Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

Δώδεκα ποιήματα γιὰ προχωρημένο Νοέμβρη
γυρισμένα ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ στὰ ἑλληνικὰ
ἀπὸ τὴ Νατάσα Κεσμέτη καὶ τὸν Γιάννη Πατίλη
στὴ μνήμη τῆς φίλης τους ποιήτριας
Ἕλενας Στριγγάρη (1950-2020)

Ἔγρα­ψε κά­πο­τε ὁ Ρί­τσαρντ Κὶνγκ (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Richard King Huskinson, 1879-1947) σ΄ ἕ­να βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Δί­πλα στὸ Τζά­κι μὲ Ἀ­μί­λη­τους Φί­λους (1921) τὸ πα­ρα­κά­τω :

Με­ρι­κὲς φο­ρὲς θαρ­ρῶ πὼς ­κεῖ­νος ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­πε ­τι « δρό­μος γιὰ τὴν κό­λα­ση εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ κα­λὲς προ­θέ­σεις» θὰ πρέ­πει νὰ τὸ εἶ­πε Νο­έμ­βριο! Τὸ Φθι­νό­πω­ρο εἶ­ναι γε­μά­το κα­λὲς προ­θέ­σεις­πως ­νοι­ξη εἶ­ναι γε­μά­τη γι­ορ­τὲς καὶ ἐλ­πί­δα καὶ τὸ Κα­λο­καί­ρι θερ­μό­τη­τα καὶ dolce far niente. ­μως ­πως τὴν πρώ­τη ζε­στὴ μέ­ρα τοῦ ­ου­λί­ου νι­ώ­θεις γε­μά­τος ­νέρ­γεια ποὺ σὲ κά­νει νὰ νο­μί­ζεις πὼς πρέ­πει νὰ ζή­σεις αἰ­ώ­νια, ­τσι καὶ τὸ Φθι­νό­πω­ρο σὲ κά­νει νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πὼς ζω­ φτε­ρου­γί­ζει μα­κριὰ καὶ νοῦς δὲν ­χει φτά­σει ­κό­μη στὴν πλή­ρη του ­ρι­μό­τη­τα οὔ­τε στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς φι­λό­δο­ξης δι­α­νο­η­τι­κῆς του καρ­πο­φο­ρί­ας. ­σως εἶ­ναι τὸ ἄγ­γιγ­μα τοῦ χει­μώ­να ­λό­γυ­ρα στὴν ­τμό­σφαι­ρα ποὺ σὲ κά­νει νὰ σχε­διά­ζεις δι­ά­φο­ρα με­γα­λό­πνο­α γιὰ τὰ ­τέ­λει­ω­τα βρα­δι­νά του Νο­εμ­βρί­ου, δει­λι­νὰ ποὺ τό­σο μα­κραί­νουνΘὰ μά­θεις ­σως Ρω­σι­κά, κά­τι πιὸ ξωτικό­ρα­βι­κά, θὰ δι­α­βά­σεις ­λα τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπαλ­ζάκ­νει­ρα πὼς θὰ με­λε­τή­σεις Περ­σι­κὰ μὲ τὴν εὐ­γε­νι­κὴ πρό­θε­ση νὰ με­τα­φρά­σεις τὰ Ρουμ­πα­γιὰτ τοῦ ­μὰρ Κα­γιὰμ στὰ μα­κριὰμα­κριὰ σού­ρου­πα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου

Τὰ ποι­ή­μα­τα γιὰ τὸν Νο­έμ­βριο ποὺ δι­α­λέ­ξα­με —ἀ­νά­με­σα στὰ τό­σα πολ­λὰ— δὲν ἐ­πι­βε­βαί­ω­σαν τὰ πα­ρα­πά­νω, λό­για κά­ποι­ου μᾶλ­λον χι­ου­μο­ρί­στα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τή­ρη­σή του γιὰ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ ὅ­λοι μοι­ρα­ζό­μα­στε ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διά: τὸν Νο­έμ­βρη σκο­τει­νιά­ζει πο­λὺ νω­ρὶς καὶ πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἐ­νῶ τὰ σού­ρου­πα μοιά­ζουν νὰ σέρ­νον­ται ἀ­τέ­λει­ω­τα. Τὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς ἀν­θό­λο­γη­σης, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­μη­λό­φω­να, ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ον­ται πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ἀ­να­τρι­χιά­σμα­τα, ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­παρ­ξια­κὸ ρί­γος – κι ἂς εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὲς οἱ ἐ­πο­χές, οἱ ἡ­λι­κί­ες καὶ τὸ φύ­λο τῶν ποι­η­τῶν. Ὁ Ἔν­του­αρντ Τό­μας, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­γρα­ψε σ’ ἕ­να πε­ζό του γιὰ τὸν Νο­έμ­βριο, μιὰ μέ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κι ἐ­ρη­μι­κὸ σπι­τά­κι γνω­στό του ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι ὅ­ταν ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο πα­πα­ροῦ­νες. Τώ­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μιά, ὅ­πως καὶ κα­νέ­να ἄλ­λο λου­λού­δι, κι ὁ κό­σμος was very little in a lasting mist… Ση­μεί­ω­σε λοι­πὸν στὴ συ­νέ­χεια τῶν στο­χα­σμῶν του:

Κοι­νό­το­πο πὼς κα­θέ­νας μας εἶ­ναι μό­νος, πὼς κά­θε κομ­μα­τά­κι γῆς ὅ­που κά­θε ἄν­θρω­πος στέ­κε­ται εἶ­ναι ἕ­να ἔ­ρη­μο νη­σὶ μὲ πα­τη­μα­σι­ὲς ἄ­γνω­στων πλα­σμά­των σ΄ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­κτή. Μιὰ ἢ δυ­ὸ φο­ρὲς σ΄ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζωὴ ἀ­να­φω­νοῦ­με πὼς γνω­ρί­ζου­με τὰ πα­τή­μα­τα· βλέ­που­με ἀ­κό­μα καὶ βάρ­κες ξέ­νων κα­θὼς βγαί­νουν στὴν ἀ­κτή· δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­χλὺ ἕ­να γει­το­νι­κὸ νη­σί, κι ἀν­θρώ­πους ποὺ μᾶς μοιά­ζουν νὰ κι­νοῦν­ται ἐ­κεῖ πέ­ρα. Τὴν ἴ­δια νύ­χτα ἡ πλημ­μυ­ρί­δα εἶ­χε σβή­σει κά­θε ἴ­χνος, καὶ νι­ώ­σα­με ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, δί­χως νὰ ση­κώ­σου­με κά­ποι­ο νω­θρὸ τη­λε­σκό­πιο κα­τὰ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα, οὔ­τε κὰν μὲ σπου­δὴ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὴν ἄμ­μο στὰ πό­δια μας. (Ἀ­πὸ τὸ «St. Martin’s Summer», στὸ The Heart of England [J. M. Dent 1906], σελ. 131-132.)

Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λὶ τοῦ Φθι­νό­πω­ρου, σὰν μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κα­τα­βα­σία πρὸς τὸν Ἅ­δη, εἶ­ναι ὁ μή­νας-μύ­η­ση στὸ ἐ­περ­χό­με­νο σκο­τά­δι τοῦ Χει­μώ­να, ποὺ στοι­χεῖ στὸ τέ­λος τοῦ φθαρ­τοῦ κό­σμου τῶν αἰ­σθη­τῶν, στὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς, τῆς ζω­ῆς μας. Αὐ­τὴ τὴν ἀ­πώ­λεια, στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς τοῦ Ἀν­θο­λο­γί­ου μας, τὴν ντύ­νουν εἰ­κό­νες τῆς φθί­νου­σας φθι­νο­πω­ρι­νῆς φύ­σης, ἀλ­λὰ πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὲς δη­λώ­νε­ται κά­πο­τε ρη­τὰ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ἴ­διας της ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, ποὺ ἄλ­λο­τε ση­μαί­νε­ται πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ σὰν μιὰ ἐ­πι­στρο­φή, τοῦ πάν­τα συγ­κε­κρι­μέ­νου προ­σώ­που, στὴ μη­τέ­ρα γῆ, ὅ­πως στὸ ποί­η­μα τοῦ Χά­ου­σμαν γιὰ τὸν φί­λο του Ντίκ, καὶ ἄλ­λο­τε μὲ τὸν ψυ­χρὸ μη­δε­νι­σμὸ ἑ­νὸς τέ­λους δί­χως τί­πο­τε με­τά ποὺ μά­ται­α τὸ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὸ «that’s life» προ­σπα­θεῖ νὰ ξορ­κί­σει, ὅ­πως στὸ ποί­η­μα τοῦ Σά­ϊ­μον Ἄρ­μι­τέ­η­τζ γιὰ τὴν για­γιὰ τοῦ φί­λου του.

Γιὰ τοὺς ἴ­διους τοὺς ποι­η­τές, ποὺ μο­να­δι­κή τους σχε­δὸν πα­ρη­γο­ριὰ ἔ­χουν τῶν στί­χων τους μιὰ ζω­ με­τὰ στὴ μνή­μη τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ δι­κός μας Τά­σος Λει­βα­δί­της εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, κα­θὼς ὁ «Ἄ­νε­μος τοῦ Νο­εμ­βρί­ου» στὰ Χει­ρό­γρα­φα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου του, συμ­πα­ρα­σύ­ρει στὸ πέ­ρα­σμά του καὶ ὅ­λα τα γρα­πτὰ ση­μά­δια τῆς ὕ­παρ­ξής τους:

Τώρα ὅμως βράδιασε. Ἂς κλείσουμε τὴν πόρτα κι ἂς κατεβάσουμε τὶς κουρτίνες
γιατί ἦρθε ὁ καιρὸς τῶν ἀπολογισμῶν. Τί κάναμε στὴ ζωή μας; Ποιοί εἴμαστε; Γιατί ἐσὺ καὶ ὄχι ἐγώ;

Καιρὸ τώρα δὲ χτύπησε κανεὶς τὴν πόρτα μας κι ὁ ταχυδρόμος ἔχει αἰῶνες νὰ φανεῖ. Ἄ, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
ποὺ τὰ πῆρε ὁ ἄνεμος τοῦ Νοεμβρίου […]

Ὥσπου στὸ τέλος δὲ μένει παρὰ μιὰ θολὴ ἀνάμνηση ἀπὸ τὸ παρελθὸν (πότε ζήσαμε;)
καὶ κάθε ποὺ ἔρχεται ἡ ἄνοιξη κλαίω γιατί σὲ λίγο θὰ φύγουμε καὶ κανεὶς δὲ θὰ μᾶς θυμηθεῖ.

(«Ἄνεμος τοῦ Νοεμβρίου»)

Κα­νείς;

Ὄ­χι! Θὰ φω­νά­ξει μιὰ ζεί­δω­ρη ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια, ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νό­πνευ­στο Ἄ­κρον τοῦ Ὀ­χά­ι­ο, ἡ Ρί­τα Ντάβ, ὅ­ταν ἀ­πὸ τὸν βυ­θὸ μιᾶς γερ­μα­νι­κῆς ποι­η­τι­κῆς μαυ­ρί­λας προ­γεύ­ε­ται μὲ τὸ κορ­μὶ καὶ τὴν ψυ­χή της τὸ Ἄ­κρον μιᾶς ἐ­περ­χό­με­νης Ἄ­νοι­ξης τοῦ με­τά καὶ τὸ ὑ­μνεῖ

μὲ ἕ­να φορ­τί­ο σαν­τού­ρια…

Ἔ­τσι τώ­ρα καὶ ἀ­πὸ μᾶς γιὰ τὴν Ἔ­λε­να:
ἂς εἶναι ἡ Ἄ­νοι­ξη τῆς Μνή­μης!

Ν.Κ. & Γ.Π.

Τό­μας Χούντ (Thomas Hood)
(1799-1845)

Νο­έμ­βρης
(November)

Οὔτε ἥλιος – οὔτε φεγγαράκι ἀκόμα !
Οὔτε πρωϊνό – οὔτε γιόμα –
Οὔτ’ αὐγή – σούρουπο οὔτε – καμιὰ σωστὴ τῆς μέρας ὥρα.

Οὔτε θάλπος, καμιὰ ἄνεση ὑγείας, μήτε εὐθυμία,
Αἴσθηση ἀνάπαυσης σὲ μέλος δὲν θὰ μοῦ ἔβρεις –
Οὔτε λάμψη, οὔτε σκιά, οὔτε πεταλοῦδες, μέλισσες καμία,
Οὔτε ὀπῶρες, οὔτε ἄνθη, οὔτε φύλλα, οὔτε πουλιά! –
Νοέμβρης!

Τό­μας Χούντ (Thomas Hood) (1799-1845). Ποι­η­τής, ἐκ­δό­της, ἐ­πι­με­λη­τὴς καὶ χι­ου­μο­ρί­στας. Γιὸς βι­βλι­ο­πώ­λη, γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο ὅ­που ἔ­ζη­σε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του, μὲ δι­α­στή­μα­τα σὲ Σκω­τί­α καὶ Βέλ­γιο. Πο­λὺ γνω­στὸς γιὰ τοὺς κω­μι­κοὺς στί­χους καὶ τὰ λο­γο­παί­γνιά του, συ­νέ­θε­σε ἐ­πί­σης ποι­ή­μα­τα ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­να στὰ κοι­νω­νι­κὰ δει­νὰ τῆς ἐ­πο­χῆς του.

Τό­μας ­Χάρ­ντυ (Thomas Hardy)
(1840-1928)

Τὰ Πά­νω-Πά­νω Φύλ­λα τῆς Σημύ­δας
(The Upper Birch-Leaves)

