lawrence, The Annotated Waste Land with Eliot’ s Contemporary Prose, Yale University Press, 2005· και Eliot T. S., The Waste Land: A Facsimile & Transcript of the Original Drafts Including the Annotations of Ezra Pound, ed. Valerie Eliot, Harcourt Brace Jovanovich, Inc., New York 1971)[3] ομολογεί ότι για τη σύνταξη αυτής της ενότητας: «Στηρίζομαι σχεδόν αποκλειστικά στις πληροφορίες που δίνουν ο Ρέινυ και η Βάλερι Έλιοτ».[4] Για δε τις σημειώσεις του, αναφέρει: «Πιστεύω ότι με τις εκτενείς Σημειώσεις που ακολουθούν τη μετάφρασή μου ―οι οποίες συμπληρώνουν αυτές του Έλιοτ― ο αναγνώστης που πραγματικά ενδιαφέρεται να κατανοήσει το ποίημα και την τεχνική του Έλιοτ δεν θα αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες»,[5] και «Στις σημειώσεις του Έλιοτ έχω προσθέσει τις δικές μου, που θεωρώ ότι διευκολύνουν την ανάγνωση και κατανόηση του ποιήματος. Τις έχω τοποθετήσει σε αγκύλες [ ] για να ξεχωρίζουν από αυτές του Έλιοτ» (σ. 106).

Ας σημειωθεί εδώ ότι δύο εκ των κριτικών, οι οποίοι αναφέρονται (μεταξύ και άλλων προσώπων) και στις ευχαριστίες του μεταφραστή «για τις χρήσιμες υποδείξεις τους» (σ. 48), σημειώνουν τα ακόλουθα για τις σημειώσεις του μεταφραστή. Ο μεν Ευριπίδης Γαραντούδης γράφει: «Έτσι, η ποιότητα της μετάφρασης του Βλαβιανού υποστηρίζεται και από τις Σημειώσεις που επιτάσσει στο ποίημα (σ. 105-159). Στις σημειώσεις αυτές μεταφράζονται οι πληροφορίες που ο ίδιος ο Έλιοτ συνέταξε, δηλώνοντας κυρίως τις πηγές διαφόρων σημείων του ποιήματός του. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος των σημειώσεων του Βλαβιανού λειτουργεί ως εμπλουτισμός των σημειώσεων του Έλιοτ και ως πραγματολογικός φωτισμός άλλων σημείων της Άγονης γης, που ο Έλιοτ δεν σχολίασε. Αν συγκρίνουμε τις σημειώσεις του Βλαβιανού με εκείνες του Σεφέρη και των άλλων Ελλήνων μεταφραστών, οι πρώτες κρίνονται ασφαλώς πληρέστερες. Η υπεροχή των σημειώσεων του Βλαβιανού έναντι εκείνων της μετάφρασης ιδίως του Σεφέρη φαίνεται και μόνο από την έκτασή τους: οι σημειώσεις του Σεφέρη εκτείνονται σε 28 σελίδες και του Βλαβιανού στις διπλάσιες σχεδόν». Περίεργο τωόντι κριτήριο υπεροχής, μα σε μια τέτοια σύγκριση θαρρώ πως οι σημειώσεις του Κλείτου Κύρου θα κατίσχυαν πάντων και πασών, με έκταση σχεδόν 66 (μεγάλων) σελίδων. Και συνεχίζει: «Αλλά η εγκυρότητα και συνάμα η λειτουργικότητα των σημειώσεων του Βλαβιανού ως προς την υποβοήθηση της ανάγνωσης της Άγονης γης, όπως και η οικονομία τους, εδράζονται και στο ότι έπραξε το αυτονόητο. Στηρίχθηκε, όπως μαρτυρεί η πλούσια αγγλόφωνη βιβλιογραφία (σ. 169-171), στις αναλυτικά σχολιασμένες-υπομνηματισμένες εκδόσεις του ποιήματος, καθώς και στις επιστολές του Έλιοτ. Έτσι, βασική πηγή των σημειώσεών του είναι το κομβικό βιβλίο του Lawrence Rainey, The Annotated Waste Land with Eliot’s Contemporary Prose (2005)», (Καθημερινή, 18.05.2020).

Ο δε Ορφέας Απέργης σημειώνει τα ακόλουθα: «Επιπλέον, για τη συγγραφή των δικών του συμπληρωματικών σημειώσεων ο Βλαβιανός επιλέγει να βασιστεί σε δύο αγγλόφωνα βιβλία που όλοι οι παλιότεροι είτε δεν είχαν στη διάθεσή τους, είτε αγνοούσαν. Τα δυο αυτά βιβλία, όμως, είναι οι δύο κολώνες [sic] της σχετικής αγγλοσαξονικής φιλολογίας, πάνω στις οποίες δεν μπορεί παρά να στηριχθεί κάθε μεταγενέστερο οικοδόμημα. Πρόκειται για το The Waste Land: A Facsimile & Transcript of the Original Drafts Including the Annotations of Ezra Pound, 1974, με επιμέλεια και εξαιρετική εισαγωγή της Valerie Eliot, δεύτερης γυναίκας του Έλιοτ και δεύτερον, για το The Annotated Waste Land with Eliot’s Contemporary Prose, 2006, του Lawrence Rainey. Ο Κύρου δεν είχε τον Rainey, και ο Σεφέρης κανένα από τους δύο, όμως οι Παπαγγέλου και Σταμπουλού όφειλαν να τα έχουν ξεκοκαλίσει και χρησιμοποιήσει, πράγμα που μόνον ο Βλαβιανός κάνει.», (the booksjournal, τ. 112, Οκτώβριος 2020, σ. 86).

Για αυτές τις λοιπόν σημειώσεις του Χ.Β. στην Άγονη γη θα ήθελα να κάνω λόγο εδώ.

Είναι κοινότοπη αλήθεια πως η ίδια η μετάφραση αποτελεί την ερμηνευτική προσέγγιση του μεταφραστή σε ένα έργο και συναπαρτίζεται από ένα σύνολο σημείων, που ο μόχθος και η ιδιαίτερη οπτική τού ―κάθε― μεταφραστή μεταγράφει ως ερμηνευτική πρόταση στο μετάφρασμά του, άλλαις λέξεσι οι σημειώσεις ενσωματώνονται και ενυπάρχουν εντός της ίδιας της μετάφρασης, πέρα από τα κιτάπια ή τις υποσημειώσεις και διαγραμμίσεις του ίδιου του μεταφραστή πάνω σε βιβλία και χαρτιά. Η παράθεσή τους, λοιπόν, μαζί με τη μετάφραση στοχεύουν στη διευκόλυνση του αναγνώστη, αυτόν έχουν κατά νου. Λειτουργούν τρόπον τινά ως οδοδείκτες μιας πορείας προς τη μετάφραση-ερμηνεία ενός έργου από έναν συγκεκριμένο μεταφραστή μα και προς την κατανόηση και την πρόσληψη του ίδιου του έργου από τον αναγνώστη. Αυτή η κοπιώδης ερευνητική εργασία, αναπόσπαστο κομμάτι του μεταφραστικού μόχθου, πολλές φορές διεκπεραιώνεται από τον ίδιο τον μεταφραστή. Υπάρχουν περιπτώσεις όμως σημαντικών έργων πάνω στα οποία έχει εργαστεί και μοχθήσει ένα πλήθος από μελετητές και ερευνητές, φιλολόγους, κριτικούς και ιστορικούς. Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι σχεδόν υποχρεωμένος κανείς τουλάχιστον να μην τους αγνοήσει, αν όχι και να βασιστεί σε αυτούς. Δεν παύει όμως ποτέ η αναγκαιότητα της κριτικής αξιολόγησης και του ελέγχου των όποιων σχολίων του όποιου έγκυρου μελετητή. Πέραν τούτου, η μνεία τους είναι ο στοιχειώδης κανόνας τόσο για την αναγνώριση (κι επικύρωση) του έργου τους όσο και για την ευγνωμοσύνη που νιώθει κανείς για τον διαυγασμό που επέτυχαν μέσω των σχολίων τους για τους επόμενους αναγνώστες (όποιου métier). Οι σημειώσεις αποτελούν τον προσωπικό πνευματικό μόχθο του κάθε ερευνητή και η αναφορά τους καθοδηγεί τον αναγνώστη στην ευχερέστερη ή δυσχερέστερη κατανόηση του κειμένου, ο οποίος έτσι μπορεί να κρίνει, να ελέγξει, να συμπληρώσει, να διαφωνήσει ή να συμφωνήσει μαζί του. Αυτά νομίζω πως είναι τα στοιχειώδη ―και κοινώς συμπεφωνημένα (ρητώς και αρρήτως)― θεμέλια μιας πνευματικής εργασίας ερμηνείας και σχολιασμού. Πράγμα το οποίο άλλωστε, όπως είδαμε παραπάνω, και δηλώνει κι ο Χ.Β. κάνοντας ευκρινείς τις δικές του σημειώσεις από αυτές του Έλιοτ (όπως άλλωστε και όλοι οι προηγούμενοι μεταφραστές), αλλά και εκφράζοντας τις διαφωνίες, συμφωνίες ή συμπληρώσεις του επί των προγενεστέρων σχολιαστών. Φυσικώ τω τρόπω λοιπόν, αυτό αναγνωρίζουν και αποδέχονται και οι δύο προαναφερθέντες κριτικοί, επιδαψιλεύοντας την επιβράβευση στον Χ.Β. για τις σημειώσεις του, επιτονίζοντας μάλιστα τη χρήση εκ μέρους του των δύο θεμελιωδών βιβλίων για τη σπουδή του The Waste Land.

Όπως προανέφερα, η έντονη αντιπαράθεση και ο “προκλητικός” τίτλος ομολογώ πως στάθηκαν οι κύριες αιτίες για να διαβάσω αυτή τη νέα μεταφραστική απόπειρα του The Waste Land. Ξεφυλλίζοντας τις σημειώσεις της Άγονης γης υπέπεσαν στην αντίληψή μου παραλείψεις, καταφανή λάθη και αβλεψίες που με παρακίνησαν να στραφώ σε μιαν ενδελεχέστερη εξέταση του κειμένου. Έβαλα λοιπόν κάτω τα βιβλία και ξεκίνησα προσεκτικά την παράλληλη ανάγνωση. Η αρχική εντύπωση της εμφανούς ομοιότητας πολλών σημειώσεων του Χάρη Βλαβιανού με αυτές του Λώρενς Ρέινυ καθώς προχωρούσε η ανάγνωση γινόταν ακλόνητη βεβαιότητα για την αυτολεξεί αντιγραφή και πλήρη οικειοποίηση των σημειώσεων του Ρέινυ από τον Χ.Β., χωρίς ίχνος αναφοράς στον ίδιο τον Ρέινυ, πολλώ δε μάλλον κριτικού ελέγχου, έτσι ώστε να αντιγράφονται ακόμη και τα λάθη του Bρετανού πανεπιστημιακού. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από ένα μείγμα λαθών, προχειρότητας, περικοπών και παραλείψεων των σημειώσεων του ίδιου του Έλιοτ, που απόρησα πώς και δεν τα έχει επισημάνει κανείς ακόμη. Μετά και την πρόσφατη δευτερολογία του Νάσου Βαγενά, αποφάσισα να καταγράψω και να εκθέσω εδώ τα πορίσματα και τα συμπεράσματα της ανάγνωσής μου.

Με την ιδιότητα του αναγνώστη, το θεώρησα ως στοιχειώδες χρέος αναγνωστικής εντιμότητας απέναντι στον εαυτό μου, μα και τον κάθε συναναγνώστη, τον mon semblable, mon frère κι επ’ ουδενί hypocrite lecteur.

~.~

Οι σημειώσεις του Χ.Β. και οι σημειώσεις του Ρέινυ

ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΛΛΟΝ Ή ΗΤΤΟΝ ακριβοδίκαιη και διακριτική ταξινόμηση, από τις συνολικά 117 σημειώσεις του Χ.Β. και του Έλιοτ (συγκαταριθμώντας ως ενιαίες κι αυτές του Χ.Β. που ενσωματώνει σε σημειώσεις του Έλιοτ) ξεδιακρίνω τις ακόλουθες ομάδες: 27 σημειώσεις του Έλιοτ, με παράθεση των κειμένων στα οποία παραπέμπει, όπως πράττουν εν πολλοίς και ο Σεφέρης και κυρίως ο Κύρου, 39 σημειώσεις γύρω από πραγματολογικά ζητήματα ήδη γνωστά από τον Σεφέρη και τον Κύρου, χωρίς να προσθέτουν κάτι καινούργιο, 14 του Χ.Β. όπου είτε σχολιάζει το ποίημα, είτε εξηγεί τις μεταφραστικές του επιλογές, ορισμένες φορές έναντι των Σεφέρη και Κύρου, και άλλες 37. Από αυτές τις 37, μόνον οι 8 παραπέμπουν απευθείας στο έργο του Ρέινυ και είναι αυτές που αφορούν στους στίχους 1, 40, 43, 67, 182, 213, 293-294 & 356. Tις υπόλοιπες λοιπόν 30 (μαζί με αυτήν του στίχου 43), οι οποίες αποτελούν και την κρισιμότερη και νεώτερη συμβολή στην κατανόηση και ερμηνεία του The Waste Land (για την ελληνική βιβλιογραφία), θα καταγράψω και θα σχολιάσω ευθύς αμέσως. Διακρίνω με (Α) τις σημειώσεις του Χ.Β. και (Β) του Ρέινυ· ακολουθεί σύντομο σχόλιο, όπου κρίνεται αναγκαίο.

Πιθανόν λόγω αβλεψίας, σε δύο σημειώσεις του μεταφραστή δεν τοποθετήθηκαν αγκύλες, δημιουργώντας την εντύπωση ότι πρόκειται για σημειώσεις του ποιητή· πρόκειται για αυτές στους στίχους 19-20 και 22 αντίστοιχα (σ. 108 & 109).

