Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (1/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

 Α’

Γεννήθηκα ἑκατὸ χρόνια μετὰ τὸν πόλεμο τῆς Κριμαίας, τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Φελλίνι γύρισε τὴν περίφημη La Strada, ὁ Κούνδουρος τὴ Μαγικὴ πόλη καὶ ὁ Tallas τὸ Ξυπόλυτο τάγμα. Ὑπάρχει μία φωτογραφία ποὺ δείχνει τὴ χρονιὰ αὐτὴ τὸν Θεοδωράκη καὶ τὸν Χατζιδάκι νὰ περπατοῦν μαζὶ στὴν Ρώμη. Θαυμαστὴ συνάντηση! Κι ἐγὼ ἕνα ἐξαγόμενο τοῦ ἐμβρυουλκοῦ στὸ Δημοτικὸ Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τὸ σημερινὸ Πνευματικὸ Κέντρο στὴν Ἀκαδημίας. Ὁ δρόμος μου γιὰ τὰ γράμματα ἦταν προκαθορισμένος. Γεννήθηκα τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Ρίτσος τύπωνε τὴν Ρωμιοσύνη καὶ τὴν Ἀγρύπνια, μιὰ μέρα σὰν κι αὐτὴ ποὺ ὁ Ὑψηλάντης καὶ οἱ ἐπαναστάτες του ἔμπαιναν στὸ Βουκουρέστι: 27 Μαρτίου [1821]. Τέτοια μέρα κυκλοφόρησε στὴν Δανία τὸ 1843 τὸ Ἡμερολόγιο ἑνὸς διαφθορέα τοῦ Σαῖρεν Κίρκεγκωρ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο συγκρατῶ μόνο ὡς πρόσφορο στὶς ἀνάγκες μου ἐδῶ τὸν ἀφορισμό: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι παγίδα. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν πιάσεις· σὲ πιάνει πρῶτα αὐτή. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν αἰχμαλωτίσεις, ἂν δὲν γίνεις πρῶτα αἰχμάλωτός της». Ἂν καὶ αἰσθάνομαι πλήρη ἀποστροφὴ ἀπέναντι στοὺς ἀφορισμούς· ἐξυπνάδες, καλύτερα. Τέλος πάντων, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὸ ἀτόπημα. Ἂς μείνω λίγο ἀκόμη στὶς συγκυρίες. Στὰ τέταρτα γενέθλιά μου, τὸ 1958, πέθανε ὁ Δημοσθένης Βουτυρᾶς, καὶ ὅταν ἔκλεινα τὰ ἐννιά, ὁ Φώτης Ἀγγουλές. Καὶ οἱ δύο στάθηκαν ὄρθιοι, ὅσο μπόρεσαν, ἀπέναντι στὴν κυκλοδίωκτη μοίρα τους. Τέτοια νύχτα πάνω-κάτω πέθανε τὸ 1827 ὁ Μπετόβεν, ὅταν ὁ Ὑψηλάντης ἦταν ἀκόμη ἐγκάθειρκτος στὸ φρούριο Μούνκατς στὰ Καρπάθια. Ὁ Χαίλντερλιν, ἔγκλειστος στὸν ἑαυτό του καὶ στὸν δικό του πύργο στὸ Τύμπινγκεν εὐχόταν τὴν εὐτυχῆ ἔκβαση τῆς Ἐπανάστασης. Θυμίζω ὅτι στὸ μοναδικὸ μυθιστόρημα ποὺ ἔγραψε, τὸν Ὑπερίωνα, ἔστειλε τὸν ἥρωά του νὰ πολεμήσει στὸν ἐπαναστατημένο Μοριᾶ τὸ 1770. Ὁ Χαίλντερλιν γεννήθηκε ἐκείνη τὴ χρονιά, ὅπως καὶ ὁ Μπετόβεν, καὶ ὁ Χέγκελ, φίλος καὶ συμφοιτητής