Χρυ­σο­πρά­σι­νο θερ­μὸ
Στὸ γα­λή­νιο γα­λα­νό,
Δὲς πῶς σει­οῦν­ται ἐ­δῶ πέ­ρα
Στοῦ Φθι­νό­πω­ρου τὴ μέ­ρα.
Μά εἰ­ν’ ἀ­δύ­να­το νὰ ξέ­ρουν
Τί συμ­βαί­νει κά­τω­θέ τους, —
Τὰ κλα­διά τους ἐ­κεῖ κά­τω
Ἤ­δη ὁ­λό­γυ­μνα πὼς εἶ­ναι,
Ὅ­πως θά ‘­ναι τὰ δι­κά τους
Πρὶν τε­λει­ώ­σει ἡ ἑ­βδο­μά­δα, —
Κι εὔ­θυ­μα γι’ αὐ­τὸ χο­ρεύ­ουν
Μέ­χρι τὸ στερ­νὸ λε­πτό.
.    
Ὅ­μως ὄ­χι· πέ­ρα ἐ­κεῖ
Κά­που-κά­που στὸν ἀ­χό τους
Κλαί­ει μιὰ νό­τα σὰν κραυ­γὴ
Ποὺ ἀ­πὸ φό­βο στὴν ἀρ­χὴ
Δὲν μοῦ ἔ­γι­ν’ ἀ­κου­στή:
«Ναί, θυ­μό­μα­στε κα­λὰ
Στοῦ ἀ­νέ­μου κά­θε χαῖ­ρε—
Κι ἂς κρα­τᾶ ἡ ζω­ὴ κα­λὰ —
Ἀ­περ­χό­μα­στε γορ­γά,
Για­τί ἔ­χου­με Νο­έμ­βρη·
— Κι ὅ­τι ἐ­σεῖς ἀ­κο­λου­θᾶ­τε
Ἴ­σως καὶ νὰ τὸ ξε­χνᾶ­τε!»
Τό­μας Χάρ­ντυ (Thomas Hardy) (1840-1928): Ἄγ­γλος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, Βι­κτω­ρια­νὸς κα­τὰ τὴν πα­ρά­δο­ση τῆς Τζὼρτζ Ἔ­λιοτ, καὶ ποι­η­τὴς ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τοὺς Ρο­μαν­τι­κοὺς συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ Γου­έρ­ντσγου­ερθ. Ἄ­σκη­σε δρι­μεί­α κρι­τι­κὴ στὴν Βι­κτω­ρια­νὴ κοι­νω­νί­α. Ἔ­γι­νε δη­μο­φι­λὴς γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του: Μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ Ὀρ­γι­σμέ­νο Πλῆ­θος (1874), Ὁ Δή­μαρ­χος τοῦ Κά­στερ­μπρι­τζ (1886), Ἡ Τὲς τῶν ντ’ Ὑρ­μπερ­βί­λ (1891) καὶ τὸ Τζοὺντ ὁ Ἀ­φα­νής (1895). Οἱ ἥ­ρω­ές του εἶ­ναι τρα­γι­κοὶ καὶ πα­λεύ­ουν μὲ τὰ πά­θη τους στὶς συν­θῆ­κες τῆς ἐ­πο­χῆς τους. Ὁ ἴ­διος θε­ω­ροῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του πρω­τί­στως ποι­η­τῆ. Μά­λι­στα οἱ Γε­ωρ­για­νοὶ (Τhe Georgians, δη­λα­δὴ ποι­η­τὲς ποὺ ἐ­πι­βλή­θη­καν ἀ­πὸ τὰ πρῶ­τα χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Γε­ωρ­γί­ου τοῦ 5ου, καὶ ἀ­νά­με­σά τους οἱ Ροῦ­περτ Μπρούκ, Ντ. Χ. Λῶ­ρενς, Γου­ῶλ­τερ ντὲ λὰ Μάρ, Ζήγ­κφρηντ Σασ­σούν), τὸν θε­ω­ροῦ­σαν μέν­το­ρά τους. Με­τὰ τὸν θά­να­τό του ὑ­μνή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἔζ­ρα Πά­ουντ, τὸν Ὦν­τεν, τὸν Φί­λιπ Λάρ­κιν.

Ἄ.Ἔ. Χά­ου­σμαν (Α.Ε. Ηouseman)
(1859-1936)

Γορ­γὰ καὶ τού­τη ἡ νυ­χτιὰ πα­γώ­νει
(The Night Is Freezing Fast)

Γορ­γὰ καὶ τού­τη ἡ νυ­χτιὰ πα­γώ­νει
Μη­νῶν­τας πὼς Δε­κέμ­βρης θὲ ν’ ἀρ­χί­σει·
Κι ἀ­π’ τοῦ και­ροῦ τ’ ἀ­τέ­λει­ω­τα τὰ χρό­νια
Μοῦ φέρ­νει χει­μω­νιὰ ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει·
Καὶ μνή­μη ποὺ πο­τὲ δὲν λέ­ει νὰ σβή­σει:
ὁ Ντὶκ μι­σοῦ­σε ὁ­λό­τε­λα τὰ χι­ό­νια.

Φθι­νό­πω­ρο Χει­μώ­νας πε­ρι­μέ­νει·
Μὰ αὐ­τὸς καὶ ἡ πα­νέ­ξυ­πνη φτια­ξιά του
Μιὰ ρόμ­πα χει­μω­νι­ά­τι­κη ἔ­χει κά­νει,
Καὶ ἀ­πὸ γῆ καὶ θά­λασ­σα ἀ­φρι­σμέ­νη
Μιὰ καὶ γιὰ πάν­τα φί­να παλ­του­διά του
Τὴ σφαί­ρα τοῦ πλα­νή­τη ἔ­χει ὑ­φά­νει.

[Τὸ ποί­η­μα εἶ­ναι ἀ­πό­σπα­σμα (ΧΧ) ἀ­πὸ τὴν σύν­θε­ση τοῦ ποι­η­τῆ μὲ τί­τλο:
Α Shropshire Lad (1896). Πο­λὺ συ­χνὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται αὐ­τό­νο­μο.]

Ἄ.Ἔ. Χά­ου­σμαν (Α.Ε. Ηouseman) (1859-1936). Ἄγ­γλος κλασ­σι­κι­στὴς λό­γιος καὶ ποι­η­τής, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς γιὰ τὸν κύ­κλο τῶν ποι­η­μά­των τοῦ Α Shropshire Lad. Λυ­ρι­κός, σχε­δὸν ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κός, τὰ ποι­ή­μα­τά του ἀ­να­κα­λοῦν με­λαγ­χο­λι­κὰ πά­θη καὶ ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις τῶν νέ­ων της Ἀγ­γλι­κῆς ὑ­παί­θρου. Ἡ ὀ­μορ­φιά, ἁ­πλό­τη­τα καὶ ἡ ξε­χω­ρι­στὴ εἰ­κο­νο­ποι­ΐ­α τους ἐ­νέ­πνευ­σαν Ἄγ­γλους συν­θέ­τες πρὶν καὶ με­τὰ τὸν Α’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο. Ὡς λό­γιος συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὶς αὐ­θεν­τί­ες τῶν κλασ­σι­κι­στῶν παγ­κο­σμί­ως. Κα­θη­γη­τὴς τῆς Λα­τι­νι­κῆς στὸ University College of London καὶ στὸ Cambridge. Οἱ ἐκ­δό­σεις του γιὰ τοὺς Ἰ­ου­βε­νά­λη, Μα­νί­λιο καὶ Λου­κια­νὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἔρ­γα ἐγ­κυ­ρό­τη­τας.

Γου­ῶλ­τερ ντὲ λὰ Μάρ (Walter de la Mare)
(1873-1956)

Νο­έμ­βρης
(November)

Ὅπού ἠταν τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο, εἶν’ ἀ­γέ­ρας,
Ὅ­πού ἠ­ταν τὸ γλυ­κὸ γρα­σί­δι, κρύ­α βρο­χή,
Καὶ σύν­νε­φα σὰν πρό­βα­τα
Κρου­νοὶ πά­νω ἀ­π’ τὰ ἀ­δι­ά­βα­τα
Ὅ­πού ἠταν οἱ κο­ρυ­δαλ­λοί, γκρί­ζοι οὐ­ρα­νοί.

Ὅ­πού ἠ­ταν τὸ χε­ρά­κι σου, ζέ­στα κα­μιὰ
Ὅ­πού ἠ­ταν τῶν μαλ­λι­ῶν σου τὸ χρυ­σά­φι
Φά­σμα­τα μό­νον καὶ ἐ­ρη­μιά,
Κά­τω βα­θιὰ στὴν ἀγ­κα­θιά,
Ὅ­πού ἠ­ταν ἡ μορ­φή, τὸ φάν­τα­σμά σου.