Πριν προχωρήσω στην παράθεση κι αντιβολή των κειμένων, να πω πως ο Ρέινυ παραθέτει ξεχωριστά τις σημειώσεις του Έλιοτ (σσ. 71-74), αμέσως μετά το κείμενο του The Waste Land, και σε ξέχωρη ενότητα αναπτύσσει τα δικά του σχόλια (Editor’s Annotations to The Waste Land, σσ. 75-126). Ξεκινώ με τα προβλήματα που παρουσιάζουν οι δυο σημειώσεις που φαίνονται ότι παραπέμπουν στο κλασσικό πια T. S. Eliot, The Waste Land: A Facsimile & Transcript of the Original Drafts Including the Annotations of Ezra Pound.

1.

Α. (Χ.Β., σσ. 109-110)

Στ. 15: Μαρί: Στις σημειώσεις στο The Waste Land: A Facsimile and Transcription of the Original Drafts Including the Annotations of Ezra Pound (Harcourt Brace Jovanovich, Λονδίνο, 1974, σ. 126), η Βάλερι Έλιοτ (δεύτερη σύζυγος του ποιητή) αναφέρει ότι ο Έλιοτ «συνάντησε» την κόμησσα Marie Larisch, και παρόλο που δεν είναι γνωστό «το πού και το πότε», η περιγραφή με το έλκηθρο, «αναπαράγει κατά λέξη μια συζήτηση που είχε μαζί της». Η Μαρί Λαρίς (1858-1940) ήταν η νόθα κόρη του Λουδοβίκου Γουλιέλμου, διαδόχου του Βασιλιά της Βαυαρίας, και της ηθοποιού Henriette Mendel. Το 1859 ο Λουδοβίκος Γουλιέλμος παντρεύτηκε τη μητέρα της και παραιτήθηκε από τη διαδοχή. Το 1874 η Μαρί πήγε να ζήσει με την αδελφή του Λουδοβίκου, την Αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ («Σίσσυ») και τον γιο της Ροδόλφο. Το 1887 η Μαρί παντρεύτηκε τον κόμη Larisch von Moennich. Το 1889 ο Ροδόλφος αυτοκτόνησε στο Μάγερλινγκ μαζί με την ερωμένη του βαρόνη Mary Vetsera. Η Μαρί κατηγορήθηκε από την Αυλή ότι γνώριζε την παράνομη σχέση του ζευγαριού και θεωρήθηκε συνυπεύθυνη για τον θάνατο του Ροδόλφου. Αργότερα για να δικαιολογήσει τις πράξεις της έγραψε το βιβλίο My Past: Reminiscences of the Court[s] of Austria and Bavaria, together with the True Story of Events Leading up to the Tragic Death of Rudolph, Crown Prince of Austria (Bell and Sons, Λονδίνο, 1913). Πολλοί μελετητές πίστευαν λανθασμένα ότι οι συγκεκριμένοι στίχοι είναι φράσεις από το βιβλίο της Μαρί Λαρίς το οποίο θεωρούσαν ότι είχε διαβάσει ο Έλιοτ, η μαρτυρία ωστόσο της Βάλερι ήρθε να ανατρέψει αυτή την εκδοχή. Ο Κλείτος Κύρου στις δικές του σημειώσεις στη Ρημαγμένη γη (Ύψιλον, 1990), πολύ κατατοπιστικές στο σύνολό τους, υποπίπτει στο ίδιο λάθος.

Β. (Ρέινυ, σ. 77)

15 [Marie]: In her notes to The Waste Land: A Facsimile and Transcription of the Original Drafts (hereafter TWL:AF), Valerie Eliot states that Eliot “met” the Countess Marie Larisch, though “when and where is not known,” and that “his description of the sledding … was taken verbatim from a conversation he had with” her (p. 126). Marie Larisch (1858-1940) was the illegitimate daughter of Ludwig Wilhelm, heir to the throne of Bavaria, and Henriette Mendel, a commoner. In 1859 Marie’s father renounced his claim to the throne and married her mother. Around 1874 Marie went to live with Ludwig’s sister, her aunt, who was Empress Elizabeth of Austria, and she became a companion to the empress’s son and the heir to the throne, Archduke Rudolf. In 1877 Marie married Georg, Count Larisch von Moennich. In 1889 the archduke was found dead, together with his mistress, and it became known that Marie had served as a go-between for them, leaving her in disgrace. To justify her conduct she later wrote My Past: Reminiscences of the Courts of Austria and Bavaria, together with the True Story of Events Leading up to the Tragic Death of Rudolph, Crown Prince of Austria (London: Bell and Sons; New York: Putnam, 1913). In 1950 the book was rediscovered by a scholar of Eliot’s work, and for some twenty years, until Valerie Eliot published her account in 1971, it was thought to have served as a source for The Waste Land.

Όπως όλα δείχνουν η ―άρρητη― παραπομπή δεν αφορά στη Βάλερι Έλιοτ αλλά στον Ρέινυ. Αυτή η διαπίστωση εξάγεται (πλην της καταφανούς αντιγραφής του κειμένου του Ρέινυ) και από την εκφορά της φράσης εντός των εισαγωγικών. Το ακριβές κείμενο της Βάλερι Έλιοτ έχει ως εξής: «The assumption was that Eliot must have read the book, but in fact he had met the author (when and where is not known), and his description of the sledding, for example, was taken verbatim from a conversation he had with his niece and confidante of the Austrian Empress Elizabeth». Ας σημειωθεί πως ο Κύρου παραπέμπει στον ερευνητή που κατονομάζει και η Βάλερι Έλιοτ ως υπεύθυνο για αυτή τη λανθασμένη εικασία.

Επιπροσθέτως όμως, ας επισημάνω και μια άλλη περίεργη ανακολουθία που επιτείνει τον ισχυρισμό μου, και σχετίζεται άμεσα με την πρώτη υποσημείωση. Όπως διαπιστώνει κανείς το συγκεκριμένο έργο σε ολόκληρη την εισαγωγή αναγράφεται ―ορθώς― ως The Waste Land: A Facsimile & Transcript of the Original Drafts Including the Annotations of Ezra Pound. Από την άλλη μεριά στις δύο παραπομπές των σημειώσεων του Χ.Β. (εδώ σ. 109, και σ. 126) δηλώνεται λανθασμένα ως The Waste Land: A Facsimile and Transcription [sic] of the Original Drafts Including the Annotations of Ezra Pound, επειδή εμφανέστατα αντιγράφεται από τις σημειώσεις του Ρέινυ, χωρίς να γίνεται ταυτόχρονα και ο αναγκαίος έλεγχος ή διόρθωση.

~·~

2.

Α. (Χ.Β., σ. 126)

Στ. 139: απολύθηκε: Ο Έλιοτ χρησιμοποιεί τη λέξη “demobbed”, σύντμηση της λέξης “demobilized”. Η Βάλερι Έλιοτ στις σημειώσεις της στο The Waste Land: A Facsimile [sic] and Transcription of the Original Drafts Including the Annotations of Ezra Pound ισχυρίζεται ότι στο μέρος αυτό του ποιήματος (στ. 137-197) ο Έλιοτ αναπαράγει τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε η οικιακή βοηθός του σπιτιού τους, η Ellen Kellond.

Β. (Ρέινυ, σ. 95)

139 [demobbed]: A popular contraction of “demobilized,” or released from military service. The earliest OED citation of the term is from a newspaper, the Glasgow Herald of 2 June 1920: “Some young soldiers … who had been recently demobbed.” According to Valerie Eliot, in her notes to TWL:AF, Eliot said that this portion of the poem (lines 137-197) was “pure Ellen Kellond,” a maid who worked for them occasionally.

Εδώ ακριβώς, και εν αναφορά προς το σχόλιο στον στ. 15, θεωρώ ότι καί αυτή η σημείωση αντιγράφεται απευθείας από τον Ρέινυ, όπως υποδηλώνει και η έλλειψη μνείας της σελίδας παραπομπής στις σημειώσεις της Βάλερι Έλιοτ (όπως ακριβώς δηλαδή το παραθέτει και ο Ρέινυ). Για τον απαιτητικό αναγνώστη, ας συμπληρώσω πως η ελλείπουσα παραπομπή βρίσκεται στη σ. 127 του The Waste Land: A Facsimile & Transcript of the Original Drafts Including the Annotations of Ezra Pound.

~·~

3.

Α. (Χ.Β., σ. 113)

Στ. 31: Από το λιμπρέτο της γνωστής όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883). Η σκηνή ανοίγει σ’ ένα πλοίο που μεταφέρει την Ιζόλδη από την Ιρλανδία στην Κορνουάλη, όπου πρόκειται να παντρευτεί τον βασιλιά Μαρκ. Τη συνοδεύει ο ανιψιός του βασιλιά, ο Τριστάνος. Ξαφνικά ένας ναύτης αρχίζει να τραγουδά έναν μελαγχολικό σκοπό ― τους στίχους που χρησιμοποιεί ο Έλιοτ στο ποίημα. Αργότερα στην όπερα η Ιζόλδη αποφασίζει να σκοτώσει τον Τριστάνο και να πεθάνει η ίδια, πίνοντας δηλητήριο. Η υπηρέτριά της όμως της δίνει μια φιάλη που αντί για το δηλητήριο περιέχει ένα ερωτικό φίλτρο. Έτσι οι δύο πρωταγωνιστές ερωτεύονται ο ένας τον άλλον σφόδρα.

Β. (Ρέινυ, σ. 78-79)

31-34 [Frisch wehtweilest du]: As Eliot notes, his quotation is from the opera Tristan und Isolde (1865) by Richard Wagner (1813-1883), I.i.5-8. “Fresh blows the wind / To the homeland; / My Irish child, / Where are you tarrying?” (German). The scene opens on a ship that is transporting Isolde from Cornwall to Ireland, where she is to marry King Mark. She is accompanied by Tristan, the king’s nephew. From the ship’s rigging, a sailor’s voice resounds with a melancholy song about an Irish woman left behind, which includes the lines transcribed by Eliot. Later in the opera, Isolde decides to kill both Tristan and herself with poison; but her companion, Brangane, substitutes a love potion for the poison, and the two fall hopelessly in love.

Το μόνο που δεν κατανοώ είναι γιατί να μην προσπαθήσει να κάνει κάποιος μια δική του περίληψη της υπόθεσης της όπερας, αλλά να αντιγράψει verbatim την εκδοχή ενός άλλου.

~·~

4.

Α. (Χ.Β., σ. 114)

Στ. 39-40: «δεν ήμουν / ούτε νεκρός ούτε ζωντανός»: Ενδεχομένως αναφορά στον Δάντη. Στην Κόλαση, ΧΧΧΙV, στ. 25, ο ποιητής ανακαλεί τη στιγμή που για πρώτη φορά συνάντησε τον Σατανά και λέει: «Io non morì, e non rimasi vivo» («δεν πέθανα, και δεν έμεινα ζωντανός») [ακολουθεί αναφορά στον Sweeney Agonistes, κείμενο και μετάφραση].

Β. (Ρέινυ, σ. 79)

39-40 [I was neither / Living nor dead]: Perhaps an allusion to Dante, Inferno XXXIV, 25. Dante recalls his state of mind when he first saw Satan at the very bottom of the Inferno [ακολουθεί το παράθεμα και αγγλική μετάφραση].

Ελάχιστο δείγμα πιστής αντιγραφής των λέξεων αλλά και του παραθέματος από τον Ρέινυ. Ας προσθέσω μονάχα πως τη χρήση μιας παραλλαγής των ελιοτικών στίχων στον Sweeney Agonistes την καταγράφει και ο Κλείτος Κύρου (σ. 67).

~·~

5.

Α. (Χ.Β., σ. 115-116)

Στ. 43: Μαντάμ Σοσόστρις: το όνομα σίγουρα ταιριάζει σε κάποια που μιλάει διφορούμενα και οι απαντήσεις της περιέχουν την αγγλική έκφραση “so so”. Δεν είναι τυχαίο ότι η φίλη της ονομάζεται κυρία Έκουιτοουν, όνομα που παραπέμπει στη λέξη, “equivocate”, που σημαίνει: εκφράζομαι διφορούμενα, ομιλώ με υπεκφυγές, αοριστολογώ. Κάποιοι κριτικοί θεωρούν ότι το όνομα είναι παραφθορά της ελληνικής λέξης «σωτήρας», που παραπέμπει πάλι στη χριστιανική πίστη. Βλ. The Annotated Waste Land, σ. 79. Ο Κύρου ισχυρίζεται λανθασμένα (προφανώς έχοντας κατά νου το δοκίμιο του Grover Smith, “The Fortuneteller in Eliot’s Waste Land”, American Literature 25, (1954), σσ. 490-492) ότι ο Έλιοτ δανείστηκε το όνομα της μάντισσας από το μυθιστόρημα του Aldous Huxley (1894-1963) Chrome Yellow (1921), όπου ο κ. Scogan μεταμφιέζεται σε Τσιγγάνα μάγισσα παίρνοντας το όνομα Sesostris. Αυτό όμως δεν ισχύει, αφού ο Έλιοτ είχε ολοκληρώσει τα δύο πρώτα μέρη της Άγονης γης τον Μάιο του 1921 και ο Χάξλεϋ, που την εποχή εκείνη ζούσε στην Ιταλία, άρχισε να γράφει το μυθιστόρημά του έναν μήνα αργότερα. Εξάλλου, ο Έλιοτ δεν είχε σχέσεις με τον Χάξλεϋ, και είχε μάλιστα κρίνει πολύ αρνητικά το ποίημά του “Leda”, στο περιοδικό The Dial, τον Ιανουάριο του 1921. (Βλ. Sybille Bedford, Aldous Huxley: A Biography, τ. I, 1893-1939, Chatto and Windus, Λονδίνο, σσ. 117-119 και The Annotated Waste Land, σ. 80.)