του ἀργότερα στὸ Τύμπινγκεν. Γιὰ τὴν ἱστορία, γεννήθηκε στὶς 7 Ἰουνίου, ἡμέρα τῆς καταστροφῆς τοῦ στρατοῦ τοῦ Ὑψηλάντη στὸ Δραγασάκι. Τιμητικά, τέτοιαν ἡμέρα ὁρίζει ὁ Τσίρκας ὡς ἀρχὴ τῆς πλοκῆς τῆς τριλογίας Ἀκυβέρνητες πολιτεῖες. Ὑποθέτω ὅτι ἡ μουσικὴ τοῦ Μπετόβεν ἔφτανε στ’ ἀφτιά του, ὄχι ὅμως στὰ ταβερνάκια καὶ τὰ καπηλειὰ τοῦ Βουτυρᾶ καὶ τοῦ Πορφύρα. Ὁ Πορφύρας ἦταν κι αὐτός, σὰν τὸν Ἀγγουλέ, Χιώτης. Σταματῶ μὲ τὶς συγκυρίες. Ἄλλωστε, δὲν βοηθοῦν σὲ τίποτε. Στὸν ἐργατικὸ καὶ προσφυγικὸ συνοικισμὸ ποὺ μεγάλωσα, θὰ χρειαζόμουν πολλὰ χρόνια γιὰ ν’ ἀρχίσω νὰ ἐπινοῶ τέτοιες ἰδεοληπτικὲς συναντήσεις. Τὸ σπίτι μας χτιζόταν ἐκ περιτροπῆς (μεταμεσονύκτιες ὧρες), ὅπως καὶ ὅλων τῶν γειτόνων, γιὰ τὸν φόβο τῶν ἀστυφυλάκων. Φαίνεται πὼς αὐτὸ τὸ ἄγχος τῆς ἀνεστιότητας μὲ ὠθοῦσε διαρκῶς σὲ ἀγχώδη ἀναζήτηση μιᾶς ἄλλης στέγης. Ἐκεῖ καταλήγει ἄλλωστε ὅποιος μπερδεύεται μὲ βιβλία. Νὰ πιάσω αὐτὸ τὸ ζήτημα πρῶτα, τῶν βιβλίων, ὅσο γίνεται πιὸ συνοπτικά.

Στὴν πόλη μου δὲν ὑπῆρχε βιβλιοπωλεῖο, καὶ μᾶλλον δὲν ὑπάρχει οὔτε σήμερα – γράφω ἐν ἔτει 2020. Ἡ ὕπαρξή του τὴ δεκαετία τοῦ ἑξῆντα θὰ ἀκουγόταν ὡς ἐξωφρενικὴ παραδοξότητα σὲ ἕναν συνοικισμὸ ποὺ δὲν διέθετε δίκτυο ὕδρευσης· οἱ ἠλεκτρικὲς συσκευὲς ἦταν ἀκόμη ἄγνωστες (τὸ ψυγεῖο λειτουργοῦσε μὲ παγοκολῶνες), ὅπως καὶ ἡ ἔννοια τῆς θέρμανσης. Ἡ μοναδικὴ φλέγουσα καὶ φλεγόμενη συσκευὴ ἦταν ἡ πανταχοῦ παρούσα “γκαζιέρα” (ἂς σκεφτοῦμε τὰ σημερινὰ γκαζάκια) ποὺ ἔκαιγε μὲ πετρέλαιο. Ἡ μάνα μας τὴν ἔβαζε στὸ πάτωμα, στὴ μέση καὶ ὄχι στὸν πάγκο τῆς κουζίνας, προφανῶς γιὰ νὰ ζεσταίνεται (ὑποτυπωδῶς) ὁ χῶρος, κι ἐμεῖς καθόμασταν περιμετρικὰ γιὰ νὰ ζεσταθοῦμε καὶ νὰ διαβάσουμε μαζί. Γερὸ ὑπόλειμμα τῆς ἀρχαίας ἑστίας. Στὴν εἰκόνα τῆς θαλπωρῆς βοηθοῦσε καὶ ἡ χύτρα ποὺ ἔβραζε ἀπαραιτήτως γιὰ νὰ ἀξιοποιεῖται ἡ κατανάλωση. Τί διαβάζαμε; Θυμᾶμαι μόνο τὸ ἀναγνωστικὸ ἢ Ἀλφαβητάρι μὲ πρωταγωνίστρια τὴ «Λόλα». Ἡ Λόλα, πλάι στὴν Ἕλλη καὶ τὴν Ἄννα, εἶχε προϊστορία· ἐρχόταν ἀπὸ τὸ προηγούμενο Ἀλφαβητάρι, τοῦ 1949, ἐνῶ τὸ δικό μας ξεκίνησε τὸ 1955 καὶ ἔζησε εἴκοσι χρόνια, μέχρι ποὺ μεγαλώσανε πιὰ τὰ παιδιά, ἀφήσανε τὸ τόπι, ἡ γιαγιὰ πέθανε, οἱ πρόσχαροι γονεῖς γέρασαν. Ἐγὼ παρατηροῦσα μέσα στὸ βιβλίο πιὸ πολὺ τοὺς μεγάλους, θέλω νὰ πῶ ὅτι τοὺς