Ὅ­πού ἠταν ἡ φω­νή σου, ἄ­νε­μος κρύ­ος,
Ὅ­πού ἠ­ταν ἡ καρ­διά μου, δά­κρυ, δά­κρυ
Καὶ πάν­το­τε μα­ζί μου,
Παι­δί μου, πάν­το­τε μα­ζί μου,
Ὅ­πού ἠταν ἡ ἐλ­πί­δα, ἐ­κεῖ ἡ σι­ω­πή.

Γου­ῶλ­τερ ντὲ λὰ Μάρ (Walter de la Mare) (1873-1956). Ἄγ­γλος ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς γιὰ τὰ παι­δι­κά του βι­βλί­α. Δη­μο­φι­λῆ εἶ­ναι ἐ­πί­σης: τὸ ποί­η­μά του «The Listeners» καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἱ­στο­ρι­ῶν τρό­μου. Ὡς ποι­η­τὴ συ­χνὰ τὸν συγ­κρί­νουν μὲ τὸν Τό­μας Χάρ­ντυ καὶ τὸν Γου­ί­λιαμ Μπλέ­ηκ, γιὰ οἰ­κεῖα καὶ στοὺς τρεῖς θέ­μα­τα, ὅ­πως αὐ­τὰ τῆς θνη­τό­τη­τας καὶ τῶν ὁ­ρα­μα­τι­κῶν ἐλ­λάμ­ψε­ων. Ὅ­ταν ἦ­ταν 65 χρό­νων ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Τhe Last Chapter μὲ κυ­ρί­αρ­χη αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα σὲ ἐ­λε­γεια­κό, ἂν ὄ­χι πέν­θι­μο, τό­νο. Ἐν­τού­τοις ἔ­ζη­σε ἄλ­λα δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια, χω­ρὶς πο­τὲ νὰ χά­σει τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ ὄ­μορ­φα στοι­χεῖ­α τοῦ κό­σμου. Ἕ­να χρό­νο πρὶν τὸν θά­να­τό του, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ἐ­πι­σκέ­πτη του: «Οἱ μέ­ρες μου λι­γο­στεύ­ουν. Ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη μα­γεί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ ὅ­ση σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ποί­η­ση. Τὸ κά­θε τί αὐ­ξά­νει ὑ­πέ­ρο­χα σὲ ἐκ­πλή­ξεις καὶ ὀ­μορ­φιά.»

Ρόμ­περτ Φρό­στ (Robert Frost)
(1874-1963)

Τοῦ Νο­έμ­βρη ἡ Φι­λο­ξε­νού­με­νή μου
(My November Guest)

Ἡ Θλί­ψη μου, ἐ­δῶ σὰν βρί­σκε­ται στὸ πλά­ϊ,
Βλέ­πει τὶς μέ­ρες χι­νο­πω­ρι­νῆς βρο­χῆς
Μὲ τέ­τοι­ο κάλ­λος ποὺ πα­ρό­μοι­ο δὲν χω­ρά­ει·
Τὰ μα­ρα­μέ­να τὰ γυ­μνὰ δεν­τριὰ ἀ­γα­πά­ει·
Καὶ μο­νο­πά­τια παίρ­νει ὁ­λο­βρε­χτης βο­σκῆς.

Ἔ­χει τό­ση χα­ρὰ ποὺ μοῦ δα­νεί­ζει λί­γη.
Μι­λᾶ καὶ ’γὼ κρα­τῶ πι­στὴ κα­τα­γρα­φή:
Χαί­ρε­ται τὰ που­λιὰ μα­κριὰ νά ‘χου­νε φύ­γει,
Τὸ γκρί­ζο χαί­ρε­ται μαλ­λὶ ποὺ τὴν τυ­λί­γει
Κα­θὼς ἡ ὁ­μί­χλη τὸ κα­λύ­πτει μ’ ἀ­ση­μί.

Τὰ δέν­τρα τὰ ἄ­χα­ρα καὶ τὰ πα­ρα­τη­μέ­να,
Τὴν μα­ρα­μέ­νη γῆ, τὸν μαῦ­ρο οὐ­ρα­νό,
Τὰ ὄ­μορ­φα ὅ­λα ὅ­σα ἀ­πὸ μέ­σα κοι­ταγ­μέ­να,
Μά­τια θαρ­ρεῖ γι’ αὐ­τὰ δὲν μοῦ εἰ­ναι χα­ρι­σμέ­να,
Κι εἶ­ν’ ἡ μομ­φή της πὼς δὲν ἔ­χω λό­γο ἐ­γώ.

Μό­λις ἐ­χτὲς μὲ ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἡ γνώ­ση
Τὶς ἄ­δει­ες μέ­ρες τοῦ Νο­έμ­βρη ν’­ ἀ­γα­πῶ
Προ­τοῦ τὸ χι­ό­νι ἔρ­θει καὶ πά­λι νὰ τὸ στρώ­σει.
Κάλ­λιο γι’ αὐ­τὰ ἐ­κεί­νη ἔ­παι­νο νὰ δώ­σει,
Μὰ μοιά­ζει μά­ται­ο γιὰ μὲ νὰ τῆς τὸ πῶ.

Ρόμ­περτ Φρόστ (Robert Frost) (1874-1963). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής. Γεν­νή­θη­κε στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο, ἀλ­λὰ τὸ 1884 ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν γῆ τῶν προ­γό­νων τους, τὴν Νέ­α Ἀγ­γλί­α. Ἔ­γι­νε γνω­στὸς γιὰ τὶς ρε­α­λι­στι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς καὶ γιὰ τὴν δε­ξι­ο­τε­χνί­α του στὴ χρή­ση τῆς κα­θο­μι­λου­μέ­νης. Οἱ συ­χνὲς ἀ­να­φο­ρές του σὲ σκη­νὲς καὶ θέ­μα­τα ἀ­πὸ τὴν το­πι­κὴ ζω­ὴ τῆς ὑ­παί­θρου στὴν Νέ­α Ἀγ­γλί­α τῶν ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ὑ­πῆρ­ξαν γι’ αὐ­τὸν τρό­ποι καὶ μέ­σα ἐ­ρεύ­νης σύν­θε­των κοι­νω­νι­κῶν καὶ φι­λο­σο­φι­κῶν προ­βλη­μά­των. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο ἐκ­δό­θη­κε ὅ­ταν ἦ­ταν πε­ρί­που 40 χρό­νων καὶ γιὰ νὰ τὸ γι­ορ­τά­σει τύ­πω­σε σὲ ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δυ­ὸ ἀν­τί­τυ­πα μὲ 6 ποι­ή­μα­τα, ἕ­να γιὰ τὸν ἴ­διο καὶ ἕ­να γιὰ τὴν μνη­στή του. Στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως καὶ γιὰ ὀ­κτὼ χρό­νια μό­νον 13 ποι­ή­μα­τά του δη­μο­σι­εύ­θη­καν. Τὸ 1912 ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς δια­ρκεῖς ἀ­πορ­ρί­ψεις τῶν ἀ­με­ρι­κά­νι­κων πε­ρι­ο­δι­κῶν με­τα­κό­μι­σε μα­ζὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴν Ἀγ­γλί­α, ὅ­που γνώ­ρι­σε ἀ­να­γνώ­ρι­ση καὶ ἐ­πι­τυ­χί­α. Οἱ δύ­ο συλ­λο­γὲς ποὺ ἐκ­δό­θη­καν ἐ­κεῖ: A Boy’s Will (1913) καὶ North of Boston (1914) τὸν κα­θι­έ­ρω­σαν, κι ἔ­τσι γύ­ρι­σε τὸ 1915 στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ὡς μιὰ δι­ά­ση­μη μορ­φὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ ἄλ­λο­τε κα­τα­φρο­νοῦ­σαν τὸ ἔρ­γο του, τώ­ρα τὸ ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν. Μέ­χρι τὸν θά­να­τό του, στὰ 88 του χρό­νια, τι­μή­θη­κε κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη καὶ εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κὸς ποι­η­τὴς ποὺ ἔ­λα­βε τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ γιὰ τὴν ποί­η­ση.

