Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (3/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

 Α’

(συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος β΄)

Ἡ ἀνορθογραφία μου ἦταν ἡ πρώτη τολμηρὴ λέξη ποὺ γράφτηκε ποτέ. Ἀναστάτωσε τὴ γραμματικὴ τάξη, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ἀναπάντεχα, σὰν λέξη κόντρα στὸ πεπρωμένο, στὴν προγεγραμμένη της μοίρα. Τριάντα χρόνια πρίν, ὁ Μαριάμπας, ὀ ἥρωας τοῦ Σκαρίμπα στὸ ὁμώνυμο μυθιστόρημα (1935), ἀλληλογραφώντας μὲ τὴν ὑπηρέτρια ἔγραφε ἀπὸ ἁβροφροσύνη τὸ «ἄνθρωπος» μὲ ὄμικρον, καὶ τὸ «μ’ ἐκτίμηση» πέρα γιὰ πέρα μὲ ἦτα. Ἦταν ἕνα ἐξαίσιο τέρας ἀνθρωπιᾶς! (χαρακτηρισμὸς τοῦ συγγραφέα), ἕνα λαμπρὸ λάθος τῆς φύσης. Ὁ ὀρθὰ ἐννοούμενος δάσκαλος θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζει αὐτό. Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, ἂν καὶ δὲν χρειάζεται νὰ μεγαλώσει κανεὶς γιὰ νὰ τὸ καταλάβει, ἡ χειρονομία μου ἦταν μία λελογισμένη ἀντίδραση στὴν ὁμοιομορφία, στὴν καθοδήγηση ὅλων σὲ ἕνα κανονιστικὸ πρότυπο, ἀνάλογο μὲ τὴν ὁμοιόμορφη μπλὲ σχολικὴ ποδιά. Ἡ ὁμοιόμορφη γραφὴ εἶναι καταλυτικὴ γιὰ τὸ πνεῦμα. Στὸ μεταξὺ διάβασα πολλὰ χειρόγραφα συγγραφέων. Τὰ λάθη τους εἶναι μοναδικά, ἀκέραια συμπτώματα τοῦ ὕφους, καὶ ὡς γνωστὸν τὸ ὕφος εἶναι οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἔκφραση, καθὼς καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ συναντοῦν αὐτὲς οἱ δυνάμεις. Ἕνα ἐμπόδιο ἦταν κι αὐτό, ἂν δὲν μεγαλοπιάστηκα κι ἐγὼ προώρως. Τὸ 1964, τὴ χρονιὰ τοῦ δικοῦ μου ἐπεισοδίου, κυκλοφόρησαν μὲ τὴ φροντίδα τοῦ Λίνου Πολίτη τὰ χειρόγραφα τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς «τρεῖς μεγάλους πεθαμένους ποιητές μας ποὺ δὲν ἤξεραν ἑλληνικά» (ἡ γνωστὴ αἰνιγματικὴ ρήση τοῦ Σεφέρη). Διασκεδάζω τὴν ἀπογοήτευσή μου μεταφέροντας ἕνα αὐθεντικὸ σολωμικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν «πυρασμό»:

Ο Εροτας εχορεψε με το ξανθὸ απριλi,
κ’ η φισυς ολη βρισκετε μες τη γλiκια της ορα.
αλλὰ στης λίμνις το νερο π’ ακiνiτο ‘νε κ’ ασπρο
ακiνiτ’ οπου κ’ αν ιδiς қ κατασπρ’ ος τὸ πατο
με μικρον ισκιον αγνορον επεξ’ η πεταλουδα
που χε βοδiσει στ’ iπνουστης μεσα στον αγριο κρίνο.