ἔβλεπα μὲ καχυποψία. Δὲν ἀγρίευαν ποτέ, δὲν μάλωναν, δὲν ἔβριζαν, καὶ στὸ τραπέζι ἔρχονταν πάντοτε καλοντυμένοι στὴν ὥρα τους. Δὲν ἀνῆκαν φαίνεται στὴ μαστοράντζα, γι’ αὐτὸ ἦταν εὐγενέστατοι σὰν τὴν πρώτη μέρα τοῦ γάμου τους. Ἀλλὰ καὶ τὰ παιδιὰ τὸ ἴδιο. Χαρούμενα καὶ καθαρά, μὲ τὸ τόπι καὶ τὸ μῆλο, νά κι ἄλλο μῆλο Ἕλλη, πολλὰ μῆλα, Ἄννα. Ἐμένα μὲ τρυποῦσαν τὰ καρφιὰ στὶς σόλες τῶν παπουτσιῶν, φοροῦσα ὁλόκληρους χειμῶνες τὴν ἴδια πατατούκα καὶ ὁ πατέρας συχνὰ ἔλειπε, Κεφαλλονιά, Καλαμάτα, στοὺς σεισμούς, στὰ σπίτια ποὺ ξαναχτίζονταν. Ἀλλὰ δὲν θὰ καταδίκαζα βέβαια τὴν οἰκογένειά μου γι’ αὐτὴ τὴν ἀσυμμετρία. Ὅποιοι τὰ ἔγραφαν αὐτὰ καὶ τὰ σχεδίαζαν (φιλοτεχνοῦσαν, εἶναι τὸ σωστό), θὰ εἶχαν ἄλλα πρότυπα. Τὰ ξαναθυμήθηκα ἀργότερα μὲ τὸν Σαχτούρη: «Μακριὰ σ’ ἕν’ ἄλλο κόσμο γίνηκε αὐτὴ ἡ Ἀποκριά». Τί ἄλλο διάβαζα ἐγώ; (λέω ἐγώ, γιὰ νὰ μὴν ἀδικήσω τὸν ἀδελφό μου – ἕναν χρόνο μικρότερο, μὲ τρομερὴ ζέση γιὰ τὰ βιβλία καὶ τὰ γράμματα.) Τί διάβαζα, λοιπόν; Τίποτα. Ἐπειδὴ πέντε χρονῶ γνώριζα ἤδη τὰ πάντα. Γραφὴ καὶ ἀνάγνωση ἀπὸ τὸν πατέρα μου, μάθημα κανονικὸ μετὰ τὴν οἰκοδομή. Τὴ μυθολογία σὰ νὰ τὴν κουβαλοῦσα ἐκ γενετῆς. Εἴχαμε ἕνα κατοχικὸ ραδιόφωνο, μὲ πικὰπ στὸ καπάκι του. Ἐκεῖ ἄκουγα ἐπὶ χρόνια (τόσο μοῦ φαινόταν) τὴν τρομερὴ μέχρις ἀνατριχίλας γιὰ τὴ φαντασία μου ἐκπομπὴ Ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία. Ὅ,τι ἄκουγες, τὸ ζοῦσες, ἔπαιρνες μέρος στὶς μάχες μὲ τοὺς Κένταυρους. Ἄκουγες ὁπλὲς ἀλόγων, τρεχαλητά, χτυπήματα σπαθιῶν, τὸν Βελλεροφόντη νὰ καλπάζει ψηλὰ μὲ τὸν Πήγασο, ἔβλεπες τὸν Πολυνείκη νὰ μονομαχεῖ μὲ τὸν Ἐτεοκλῆ (ἤμουν μὲ τὸ μέρος του, ἀναφανδόν· πότε τὴν ἔμαθα αὐτὴ τὴ λέξη;). Τροῖες, Θερμοπύλες, Ἡρακλῆδες, Παρθενῶνες, τὰ εἶχα ζήσει ὅλα. Δὲν μ’ ἐνδιέφεραν τὰ παχύδερμα ―εἴχαμε συμμαθητὲς ποὺ τοὺς φωνάζαμε ἔτσι― οὔτε ἡ ἐλιὰ ἡ εὐλογημένη. Βασανιζόμουν, ὅμως, μὲ τὶς λέξεις: ἐγκαστρίμυθος, παρείσακτος, ἐμπεριστατωμένη. Τί νὰ σήμαιναν ἄραγε; Ντρεπόμουν νὰ ρωτήσω. Καλά, θὰ τὰ μάθαινα μόνος μου. Χάνοντας νωρὶς κάθε ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ ἄνοστα βιβλία, ἔπαψα νὰ διαβάζω μετὰ τὴν περίπτωση τῆς «Λόλας». Καὶ χάρη στὶς ἄλλες ἐπιδόσεις μου, στὸ τρέξιμο, στὴ ζωγραφική, στὴν ὀρθογραφία, ἀντιστάθμιζα τὶς ἀπώλειες.