Ἔ­ϊ­μυ­ Λό­ου­ελλ (Amy Lowell)
(1874-1925)

Νο­έμ­βρη­ς 
(November)

Τὰ κλη­μα­τό­φυλ­λα στοὺς τοί­χους τοῦ σπι­τιοῦ μου πά­νω,
Τσα­κί­ζου­νε στὰ τοῦ­βλα, σκου­ρι­α­σμέ­να.
Φύλ­λα ξε­ρὰ μα­ζεύ­ον­ται στὰ πεῦ­κα κά­τω.
Τὰ εὔ­θραυ­στα κλα­ριὰ τῆς πα­σχα­λιᾶς
Σα­ρώ­νον­ται στ’ ἀ­στέ­ρια ἀν­τί­κρυ.
Κι ἐ­γὼ κά­τω ἀ­π’ τὴ λάμ­πα κα­θι­στὴ
Πα­σχί­ζον­τας νὰ γρά­ψω τῆς καρ­διᾶς μου τὸ κε­νό.
Δέ θέ­λει μή­τε ἡ γά­τα μου νὰ μεί­νου­με μα­ζί,
Μὰ προ­τι­μά­ει τὴ βρο­χὴ
Κά­τω ἀ­πό μι­κρὴ κα­τα­φυ­γὴ σὲ κε­λα­ριοῦ τὸ πα­ρα­θύ­ρι.

Ἔ­ϊ­μυ Λό­ου­ελλ (Amy Lowell) (1874-1925). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια, περ­φόρ­μερ, ἐ­πι­με­λή­τρια, βι­ο­γρά­φος, προ­πα­γαν­δί­στρια, με­τα­φρά­στρια, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη στὴν μον­τέρ­να ποί­η­ση. Κά­πο­τε εἶ­πε: «Ὁ Θε­ὸς μ’ ἔ­φτια­ξε business woman, κι ἡ ἴ­δια ἔ­φτια­ξα τὸν ἑ­αυ­τό μου ποι­ή­τρια.» Προ­ερ­χό­με­νη ἀ­πὸ ὑ­ψη­λοῦ κύ­ρους οἰ­κο­γέ­νεια τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας, κραυ­γα­λέ­α, ἐ­πι­δει­κτι­κή, γε­μά­τη ἐ­νέρ­γεια ἡ ἴ­δια, ἄ­νοι­ξε τὸ θέ­μα τῆς πρω­το-φε­μι­νι­στι­κῆς ποί­η­σης, τῆς ἀ­προ­κά­λυ­πτης περ­σό­να. Ἔ­γρα­ψε καὶ ἐ­ξέ­δω­σε πά­νω ἀ­πὸ 650 ποι­ή­μα­τα, ὅ­μως οἱ λό­γιοι θε­ω­ροῦν τὶς ἄ­ο­κνες προ­σπά­θει­ές της ὑ­πὲρ τῆς μον­τέρ­νας ποί­η­σης ὡς μέ­γι­στη συ­νει­σφο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­στρε­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν στὸν εἰ­κο­νι­σμὸ τοῦ Ἔζ­ρα Πά­ουντ καὶ τῆς H.D. (Χίλ­ντα Ντού­λι­τλ).

Ἄν­τε­λαί­ηντ Γράπ­συ (Adelaide Crapsey)
(1878-1914)
 
Νύ­χτα Νο­έμ­βρη
(November Night)

Ἄκου…
Μ’ ἦ­χο ξε­ρό,
(Φα­σμά­των βή­μα­τα)
Τὰ φύλ­λα σπᾶ­νε μὲ τριγ­μὸ
Καὶ πᾶν –.

Ἄν­τε­λαί­ηντ Γράπ­συ (Adelaide Crapsey) (1878-1914). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια γεν­νη­μέ­νη στὸ Μπρού­κλιν τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, κό­ρη τῆς Adelaide T. Crapsey καὶ τοῦ ἐ­πι­σκο­πι­κοῦ ἱ­ε­ρέα Algernon Sidney Crapsey, ἐ­πί­σης ποι­η­τῆ. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν ἰ­α­πω­νι­κὴ ποί­η­ση, ἰ­δί­ως στὴ μορ­φὴ χά­ϊ­κου καὶ τάν­κα, καὶ πα­ρέ­μει­νε γνω­στὴ κυ­ρί­ως γιὰ τὴν πεν­τά­στι­χη φόρ­μα (cinquain form), ποὺ πῆ­ρε καὶ τὸ ὄ­νο­μά της: πεν­τά­στι­χο Γράπ­συ (Crapsey cinquain), καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ πέν­τε στί­χους, συ­νή­θως ἀ­νο­μοι­ο­κα­τά­λη­κτους μὲ δύ­ο, τέσ­σε­ρις, ἕ­ξι, ὀ­χτὼ καὶ δύ­ο συλ­λα­βὲς ἀν­τι­στοί­χως ὁ κα­θέ­νας. Ἀ­νά­με­σα στὰ θέ­μα­τά της εἶ­ναι ἡ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή, μὲ τὴν ἐ­πί­κλη­ση τοῦ μυ­θο­λο­γι­κοῦ πο­τα­μὸ τῆς Στυ­γός. Στὰ ποι­ή­μα­τά της ἡ ἐ­πο­χὴ εἶ­ναι δια­ρκῶς Φθι­νό­πω­ρο ἢ Χει­μώ­νας καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐ­πι­σκέ­πτε­ται ζο­φε­ρὲς (ἂν καὶ ὄ­μορ­φες) φυ­σι­κὲς σκη­νὲς καὶ κομ­ψὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α. Πέ­θα­νε μό­λις 36 χρό­νων ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση, ἀλ­λὰ καλ­λι­έρ­γη­σε μὲ πά­θος τὴν τέ­χνη της. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς σύν­το­μης ζω­ῆς της, οἱ λί­γες δη­μο­σι­εύ­σεις της ἔ­γι­ναν δε­κτὲς μὲ ἐν­θου­σια­σμό, ἀλ­λὰ τὸ ὥ­ρι­μο ἔρ­γο της ἐκ­δό­θη­κε με­τα­θα­να­τί­ως. Οἱ σύγ­χρο­νοι ἀ­να­γνῶ­στες πο­λὺ δύ­σκο­λα τὴν βρί­σκουν ἀν­θο­λο­γη­μέ­νη με­τὰ τὸ 1950, ἀ­κό­μα καὶ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες γυ­ναι­κεί­ας ποί­η­σης. Ὡ­στό­σο μιὰ μι­κρὴ με­λέ­τη της γιὰ τὴν με­τρι­κή, καρ­πὸς ἐν­δε­λε­χοῦς ἔ­ρευ­νας, ἐ­παι­νεῖ­ται ἀ­πὸ πολ­λοὺς σή­με­ρα.