Β. (Ρέινυ, σ. 79-80)

43 [Madame Sosostris]: The name is obviously appropriate for someone who equivocates, or whose answer to every question is a variant of “so so.” Not surprisingly, her friend is named Mrs. Equitone, a variant on the notion of equivocation. To learned readers the name Sosostris may also recall the Greek work for “savior,” soteros, which survives in the English word soteriological, of or having to do with the doctrine of salvation in Christian theology. For many years scholars also thought that her name was suggested to Eliot by a character in Aldous Huxley’s novel Chrome Yellow (1921), in which Mr. Scogan disguises himself as a gipsy fortune-teller named Sesostris and, at the village fête, reads the fortune of a simple young girl whom he means to seduce. This scholarly myth was first promulgated by Grover Smith, “The Fortuneteller in Eliot’s Waste Land,” American Literature 25 (1954): 490-492. To support his claim Smith cited a letter he had received from Eliot, dated 10 March 1952, in which Eliot had said it was “almost certain” that he had borrowed the name from Chrome Yellow (“almost certain” are the only words of the letter which are directly quoted). Smith then paraphrased the rest of the letter: “He has also said that, being unconscious of the borrowing, he was unaware of any connection between the name of the clairvoyant and that assumed by Mr. Scogan” (italics mine). Eliot had better reason than he knew for being “unaware of any connection” between the two characters, for he had probably drafted the scene with Madame Sosostris by early February 1921 and had certainly completed the typescript of parts I and II sometime in mid-May, while Huxley, who was living in Italy, did not even begin to write his novel until the beginning of June (see Sybille Bedford, Aldous Huxley: A Biography, vol. I, 1894-1939 [London: Chatto and Windus, 1973], 117, 119). Eliot and Huxley did not correspond during this period, as the two men were not close; and Eliot, writing in January 1921, had damned Huxley’s recent long poem “Leda” as “a concession to the creamy top of the General Reading Public” (see London Letter, March 1921, 139).

Smith’s mistaken claim was diffused in his subsequent monographs on Eliot: T. S. Eliot’s Poetry and Plays: A Study in Sources and Influence (Chicago: University of Chicago Press, 1956), 76, a work that went through numerous impressions and a second edition in 1974, and The Waste Land (London: George Allen and Unwin, 1983), 47, 67-68. From these it became a standard note in all commentaries on the poem.

Θα ήθελα να σταθώ για λίγο σε αυτή τη σημείωση. Όπως διαπιστώνουμε, εδώ ο Χ.Β. παραπέμπει δύο φορές στον Ρέινυ, μα και στην Sybille Bedford (στην οποία παραπέμπει ο Ρέινυ), και μάλιστα μεταγράφοντας λάθος δύο στοιχεία (την ημερομηνία 1893 αντί της ορθής 1894, και του κόμματος αντί της παύλας μεταξύ των σ. 117 και 119, καθώς δεν υποδηλώνεται συνεχής ανάγνωση αλλά στοχευμένες επιμέρους αναφορές), μα και παραλείποντας το έτος έκδοσης (1973). Το γεγονός που πείθει ότι ο Χ.Β. δεν διάβασε το έργο στο οποίο παραπέμπει είναι ότι μεταφέρει τον τίτλο του έργου τού Χάξλεϋ λανθασμένα, όπως ακριβώς κι ο Ρέινυ (Chrome Yellow). Ρίχνοντας όμως μια ματιά στο έργο της Μπέντφορντ, διαβάζουμε (τόσο στη σ. 117 όσο και στην 119): «And writing Crome Yellow…» και «Aldous finished Crome Yellow in the second week of August…» αντίστοιχα. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά από την Μαρία Βακαλοπούλου (Κίτρινο Κρόουμ, Νεφέλη, 1986).

~·~

6.

Α. (Χ.Β., σ. 116-117)

Στ. 46: Η Τζέσι Ουέστον υποστηρίζει στο βιβλίο της (σσ. 77-79) ότι τα σύμβολα της τράπουλας Ταρώ (κύπελα, βέργες, σπαθιά, πεντάγωνα) συνδέονται με διάφορα σύμβολα αναπαραγωγής και αντιστοιχούν στα τέσσερα σύμβολα του Γκραάλ [sic]: δισκοπότηρο, λόγχη, ξίφος, κύπελο.

Β. (Ρέινυ, σ. 80)

46 […] Jessie Weston suggested that these suits were repositories of primeval symbols of fertility corresponding to the four Grail talismans, grail-cup, lance, sword, and dish (From Ritual to Romance, 77-79). Scholars have expended vast amounts of ink on establishing precise connections between the tarot cards and Eliot’s use of them, even though Eliot, in his notes to the poem, admitted that he had little familiarity with the tarot and had “departed” from it “to suit [his] own convenience.”

~·~

7.

Α. (Χ.Β., σ. 117)

Στ. 47: ο πνιγμένος Ναύτης από τη Φοινίκη: Δεν υπάρχει τέτοιο φύλλο στην τράπουλα Ταρώ, αλλά το απόσπασμα παραπέμπει στο Μέρος IV του ποιήματος.

Β. (Ρέινυ, σ. 80)

47 [the drowned Phoenician Sailor]: There is no such card in the tarot deck, but this passage is thought to anticipate part IV of The Waste Land.

~·~

8.

Α. (Χ.Β., σ. 117)

Στ. 51-52: Να ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια ο έμπορος με το ένα μάτι: Ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια και ο Τροχός είναι φύλλα της τράπουλας Ταρώ, ο έμπορος με το ένα μάτι όμως είναι επινόηση του Έλιοτ.

Β. (Ρέινυ, σ. 81)

51-52 [Here is the man … the one-eyed merchant]: The first two cards, the man with three staves and the wheel, are genuine tarot cards, but the one-eyed merchant is Eliot’s invention.

~·~

9.

Α. (Χ.Β., σ. 127, 141-142)

ΙΙΙ Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ο τίτλος αναφέρεται στην ομιλία του Βούδα. Ο Έλιοτ στις σημειώσεις του παραπέμπει στο βιβλίο του Henry Clarke Warren (1854-1899) Buddhism in Translations: Passages Selected from the Buddhist Sacred Books and Translated From the original Pali into English, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, το οποίο εκδόθηκε το 1896 από το Harvard University Press. Η «Ομιλία της φωτιάς» είναι στις σσ. 151-152 του βιβλίου [ακολουθεί σχόλιο για την επιλογή του τίτλου «ομιλία», σε αντίθεση με το «κήρυγμα» του Σεφέρη]

Στ. 308α: καιόμενος καιόμενος καιόμενος καιόμενος: Στο βιβλίο του Ουώρρεν διαβάζουμε:

«Και εκεί στην Γκάια, στην Κεφαλή της Γκάια, κατοικούσε ο Ευλογημένος, μαζί με τους χίλιους μοναχούς. Και εκεί μίλησε στους μοναχούς και είπε: “Όλα τα πράγματα, ω μοναχοί, καίγονται. Και τι είναι αυτά, ω μοναχοί, που καίγονται; Το μάτι, ω μοναχοί, καίγεται· οι μορφές καίγονται· η συνείδηση του ματιού καίγεται· οι εντυπώσεις που δέχεται το μάτι καίγονται· κι όποια αίσθηση, ευχάριστη, δυσάρεστη, ή αδιάφορη, που προέρχεται από εντυπώσεις που δέχεται το μάτι, καίγεται επίσης. Και με τι καίγονται όλα αυτά; Με τη φωτιά του πάθους, λέω, με τη φωτιά του μίσους, με τη φωτιά της έπαρσης· με τη γέννηση, τα γερατειά, τον θάνατο, τη θλίψη, τον θρήνο, την αθλιότητα και την απελπισία καίγονται. Το αυτί καίγεται· οι ήχοι καίγονται· η μύτη καίγεται· οι οσμές καίγονται·…η γλώσσα καίγεται· η γεύση καίγεται·…το σώμα καίγεται· τα αντικείμενα της αφής καίγονται…το μυαλό καίγεται· οι σκέψεις καίγονται·…η συνείδηση του νου καίγεται· Αφού τα καταλάβει αυτά, ω μοναχοί, ο σοφός και ευγενής μαθητής, αποστρέφεται το μάτι, αποστρέφεται τις μορφές, αποστρέφεται τη συνείδηση του ματιού, αποστρέφεται τις εντυπώσεις που δέχεται το μάτι… αποστρέφεται το αυτί, αποστρέφεται τους ήχους… αποστρέφεται τη μύτη, αποστρέφεται τις οσμές… αποστρέφεται τη γλώσσα, αποστρέφεται τη γεύση… αποστρέφεται το σώμα… αποστρέφεται το μυαλό…και έχοντας αποστραφεί όλα αυτά απογυμνώνεται από το πάθος, και με την απουσία του πάθους είναι ελεύθερος, και όταν είναι ελεύθερος αποκτά συνείδηση της ελευθερίας του· και γνωρίζει πως δεν μπορεί να ξαναγεννηθεί, και πως έχει ζήσει την άγια ζωή και πως έκανε ότι [sic] είχε χρέος να κάνει, και πως δεν ανήκει πια σ’ αυτόν τον κόσμο».

Ίσως εδώ ο Έλιοτ να είχε και τον Άγιο Αυγουστίνο κατά νου, ο οποίος στις Εξομολογήσεις γράφει ότι άρχισε να πιστεύει στον Θεό αφού διάβασε το Hortensius του Κικέρωνα, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Α! Πώς η φλόγα με έκαιγε, Κύριε, πώς η φλόγα να φύγω, να πετάξω πάνω από τα γήινα και να επιστρέψω κοντά σου» (βλ. Εξομολογήσεις, τ. Ι, Πατάκης, σ. 174)

Β. (Ρέινυ, σ. 99-100,114)

The Fire Sermon: The title is taken from a sermon by the great religious teacher Siddartha Gautama (ca. 563-483 B.C.), called by his followers the Buddha or the Enlightened One. The text was translated and edited by Henry Clarke Warren (1854-1899), a Harvard University professor whose Buddhism in Translations (Cambridge: Harvard University Press, 1896) became a standard text (the Fire Sermon is found at 151-152), though more recent translators would quarrel with his decision to translate “bhikku” as “priest” rather than “monk. ” (All ellipses are Warren’s.)

Then the Blessed One, having dwelt in Uruvela as long as he wished, proceeded on his wanderings in the direction of Gaya Head, accompanied by a great congregation of priests, a thousand in number, who had all of them aforetime been monks with matted hair. And there in Gaya, on Gaya Head, the Blessed One dwelt, together with the thousand priests. And there he addressed the priests:

“All things, O priests, are on fire. And what, O priests, are all these things which are on fire?

“The eye, Ο priests, is on fire; forms are on fire; eye-consciousness is on fire; impressions received by the eye are on fire; and whatever sensation, pleasant, unpleasant, or indifferent, originates in dependence on impressions received by the eye, that also is on fire.

“And with what are these on fire?

“With the fire of passion, say I, with the fire of hatred, with the fire of infatuation; with birth, old age, death, sorrow, lamentation, misery, grief, and despair are they on fire.

“The ear is on fire; sounds are on fire; … the nose is on fire; odors are on fire; … the tongue is on fire; tastes are on fire; … the body is on fire; things tangible are on fire; … the mind is on fire; ideas are on fire; … mind-consciousness is on fire; impressions received by the mind are on fire; and whatever sensation, pleasant, unpleasant, or indifferent, originates in dependence on impressions received by the mind, that also is on fire.

“And with what are these on fire?

“With the fire of passion, say I, with the fire of hatred, with the fire of infatuation; with old age, death, sorrow, lamentation, misery, grief and despair are they on fire.

“Perceiving this, O priests, the learned and noble disciple conceives an aversion for the eye, conceives an aversion for forms, conceives an aversion for eye-consciousness, conceives an aversion for the impressions received by the eye; and whatever sensation, pleasant, unpleasant, or indifferent, originates in dependence on impressions received by the eye, for that he also conceives an aversion. Conceives an aversion for the ear, conceives an aversion for sounds…. conceives an aversion for the nose, conceives an aversion for odors…. conceives an aversion for the tongue, conceives an aversion for tastes…. conceives an aversion for the body, conceives an aversion for things, tangible, .. . conceives an aversion for the mind, conceives an aversion for ideas, conceives an aversion for mind-consciousness, conceives an aversion for the impressions received by the mind; and whatever sensation, pleasant, unpleasant, or indifferent, originates in dependence on impressions received by the mind, for this also he conceives an aversion. And in conceiving this aversion, he becomes divested of passion, and by the absence of passion he becomes free, and when he is free he becomes aware that he is free; and he knows that rebirth is exhausted, that he has lived the holy life, that he has done what it behooved him to do, and that he is no more for this world.”

Now while this exposition was being delivered, the minds of the thousand priests became free from attachment and delivered from the depravities.

308 [Burning burning burning burning]: […] Another passage from book III of The Confessions of Saint Augustine is also pertinent. Augustine describes how he was converted to faith in God by reading Cicero’s “Hortensius,” then comments (36): “How I did burn then, my God, how did I burn to re-mount from earthly things to thee.”

Στη μετάφραση του βουδιστικού κειμένου, ο Χ.Β. έχει εύστροφα ενσωματώσει τις παρατηρήσεις των μελετητών που επισυνάπτει ο Ρέινυ. Δυστυχώς η αυθαίρετη εκ μέρους του περικοπή του κειμένου στη μέση της 13ης αράδας δεν συνοδεύτηκε από μιαν ειδοποιό αγκύλη με αποσιωπητικά, αν όχι για λόγους ακριβείας τουλάχιστον για τον απαιτητικό αναγνώστη.[6]

Η ακλόνητη βεβαιότητα για την πιστή αντιγραφή (χωρίς καμμία μνεία, φυσικά) της σημείωσης του Ρέινυ και της μεταγραφής του κειμένου από τον ίδιο, στηρίζεται στο ίδιο το κείμενο. Διότι αν ακολουθήσει κανείς την παραπομπή του Χ.Β. (του Ρέινυ δηλαδή), όσο κι αν ψάξει, δεν θα βρει το κείμενο στις σσ. 151-152 της εν λόγω έκδοσης. Ας διορθώσουμε λοιπόν τον Λώρενς Ρέινυ (και συνάμα και τον Χ.Β.) κι ας στρέψουμε τον απαιτητικό αναγνώστη στις σσ. 351-352, όπου και θα συναντήσει το παρατιθέμενο απόσπασμα από το βουδιστικό κείμενο (The Fire-Sermon, Translated from the Mahā-Vagga).