Θὰ ἤμουν ὀχτὼ χρονῶ. Ἕνας μίμος, ταχυδακτυλουργὸς ποὺ ἐρχόταν κάθε τόσο στὸ σχολεῖο καὶ μᾶς ἔκανε νούμερα, μᾶς ρώτησε κάποτε κραδαίνοντας μιὰ μεγάλη σοκολάτα-δῶρο γιὰ ὅποιον ἀπαντοῦσε σωστά: «Ἂν σᾶς ἔλεγαν νὰ διαλέξετε ἀνάμεσα σὲ δύο βιβλία, ἕνα κόκκινο καὶ ἕνα πράσινο, ποιό ἀπὸ τὰ δύο θὰ παίρνατε;». Τινάχτηκα σὰν ἐλατήριο, ἤθελε καὶ ρώτημα; «Τὸ πράσινο», τοῦ προφταίνω. Φανατικὸς μὲ τὸ χρῶμα τῆς Λεωφόρου (χωρὶς νὰ ξέρω τί σημαίνει οὔτε κατὰ ποῦ πέφτει), μὲ τὸν Λουκανίδη, τὸν Καμάρα, τὸν Πανάκη, τὸν Παπαεμμανουήλ, τὸν Σούρπη, σκέφτηκα ὅτι κατ’ ἀναλογία τὸ πράσινο βιβλίο θὰ ἦταν τὸ καλύτερο. Ὕστερα, ἀντιπαθοῦσα φοβερὰ τὴν ὁμάδα τοῦ Σιδέρη, καὶ τὸν ἴδιο, ἐννοεῖται. Πῶς θὰ διάλεγα τὸ κόκκινο; Ὁ μίμος στράφηκε ἀλλοῦ, σημάδι ὅτι χάνω τὴ σοκολάτα. Δίπλα μου, ὁ Γιῶργος Καράμπελας (βλέπετε, δὲν τὸν ἔχω ξεχάσει), πετάγεται φωνάζοντας: «Τὸ καλύτερο, κύριε». «Μπράβο σου, παιδί μου! Νά κι ἡ σοκολάτα!» (κατὰ τὴν Λόλα καὶ τὸ μῆλο). Ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα φάνηκε μιλημένο ―πῶς τοῦ ἦρθε αὐτὴ ἡ παπαδίστικη ἀπάντηση―, ὄφειλα νὰ παραδεχτῶ ὅτι εἶχε δίκιο. Στὸ διάλειμμα τὸν πλησίασα καὶ τοῦ ζήτησα τὴ μισὴ σοκολάτα, ἦταν ποὺ ἦταν τεράστια καὶ δὲν χωροῦσε στὴν τσέπη του. Δὲν ἔλπιζα, βέβαια, ὅτι θὰ μοῦ δώσει, ἀλλὰ ἤθελα περισσότερο νὰ τοῦ πῶ, τώρα ποὺ τὸ σκεφτόμουν καλύτερα, ὅτι ἔδωσε μία βλακώδη ἀπάντηση σὲ ἕνα ἐξ ἴσου βλακῶδες ἐρώτημα. Τὸ ζήτημα μὲ ἀπασχολεῖ μέχρι σήμερα. Ὁ πιτσιρικᾶς δὲν ἦταν ἄμοιρος φαντασίας, ἀρίστευε σὲ ὅλα τὰ μαθήματα καὶ εἶχε τεράστιες ἐγκυκλοπαιδικὲς γνώσεις. Πρέπει νὰ ἦταν παιδὶ πολιτικοῦ μηχανικοῦ, ποὺ ἀργότερα ἔμαθα ὅτι διαδέχτηκε τὸν πατέρα του στὸ ἐπάγγελμα, καὶ θὰ εἶχε ἤδη πιάσει στὰ χέρια του πολλὰ κόκκινα καὶ πράσινα βιβλία. Ἡ ἐπιχειρηματολογία μου (οἱ λόγοι, δηλαδή, ποὺ δικαιούμουν τὴ μισὴ σοκολάτα) ἐξελίχθηκε ἢ θὰ ἐξελισσόταν μὲ τὰ χρόνια ὡς ἑξῆς. Ἀκοῦστε καὶ κρίνετε.