Ἡ ὄψη παραδειγματίζει τὸ ὕφος. Ἡ ὀρθοτομημένη ὄψη σκότωσε τὸ κέφι μας γιὰ γράψιμο. Τὸ ἀνακαλύψαμε μὲ τοὺς πρώτους ἔρωτες. Κρατῶ τὴν ἐρωτικὴ ἀλληλογραφία ποὺ εἶχα μὲ μαθήτριες πρὶν ἀπὸ τριάντα, μέχρι καὶ σαράντα, χρόνια. Κάποιες νεραϊδοῦλες ποὺ μὲ δόνησαν τότε, τὶς ἔχω σήμερα παντελῶς ξεχάσει. Οἱ ἐπιστολὲς διασώζουν μιὰν ἀπουσία. Ἄλλες ἐπανέρχονται στὴ μνήμη μου μέσα ἀπὸ τὸν ὀρθογραφικό τους χαρακτήρα, κυρίως ἀπὸ τὰ τρυφερὰ λαθάκια, τὰ πάναγνα σὰν κρινάκια ποὺ ξεπετάχτηκαν παρὰ τὴ θέληση τῆς μάνας τους. Χωρὶς ὑπερβολή, εἶναι καὶ φορὲς ποὺ ξαναζωντανεύει ἀφόρητα ὁ ἔρωτας, ἔστω γιὰ μιὰ στιγμή, μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθαντικὲς γραμμές, σὰν νὰ διατηρεῖται ἀκόμη τὸ ἄρωμα τοῦ ἐφηβικοῦ κορμιοῦ χυμώντας στ’ ἀκροδάχτυλα.

Ἔλεγα γιὰ τὸ κατοχικὸ ραδιόφωνο ποὺ κάποτε ἐξέπεμπε, παράνομα ὑποθέτω, μηνύματα ἀπὸ τὸ BBC, τὴν Σόφια καὶ τὴν Μόσχα. Ἄλλης μορφῆς χτυποκάρδια γιὰ κείνους ποὺ πάσχιζαν ν’ ἀκούσουν τὰ καλὰ νέα. Ἐμεῖς ἀκούγαμε τραγούδια λικνιστά, γλυκανάλατα ποὺ εἶχαν ὅμως φλέβα ἐφηβικὴ καί, κυρίως, δὲν γνώριζαν σύνορα. Ἀπὸ τὸν Πουλόπουλο μέχρι τοὺς Μπήτλς, καὶ ἀπὸ τὸν Σταῦρο Λογαρίδη μέχρι τὸν Ἔλβις. Δὲν ἦταν, ὅμως, μόνο αὐτά, κι ἐδῶ θέλω νὰ διηγηθῶ ἕνα ἄλλο μυητικό ἐπεισόδιο, πρὶν συνεχίσω τὸ μεγάλο κεφάλαιο τοῦ δασκάλου.

Μαζὶ μὲ τὰ δισκάκια ἀκούγαμε, ἂς μιλήσω γιὰ μένα, ἄκουγα μουσικὲς ἐκπομπὲς ἢ πρόσεχα ἰδιαιτέρως τὰ μουσικὰ σήματα ποὺ τὶς ἀνήγγελλαν, κι ἀκόμη τὰ λεγόμενα τραγούδια τοῦ συρμοῦ. Συρμὸς καὶ σφυγμὸς μοῦ ἔρχονταν σὰν ἕνα πρᾶγμα. Τὰ περισσότερα ἦταν τραγούδια λαϊκὰ ποὺ μᾶλλον τὰ εἰρωνευόμουν γιὰ πολλοὺς λόγους. Ἀνάμεσά τους πρόσεχα κάποια ἀναπάντεχα ξαφνιάσματα μὲ παράξενη ὀμορφιὰ ποὺ καλὰ-καλὰ δὲν ἤξερα ἂν ἤτανε ὡραῖα τραγούδια. Ἀπὸ τὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ μας, δύσκολο νὰ τὸ πιστέψει κανεὶς αὐτὸ σήμερα, ἔβλεπα, ὅταν σουρούπωνε, τὴ μεγάλη κόκκινη κεραία τῆς ραδιοφωνίας ποὺ ἐξέπεμπε στὰ βραχέα κύματα. Ὁ πατέρας μου μοῦ εἶπε ὅτι ἡ ραδιοφωνία βρισκόταν στὸ Μπογιάτι, τὸν σημερινὸ Ἅγιο Στέφανο. Μικρὸς συνεπαρμός: κάθε βράδυ ἀντίκρυζα τὴν κόκκινη κεραία ποὺ ἔστελνε τὶς ἱστορίες μὲ τοὺς Βελλεροφόντηδες καὶ τὰ τραγούδια τοῦ Μπάμπη Μπακάλη καὶ τοῦ Καζαντζίδη. Ὅλα μοῦ φαίνονταν τόσο κοντινά, θαρροῦσα πὼς ἡ κεραία ἔμπαινε στὸ σπίτι μας. Τὴ βραδιὰ ποὺ σκεφτόμουν αὐτὸ τὸ παράδοξο, ἄκουσα στὸ ραδιόφωνο μιὰ ἀλλιώτικη μουσική, σὰν ἀπόκοσμη, αἰνιγματική, μὲ τοὺς ἀκόμη πιὸ ἀπρόσμενους στίχους ποὺ δὲν θὰ ἔγραφε ποτὲ ὁ Μπάμπης Μπακάλης (κόλλησα κι ἐγὼ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ μαθαίνω σήμερα ὅτι ἔφτιαξε ὡραῖα τραγούδια): «Φέρτε μου ἕνα μαντολίνο / γιὰ νὰ δεῖτε πῶς πονῶ / κι ὕστερα θὰ γίνω κρῖνο / κι ὕστερα πιὰ θὰ χαθῶ…», καὶ οὕτω καθεξῆς μὲ ἀντεστραμμένη τὴ ρίμα μαντολίνο-κρῖνο. Ἀναγνωρίζετε φυσικὰ τὸ τραγούδι καὶ τὸν συνθέτη του Μάνο Χατζιδάκι. Γιὰ νὰ φτάσει τὸ ὄνομά του στ’ ἀφτιά μου, θὰ χρειαζόμουν ἀκόμη δέκα χρόνια. Τὸ ἑρμήνευσε ἡ Ζωὴ Φυτούση. Πέθανε πρόσφατα σὲ πτωχοκομεῖο στὸ Αἰγάλεω. Μαυλιστικὴ φωνή, μᾶλλον κραυγή, ἂν μπορεῖ ἡ κραυγὴ νὰ εἶναι μαυλιστική. Ἀποστήθισα εὔκολα τὸ ποίημα καὶ τὸ σιγοψιθύριζα ἀκόμη καὶ στὸ σχολεῖο. Κανένα σχολικὸ ποίημα δὲν μοῦ ἔδωσε τέτοια συγκίνηση κι ἂς μὴ μποροῦσα νὰ τὴν ἐξηγήσω. Ἔφταιγε ἴσως ἡ μουσική. Προσπαθοῦσα νὰ φανταστῶ αὐτὸν ποὺ σκάρωσε τοὺς στίχους ξεκινώντας ἀπὸ τὰ τρωτά του σημεῖα. Εἶναι μιὰ εὔκολη κατασκευὴ μὲ ἀκατανόητο περιεχόμενο. Ἂν τοὺς ἔγραφε ὁ Νίκος ὁ στιχάκιας, ὁ συμμαθητής μου, θὰ τὸν εἰρωνευόμουν ἄγρια καὶ φυσικὰ θὰ τοὺς ξεχνοῦσα ἀμέσως. Ἐδῶ, ὅμως, μπλέχτηκα σὲ μυστήριο δόκανο. Πρῶτα, στὸν παραλογισμό του. Αὐτή, ὅποια τὸ λέει, θὰ γίνει κρῖνο, ἀφοῦ τῆς φέρουν ἕνα μαντολίνο. Ἀκούγεται ἀστεῖο. Δηλαδή, θὰ γινότανε βιολέττα, ἂν τῆς ἔφερναν κορνέττα; Καὶ τότε ἄρχιζαν τὸ χορὸ τὰ ὁμοιοκατάληκτα, ἀπὸ τὴν ὀμελέττα μέχρι τὴν Κινέττα. Μοῦ ἄρεσε αὐτὴ ἡ ἀσύνορη ἐλευθερία ποὺ λύτρωνε