Η δε επισυναπτόμενη παραπομπή στον Αυγουστίνο συνιστά άλλο ένα τέτοιο ―σιωπηρό― δάνειο.

~·~

10.

Α. (Χ.Β., σ, 132)

Στ. 202: Βλ. τον τελευταίο στίχο του σονέτου «Πάρσιφαλ» του Πωλ Βερλαίν (1844-1896). Ανήκει στη συλλογή Amour (1888). Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Revue Wagnérienne (6 Ιουνίου 1886).

Β. (Ρέινυ, σ. 105)

202 [Et Ο ces voix d’enfants … ]: The last line of a sonnet by the French poet Paul Verlaine (1844-1896), “Parsifal,” first published in the Revue Wagnérienne (6 June 1886).

Διαβάζοντας την τελευταία φράση αναφωνείς με θαυμασμό ανυπόκριτο: Μα τι λεπτομερής έρευνα! Πού το ξετρύπωσε πάλι τούτο! Κι αμέσως τρέχεις να το επιβεβαιώσεις. Φευ όμως! Το εν λόγω περιοδικό δεν κυκλοφορούσε στις 6 αλλά στις 8 κάθε μήνα, μα και πάλι, το τεύχος του Ιουνίου δεν περιλάμβανε το συγκεκριμένο σονέτο του Βερλαίν. Και βέβαια στράφηκα κατευθείαν στον Ρέινυ, καθώς δικαίως υποψιάστηκα ότι αυτός είναι ο υπαίτιος για τη λανθασμένη παραπομπή κι όχι η απαστράπτουσα ―μα επιμελώς αποκρύπτουσα την πηγή της― σημείωση του Χ.Β. Το «Πάρσιφαλ» όντως τυπώθηκε εκεί, αλλά έξι μήνες νωρίτερα, στο τεύχος της 8ης Ιανουαρίου 1886, τ. Ι, ν. 12, σ. 336.

~·~ 

11.

Σε αυτό το σημείο θέλω να επισημάνω τη σημαντικότερη παράλειψη (που πέρασε απαρατήρητη από τους κριτικούς του έργου!): από τις 52 εν συνόλω σημειώσεις του Έλιοτ παραλείπεται μία (αυτή στον στίχο 210: «The currants were quoted at a price “carriage and insurance free to London”; and the Bill of Lading etc. were to be handed to the buyer upon payment of the sight draft.»), ως αποτέλεσμα ασυγχώρητης προχειρότητας και πιθανότατα σύγχυσης με την προηγούμενη με τις σταφίδες του κ. Ευγενίδη και την επόμενη για το Cost insurance freight.

~·~

12.

Α. (Χ.Β., σ. 133)

Στ. 214: Σαββατοκύριακο στο Metropole: Ξενοδοχείο στο Brighton. Σχεδιάστηκε από τον Alfred Waterhouse (1830-1905) και άνοιξε τον Ιούλιο του 1890. Ήταν το μεγαλύτερο ξενοδοχείο στη Βρετανία, εκτός Λονδίνου, με 328 δωμάτια. Το χρησιμοποιούσαν οι εύποροι επιχειρηματίες και μέλη της αριστοκρατίας. Ο Κύρου (σ. 89) σημειώνει ότι «ένα Σαββατοκύριακο στο Metropole, στην καθομιλουμένη σήμαινε πρόσκληση με σεξουαλική κατάληξη». Χρησιμοποιεί την ίδια πηγή που χρησιμοποιεί και ο Σεφέρης (τη μαρτυρία του Τζων Χέηουωρντ που περιέχεται στο βιβλίο του Pierre Leyris, T.S. Eliot, Poèmes 1910-1930, Éditions du Seuil, Παρίσι, 1947). Δεν μπόρεσα να διασταυρώσω αυτή την πληροφορία. Δεν αναφέρεται σε καμιά άλλη μελέτη για την Άγονη γη που συμβουλεύτηκα, εκτός κι αν ένα Σαββατοκύριακο σε πολυτελές ξενοδοχείο σημαίνει εξ ορισμού αυτό!

Β. (Ρέινυ, σ. 107)

214 [a weekend at the Metropole]: The Metropole is a hotel in Brighton (see Fig. 11), a holiday resort on the southern coast of England. Designed by Alfred Waterhouse (1830-1905) and opened in July 1890, it was the largest in Britain outside London, with 328 rooms of various sizes […]

Εκτός της οφθαλμοφανούς αντιγραφής των πληροφοριών για το ξενοδοχείο, παρέθεσα ολόκληρη τη σημείωση του Χ.Β. και για έναν άλλο λόγο. Με αυτό του το σχόλιο για την πληροφορία των Σεφέρη και Κύρου, o X.B. εμμένει στην πραγματολογική διαπραγμάτευση του στίχου κι απεμπολεί την εξέτασή του υπό το πρίσμα της ίδιας της βιβλιογραφίας που παραθέτει. Αντί δηλαδή να συζητήσει τον χαρακτήρα της εν λόγω πρόσκλησης, προτιμά να σχολιάσει την εγκυρότητα της μεταφοράς για τον χαρακτήρα του ξενοδοχείου. Και ναι μεν ο Βαγενάς (με βρετανικό τωόντι χιούμορ) τον παραπέμπει σε αναφορές έργων «κυρίως για φοιτητές» (ARB, ό.π., σ. 34), αυτό που απασχολεί εδώ εμένα είναι η άρνηση να διαλεχθεί με την παρατιθέμενη Βιβλιογραφία του. Ενώ, π.χ., στο έργο της Booth (μεταξύ άλλων)[7] η πρόσκληση του κ. Ευγενίδη εντάσσεται μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναφορών του The Waste Land για τον εκφυλισμό της σεξουαλικότητας (Booth Allyson, Reading The Waste Land from the Bottom Up, Palgrave Macmillan, Νέα Υόρκη (και όχι Λονδίνο), 2015, σ. 126, 141), ο Χ.Β. με το συγκεκριμένο σχόλιό του δεν φαίνεται καν υποψιασμένος, καθιστώντας έτσι τη βιβλιογραφία του ένα αυτόνομο corpus εντός της έκδοσης, αμέτοχο στην ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος (δες και παρακάτω, σχόλιο στον στ. 312).

~·~

13.

Α. (Χ.Β., σ. 136)

Στ. 234: Ο εκατομμυριούχος του Μπράντφορντ το ημίψηλό του: Το Bradford, κέντρο της βιομηχανίας μαλλιού του Yorkshire, γνώρισε μεγάλη άνθηση στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ο πληθυσμός του, που το 1801 ήταν μόλις 13.000 κάτοικοι, έφτασε το 1901 τους 280.000 κατοίκους. Την εποχή του Έλιοτ το 33% των κατοίκων της πόλης δούλευε στα εργοστάσια εριουργίας. Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, οι βιομήχανοι του Bradford απέκτησαν τεράστιες περιουσίες από τις παραγγελίες στρατού (στολές, μάλλινες κουβέρτες κλπ.).

Β. (Ρέινυ, σ. 109)

234 [a Bradford millionaire]: Bradford is located in the western part of Yorkshire, a county in the northeast of England; it has always been a woolen and textile center, and during the nineteenth century it experienced fantastic growth, its population rising from 13,000 in 1801 to 280,000 by 1901. In Eliot’s era the town was still known for its textile industries, which employed more than 33 percent of the city’s workers. Its mills prospered during World War I by manufacturing serge, khaki uniforms, and blankets for the armed forces. After the war there were charges of wartime profiteering.

Χωρίς σχόλιο· χάριν συντομίας, το επί τοις εκατό δηλώνεται με σύμβολο και όχι ολογράφως.

~·~

14.

Α. (Χ.Β., σ. 137-138)

Στ. 260: Lower Thames Street: Ο δρόμος αυτός εκτείνεται ανατολικά, παράλληλα με τον Τάμεση, από τη Γέφυρα του Λονδίνου ως το Billingsgate Market, την κεντρική ψαραγορά της πόλης. Την εποχή του Έλιοτ, έβλεπες κάθε πρωί τους ιχθυεργάτες να κουβαλούν τα ψάρια από τις αποβάθρες στην αγορά. Στο τέλος του δρόμου, στη δυτική του πλευρά, βρίσκεται η εκκλησία του Μάρτυρα Magnus, ο οποίος πέθανε στις 16 Απριλίου 1116 και ανακηρύχθηκε άγιος το 1135 (στ. 263). Η εκκλησία αυτή σχεδιάστηκε από τον διάσημο αρχιτέκτονα Σερ Κρίστοφερ Ρεν (1671-1676), μετά την καταστροφική πυρκαγιά στο Λονδίνο, το 1666. Ο Ρεν σχεδίασε πενήντα μία εκκλησίες, ανάμεσά τους και τον Καθεδρικό του Λονδίνου ― St Paul’s Cathedral.

Β. (Ρέινυ, σ. 110)

260 [Lower Thames Street]: This street runs eastward from London Bridge along the north bank of the Thames (see Figs. 9, 12, 13). At this time the eastern end of it still housed Billingsgate Market, and “fishmen” were laborers who carried or wheeled the fish from docks to the market. At its western end still stands the church of St. Magnus Martyr (see below, line 263). In Eliot’s time the area was still lively with colorful [sic] fishmen and local tradespeople (see Fig. 13).

264 [St. Magnus Martyr]: Built between 1671 and 1676 by Sir Christopher Wren, it is one of fifty-one churches which Wren built in the wake of the fire of London of 1666. Wren is best known as the architect of St. Paul’s Cathedral […]

Στις σημειώσεις του Χ.Β., όλες οι εντός παρενθέσεως χρονολογίες που ακολουθούν το όνομα κάποιου δηλώνουν πάντοτε τα χρονικά όρια του μάταιου τούτου βίου του, κι ενώ θα μπορούσε να τις αντιγράψει από την αναφορά του στον Ρεν στον στ. 67, είναι τέτοια η εξάρτηση από τις σημειώσεις του Ρέινυ ―αλλά και η προχειρότητα ή η βιασύνη― που φαίνεται να το έχει απολησμονήσει. Εδώ, ό,τι κι αν ισχυριστεί κανείς, οι ημερομηνίες σίγουρα δεν δηλώνουν τον σχεδιασμό, αλλά το χτίσιμο του ναού.

~·~

15.

Α. (Χ.Β., σ. 140)

Στ. 296: Μόργκεϊτ: Παλιά ονομασία της νοτιοδυτικής πύλης στα τείχη του Λονδίνου (χτίστηκε το 1415). Σήμερα παραθαλάσσια πόλη στην κομητεία στην πολιτεία του Kent, περίπου εκατό χιλιόμετρα από το Λονδίνο. Την εποχή του Έλιοτ ήταν τουριστικός προορισμός, κυρίως όμως για ανθρώπους με πολύ χαμηλό εισόδημα, εξ ου και η αναφορά σε «ταπεινούς ανθρώπους». Ο Έλιοτ έμεινε στο Μόργκεϊτ, τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου 1921 για τρεις εβδομάδες, στο “Albemarle Hotel”, στο Cliftonville, όπου έγραψε και τους στ. 259-311, έχοντας πάρει, όπως έχω ήδη αναφέρει, τρίμηνη αναρρωτική άδεια.

Στ. 300: Στου Μάργκεϊτ την αμμουδιά: Παραθαλάσσια πόλη στη Νοτιοανατολική Αγγλία.

Β. (Ρέινυ, σ. 113)

296 [Moorgate]: Moorgate was a gate in the London wall, built in 1415 and pulled down in 1761. The street that led to it runs north from the southwest corner of the Bank of England (see Fig. 9).

300 [Margate Sands]: Margate Sands (see Fig. 15) is the principal beach in Margate, a seaside resort in the county of Kent, some seventy miles east of London. Like many resorts, it expanded enormously with the growth of large-scale tourism in the late nineteenth century. The majority of its tourists were from the lower middle classes, shopkeepers and typists. Eliot himself stayed at the Albemarle Hotel, in Cliftonville, Margate, for three weeks in late October and early November 1921, the first part of a three-month leave from work to rest his nerves (see Introduction). Lines 259-311 were drafted while he was there.

Σύγχυση, προχειρότητα, παρερμηνεία· δύο σημειώσεις για δύο διαφορετικές αναφορές συνενώθηκαν, δημιουργώντας αυτό το αστείο μείγμα απόδοσης της ιδιότητας μιας πύλης σε μια παραθαλάσσια πόλη. Απορώ πως και ένα τέτοιο εξόφθαλμο λάθος δεν φαίνεται να παραξένεψε κανέναν μέχρι ώρας (είτε πριν, είτε μετά την έκδοση)![8] Μα έχει και συνέχεια, εξίσου ενδιαφέρουσα: ο Χ.Β. παρερμηνεύει αντιγράφοντας τον Ρέινυ, και μετατρέπει έτσι τη βόρεια πύλη Moorgate σε νοτιοδυτική! Τα υπόλοιπα μιλούν από μόνα τους.

~·~

16.