Ἔν­του­αρντ Τό­μας (Edward Thomas)
(1878-1917)

Τί­πο­τα Σὰν τὸν Ἥ­λιο δὲν Ὑ­πάρ­χει
(There’s Nothing Like the Sun)

Τί­πο­τα δὲν ὑ­πάρ­χει σὰν τὸν ἥ­λιο ἔ­τσι ὅ­πως σβή­νει ἡ χρο­νιὰ
Ὅ­σο μπο­ρεῖ κα­λὴ νὰ εἶ­ναι, ὡς ἡ φτια­ξιὰ εἶ­ναι τοῦ κό­σμου,
Στὶς πέ­τρες, τοὺς ἀν­θρώ­πους, τὰ που­λιά, τὰ θε­ριά, καὶ ὅ,τι φτε­ρου­γᾶ,
Σ’ ὅ­λα ὅ­σα οἱ ἀ­χτί­δες, πά­ρεξ τὸ χι­ό­νι, ἀγ­γί­ζου­νε τοῦ ἥ­λιου,
Στὰ πλά­για εἴ­τε τοῦ βου­νοῦ ἢ σ’ ὅ­ποι­ας πό­λης δρό­μους.
Ὁ νό­τιος τοῖ­χος μὲ θερ­μαί­νει: ὁ Νο­έμ­βρης ὅ­τι ξε­κι­νᾶ,
Ὅ­μως πο­τὲ τό­σο κα­λὰ δὲν φώ­τι­σαν σὰν τώ­ρα οἱ ἀ­χτί­νες τοῦ ἥ­λιου.
Κα­θὼς στερ­νὰ δα­μά­σκη­να ποὺ ἀ­πο­μεῖ­ναν στὸ κλα­δὶ τοῦ θά­μνου
Μὲ πού­λι­ες ἀ­π’ τὴ θύ­ελ­λα τὴν πρω­ϊ­νὴ νὰ στά­ζουν
Τὸ ψα­ρό­νι για­τὶ τὸ λυ­γᾶ, σφυ­ρί­ζον­τας σκο­πὸ
Ποὺ κά­πο­τε τὰ χε­λι­δό­νια ἐ­ψάλ­λαν. Ἂλ­λ’ ὅ­μως δὲν ξε­χνῶ
Πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, ἐ­πί­σης, ὡ­σὰν τὸν ἥ­λιο τοῦ Μαρ­τιοῦ,
Ὅ­πως καὶ τοῦ Ἄ­πρι­λη, ἢ τοῦ Ἰ­ού­λη, τοῦ Ἰ­ου­νίου, ἢ τοῦ Μα­γιοῦ,
Ἢ ὄ­μορ­φες μέ­ρες τοῦ Γε­νά­ρη ἢ τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου:
Αὔ­γου­στος, Σε­πτέμ­βρης, Ὀ­κτώ­βρης καὶ Δε­κέμ­βρης
Ἐξ ἴ­σου ὅ­μοι­ες μέ­ρες ἔ­χουν, ὅ­λες τους ἄλ­λες ἀ­πὸ τοῦ Νο­έμ­βρη.
Μέ­ρα κα­μιά, μή­να κα­νε­νός, κι ἂς τὸ ἔ­χω πεῖ—
Ἤ, ἂν γι­νό­τα­νε νὰ ζή­σω γιὰ πο­λύ, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πῶ—
«Τί­πο­τα σὰν τὸν ἥ­λιο δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ λαμ­πε­ρὸ ἀ­π’ τὸν ση­με­ρι­νό.»
Τί­πο­τα σὰν τὸν ἥ­λιο δὲν ὑ­πάρ­χει ὣς τὸ θά­να­τό μας.

Ἔν­του­αρντ Τό­μας (Edward Thomas) (1878-1917). Ἄγ­γλος ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἰ­δι­αί­τε­ρος ἀ­νά­με­σα στοὺς Ποι­η­τὲς τοῦ Πο­λέ­μου, ἂν καὶ σὲ λί­γα ἀ­πὸ τὰ ποι­ή­μα­τά του γρά­φει εὐ­θέ­ως γιὰ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του στὴν πρώ­τη γραμ­μὴ τοῦ με­τώ­που. Τὸ 1915 κα­τα­τά­χθη­κε στὸν Βρε­τα­νι­κὸ Στρα­τὸ καὶ σκο­τώ­θη­κε στὴ μά­χη τοῦ Ἀρ­ρὰς σχε­δὸν μό­λις ἔ­φτα­σε στὴ Γαλ­λί­α. Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ποι­η­τι­κό του ἔρ­γο γρά­φτη­κε μέ­σα σὲ τρί­α χρό­νια (1914-1917). Ἡ βα­θιά του ἀ­γά­πη γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τῆς φύ­σης, ἡ καλ­λι­τε­χνι­κὴ δύ­να­μη τοῦ ὁ­ρά­μα­τός του καί, κά­πο­τε, τὸ ἀρ­χα­ϊ­κό του ἐκ­φρα­στι­κὸ ὕ­φος, τὸν κα­θι­στοῦν ἕ­ναν ἐ­ξαί­ρε­το ποι­η­τή. Με­τὰ τὸ 2000 ἄρ­χι­σε νὰ δί­δε­ται σο­βα­ρὴ προ­σο­χὴ στὸ ἔρ­γο του, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κρι­τι­κοὶ συμ­φω­νοῦν πὼς κα­τέ­χει καί­ρια θέ­ση γιὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ποί­η­σης τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να ὡς «εἰ­σα­γω­γὴ στὴν μον­τέρ­να εὐ­αι­σθη­σία», ὅ­πως αὐ­τὴ ἔμ­φα­νι­ζε­ται ἀρ­γό­τε­ρα σὲ ποι­η­τὲς σὰν τοὺς Γ.Χ. Ὦν­τεν καὶ Τὲντ Χιούζ.

Γουά­λας Στῆ­βενς (Wallace Stevens)
(1879-1955)
 
Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος
(The Region November)

Σκλη­ρὸ ν’ ἀ­κοῦς τὸν βό­ρει­ο ἄ­νε­μο ξα­νά,
Καὶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖς τῶν δέν­τρων τὶς κορ­φές, σὰν σειοῦν­ται.

Βoυερὰ σεί­ον­ται βα­θειά, σὲ μιὰ προ­σπά­θεια,
Τό­σο λι­γό­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση, κι ἀ­π’ τὴ μι­λιά τό­σο πιὸ λί­γη,

Μι­λών­τας καὶ μι­λών­τας, ὅ­πως τὰ πράγ­μα­τα μι­λοῦν
Σὲ κεῖ­νο τὸ ἐ­πί­πε­δο ποὺ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­κό­μη γνώ­ση:

Μιὰ ἀ­πο­κά­λυ­ψη δί­χως ἀ­κό­μη πρό­θε­ση.
Εἶ­ναι ὡ­σὰν ἐ­πί­κρι­ση στὸν Κύ­ριο, τὸν κό­σμο

Καὶ τὴ φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, στο­χα­στι­κὰ στε­ρε­ω­μέ­νη
Στὸν πε­τα­μέ­νο θρό­νο τῆς ἴ­διας του τῆς ἄ­γριας ἐ­ρη­μιᾶς.

Βα­θύ­τε­ρα βα­θύ­τε­ρα, βρον­τό­φω­να, ἀ­κό­μη πιὸ βρον­τό­φω­να,
Σεί­ον­ται, σεί­ον­ται, σεί­ον­ται τὰ δέν­τρα.