τὴ φαντασία. Φαντασία καὶ ἀσύνορο. Ἔτσι ἀπέδωσα σαράντα χρόνια ἀργότερα τὸ das Offene τοῦ Ρίλκε στὴν ὄγδοη ἀπὸ τὶς Ἐλεγεῖες τοῦ Ντουΐνο. Νομίζω ὅτι εἶμαι ὁ μόνος ἀπὸ μιὰ ντουζίνα μεταφραστές, ποὺ ξέφυγε ἀπὸ τὴ λογικὴ ἀπόδοση τοῦ «ἀνοιχτοῦ», θέλοντας μετὰ ἀπὸ περιπέτειες σαράντα χρόνων νὰ καλπάσω μὲ τὴ βοήθεια τῆς μουσικῆς στὸ ἀσύνορο τῆς λέξης. Ἡ μουσική, σκέφτηκα τότε κοιτάζοντας σταθερὰ κατὰ τὸ Μπογιάτι, ὑπάρχει μέσα στὶς λέξεις, καὶ μουσικὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν ἀκούει. Τὰ κρῖνα καὶ τὰ μαντολίνα εἶναι ἕνας τρόπος γιὰ νὰ βγεῖ ἡ μουσική, νὰ γίνει τραγούδι, νὰ τὸ στείλουν στὸ Μπογιάτι κι ἀπὸ κεῖ σὲ ὅλα τὰ σπίτια τοῦ κόσμου ποὺ ἔχουν αὐλές. Ὥστε ἡ λέξη δὲν εἶναι ἡ ὀρθογραφία της, ἀλλὰ ἡ μουσική της. Ἤθελα νὰ τὸ πῶ ὡς ἀπάντηση στὴ δασκάλα μου, καὶ μάλιστα μὲ τὴ δέουσα σοβαρότητα. Νὰ σηκωθῶ ὄρθιος, χωρὶς νὰ πάρω τὴν ἄδεια, καὶ νὰ ἀπαντήσω στὴ χλεύη τῶν παχύδερμων ὅτι ἡ λέξη δὲν εἶναι ἡ ὀρθογραφία της, ἀλλὰ ἡ μουσική της· ὅτι ἔχω ἕνα ὡραῖο ὄνομα, ἑβραϊκό, ποὺ σημαίνει ὅτι μίλησε ὁ Θεός, δὲν ξέρουμε μὲ ποιό τρόπο, μπορεῖ μὲ μιὰ παράξενη μουσική. Καὶ τώρα θὰ πρόσθετα κάτι φαινομενικὰ ἀσύνδετο, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ὑπόθεση ἐπιλογῆς, ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ γράψεις τὸ ὄνομά σου. Πρόσφατα, νεαρὴ ὑπάλληλος μὲ κολάκευσε γιὰ τὸ ὡραῖο μου ὄνομα συμπληρώνοντας τὴν ἀπόδειξη. Ἔγραψε: Σημαιών. Ὅπως εἶχα γράψει κι ἐγώ.

 Γιὰ νὰ μὴ τὴν ἀδικῶ, ὅμως, τὴ δασκάλα μου ἐννοῶ, πρέπει νὰ πῶ ὅτι εἶχε μελωδικὴ φωνὴ καὶ μᾶς διάβαζε τὰ ποιήματα ἢ τὰ διηγήματα μὲ βαθειὰ μουσικότητα ποὺ μᾶς συνέπαιρνε. Ἡ ἴδια τὸ γνώριζε αὐτὸ καὶ μᾶς ἔλεγε νὰ κλείνουμε τὸ βιβλίο, γιὰ νὰ συγκεντρωνόμαστε σὲ ὅ,τι ἀκοῦμε. Ἦταν ψηλή, ἐπιβλητικὴ γυναίκα, μᾶλλον νεαρή ―ἔχω μιὰ ἐθιμοτυπικὴ φωτογραφία, ἐπιχρωματισμένη, ποὺ βγάλαμε μαζὶ στὴν τάξη―, καὶ τὸ παράστημά της ἔκανε πιὸ πειστικό, παραστατικό, τὸ διάβασμα. Δὲν