Α. (Χ.Β., σ. 143-144)

IV ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

Ο τίτλος παραπέμπει στον στ. 55 όπου η Μαντάμ Σοσόστρις προειδοποιεί έναν ανώνυμο πελάτη: «να φοβάσαι τον θάνατο από νερό». Κριτικοί συνδέουν τον τίτλο με το βιβλίο της Ουέστον (σ. 47) και το μέρος εκείνο της μελέτης στο οποίο η συγγραφέας μιλάει για ένα έθιμο σχετικό με τον Άδωνη. Κάθε άνοιξη, στην Αλεξάνδρεια, γιόρταζαν τους γάμους του Άδωνη και της Αφροδίτης· στο τέλος της τελετής έριχναν στα κύματα ένα χάρτινο ομοίωμα της κεφαλής του θεού, το οποίο τα θαλάσσια ρεύματα έφερναν μετά από επτά μέρες στη Βύβλο (αρχαία Φοινίκη). Οι κάτοικοι της πόλης το περιμάζευαν και το λάτρευαν ως προσωποποίηση του αναστηθέντος θεού. Πρόσφατα πολλοί σχολιαστές της Άγονης γης έχουν αμφισβητήσει τη σημασία αυτού του μέρους, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος ο Έλιοτ δεν ήθελε αρχικά να το συμπεριλάβει και στην ουσία αποτελεί μετάφραση ποιήματός του που είχε γράψει στα γαλλικά το 1916-1917. Σε επιστολή του στον Πάουντ, στις 26 Ιανουαρίου 1922, σημείωνε: «Καλύτερα να αφαιρέσουμε το κομμάτι με τον Φληβά», ενώ έξι μέρες νωρίτερα γράφοντας στον Σκόφιλντ Θέυερ, τον Αμερικανό εκδότη του περιοδικού The Dial, ξεκαθάριζε ότι «το ποίημα θα έχει έκταση περίπου τετρακοσίων πενήντα στίχων και θα είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη» (η έμφαση δική μου). Ο Πάουντ ωστόσο είχε αντίθετη γνώμη, ισχυριζόμενος ότι «ο Φληβάς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ποιήματος· αφού τον παρουσιάζει η τράπουλα, ο πνιγμένος ναύτης της Φοιν. και χρειάζεται Αποοολύτως να βρίσκεται εκεί. Πρέπει να μείνει».

Β. (Ρέινυ, σ. 115)

Death by Water: The title replicates a part of Madame Sosostris’s warning to an unnamed client in part I, line 55: “Fear death by water.” Earlier critics often associated this title with Jessie Weston’s comments on the worship of Adonis that was spread by traders from Phoenicia (an ancient kingdom on the eastern shores of the Mediterranean which included the coasts of modern-day Lebanon and Syria). According to Weston, the spring festival of Adonis in Alexandria “began with the solemn and joyous celebration of the nuptials of Adonis and Aphrodite, at the conclusion of which a Head, of papyrus, representing the god, was with every show of mourning, committed to the waves, and borne within seven days by a current (always to be counted upon at that season of the year) to Byblos [in ancient Phoenicia], where it was received and welcomed with popular rejoicing. The duration of the feast varied from two days, as at Alexandria, to seven or eight” (From Ritual to Romance, 47). More recent critics have questioned the significance or usefulness of part IV, noting that it is a translation of poem written by Eliot in 1916-1917 (see next note) and hence not originally related in any way to Weston’s theses. Eliot himself had doubts about part IV and briefly jettisoned it, but then restored it at the insistence of Ezra Pound (see Introduction, 25).

Για να έχουμε πλήρη εποπτεία του αντιγραφικού συμπιλήματος, ιδού και το απόσπασμα από την Εισαγωγή (σ. 25):

Eliot, meanwhile, continued to have doubts about the shape of the poem and to fret over its publication. On 20 January he wrote to Scofield Thayer, an old friend who was now co-owner and the guiding editor of the American magazine the Dial, to offer him first publication of the poem in periodical form. The poem, at this moment, was undergoing Pound’s third editorial intervention, as Eliot carefully noted. (“It will have been three times through the sieve by Pound as well as myself so should be in a final form” [LOTSE, 502].) Describing the work, Eliot briefly characterized it as “a poem of about four hundred and fifty lines, in four parts” (LOTSE, 502; italics mine). Remarkable though it seems to us, Eliot was planning to issue the poem without part IV. Six days later, however, when writing again to Pound on 26 January, Eliot had second thoughts, asking: “Perhaps better omit Phlebas also???” (LOTSE, 504). Pound replied with characteristic vigor: “I Do advise keeping Phlebas. In fact I more’n advise. Phlebas is an integral part of the poem; the card pack introduces him, the drowned phoen. sailor, and he is needed ABSoloootly where he is. Must stay in” (LOTSE, 505).

~.~

17.

Α. (Χ.Β., σ. 144-145)

Στ. 312: Φληβάς ο Φοίνικας: Όπως ήδη ανέφερα, αποτελεί μετάφραση και παραλλαγή των τελευταίων επτά στίχων του ποιήματος «Dans le Restaurant», το οποίο ο Έλιοτ έγραψε στα γαλλικά το 1916-1917 [ακολουθεί το ποίημα και μετάφρασή του] Το όνομα Φληβάς ίσως να προέρχεται από το λατινικό «flebilis», που σημαίνει «αξιοθρήνητος».

Β. (Ρέινυ, σ. 115)

312 [Phlebas the Phoenician]: This section is a close adaptation of the last seven lines of a poem written by Eliot in French in 1916-1917, “Dans le Restaurant” (In the restaurant) […] The name Phlebas may be derived from the Latin adjective flebilis, meaning “lamentable, to be wept over.”

Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς… «Χάρτινο [of papyrus!] ομοίωμα»; 

Δημιουργείται η εντύπωση ότι οι σημειώσεις γράφονται από δύο διαφορετικά χέρια ή λες και έχει μεσολαβήσει μεγάλη απόσταση (συνεπικουρούμενη από βιασύνη) μεταξύ της “συγγραφής” των σημειώσεων και της εισαγωγής, και δεν έχει ακολουθήσει η αναγκαία τελική επιμέλεια. Για την ακρίβεια, θεωρώ πως οι σημειώσεις του Ρέινυ αντιγράφονται μηχανικά, χωρίς την παραμικρή προσοχή στη συσχέτιση και συνάφεια που έχουν μεταξύ τους· κι έτσι, συναντώντας την παραπομπή στη σ. 25 της Εισαγωγής του Ρέινυ, στρέφεται σε εκείνη τη σελίδα, αντιγράφει το παράθεμα που θεωρήθηκε σχετικό και ξαναγυρίζει στην αντιγραφή της επόμενης σημείωσης, έχοντας ήδη παραβλέψει τον αυστηρά προσωπικό τόνο του παραθέματος. Αποτέλεσμα η οικειοποίηση ακόμη και της έμφασης του Ρέινυ! Αν δεν ήταν τόσο έκδηλη η προχειρότητα, αυτό που εδώ τώρα φαίνεται φαιδρό θα φάνταζε θρασύτατο.

Ένα άλλο θέμα που αναδεικνύουν αυτές οι σημειώσεις σήμερα (15 χρόνια πια μετά την έκδοσή τους) είναι η συζήτηση περί των απόψεων πολλών σχολιαστών. Ο Ρέινυ αναφέρεται σε σχολιαστές που έχουν την άποψη ότι το μέρος αυτό δεν σχετίζεται με τις απόψεις της Ουέστον, το 2005, διότι εάν είναι ευθύς εξαρχής μεταφορά των στίχων από το «Dans le Restaurant», δεν μπορεί να υφίσταται επίδραση από το μεταγενέστερο έργο της Ουέστον (1920). Επειδή όμως υπάρχουν και σήμερα κριτικοί με παρόμοιες απόψεις, η συγκεκριμένη σημείωση του Ρέινυ (έστω κι ας μην κατονομάζεται ή τοποθετείται εντός εισαγωγικών) δίνει την άριστη ευκαιρία στον Χ.Β. να συζητήσει π.χ. μια από τις (σήμερα) πρόσφατες μελέτες, που ο ίδιος παραθέτει στη βιβλιογραφία του. Μιλώ για το έργο της Allyson Booth, που ανέφερα πιο πάνω (και η οποία, μεταξύ άλλων, κρίνει λανθασμένη τη λατινική προέλευση του ονόματος του Φληβά, καθώς δεν τον θεωρεί αξιοθρήνητο).[9] (Για το ίδιο ζήτημα μα κι επίσης για το θέμα της προέλευσης του ονόματος του Φληβά δεν αναφέρει καν τις προταθείσες ιδέες των Lees και Smith, από ένα άλλο έργο της παρατιθέμενης βιβλιογραφίας του, του οποίου έτσι κι αλλιώς δεν αναγράφει ούτε το όνομα του δεύτερου συγγραφέα).[10] Πράγμα το οποίο βεβαίως δεν πράττει κι έτσι ούτε ενημερώνει τον αναγνώστη για την ανοικτή συζήτηση και τις διαφορετικές ερμηνείες που προτείνονται ως σήμερα. Επιμένει προσηλωμένος στις σπουδαίες μεν αλλά δεκαπενταετείς πλέον σημειώσεις του Ρέινυ (κι ας μην παραπέμπει σε αυτόν, εξακολουθητικά). Για άλλη μια φορά καθιστά τη βιβλιογραφία που ο ίδιος παραθέτει ανενεργή, συμπληρωματικό και μη αναπόσπαστο τμήμα της όλης ερμηνευτικής αναζήτησης.

~·~

18.

Α. (Χ.Β.)

Στη σ. 145, ο Χ.Β. παραθέτει τη σημείωση του Έλιοτ για το V μέρος (WHAT THE THUNDER SAID/ΤΙ ΕΙΠΕ Η ΒΡΟΝΤΗ) “In the first part of Part V three themes are employed: the journey to Emmaus, the approach to the Chapel Perilous (see Miss Weston’s book) and the present decay of eastern Europe.” Μεταφράζει λοιπόν ως εξής:

«Στο πρώτο μέρος του V μέρους τρία είναι τα βασικά θέματα: Η πορεία προς τους Εμμαούς, η προσέγγιση στο Επικίνδυνο Παρεκκλήσι και η σημερινή παρακμή της Ανατολικής Ευρώπης», συνεχίζοντας εντός αγκυλών το δικό του (σύμφωνα με τις αρχικές του διευκρινήσεις) συμπληρωματικό σχόλιο: Η Ουέστον στο βιβλίο της αφιερώνει το 13ο κεφάλαιο στο «Επικίνδυνο Παρεκκλήσι». Γράφει σχετικά (σσ. 175-188) ότι στις ρομαντικές μυθιστορίες που αφορούν την αναζήτηση του Δισκοπότηρου υπάρχουν πάντοτε σκηνές, απόκοσμες και τρομακτικές, που λαμβάνουν χώρα σ’ ένα παρεκκλήσι, όπου, για παράδειγμα, ένα νεκρό σώμα βρίσκεται να κείτεται στο ιερό, ή ένα Μαύρο Χέρι να σβήνει τα κεριά· μέσα του ακούγονται παράξενες και απειλητικές κραυγές και η γενική εντύπωση είναι ότι εκεί δρουν υπερφυσικές δυνάμεις ή κακοί δαίμονες» […].

Β. (Ρέινυ)

Ας δούμε τι γράφει και ο Ρέινυ, σ. 119:

385-394 [In this decayed hole … rain]: Eliot’s note at the beginning of part V states that “the approach to the Chapel Perilous” is one of “three themes” employed in this part’s opening section (322-394), and he tells the reader to “see Miss Weston’s book.” Weston’s From Ritual to Romance devotes a chapter (chapter 13, 175-188) to “The Perilous Chapel,” a motif which she summarizes in her opening paragraph:

Students of the Grail romances will remember that in many of the versions the hero –sometimes it is a heroine– meets with a strange and terrifying adventure in a mysterious Chapel, an adventure which, we are given to understand, is fraught with extreme peril to life. The details vary: sometimes there is a Dead Body laid on the altar; sometimes a Black Hand extinguishes the tapers; there are strange and threatening voices, and the general impression is that this is an adventure in which supernatural, and evil, forces are engaged.

Οι ομοιότητες πασίδηλες. Η διαφορά: ότι η εντός παρενθέσεως προτροπή του Έλιοτ προς τον αναγνώστη να δει το βιβλίο της Ουέστον απουσιάζει από τον Χ.Β. Δηλαδή έχει απαλειφθεί μία φράση από τις πρωτότυπες σημειώσεις του ποιητή. Ας το επαναλάβω: εκτός από την παράλειψη ενός σχολίου του ποιητή στην αρχή, εδώ έχει επιπλέον απαλειφθεί και μία φράση από τις σημειώσεις του.

Όχι· αυτό που με θλίβει βαθύτερα δεν είναι η (κατ’ εξακολούθησιν) έλλειψη αναφοράς στον Ρέινυ (έστω και χωρίς εισαγωγικά στα μεταφραζόμενα παραθέματα), αλλά η υποψία ότι, δι’ αυτής, η προτροπή του Έλιοτ προς τον αναγνώστη να στραφεί στο βιβλίο της Ουέστον, εκλαμβάνεται από τον αναγνώστη ως χειρονομία του ίδιου του μεταφραστή Χ.Β. (ούτε καν του Ρέινυ). Κι ακόμα περισσότερο ότι για αυτή την κραυγαλέα (πολύ θα ήθελα να πιστέψω αθέλητη, αν και δυσκολεύομαι αφάνταστα, κατόπιν όλων αυτών) απάλειψη δεν μίλησε κανείς ―μα κανείς― κριτικός, πανεπιστημιακός ή αναγνώστης του Έλιοτ, πριν ή μετά την έκδοση. Ένας ―ακόμη και τώρα― καλοπροαίρετος αναγνώστης ίσως αντέτεινε ότι πρόκειται για μια ―ασυγχώρητη μεν, αλλά― μεγάλη αβλεψία και παράλειψη. Μετά όμως από τόσες προχειρότητες, αβλεψίες και παραλείψεις, αναρωτιέμαι εντέλει τι είναι χειρότερο.

~·~

19.

Α. (Χ.Β., σ. 149-150)

Στ. 366-376: [μετάφραση του παραθέματος του Έλιοτ από τον Έσσε] Το βιβλίο του Έσσε (1872-1962), με τον πλήρη τίτλο Blick ins Chaos: Drei Aufsätze, κυκλοφόρησε το 1920. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται στη Ρωσική επανάσταση και στη διάλυση της Γερμανικής και Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας. Ο Έλιοτ εκτιμούσε τόσο πολύ το βιβλίο που έπεισε τον φίλο του Sydney Schiff (1868-1948) να το μεταφράσει στα αγγλικά. Η μετάφραση του Σιφφ (χρησιμοποίησε ως nom de plume το Stephen Hudson), κυκλοφόρησε στη Βρετανία έναν χρόνο αργότερα με τίτλο In Sight of Chaos. Ο Σιφφ στήριζε οικονομικά το περιοδικό Art and Letters, στο οποίο ο Έλιοτ δημοσίευσε την περίοδο 1919-1920 δύο ποιήματα και τέσσερα δοκίμια.