Γουά­λας Στῆ­βεν (Wallace Stevens) (1879-1955): Ἀ­με­ρι­κα­νὸς μον­τερ­νι­στὴς ποι­η­τής. Γεν­νή­θη­κε στὴν Πεν­συλ­βά­νια, σπού­δα­σε στὸ Χάρ­βαρντ καὶ στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἔ­ζη­σε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του (1916-1955) στὸ Χάρ­τφορντ τοῦ Κον­νέ­κτι­κατ, ὅ­που ἦ­ταν νο­μι­κὸς σύμ­βου­λος σὲ ἀ­σφα­λι­στι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α. Ἡ ποί­η­σή του ἀν­τλεῖ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὸν Οὐ­ΐ­τμαν, τὸν Ἔ­μερ­σον, τοὺς Ἄγ­γλους ρο­μαν­τι­κοὺς καὶ τοὺς σύγ­χρο­νούς του εἰ­κο­νι­στές. Ἡ πρώ­τη δη­μι­ουρ­γι­κὴ πε­ρί­ο­δος τοῦ Στῆ­βενς ξε­κι­νᾶ γύ­ρω στὰ 1914 καὶ κλεί­νει τὸ 1923, μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τῆς πρώ­της του ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γῆς Ἁρ­μό­νιο. Τὸ «Κυ­ρια­κὴ πρω­ΐ», τὸ πιὸ γνω­στό του ποί­η­μα, ἀ­νή­κει σ’ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο. Ἡ δεύ­τε­ρή του δη­μι­ουρ­γι­κὴ πε­ρί­ο­δος ξε­κι­νᾶ γύ­ρω στὰ 1934 καὶ φτά­νει ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, τὸ 1955. Στὰ χρό­νια αὐ­τὰ ἔ­γρα­ψε με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὰ συν­θε­τι­κὰ ποι­ή­μα­τα «Ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴ γα­λά­ζια κι­θά­ρα» (1937), «Ση­μει­ώ­σεις γιὰ ἕ­ναν ὑ­πέρ­τα­το μύ­θο» (1942), «Κα­τα­φά­σεις τοῦ κα­λο­και­ριοῦ» (1946), «Σε­λα­γι­σμοὶ τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου» (1947), «Μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη βρα­διὰ στὸ Νιοῦ Χέ­η­βεν» (1949) κα­θὼς καὶ μιὰ σει­ρὰ δο­κι­μί­ων ἀ­πὸ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς ποί­η­σης ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν σ’ ἕ­ναν τό­μο μὲ τί­τλο Ὁ ἀ­ναγ­καῖ­ος Ἄγ­γε­λος (1951). Τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Μπό­λιν­τζερ (1950) καὶ Πού­λι­τζερ (1955).

Τζαί­ημς Ἐλ­ρό­ϋ Φλέ­κερ (James Elroy Flecker)
(1884-1915 )

Βρα­δι­ὲς Νο­έμ­βρη
(November Eves)

Βρα­δι­ὲς Νο­έμ­βρη! Κρύ­ες, ἀ­κί­νη­τες κι ὑ­γρὲς
Τό­τε τοῦ Λέ­καμ­πτον τυ­λί­γαν τὶς κορ­φές·
Στὸν γκρί­ζο τό­πο ἁ­πλω­νόν­ταν χα­μη­λὰ
Τὰ τζά­μια ποὺ ἔ­στα­ζαν θο­λώ­νον­τας τὰ ὑ­γρά,
Μ’ ἀ­νέ­μους ξέ­νους, Ἀρ­λε­κί­νους ποὺ τρελ­λὰ
Μὲ βιὰ ἀγ­κα­λιά­ζαν τὶς φτε­λι­ές μας σὰν βι­ο­λιά,
Καὶ βγά­ζαν ἦ­χο τό­σο κρύ­ο καὶ σκλη­ρὸ
Ποὺ καὶ παι­δὶ βα­θιὰ νὰ ζεῖ τὸ βογ­γη­τό.
Νά, τώ­ρα τά ‘βά­λε ἡ φω­τιὰ μὲ τὶς σκι­ὲς
Στὸ θάμ­πος δεί­χνει τὶς κα­ρέ­κλες τρο­με­ρές:
Κι ὁρ­μᾶ­με μεῖς ἐ­δῶ­θε ἐ­κεῖ σὰν πον­τι­κοί,
Στὴν Βά­για πλά­ι – μιὰ νε­κρο­φό­ρα ἱ­ε­ρή,
Ἔ­χον­τας μά­τια, ἂν καὶ δὲν ξέ­ραν ἀ­π’ αὐ­τές,
Μι­σο­κλει­σμέ­να ἀ­πὸ μνῆ­μες πνι­γη­ρές.

Νὰ φταί­ει ἡ ὁ­μί­χλη ἢ τὰ φύλ­λα τὰ νε­κρά,
Ἢ μή­πως οἱ νε­κροί – Νο­έμ­βρη βρα­δι­νά;

Τζαί­ημς Ἐλ­ρό­ϋ Φλέ­κερ (James Elroy Flecker) (1884-1915). Ἄγ­γλος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Γό­νος πε­παι­δευ­μέ­νης οἰ­κο­γέ­νειας. Εἴ­τε για­τὶ ἀν­τι­πα­θοῦ­σε τὸ μι­κρό του ὄ­νο­μα, εἴ­τε για­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν μπερ­δεύ­ουν μὲ τὸν πα­τέ­ρα τοῦ Roy, ὡς μα­θη­τὴς στὰ σχο­λεῖ­α ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν δι­ευ­θυν­τής, ἄλ­λα­ξε τὸ ὄ­νο­μά του σὲ James. Ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει ποί­η­ση στὰ δε­κα­τρί­α του χρό­νια. Σπού­δα­σε στὸ Trinity College τῆς Ὀξ­φόρ­δης μὲ μέ­τριους βαθ­μούς, ἐ­πει­δὴ ἔ­δι­νε ὅ­λο του τὸ χρό­νο στὴν Γαλ­λι­κὴ ποί­η­ση καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ἔρ­γα τοῦ Αἰ­σθη­τι­σμοῦ, ἀν­τὶ γιὰ τὰ κλα­σι­κὰ ἔρ­γα τοῦ προ­γράμ­μα­τος. Στὴν Ὀξ­φόρ­δη ἐ­πί­σης ἀ­πο­κή­ρυ­ξε τὴν αὐ­στη­ρὴ που­ρι­τα­νι­κὴ ἀ­γω­γὴ ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του, καὶ ἔ­γι­νε ἀ­γνω­στι­κι­στής. Μι­λοῦ­σε γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ δι­δά­χτη­κε νέ­α ἑλ­λη­νι­κὰ στὸ Καί­ημ­πρι­τζ. Τὸ 1910 με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­πι­τυ­χεῖς ἐ­ξε­τά­σεις δι­ο­ρί­στη­κε πρό­ξε­νος στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Εἶ­χε ἤ­δη ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς The Bridge of Fire καὶ Thirty-Six Poems. Ὅ­μως ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σὲ σα­να­τό­ριο στὴν Ἀγ­γλί­α ἐ­πει­δὴ δι­α­γνώ­στη­κε μὲ φυ­μα­τί­ω­ση. Στὸ σα­να­τό­ριο ἔ­γρα­ψε τὸ θε­α­τρι­κὸ Δὸν Ζου­άν. Ὅ­ταν ἀ­νέρ­ρω­σε, ἔ­κα­νε πολ­λὰ τα­ξί­δια, καὶ σὲ ἕ­να πρὸς τὴν Ἀ­θή­να γνώ­ρι­σε τὴν Ἑλ­λη­νί­δα Ἕλ­λη Σκι­α­δα­ρέ­ση, μὲ τὴν ὁ­ποί­α παν­τρεύ­τη­καν ἕ­να χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα. Ἡ ὑ­γεί­α του, ὅ­μως, χει­ρο­τέ­ρε­ψε καὶ μέ­χρι τὸν θά­να­τό του πέ­ρα­σε ἀ­πὸ σα­να­τό­ριο σὲ σα­να­τό­ριο. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ με­τα­στρά­φη­κε ἐκ νέ­ου στὴν χρι­στι­α­νι­κή του πί­στη. Πέ­θα­νε τὸ 1915 μό­λις 30 ἐ­τῶν στὸ Ντα­βὸς τῆς Ἐλ­βε­τί­ας. Ὁ τό­σο πρώ­ϊ­μος θά­να­τός του χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ὡς «ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πώ­λεια τῆς ἀγ­γλι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὸν θά­να­το τοῦ Κήτς».

Ρί­τα Ντάβ (Rita Dove)
(1952)

Νο­έμ­βρης γιὰ ἀρ­χά­ριους
(November for beginners)

Τὸ χι­ό­νι θὰ ἦ­ταν ἡ εὔ­κο­λη
δι­έ­ξο­δος ἐ­κεῖ­νο τὸ μα­λά­κω­μα
τοῦ οὐ­ρα­νοῦ σὰν στε­ναγ­μὸς μιᾶς ἀ­να­κού­φι­σης
ποὺ τε­λι­κὰ ἐ­πι­τρά­πη­κε
νὰ ἐν­δώ­σει. Ἀλ­λὰ μὲ τί­πο­τα δὲν πέ­φτει.
Στοι­βά­ζου­με κλα­ριὰ γιὰ τὴ φω­τιὰ
σ’ ἀ­στρα­φτε­ρὲς κη­λί­δες
μὰ ἡ βρο­χὴ δὲν λέ­ει νὰ στα­μα­τή­σει.

Καὶ πε­ρι­μέ­νου­με λοι­πόν, μὲ μιὰ δι­ά­θε­ση
κρυ­φή, καὶ μου­σι­κὲς
μιᾶς πα­ρακ­μῆς. Κουρ­νι­ά­ζου­με
στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ πα­ρελ­θόν­τος
καὶ ση­κω­νό­μα­στε σὲ φῶς
ποὺ ἤ­δη ἀ­πο­χω­ρεῖ.
Πο­νᾶ­με μυ­στι­κά,
ἀ­πο­στη­θί­ζον­τας

ἕ­να δυ­ὸ στί­χους μαύ­ρους
στὰ Γερ­μα­νι­κά.
Σὰν ἔρ­θει ἡ Ἄ­νοι­ξη
λέ­με νὰ τὸ παί­ξου­με
τρελ­λοί. Ἄ­νοι­χτε οὐ­ρα­νοί,
νε­ρο­πον­τή! Ἄ­νε­με στὰ πα­νιά,
μὲ ἕ­να φορ­τί­ο σαν­τού­ρια!

Νο­έμ­βριος 1981

Ρί­τα Ντὰβ (Rita Dove) (1952). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος ἀπὸ τὸ Ἄ­κρον τοῦ Ὀ­χά­ϊο. Σπού­δα­σε Γερ­μα­νι­κὰ στὸ Τύμ­πιγ­κεν καὶ παν­τρεύ­τη­κε Γερ­μα­νό. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νί­δα ποὺ ἔ­λα­βε τὸν τί­τλο τοῦ Poet Laureate, καὶ ἡ δεύ­τε­ρη Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νί­δα ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ γιὰ τὴν ποί­η­ση τὸ 1987. Στὴν ποι­η­τι­κὴ γλώσ­σα της συν­δυά­ζει κα­θη­με­ρι­νὲς ἢ καὶ ἀρ­γκὼ ἐκ­φρά­σεις μὲ λό­γι­ες.

Σά­ϊ­μον Ἄρ­μι­τέ­η­τζ (Simon Armitage)
(1963)
 
Νο­έμ­βρης
(November)

Προ­χω­ροῦ­με ἀ­π’ τὸ κα­κο­παρ­κα­ρι­σμέ­νο ἁ­μά­ξι στὸ θά­λα­μο,
μὲ τὴ για­γιά σου νὰ κά­νει τέσ­σε­ρα βή­μα­τα στὰ δυ­ὸ δι­κά μας.
Τὴν φέ­ρα­με ἐ­δῶ νὰ πε­θά­νει καὶ τὸ γνω­ρί­ζου­με.
Ἐ­λέγ­χεις τὸ πε­σκί­ρι, τὸ σα­πού­νι της καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ λι­λιά,
ψα­λι­δί­ζεις τὰ νύ­χια της, τὴν ἀμ­πα­λά­ρεις στὶ­ς σκλη­ρὲ­ς κου­βέρ­τες
κι αὐ­τὴ βου­λιά­ζει μέ­σα στὴν ἀ­κρά­τειά της.
 
Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα, ἀ­δερ­φέ. Μέ­σα στὰ κι­τρι­νι­ά­ρι­κα ἀ­ναι­μι­κὰ χα­μό­γε­λά τους,
τὰ κρε­μα­σμέ­να στή­θη, τοὺς σα­λε­μέ­νου­ς ἐγ­κε­φά­λους τὴ φα­λά­κρα τους
καὶ μέ­σα μας, ἀ­δερ­φέ: πα­ρα­λί­γο κι εἴ­μα­στε ἐ­τοῦ­τα τὰ φρι­κιὰ κι ἐ­μεῖς.

Εἶ­σαι κομ­μά­τια. Μοῦ δί­νεις τὰ κλει­διὰ καὶ ὁ­δη­γῶ
Στὴ ζώ­νη τοῦ λυ­κό­φω­τος, πέ­ρ’ ἀ­π’ τὸ­ν πε­ρί­φη­μο σταθ­μὸ
ὣ­ς τό σπί­τι σου, νὰ μᾶς ναρ­κώ­σει τὸ ἀλ­κο­όλ.

Μέ­σα μας, νι­ώ­θου­με νὰ ξε­κι­νᾶ τοῦ σού­ρου­που ὁ τρό­μος.
Ἔ­ξω ἀ­πὸ μᾶς κοι­τά­ζου­με τὸ ἀ­πό­γευ­μα, μιὰ ἀ­κό­μη ἀ­πο­τυ­χί­α,
καὶ τὸ ἀ­φή­νου­με ἔ­τσι. Τί­πο­τα δὲ μπο­ροῦ­με πιὰ νά ξε­στο­μί­σου­με.

Κά­πο­τε ὁ ἥ­λιος πού­λι­ε­ς παι­χνι­δί­ζει καὶ ζων­τα­νοὺς μᾶ­ς νι­ώ­θου­με.
Τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζε­ται νὰ βγά­λου­με, ἀ­δερ­φέ, ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴ ζή­ση.

Σά­ϊ­μον Ἄρ­μι­τέ­η­τζ (Simon Armitage) (1963). Γεν­νή­θη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Γι­ορκ­σά­ϊρ τὸ 1963. Σπού­δα­σε Γε­ω­γρα­φί­α καὶ Ψυ­χο­λο­γί­α. Ἀρ­χι­κὰ ἐρ­γά­σθη­κε ὡς κοι­νω­νι­κὸς λει­τουρ­γός. Ἄλ­λα­ξε πολ­λὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα καὶ δού­λε­ψε ὣς καὶ D.J. Ὅ­λα τους στά­θη­καν πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης τῶν ποι­η­μά­των του. Γνω­στὸς γιὰ τὸ στε­γνό, ρε­α­λι­στι­κό του, ὕ­φος ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε Poet Laureate τὸ 2019. Δι­δά­σκει Ποί­η­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Λήν­τς.