χρειάζεται νὰ εἶσαι ἠθοποιός, καὶ μάλιστα συχνὰ αὐτὸ βλάπτει (μοῦ εἶναι ἀνυπόφορο σήμερα νὰ ἀκούω σὲ δίσκους ἢ στὴν τηλεόραση τὴν Λαμπέτη νὰ διαβάζει Καβάφη ἢ τὰ Ἐγκώμια τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, κάποιος πρέπει νὰ τὸ ἀπαγορεύσει). Δὲν θυμᾶμαι πιὰ κανένα ποίημα ἢ διήγημα ἀπ’ ὅσα μᾶς διάβασε, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ «Πατέρα στὸ σπίτι». Τὸ διήγημα, μὲ τὴ γλώσσα καὶ τὴ ζεστασιὰ τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου, μᾶς ἐντυπώθηκε βαθιά. Ἐμεῖς ἔπρεπε νὰ σημειώνουμε μόνο ἄγνωστες λέξεις. Θὰ σημειώσαμε πολλές, ἀλλὰ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴ δεύτερη ἐκδοχή, ὅτι καταλάβαμε ὁλόκληρο τὸ διήγημα· δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχουν ἄγνωστες λέξεις, ἐπειδὴ ὅλες ἦταν τόσο κοντὰ ἡ μία στὴν ἄλλη, δεμένες, καὶ ὑποστηρίζονταν μεταξύ τους. Ἡ σημασία τους ἔβγαινε καὶ ἀπὸ τὸν περίγυρο. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι στὸ τέλος κανεὶς δὲν σήκωσε, ὅπως γινόταν πάντα, τὸ χέρι νὰ ρωτήσει κάτι, γιὰ μιὰ λέξη, φράση ἢ ἕνα περιστατικὸ τῆς ἱστορίας. Ὅλα ἦταν λαμπρὰ καὶ συγκινητικά. Τότε μᾶς συγκίνησε ἀσφαλῶς ἡ δραματικὴ ἱστορία τοῦ παιδιοῦ, ἡ ἀτμόσφαιρα στὸ μπακάλικο τοῦ Καχριμάνη. Σὰν νὰ βλέπαμε θέατρο στὴ σκηνή. Τὸ πρῶτο, πράγματι, ποὺ εἴδαμε στὴ ζωή μας. Στὸ διάλειμμα μετὰ παρασταίναμε, παίζοντας, τὸν πιτσιρικᾶ καὶ τὸν μπακάλη: «Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μὲς στὸ γυαλί», «Χωρὶς πεντάρα;», «Ναί», «Καὶ τί ἔγινε ὁ πατέρας σου;», «Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναίκα». Δύο πράγματα θέλω νὰ ἐπισημάνω, ἀδιανόητα μᾶλλον σήμερα. Ἤμασταν ὀκτάχρονα παιδιὰ καὶ κατανοούσαμε ἀπολύτως τὴ γλώσσα τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὄχι μόνο τὴν κατανοούσαμε (καταλαβαίνει κανεὶς κι ἕνα ἀγγλικὸ κείμενο), ἀλλὰ μᾶς συγκινοῦσε, μᾶς μάγευε. Ὁ συγγραφέας ἐγκαταστάθηκε στὴν ψυχή μας μὲ μία