Β. (Ρέινυ, σ. 118)

366-367 [What is that sound … lamentation]: Eliot’s note directs the reader to a book by the German author Hermann Hesse (1872-1962), Blick ins Chaos: Drei Aufsätze (A Look into the Chaos: Three Essays) (Berne: Verlag Seldwyla, 1920), from which Eliot quotes a passage in the original German, one that refers to the Russian Revolution and the collapse of the German and Austro-Hungarian empires [ακολουθεί μετάφραση στα αγγλικά του κειμένου]. Eliot was so taken with Hesse’s book that he urged his friend Sydney Schiff (1868-1948) to translate it into English. His translation, titled In Sight of Chaos, appeared a year later under Schiff’s nom de plume, Stephen Hudson (Zurich: Verlag Seldwyla, 1923). Schiff was a well-to-do man who financed the quarterly journal Art and Letters (1917-1920), to which Eliot contributed two poems and four essays and reviews in 1919 and 1920.

Πέραν μιας μικρής τυπογραφικής διόρθωσης στο όνομα του Έσσε, (αναγράφεται Hernann, αντί Hermann, σ. 149), να συμπληρώσω μόνον εδώ πως τα δύο από τα τρία κείμενα του βιβλίου έχουν εκδοθεί και στα ελληνικά, ως τμήμα μιας εκτενέστερης συλλογής δοκιμίων του συγγραφέα υπό τον τίτλο Η αγωνία ενός πολιτισμού, μτφρ. Βασ. Χ. Παλιγγίνης, Νεφέλη, 1985 (Ντοστογιέφσκι. Μια ματιά στο χάος {Ντοστογιέφσκι – Σκέψεις πάνω στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι – Οι αδελφοί Καραμαζόφ ή η καταστροφή της Ευρώπης. Ιδέες διαβάζοντας τον Ντοστογιέφσκι}). Το nom de plume (η έμφαση δική μου) “γράφει” από μόνο του, όντας διπλά παραδηλωτικό ετερώνυμο.

~·~

20.

Α. (Χ.Β., σ. 150)

Στ. 377-384: Μια γυναίκα έπιασε σφιχτά τα μακριά μαύρα της μαλλιά … και φωνές τραγουδούσαν μέσα από άδειες στέρνες και πηγάδια ξερά: Ο Κόνραντ Έικεν (1890-1972), στενός φίλος του Έλιοτ από τα χρόνια που φοιτούσαν και οι δύο στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, σημειώνει ότι οι στίχοι αυτοί ανήκαν σε ποιήματα ή σχεδιάσματα ποιημάτων που είχε διαβάσει πολύ πριν την έκδοση της Άγονης γης. Βλ. την Εισαγωγή του στο T. S. Eliot, The Waste Land: A Case-book, επιμ. Charles Brian Cox και Arnold P. Hinchliffe, Macmillan, Λονδίνο, 1978, σ. 91.

Β. (Ρέινυ, σ. 118)

377-384 [A woman … exhausted wells]: Conrad Aiken (1890-1972), who had been a friend of Eliot’s since their student days at Harvard, later recalled that when he first read The Waste Land in 1922, he “had long been familiar with such passages as ‘A woman drew her long black hair out tight,’ which I had seen as poems, or part-poems, in themselves. And now saw inserted into The Waste Land as into a mosaic.” See his Prefatory Note (1958) in Charles Brian Cox and Arnold P. Hinchliffe, eds., T. S. Eliot, The Waste Land: A Casebook (London: Macmillan, 1978), 91.

Φυσικά και δεν έχει διαβαστεί η αναφορά του Έικεν. Απλά για άλλη μια φορά αντιγράφεται αβασάνιστα ο Ρέινυ και ταυτόχρονα οικειοποιείται ανερυθρίαστα και η παραπομπή του σε ένα άλλο έργο. Κι αυτό υποδηλώνεται όχι μόνο από την παύλα στο Casebook, πού παρανοήθηκε ως ενωτική ενώ είναι παύλα συλλαβισμού. Αλλά κυρίως και πρωτίστως γιατί το συγκεκριμένο κείμενο του Έικεν είναι Εισαγωγικό Σημείωμα (ή Προοίμιο αν θέλετε) στο κείμενό του “An Anatomy of Melancholy”, που φιλοξενείται σε αυτή τη συλλογή ήδη δημοσιευμένων δοκιμίων διαφόρων συγγραφέων για το The Waste Land. Εξάλλου αυτός ήταν και ο σκοπός αυτής της σειράς, σύμφωνα με τον Πρόλογο του εκδότη: «Each of this series of Casebooks concerns either one well-known and influential work of literature or two or three closely linked works» (σ. 9). Αν δε είχε όντως διαβαστεί, αμέσως θα ανακαλούσε στη μνήμη τόσο τον τίτλο όσο και την πρώτη δημοσίευση του έργου, όπως παρατίθεται στη σ. 44, υπ. 52 της εισαγωγής (μα επειδή κι εκεί από τον Ρέινυ είναι πάλι μεταφερμένη, είναι δύσκολο να γίνει ο αναγκαίος εσωτερικός συσχετισμός). Παρεμπιπτόντως η σωστή σελίδα του παραθέματος του Έικεν είναι η 93 κι όχι η 91.

Μια υποψία έχει αρχίσει να με διακατέχει πια. Είναι, λέω, πιθανόν οι λανθασμένες αριθμήσεις ή παραπομπές ενός τόσο έξοχου σχολιαστή να αποτελούν (σκόπιμες ή τυχαίες, αδιάφορο) απόπειρες διαφύλαξης της πνευματικής πατρότητας της έρευνάς του, δηλονότι περίτεχνα καλοστημένες (εκούσιες ή ακούσιες, αδιάφορο) παγίδες που εκθέτουν τους βιαστικούς κι επιπόλαιους αντιγραφείς. Κι αυτές οι παγίδες, εν προκειμένω, δεν καταδεικνύουν μονάχα την ―αθέμιτη και κρυπτόμενη― αντιγραφή και οικειοποίηση αλλά και την παντελή έλλειψη κριτικού ελέγχου επί των πηγών. Στην περίπτωση που κάποιος θα παρέπεμπε με σαφήνεια κι ειλικρίνεια στον Ρέινυ, θα βαρυνόταν τουλάχιστον μόνον με τη δεύτερη αμέλεια.

~·~

21.

Α. (X.B., σ. 150-152)

Στ. 401: Οι Ουπανισάδες μεταφράστηκαν στα αγγλικά για πρώτη φορά το 1817-1818 από τον Rammohun Roy (1772-1832). Έκτοτε ακολούθησαν πολλές μεταφράσεις, τις οποίες γνώριζε φυσικά ο Έλιοτ, αφού μελέτησε σανσκριτικά στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, το 1911-1913. Στις σημειώσεις που παραθέτει προτίμησε, ωστόσο, να αναφερθεί στη γερμανική μετάφραση εξήντα Ουπανισάδων από τον Γερμανό λόγιο Πάουλ Ντόυσσεν, η οποία κυκλοφόρησε στη Λειψία το 1897.  [ακολουθεί το κείμενο] Κάποιοι μελετητές των Ουπανισάδων ισχυρίζονται ότι οι θεοί καλούνταν να έχουν αυτοκυριαρχία επειδή είναι από τη φύση τους απείθαρχοι, οι άνθρωποι να προσφέρουν, επειδή είναι από τη φύση τους άπληστοι, και οι δαίμονες να δείχνουν συμπόνια, επειδή είναι από τη φύση τους άσπλαχνοι. Μια άλλη ερμηνεία θέλει να μην υπάρχουν θεοί και δαίμονες, παρά μόνο άνθρωποι. Οι άνθρωποι που έχουν αρετές αλλά δεν κυριαρχούν στον εαυτό τους είναι θεοί. Οι άνθρωποι που δεν είναι παρά άπληστοι είναι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι που είναι άσπλαχνοι είναι δαίμονες.

Β. (Ρέινυ, σ. 119-120)

399 [Then spoke the thunder]: […] Upanishads were first translated into English in 1817-1818 by Rammohun Roy (1772-1832), a Bengali scholar, and other translations followed throughout the nineteenth century. The German translation cited by Eliot, Paul Deussen’s Sechzig Upanishads des Veda (Leipzig: F. A. Brockhaus, 1897), comprised sixty Upanishads.

Eliot studied Sanskrit at Harvard in 1911-1913. In the fable of the Thunder which he cites, the Lord of Creation, Prajapati, thunders three times, the sound being represented by the Sanskrit word “da.” The text of the fable is from The Upanishads, ed. and trans. Swami Nikhilananda (London: George Allen and Unwin, 1963), 239-240 [ακολουθεί το κείμενο] In one tradition of commentary, it was said that self-control was demanded of the gods because they were naturally unruly, charity of men because they were naturally greedy, and compassion of the demons because they were naturally cruel. But it was also suggested that there were no gods or demons other than men. Men who lack self-control, while endowed with other good qualities, are gods. Men who are particularly greedy are men. And those who are cruel are demons.

Η απλή παράθεση των κειμένων κρίνω πως είναι επαρκής από μόνη της.

~·~

22.

Α. (Χ.Β., σ. 153)

Στ. 411: Ο Έλιοτ εδώ αναφέρεται σ’ ένα επεισόδιο της Κόλασης, στο οποίο ο Δάντης βλέπει τον Ugolino della Gherardesca να καταβροχθίζει το κεφάλι του επισκόπου Ruggieri της Πίζα. Αυτός του εξηγεί ότι ο Ρουτζιέρι φυλάκισε αυτόν και τα τέσσερα παιδιά του στον πύργο και τους άφησε να πεθάνουν από πείνα. Τα παιδιά πέθαναν πρώτα και ο Ουγκολίνο έφαγε τα πτώματά τους. Ο Ουγκολίνο ακούει τους φρουρούς να «κλειδώνουν» αυτόν και τα παιδιά του στον «τρομερό πύργο»:

κι άκουσα να κλειδώνουν κάτω την πόρτα
του τρομερού πύργου.

Ο Φράνσις Χέρμπερτ Μπράντλεϋ (1846-1924) ήταν διακεκριμένος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ο Έλιοτ υπήρξε για ένα διάστημα μαθητής του, όταν φοιτούσε στο πανεπιστήμιο (στο Κολέγιο Μέρτον) το φθινόπωρο του 1914 και την άνοιξη του 1915. Η διδακτορική του διατριβή, την οποία άρχισε το 1911 και ολοκλήρωσε το 1916 (αλλά δεν υποστήριξε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ όπου ήταν εγγεγραμμένος), είχε τίτλο Knowledge and Experience in the Philosophy of F. H. Bradley, κυκλοφόρησε δε ως βιβλίο το 1964. Γνωστότερα βιβλία του Μπράντλεϋ: Ethical Studies (1876), The Principles of Logic (1883), το προαναφερθέν Appearance and Reality (1894) και Essays on Truth and Reality (1914). Ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που έλαβε από τον βασιλιά Γεώργιο Ε΄ τη διάκριση “Order of Merit”, το 1924, τρεις μήνες πριν από τον θάνατό του.

Β. (Ρέινυ, σ. 120-121)

411 [I have heard the key]: Eliot’s note refers the reader to Dante’s Inferno, XXXIII, 46-47. In the previous canto Dante has come upon Ugolino della Gherardesca, who is forever devouring the head of Archbishop Ruggieri of Pisa. Ugolino now explains that Ruggieri had locked up him and his four children in a tower, leaving them to starve. His four children had died first, and Ugolino had eaten their corpses. Ugolino had “heard the key / Turn in the door once and turn once only” because the guards were leaving him and his children to starve. Eliot’s adaptation of these lines is based on a minor mistake. Because the word for “key” in modern Italian is chiave, he assumes that the verb chiavar in the passage by Dante must mean “to lock” or “to turn the key.” But the word chiavi in medieval Italian meant “a nail,” and what Ugolino heard, in the English translation of John Sinclair, was “the door of the terrible tower nailed up.”

Eliot also quotes from Appearance and Reality: A Metaphysical Essay (London: Swan Sonnenschein, 1893), a book by the philosopher Francis Herbert Bradley (1846-1924). Bradley attended University College, Oxford, and graduated in 1869. In 1870 he was elected to a fellowship at Merton College, Oxford, tenable for life, with no teaching duties. He published Ethical Studies (1876), The Principles of Logic (1883), and then Appearance and Reality. During his lifetime he published only one other book, Essays on Truth and Reality (1914). He was the first philosopher to receive an Order of Merit, from King George V in 1924, three months before his death. Eliot wrote his Ph.D. thesis on Bradley for Harvard University, begun in 1911 and completed in 1916 (though never formally submitted). He lived in Merton College from October to December 1914 and again in the spring term of 1915. His thesis, Knowledge and Experience in the Philosophy of F. H. Bradley, was published in 1964.

Στο δεύτερο μέρος της σημείωσης του Ρέινυ απλώς έχουν έρθει τα πάνω κάτω· παρατηρείται μια αλλαγή στη σειρά, πιθανόν για λόγους μεγαλύτερης υφολογικής σαφήνειας. Τα γνωστότερα βιβλία του Μπράντλεϋ βέβαια είναι σχεδόν και τα μόνα, καθώς συνέγραψε μόνον πέντε. Στο δε πρώτο μέρος, ξαφνιάζει μονάχα το γεγονός πως δεν μεταφέρθηκε το ενδιαφέρον σχόλιο για την παρανόηση του Έλιοτ σχετικά με τη σημασία του μεσαιωνικού chiavar, κάτι που γνωρίζει ο Μαυρίκιος (Κόλαση, Ευρασία, 2020), κι έτσι το μεταφράζει στην ολόφρεσκη απόδοση της δαντικής Κόλασης:

καρφώματα ακούω να μας σφραγίζουν
την πύλη του άθλιου πύργου.

~·~

23.

Α. (X.B., σ. 155)

Στ. 424: Η Ουέστον υποστηρίζει ότι το όνομα του Βασιλιά Ψαρά δεν σχετίζεται με το γνωστό χριστιανικό σύμβολο (Ιχθύς), ούτε με κέλτικους μύθους ή παραδόσεις. «Διάφορες θρησκευτικές ομάδες θεωρούσαν το ψάρι “ιερό φαγητό”, επειδή πίστευαν ότι η ζωή προέρχεται από το νερό και ότι το ψάρι χαρίζει σε όποιον το τρώει γονιμότητα».

Β. (Ρέινυ, σ. 121)

424 [Fishing … behind me]: Eliot’s note refers the reader to chapter 9, “The Fisher King” (112-136), in Jessie Weston’s From Ritual to Romance […] She goes on to argue that the Fisher King’s name in no way derived from early Christian use of the fish as a symbol, nor from any Celtic myth or legend. Instead, fish played “an important part in Mystery Cults, as being the ‘holy’ food” (129), partly because of “the belief … that all life comes from the water” (133) and partly because «the Fish was considered a potent factor in ensuring fruitfulness” among certain prehistoric peoples (135), a belief that had persisted and helped shape the figure of the Fisher King.

Πόσο πιο απλά θα ήταν τα πράγματα, ―κι εν προκειμένω το πού θα τοποθετηθούν τα εισαγωγικά―, αν απλώς και μόνον δήλωνε κανείς ως πηγή του τον Ρέινυ κι απλά αντέγραφε το παράθεμά του.

Από την άλλη όμως περιμένει κανείς από έναν άνθρωπο, που έχει θεμελιώσει ένα σημαντικό μέρος της επιχειρηματολογίας του, για τον τίτλο Άγονη γη, στην επίκληση αυτού του θεμελιώδους έργου, (που προτείνει ο ίδιος ο μεταφραζόμενος Έλιοτ), να παραθέτει με ακρίβεια ένα απόσπασμά του και να σημειώσει και τη σελίδα· τουλάχιστον…

~·~

24.

Α. (Χ.Β., σ. 156-158)

Στ. 428: Εδώ ο Έλιοτ αναφέρεται στο λατινικό ποίημα «Pervigilium Veneris» («Η αγρυπνία της Αφροδίτης») και ο συγκεκριμένος στίχος σημαίνει: «πότε θα γίνω σαν το χελιδόνι». Το ποίημα μάλλον γράφτηκε στις αρχές του 4ου αιώνα, πιθανόν από τον Tiberianus. Αλλά την εποχή που ο Έλιοτ έγραφε την Άγονη γη, η χρονολογία συγγραφής του ποιήματος και ο συγγραφέας του δεν ήταν ακόμη γνωστά. Ο Έλιοτ αντιγράφει τον στίχο 90 (το ποίημα κλείνει στον στίχο 93). Μεταφράζω το σχετικό απόσπασμα που είναι ομολογουμένως άκρως συγκινητικό [ακολουθεί ελληνική μετάφραση].

Αμύκλες: επειδή οι κάτοικοί της διέδιδαν διαρκώς ότι κάποιος εχθρός ήταν προ των πυλών, οι Αρχές της πόλης απαγόρευσαν τη διασπορά τέτοιων «ψευδών ειδήσεων». Όταν τελικά ο εχθρός όντως ήρθε, κανείς δεν ήθελε να παραβεί τον νόμο, και ως εκ τούτου «οι Αμύκλες χάθηκαν από τη βουβαμάρα τους».

Ο Κύρου στις σημειώσεις του (σ. 114) λανθασμένα συγχέει την πόλη Αμύκλες με τον βασιλιά της Αμύκλα και μεταφράζει: «έτσι κι ο Αμύκλας, επειδή σιωπούσε, χάθηκε απ’ τη βουβαμάρα».

Κάποιοι κριτικοί ισχυρίζονται ότι το δεύτερο μέρος του στίχου (Ω χελιδόνι χελιδόνι) αναφέρεται στο ποίημα του Tennyson “The Princess” [ακολουθεί η πρώτη στροφή και η μετάφρασή της στα ελληνικά].

Β. (Ρέινυ, σ. 122-123)

428 [Quando fiam … swallow]: Eliot’s note refers the reader to the anonymous Latin poem the Pervigilium Veneris (The vigil of Venus). The poem is now thought to have been written in the early fourth century, most likely by Tiberianus. But in Eliot’s day both the date and authorship of the poem were uncertain. We do not know which edition of the poem Eliot used, nor why his memory introduced a small variant (“ceu” instead of the more common “uti”) into the text. (See Note on the Text.) Eliot quotes from line 90, three lines before the poem ends, set within a passage which shifts from religious hymn to a deeply personal note [και παραθέτει το λατινικό πρωτότυπο και αγγλική μετάφραση] The town of Amyclae was proverbially silent. The legend ran that it had several times suffered false alarms over spurious reports of an enemy’s approach and so had passed a law which forbade the spreading of such news; When eventually the enemy did come, no one was prepared to violate the law, and thus did the city “perish by tis very silence.”

Some critics are convinced Eliot is also referring in this line to “O Swallow, Swallow,” a poem by Alfred Tennyson [ακολουθεί το ποίημα].

Ο Χ.Β. εδώ ψέγει ―και δικαίως― τον Κύρου για το λάθος του, παρασιωπά όμως την παραπομπή του Κύρου στο ποίημα «The Princess» του Τέννυσον. Κι ενώ ιδιοποιείται πλήρως ―και βεβαίως αδήλως― τη σημείωση του Ρέινυ (μια αντιπαραβολή των δύο κειμένων πείθει πως ακόμη κι η μετάφρασή του στα ελληνικά ακολουθεί πιστά τη μεταφραστική ―αγγλική― εκδοχή του Ρέινυ), απεμπολεί μια μοναδική ευκαιρία να εξάρει την ερευνητική συμβολή του Κύρου που «δεν είχε τον Rainey» (δες κριτική Απέργη, παραπάνω) και να διορθώσει, έστω συμπληρώνοντάς τον, τον Ρέινυ. Επέλεξε όμως διαφορετικά. Από την άλλη, είναι να θαυμάζει κανείς τον μόχθο τόσο του Κύρου όσο και του Σεφέρη που, σε εποχές δυσχερούς και περιορισμένης πρόσβασης σε βιβλία και βιβλιοθήκες, κατάφεραν να αντλήσουν τις πληροφορίες για τις σημειώσεις που μας επιδαψίλευσαν.

~·~

25.

Ας ολοκληρώσω όμως πια αυτόν τον (ατελή) κατάλογο των άδηλων υιοθεσιών και αντιγραφών σημειώσεων του Ρέινυ, με τις σημειώσεις σε (αμνημόνευτες και πάλι) παραπομπές σε κείμενα.

Στ. 7: Το ποίημα “The City of Dreadful Night” του James Thomson (σ. 108 Χ.Β. & 77 Ρέινυ)

Στ. 19-20: Ιώβ 8, 16-17 (σ. 110 Χ.Β. & 77 Ρέινυ)

Στ. 26: Ησαΐας 2, 10 (σ. 111 & 78 Ρέινυ)

Στ. 221: Δάντης, Καθαρτήριο, VIII, 1-6 (σ. 136 Χ.Β. & 108 Ρέινυ)

Στ. 324: Κατά Λουκάν 22, 44· Ψαλμοί 140, 6· Κατά Ματθαίον 13, 5 & 13, 20 (σ. 147 Χ.Β. & 116 Ρέινυ)

~.~

Συμπεράσματα

ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΟΤΙ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ του Έλιοτ στο The Waste Land δεν υπήρχαν στις δύο πρώτες δημοσιεύσεις του ποιήματος (τον Οκτώβριο του 1922) και προστέθηκαν στην πρώτη έκδοσή της σε βιβλίο τον Δεκέμβριο του 1922. Στη μακροσκελέστερη υποσημείωση που έχει ο Χ.Β. στην εισαγωγή του (σσ. 19-20), μεταφέρει την εξήγηση που έδωσε ο Έλιοτ το 1956 για τις σημειώσεις του: «Στις σημειώσεις της Άγονης γης είχα αρχικά σκοπό να καταγράψω όλες τις πηγές των παραπομπών μου, θέλοντας ν’ αφοπλίσω τους κριτικούς που με είχαν κατηγορήσει για λογοκλοπή. Κατόπιν, όταν ήρθε η ώρα να τυπωθεί η Άγονη γη σε βιβλίο […] αποκαλύφθηκε πως το ποίημα ήταν πολύ σύντομο, και έτσι καταπιάστηκα με την επέκταση των σημειώσεων ώστε να προσφέρω μερικές επιπλέον σελίδες έντυπου υλικού, με αποτέλεσμα να αποτελούν ακόμη και σήμερα μια επίδειξη ψεύτικης εγγραματοσύνης. Είχα σκεφτεί να ξεφορτωθώ τις σημειώσεις· αλλά πλέον είναι αργά» (σ. 19). Παρά αυτή τη διευκρίνηση του Έλιοτ, ο Χ.Β. κατέστησε σαφές στους αναγνώστες του ότι θα προχωρήσει αλλιώς. Και θα αυξήσει τις σημειώσεις του Έλιοτ με «εκτενείς Σημειώσεις» (όπως εξάλλου κι οι περισσότεροι σχολιαστές του Έλιοτ), μα και δεν θα καταγράφει όλες τις πηγές των παραπομπών του, αντιγράφοντας δουλικά τον Ρέινυ, χωρίς να τον αναφέρει, αρχής γενομένης από την ίδια αυτή υποσημείωση (αντιγραμμένη ―ανομολόγητα― και αυτή από τον Ρέινυ (The Annotated Waste Land, σσ. 37-38 & 44, υπ. 55), και με παραπειστικά παραπλανητικό τρόπο θα παρουσιάζει τις παραπομπές του Ρέινυ σε τρίτους ως δικές του.

Ηλίου φαεινότερη η απόλυτη και αποκλειστική εξάρτηση του Χ.Β. από το έργο του Ρέινυ επί των συγκεκριμένων σημειώσεων που παρατέθηκαν. Αλίμονο όμως, όπως ελπίζω να έγινε φανερό, αυτές οι σημειώσεις του Χ.Β. συνιστούν και καταφανή, πιστή και ταυτοχρόνως παντελώς άδηλη, και αποκρυπτόμενη στον αναγνώστη, οικειοποίηση και αντιγραφή των σημειώσεων του Ρέινυ. Ο Χ.Β. έχει όντως ξεκοκαλίσει τον Ρέινυ μα και ―αφειδώς, αρρήτως και καταλεπτώς― αντιγράψει και αυτούσιον μεταφέρει σε όλα τα σχόλια που προσθέτουν επιπλέον καινούργια γνώση στην ερμηνεία, κατανόηση και πρόσληψη του The Waste Land στην ελληνική βιβλιογραφία. Και δυστυχώς εδώ, όπως όλα δείχνουν, μόνον αυτόν. Παράλληλα όμως διαπιστώνεται και έλλειψη κριτικού ελέγχου και επισκόπησης ενός κεφαλαιώδους και σημαντικού μεν αλλά όχι και αλάνθαστου έργου, με συνέπεια να μεταφέρονται και τα λάθη του Ρέινυ, με απρόβλεπτα αστείες ενίοτε εκβάσεις. Εντέλει δεν αρκεί να έχει ξεκοκαλίσει κανείς μόνον τον Ρέινυ.

Αν και το βαρύτερο σφάλμα, δεν είναι όμως το μόνο που χαρακτηρίζει τη σύνταξη των σημειώσεων στην Άγονη γη. Παραλείψεις και περικοπές σημειώσεων του ίδιου του Έλιοτ, αβλεψίες και προχειρότητα, αμέλεια ενιαίας εποπτικής φροντίδας και της όλης τελικής επιμέλειας φανερώνουν μία επιπόλαιη βιασύνη και αδιαφορία για την τελική αρτιότητα του εκδοτικού αποτελέσματος. Αδιαφορία που παρουσιάζεται ως αλαζονική επίδειξη γνώσης, εμβριθούς έρευνας και πρωτοτυπίας, αδιαφορία δηλονότι και υπεροπτική υποτίμηση του αναγνώστη.