ἀνεπιτήδευτη ἀνάγνωση. Ἡ γλώσσα του ποὺ δὲν μιλιόταν οὔτε στὴν ἐποχή του, μισὸν αἰώνα πρίν, ἦταν ἡ δική μας γλώσσα, τῶν πιτσιρικάδων: τὸ ἐκβιασθὲν ποσόν, αἱ ἐσχατιαὶ τῆς πόλεως, νὰ ὀψωνίσουν, τὸ δεινότερον, κήδεται τῆς τιμῆς. Κι αὐτὰ πλάι στὰ κατσιβέλι, ξίκικο, λιμοκοντόρος, μὲ τὸ μετέωρο, σὰν ράπισμα τῆς κοινωνίας στὰ μάτια μας, φινάλε: «Δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι». Τὸ δεύτερο εἶναι ἡ ἱκανότητα ἀποστήθισης ποὺ προσφέρει ὁ προφορικὸς λόγος, ὅπως γινόταν κάποτε μὲ τὰ δημοτικὰ τραγούδια καὶ στὰ παλιὰ χρόνια μὲ τὰ τραγούδια τοῦ Ὅμηρου. Ὅταν τὸ μυαλὸ δὲν ἐπαναπαύεται στὴν ἀσφάλεια τοῦ γραπτοῦ λόγου, γίνεται μαγνητοταινία ποὺ καταγράφει ὅ,τι λέγεται, ἔστω μὲ κάποιες χαρακιὲς στὴ μνήμη. Σήμερα ἡ σχολικὴ ἀποστήθιση θεωρεῖται καταδικαστέα. Τὴ δουλειὰ τὴν κάνουν τὰ τσίπς, οἱ οἰκουμενικοὶ νανοεγκέφαλοι. Ξεχνοῦμε, ὅμως, ὅτι ἡ μνήμη εἶναι ἡ Μητέρα τῶν Μουσῶν. Ὁ Πλάτωνας, ἀκολουθώντας τὸν Σωκράτη, ὑποστήριζε τὴν προφορικότητα. Οἱ Διάλογοί του εἶναι καταγεγραμμένη προφορικότητα χωρὶς λογοτεχνικὲς ἀξιώσεις. Οἱ Πυθαγόρειοι διατήρησαν τὴ μεγάλη παράδοση τῶν μυστικῶν, τῆς σέκτας ποὺ ἀπαγόρευε τὴ γραφή. Οἱ Ἐννεάδες τοῦ Πλωτίνου εἶναι ἔργο τῶν μαθητῶν του, γέννημα πλούσιας διδασκαλίας. Στὸν αἰώνα ποὺ μᾶς πέρασε, ἔσβησαν οἱ τελευταῖοι παραμυθάδες, μεγάλο κομμάτι τῶν ὁποίων ἦταν οἱ Καραγκιοζοπαῖχτες. Ἔσβησαν καὶ τὰ παραμύθια τῆς γιαγιᾶς. Τώρα ἀφθονοῦν σὲ βιβλία εἰκονογραφημένα, σὲ ἐξαιρετικὲς συχνὰ τυπογραφικές, εἰκαστικὲς δημιουργίες καὶ ἀφηγήσεις. Ὅμως, γνωρίζουμε ὅτι ὁ καταγεγραμμένος στὸ χαρτὶ Καραγκιόζης σκότωσε τὸ Θέατρο Σκιῶν (μὲ ἀρκετοὺς συνεργοὺς φυσικά). Ἐπιστρέφω στὸ σχολεῖο. Στὰ Μαθήματα τῶν δασκάλων ὁ Στάινερ γράφει: «Ἡ μεγάλη ἐπικὴ λογοτεχνία, οἱ ἱδρυτικοὶ μύθοι ἀρχίζουν νὰ παρακμάζουν μὲ τὴν πρόοδο στὴ γραφή. Ἡ ἀπορρύπανση τῆς μνήμης στὴ σημερινὴ ἐκπαίδευση εἶναι ἀποτρόπαιη βλακεία. Ἡ συνείδηση πετάει στὴ θάλασσα τὸ ζωτικό της ἕρμα».

Σήμερα ὁ Παπαδιαμάντης “μεταφράζεται”, ἐννοῶ στὴν ἑλληνική, κατ’ ἐπανάληψη. Συχνὰ ὁ Ἕλλην ἐπίδοξος μεταφραστὴς δὲν καταλαβαίνει οὔτε αὐτὸς τὸν Σκιαθίτη καὶ τὸν διαστρέφει καταστροφικά. Τὰ παιδιά (καὶ οἱ ἐνήλικοι, μαμάδες, γιαγιάδες μὲ σχισμένα τζήνς) διαβάζουν τὸν ἀνόητο μεταφραστὴ μὲ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι διαβάζουν Παπαδιαμάντη. Ἀντιποίηση ἀρχῆς. Ἡ Ἑταιρεία Παπαδιαμαντικῶν Σπουδῶν εἶχε σκεφτεῖ νὰ μηνύσει τοὺς παραχαράκτες. Μάταιος κόπος. Ὁ κατήφορος αὐτὸς ἔχει συμπαρασύρει ἀκόμη καὶ τὸν Σολωμό, τὸν Βιζυηνό. Ἀπέσβετο λᾶλον ὕδωρ. Παραμονὲς Χριστουγέννων σὲ βιβλιοπωλεῖο τῆς Ἀθήνας ξεφυλλίζω μιὰ “δίγλωσση” ἔκδοση τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἡ ὑπάλληλος μὲ παροτρύνει νὰ ἀγοράσω τὸ βιβλίο. Εἶναι θαυμάσιο γιὰ δῶρο. Τὴν ρωτῶ ἂν ἔχει διαβάσει τὰ διηγήματα στὸ πρωτότυπο. Ἀπαντᾶ ναί, ἐννοώντας τὴ “μετάφραση”. Τὸ πέραν τούτου ἀδιανόητο. Ἡ ἡλικία της γύρω στὰ τριάντα.

~.~

Ἔλεγα ὅτι σὲ ὅλες τὶς τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ δὲν ἐννοοῦσα νὰ ἀνοίξω βιβλίο καὶ νὰ διαβάσω. Ἤμουν μᾶλλον ἕνας νεοπλατωνικὸς τῆς προφορικῆς παράδοσης. Ὁ τεμπέλης εἶναι αὐτὸς ποὺ σκέφτεται περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Μάθαινα μὲ τ’ ἀφτιὰ καὶ μὲ τὸ στόμα· καὶ μὲ τὰ μάτια, ἀλλὰ ὄχι σκυμμένος σὲ βιβλίο. Τὰ μάτια τὰ ἔχουμε πρῶτα γιὰ νὰ βλέπουμε, ὄχι νὰ διαβάζουμε. Αὐτὸ θὰ γίνει ἀργότερα, ὅταν μὲ τὰ προβλήματα τῆς βιοτῆς θ’ ἀρχίσει νὰ στενεύει ὁ ὁρίζοντας.

Τὴ χρονιὰ ἐκείνη, 1964, πήγαμε σχολικὴ ἐκδρομὴ στὸν Μαραθώνα, νὰ ἐπισκεφτοῦμε τὸ φράγμα καὶ τὸν Τύμβο. Δὲν ξέρω πῶς γίνονται οἱ ἐκδρομὲς σήμερα. Τότε ἔρχονταν καὶ οἱ μανάδες μαζί, ἰδίως οἱ γιαγιάδες. Ἔφτιαχναν φαγητὰ ποὺ παίρναμε μαζί μας σὲ καλάθια (ἔχω ἀκόμη ἕνα δίπλα μου, πλεγμένο περίτεχνα μὲ καθαρισμένα καλάμια, ἄθικτο ἀκόμη, ἡλικίας ἑβδομῆντα τουλάχιστον χρόνων). Θὰ καθόμασταν στὸ γρασίδι καὶ θὰ τρώγαμε ὅλοι μαζί. Οἱ δάσκαλοι σὲ κάποιο ταβερνάκι ἐκεῖ κοντά. Αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη θὰ ἦταν τὸ καλύτερο μάθημα γιὰ τὴ μάχη τοῦ Μαραθώνα. Φυσικὰ γνώριζα, ἀπὸ ραδιοφώνου, ὅλες τὶς λεπτομέρειες τοῦ ἐπικοῦ θριάμβου, τὸ δαιμόνιο στρατηγικὸ σχέδιο τοῦ Μιλτιάδη, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δέκα στρατηγούς, μὲ τὸ ἀδύναμο κέντρο καὶ τὰ ἐνισχυμένα γιὰ πλευροκόπηση ἄκρα. Μόνο ὁ ἀριθμὸς τῶν νεκρῶν Περσῶν μοῦ φαίνονταν ὑπερβολικός, ἂν καὶ μὲ εὐχαριστοῦσε. Κράτησα μὲ συγκίνηση στὴ μνήμη τοὺς 192 Ἀθηναίους καὶ 11 Βοιωτοὺς πεσόντες. Ὁ Τύμβος τότε εἶχε στὴ δυτικὴ πλευρὰ σκαλιὰ ποὺ ὁδηγοῦσαν στὴν κορυφή του. Σήμερα ἔχουν ἀφαιρεθεῖ καί, ὀρθῶς, ἀπαγορεύεται ἡ προσέγγιση τῆς «Σοροῦ», ὅπως λέγεται ἀλλιῶς. Παραδόξως, ὅ,τι μοῦ ἐντυπώθηκε ἀπὸ τὴν πρώτη μου ἐπίσκεψη σὲ ἔνδοξο τόπο τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ἦταν ἕνα σχόλιο τῆς γιαγιᾶς μου, μόλις βρεθήκαμε μπροστὰ στὰ σκαλιά: «Ἀπὸ δῶ πέρασε ὁ καημένος ὁ Λαμπράκης». Εἶναι κλασικὴ σήμερα ἡ φωτογραφία του ποὺ κατεβαίνει τὴν κλίμακα κρατώντας τὸ πανὼ τῆς εἰρήνης. Δὲν ἤξερα ἂν ἔπρεπε νὰ τὸν συναριθμήσω στοὺς 192 ὡς ἕναν ἀκόμη πεσόντα. Εἶχε ὄνομα καὶ πάλεψε γιὰ νὰ μὴ γίνεται πόλεμος. Ἦταν λόγος αὐτὸς γιὰ νὰ τὸν σκοτώσουν; Ἐπιστράτευσα τὴ μνήμη μου ποὺ τότε δούλευε καλὰ ἀκόμη. Ἕνα χρόνο πρίν, ὁ πατέρας μου εἶχε φέρει στὸ σπίτι ἕνα μεγάλου σχήματος ἔγχρωμο περιοδικό. Ὅλες οἱ σελίδες του ἀναφέρονταν στὸν Γρηγόρη Λαμπράκη. Φυσικά, δὲν κάθησα νὰ διαβάσω τίποτε. Μὲ ἀπορρόφησαν ὅμως οἱ φωτογραφίες (τὶς θυμᾶμαι χρωμαστιστές) ἀπὸ τὴν ἀθλητική του σταδιοδρομία μέχρι τὸ 1952. Ἦταν ἅλτης καὶ δρομέας σὲ ἀγῶνες ταχύτητας. Πρωταθλητής, μὲ μεγάλη ἐπίδοση στὸ μῆκος ποὺ παρέμεινε ρεκὸρ πανελληνίως εἴκοσι χρόνια. Αὐτὰ ἔλεγα στοὺς μεγάλους στὰ σκαλιὰ τοῦ Τύμβου, ἀλλὰ μᾶλλον δὲν τὰ ἔβρισκαν τόσο ἐνδιαφέροντα. Προεῖχε ὁ μάρτυρας τῆς Ἀριστερᾶς, μιὰ ὄψη ποὺ τὰ ἄγουρα μάτια μου δὲν μποροῦσαν νὰ διακρίνουν ἀκόμη. Ἦταν ὁ δεύτερος μεγάλος ἀθλητὴς ποὺ γνώριζα. Ὁ πρῶτος ἦταν ὁ Μπικίλα Ἀμπέμπε, ὁ Αἰθίοπας δὶς ὀλυμπιονίκης τοῦ Μαραθωνίου, στὴν Ρώμη τὸ 1960 καὶ στὸ Τόκυο τὸ 1964. Λίγο ἔλειψε νὰ τὸν δῶ ἀπὸ κοντά, τρία χρόνια πρίν, καὶ νὰ τοῦ σφίξω τὸ χέρι. Ἤμουν ὑπερβολικὰ ἀδύνατος, σὰν αἰθιοπάκι, ἂν δὲν μὲ πρόδιδε τὸ χρῶμα, καὶ σίγουρα θὰ κέρδιζα τὴ συμπάθειά του. Ἀξίζει νὰ ἀναφέρω τὴν ἱστορία καὶ ἐπιστρέφω κατόπιν στὰ τοῦ Τύμβου.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΙΟΝΑΣ

(Διαβάστε τὰ μέρη α΄ καὶ β’)