Τα βασικά θέματα γύρω από τα οποία κινείται το The Waste Land δεν συζητούνται καθόλου ούτε στην εισαγωγή μα ούτε και στις σημειώσεις. Η δε βιβλιογραφία δεν έχει αξιοποιηθεί καθόλου σε αυτόν τον σχολιασμό, με αποτέλεσμα να μένει ουδέτερη, ανενεργή, ως σύνηθες τυπικό συμπλήρωμα, χωρίς να συζητηθεί η αξία της, να κριθούν οι απόψεις ή τα πορίσματά της, η προσφορά της στην κατανόηση ή στην πρόσληψη του The Waste Land· χωρίς να ενσωματωθεί καν μία μνεία (κάποιου απ’ όλα τα παρατιθέμενα βιβλία, πλην του Ρέινυ!) ως παραπομπή στο σώμα είτε της εισαγωγής είτε των σημειώσεων, ακόμα και όταν παρέχονται οι προς τούτο ευκαιρίες. Εκτός των επισημάνσεων στις υποσημειώσεις 8, 10 & 11, ας δώσω ένα επιπρόσθετο παράδειγμα: Ενώ ο Χ.Β. παραθέτει το εντελώς πρόσφατο έργο του Oliver Tearle, The Great War, The Waste Land and the Modernist Long Poem, Bloomsbury Academic, Λονδίνο 2019, δεν γίνεται καμμία προσπάθεια συσχέτισης των κοινών θεμάτων που παρουσιάζονται και στα δύο θεμελιώδη μοντερνιστικά ποιήματα, το Hugh Selwyn Mauberley του Πάουντ και το The Waste Land, που συζητούνται σε αυτό το έργο. Σε τι εξυπηρετεί τελικά η παράθεση βιβλιογραφίας;

Παρατηρούνται λάθη που θέτουν εν αμφιβόλω τη διακηρυγμένη κατοχή και μελέτη εκατοντάδων κριτικών αναγνώσεων του ποιήματος (σ. 20) και της βιβλιογραφίας, όπως αίφνης η απουσία του ονόματος του δεύτερου συγγραφέα στο μνημονευθέν έργο: Brooker, Jewel Spears & Bentley, Joseph, Reading The Waste Land: Modernism and the Limits of Interpretation. Ενώ στη βιβλιογραφία o Χ.Β. καταγράφει τη νεώτερη κι εμπλουτισμένη συλλογή ερμηνευτικών δοκιμίων του 2006, επιμελημένη από τον Μπλουμ,[11] στη μόνη σχεδόν καταδική του παραπομπή στην εισαγωγή, παραπέμπει στην αρχική έκδοση του ίδιου έργου του Μπλουμ του 1986. Στην δε άλλη τέτοια παραπομπή, το έργο που μνημονεύεται σε μια υποσημείωση της εισαγωγής (σ. 35-36, υπ. 41), η κλασσική μελέτη του Moody, Thomas Stearns Eliot: Poet, δεν κρίνεται άξια συμπερίληψης και καταγραφής στη βιβλιογραφία. Μα και την κριτική έκδοση του The Waste Land του Michael North από τον Norton (που παραθέτει) να διάβαζε ή να χρησιμοποιούσε, θα έβρισκε εκεί μέσα (σ. 54), ανάμεσα σε άλλα, και τη σωστή παραπομπή στο Fire-Sermon, στις σσ. 351-352 δηλαδή. Ας επισημάνω άλλο ένα μικρό λάθος εδώ: στο παρατιθέμενο βιβλίο του Jeremy Diaper, T. S. Eliot and Organi[ci]sm (ρίχνοντας μια ματιά στη σελίδα του εκδοτικού οίκου, αναρωτιόμουν ποιός ο ιδιαίτερα σημαίνων λόγος της συμπαράθεσης αυτού του βιβλίου στη Βιβλιογραφία του The Waste Land).

Μα και οι σημειώσεις, χωρίς την ενεργό τροφοδότηση και τη συνέργεια της παρατιθέμενης βιβλιογραφίας, έστω και με έναν βιαστικό σχολιασμό, αντί να διαυγάζουν τα ζητήματα που διατρέχουν το ποίημα, φαίνονται να αποτελούν ένα ανεξάρτητο corpus φορτικών παραθεμάτων, που επιδεικνύει τις γνώσεις του μεταφραστή. Ο Ρέινυ, είναι γνωστό τοις πάσι, κατέθεσε τις πληρέστερες σημειώσεις μέχρι σήμερα. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα όμως, δεν μπορεί να θεωρείται αρετή η ―κρυφή κι αδήλωτη― ιδιοποίηση και παράθεση των σημειώσεών του. Αντιθέτως με βάση αυτές αλλά και τις διαφορετικές αναγνώσεις των βιβλιογραφούμενων έργων θα ήταν ευτύχημα η παρουσίαση και συζήτηση, έστω η νύξη, των ζητημάτων που θέτει η κριτική μέχρι σήμερα σε αυτό το εμβληματικό μοντερνιστικό έργο, και όφελος μέγα για τον Έλληνα αναγνώστη. Φοβάμαι όμως πως το κάθε σώμα παραμένει αυτόνομο, ξεκομμένο από τα άλλα, χωρίς να συνομιλεί με τα υπόλοιπα, κατατείνοντας στην ανάδειξη της ερμηνευτικής προσέγγισης του ποιήματος αλλά και της πρόσληψης-κατανόησής του. Σημεία-σημεία αισθάνομαι πως άλλο χέρι γράφει τις σημειώσεις και άλλο την εισαγωγή, ή πως γράφονται ανεξάρτητα, σε χρονικές (ή ψυχικές) στιγμές απόμακρες η μία από την άλλη, ούτως ώστε να έχει χαλαρώσει έως διάρρηξης η μεταξύ τους επαφή και συνάφεια, με ενίοτε τραγελαφικά αποτέλεσμα. (Ακόμη κι η αντιγραφή απαιτεί μαστοριά και τέχνη).

Παρ’ όλα αυτά, ενδεχομένως κάποιος να ισχυριστεί πως η απουσία μνείας του Ρέινυ στις σημειώσεις οφείλεται σε επιπόλαιη αστοχία, σε ένα ξέχασμα, αφού ήδη αναφέρει ρητά στην εισαγωγή ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά σε αυτόν και παραπέμπει σε αυτόν σε οκτώ από τις σημειώσεις του· δεδομένης δε της καταφανούς προχειρότητας και της επιπολαιότητας θα μπορούσε κάτι τέτοιο να γίνει πιστευτό. Κι όμως, ενώ στην εισαγωγή σαφέστατα αναφέρει ότι στηρίχθηκε σε αυτόν, στις σημειώσεις δεν λέει απολύτως τίποτε. Οι δε οκτώ παραπομπές του φανερώνουν αυτό ακριβώς, ότι τον χρησιμοποίησε εκεί ακριβώς και όπου παρέπεμψε σε αυτόν. Πουθενά στις υπόλοιπες παραπομπές δεν βρίσκονται οι σημειώσεις του Ρέινυ εντός εισαγωγικών μα ούτε και αποδίδονται με διαφορετικό τρόπο, παρά μονάχα αυτολεξεί αντιγράφονται, όπως έδειξα παραπάνω. Τόσο πιστά δε και κατά λέξιν μεταφρασμένες κι ενίοτε άκριτα μεταφερμένες, ώστε να δημιουργούνται φαιδρά φαινόμενα που τον εκθέτουν ανεπανόρθωτα. Επιπλέον δε, μετέρχεται και παραπειστικές τακτικές παραπλάνησης του αναγνώστη, όταν ενώ παραπέμπει στον Ρέινυ π.χ. ή στη Βάλερι Έλιοτ, παραπέμπει συγχρόνως και σε ένα άλλο έργο, το οποίο όμως ο Ρέινυ το έχει καταδείξει, επισημάνει και ήδη παραπέμψει σε αυτό. Νομίζω πως αυτό καταφάνηκε τόσο από την εξέταση συγκεκριμένων σημειώσεων παραπάνω όσο και από τις επαναλήψεις των σφαλμάτων του Ρέινυ. Αλλά ας ειπωθεί και αυτό: την ίδια μέθοδο ακολουθεί και στην εισαγωγή του. Εκεί, ενώ όλες σχεδόν οι παραπομπές που παραθέτει, σε έργα πλην του Ρέινυ, προέρχονται από τον Ρέινυ (και 2-3 από τη Βάλερι Έλιοτ), στις υποσημειώσεις του, τις περισσότερες από αυτές τις παρουσιάζει ανεξάρτητα ή και παράλληλα με τις παραπομπές στον Άγγλο πανεπιστημιακό, επιδεικνύοντάς τες έτσι ως καρπό της προσωπικής του ενδελεχούς έρευνας κι εμβριθούς ανάγνωσης πλήθους βιβλιογραφικών αναφορών. Εάν αυτό δεν συνιστά απόπειρα συνειδητής παραπλάνησης του (ανυποψίαστου) αναγνώστη, προκειμένου να εξαρθεί η κορυφαία εργασία του μεταφραστή, τότε περί τίνος πρόκειται;

Μια σύντομη δε αντιπαραβολή στη «Συγγραφή της Άγονης γης» προς την Εισαγωγή του Ρέινυ πείθει ―και τον πλέον δύσπιστο αναγνώστη― πως αυτή αποτελεί, όχι ένα προϊόν σχεδόν αποκλειστικής στήριξης στις πληροφορίες που δίνουν ο Ρέινυ και η Βάλερι Έλιοτ (όπως δηλώνεται), αλλά, σχεδόν ολόκληρη, μία συρραφή διαφόρων verbatim μεταφρασμένων αποσπασμάτων από το έργο του Ρέινυ. Ας είμαστε ξεκάθαροι και σαφείς σε αυτό: άλλο το στηρίζομαι ή βασίζομαι σε κάποιον, άλλο το αντιγράφω εντός εισαγωγικών ή μεταφέρω με τον δικό μου τρόπο και τελείως άλλο το οικειοποιούμαι, μεταφέρω, αντιγράφω, και δη αυτολεξεί χωρίς την παραμικρή μνεία.

Επιτέλους, εάν πραγματικά ήθελε ο Χ.Β. να γνωρίσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το ―αναμφίλεκτα σημαίνον― έργο του Ρέινυ, θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφράσει την Εισαγωγή και τις Σημειώσεις του Άγγλου σχολιαστή (συνάμα με τα δικά του σχόλια), ενσωματώνοντας επιπλέον σε αυτές και τη μετάφρασή του.

(Η φράση «άγονη ερημιά» επίμονα με τριβέλιζε όσο προχώραγε η ανάγνωση· τη θυμήθηκα από τη μετάφραση του μυθιστορήματος του Γκράχαμ Γκρην, Μια χαμένη υπόθεση, Φέξης, 1962. Ο Γ. Παπουτσάκης μεταφράζει με αυτή την περίφραση την αγγλική λέξη aridity).

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ηλίας Μαλεβίτης (γεν. 1966) σπούδασε Θεολογία και Κλασσική Φιλολογία στην Αθήνα, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ισλαμική Ιστορία και Τέχνη στο SOAS, Λονδίνο και είναι Δρ Ισλαμοβυζαντινής Ιστορίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Δίδαξε στο ΕΚΠΑ και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

~.~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[1] Όπως σημειώνει ο ίδιος, ARB, τ. 120, σ. 32. Βλ. τα δοκίμιά του που συμπεριλαμβάνονται στο Νάσος Βαγενάς, Ποίηση και μετάφραση, Στιγμή, 11989.
[2] Βλ. «Πάτροκλος Γιατράς ή οι ελληνικές μεταφράσεις της Έρημης Χώρας» στο: Βαγενάς Νάσος, Η συντεχνία, Στιγμή, 1987, σσ. 11-35.
[3] Παρατηρείται βέβαια μια μικρή σύγχυση με τις αναφερόμενες χρονολογίες και τον τόπο έκδοσης των έργων καθώς στην Εισαγωγή παρουσιάζονται οι ημερομηνίες των αρχικών εκδόσεων (ως έχουν πιο πάνω), ενώ στις Σημειώσεις και στη Βιβλιογραφία παρουσιάζονται μεταγενέστερες (2006 & 1974, Λονδίνο αντίστοιχα). Ακατανόητη μεν αλλά, κατά το μάλλον ή ήττον, συγγνωστή αυτή η μικροσύγχυση καθώς παρά τις επανεκδόσεις (κυρίως του δεύτερου έργου), η σελιδαρίθμηση παραμένει αμετάβλητη, εξ όσων μπόρεσα να διαπιστώσω.
[4] Χ.Β., Η Άγονη γη, Πατάκης, 2020, σ. 22, υπ. 17.
[5] Ό.π., σ. 20-21.
[6] Σε όποιον πιθανόν δυσανασχετεί για υπερβολικό ή σχολαστικό φιλολογικό σεβασμό προς τα κείμενα να υπενθυμίσω πως μετά από δεκαετίες ολόκληρες φιλολογικών επιμελειών του The Waste Land, κανείς δεν έχει διανοηθεί ακόμη να συμπληρώσει αυτό το ελλείπον τελικό ‘s’ από την παραπομπή του Έλιοτ στο έργο του Warren (Buddhism in Translation*s*). [Στη σημείωσή του στον στ. 308, γράφει ο Έλιοτ: “… The complete text of the Buddha’s Fire Sermon … will be found translated in the late Henry Clarke Warren’s Buddhism in Translation…”].
[7] Όπως και σε άλλες περιπτώσεις (από την παρατιθέμενη βιβλιογραφία), όπου συζητείται αυτό το θέμα (ανεξαρτήτως πλαισίου ή σχολής, κάθε φορά), δες π.χ. στα δοκίμια που φιλοξενούνται στο North Michael (ed.), T. S. Eliot: The Waste Land, Norton & Company, Νέα Υόρκη, 2001 (Cleanth Brooks, “The Waste Land: An Analysis”, σ. 197· Robert Langbaum, “The Walking Dead”, σ. 232)· Koestenbaum Wayne, “The Waste Land: T. S. Eliot’s and Ezra Pound’s Collaboration on Hysteria”, στο Bloom, Harold (ed.), T. S. Eliot’s The Waste Land, Chelsea House Publishers, Νέα Υόρκη, 2006, σ. 182· και Brooker, Jewel Spears & Bentley, Joseph, Reading The Waste Land: Modernism and the Limits of Interpretation, University of Massachusetts Press, Amherst, 1990, σ. 140.
[8] Λέω «κανέναν» χωρίς ίχνος υπερβολής. Αντιθέτως τα πράγματα μπορεί να γίνουν και χειρότερα. Στην αναφορά του σε αυτούς τους στίχους π.χ. ο Απέργης, που υπερθεματίζει για την οφειλόμενη γνώση και χρήση του Ρέινυ, χρησιμοποιεί τη συγκεχυμένη σημείωση του Χ.Β., χωρίς να αντιλαμβάνεται το λάθος, ομολογώντας έτσι άθελά του ότι κι αυτός τον Ρέινυ από τις σημειώσεις του Χ.Β. τον μαθαίνει (the booksjournal, τ. 112, Οκτώβριος 2020, σ. 87: «…όπου και η παραθαλάσσια πόλη του Margate… Οκτώβριο του 1921 κατέφυγε σε μια τέτοια λουτρόπολη, το Moorgate, ο Έλιοτ… το Moorgate μνημονεύει η δεύτερη κόρη του Τάμεση…»).
[9] Booth Allyson, Reading The Waste Land from the Bottom Up, σ. 191.
[10] Brooker, Jewel Spears & Bentley, Joseph, Reading The Waste Land: Modernism and the Limits of Interpretation, University of Massachusetts Press, Amherst, 1990, σ. 167.
[11] (Bloom, Harold (ed.), T. S. Eliot’s The Waste Land, Chelsea House Publishers, Νέα Υόρκη, 2006).

~.~