Πῶς γνωρίζεις ἂν ἕνα βιβλίο εἶναι καλό, πρὶν τὸ διαβάσεις; Μὲ ποιά κριτήρια ἀξιολογεῖται ἕνα ἢ συγκρίνονται δύο καὶ περισσότερα βιβλία; Μὲ τὸ προσωπικό μας γοῦστο; Κι αὐτὸ τὸ γοῦστο ἀπὸ ποῦ μᾶς ἔρχεται; Εἶναι καλύτερος ὁ Μιχάλης Περάνθης ἀπὸ τὸν Ρήγα Γκόλφη; Ἢ ὁ Κλέων Παράσχος ἀπὸ τὸν Τέλλο Ἄγρα; Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἡ κορυφὴ τῆς λογοτεχνίας μας, ἔτσι δὲν εἶπε ἡ δασκάλα; Σκέψου τὸ κόκκινο βιβλίο νὰ ἦταν ἡ Φόνισσα καὶ τὸ πράσινο Τὰ ρόδινα ἀκρογιάλια. Πᾶμε παραπέρα. Τολστόι ἢ Ντοστογιέφσκι; Ποιός χαρίζει τὴ σοκολάτα; Ἢ μήπως πρέπει νὰ περιμένουμε τί θὰ μᾶς πεῖ ὁ Τζὼρτζ Στάινερ πρὶν τὴ φᾶμε; Αὐτὰ τὰ ἄστοχα ἐρωτήματα θὰ συνεχίζονται ἐπ’ ἄπειρον. Βάλε μὲ τὸ νοῦ σου τὸ Κόκκινο βιβλιαράκι τοῦ Μάο καὶ τὸ Ὁ ἀγών μου τοῦ Χίτλερ· τὸ Πράσινο καὶ τὸ Κόκκινο βιβλίο τοῦ Μυριβήλη. Καλὴ ἡ Κυρία μὲ τὰς καμελίας τοῦ Δουμᾶ στὴ βιβλιοθήκη σου, ἀλλά, ἂν λείπουν ὁ Μπαλζὰκ καὶ ὁ Σταντάλ, μπορεῖ νὰ σοῦ γίνει δηλητήριο. Μπαίνουμε σὲ ναρκοθετημένα χωράφια καὶ εἶναι ἀσφαλέστερο νὰ μὴν κάνεις βῆμα. Ἡ σοκολάτα δὲν θὰ σὲ προστατέψει. Τὸ βιβλίο ποὺ θὰ σὲ μαγέψει στὴν ἐφηβεία σου, θὰ τὸ θεωρήσεις ξεπερασμένο ἢ καὶ ἀνόητο δέκα χρόνια ἀργότερα. Καὶ τὸ ἀντίθετο. Κι ἀκόμη, εἶσαι σίγουρος ὅτι καταλαβαίνεις ἕναν συγγραφέα, ἕναν ποιητή; Ὅτι θὰ ξεμπερδέψεις εὔκολα μὲ τὸν Κάφκα; Ἂν παρατήσεις στὰ μισὰ τὸν Ὀδυσσέα τοῦ Τζόυς, ποιός θὰ φταίει; ὁ συγγραφέας ἢ ἐσύ; Κοτζὰμ Ἔλιοτ ἀμφέβαλλε ἂν καταλάβαινε τὸν Σαίξπηρ, κι ἐγὼ δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι καταλαβαίνω τὸν Καρυωτάκη. Θέλεις νὰ μποῦμε καὶ στὸν λαβύρινθο τῶν μεταφράσεων; Ποιά «Λίμνη» τοῦ Λαμαρτίνου πρέπει νὰ κρατήσουμε, αὐτὴ τοῦ Ἄγγελου Βλάχου ἢ τοῦ Βασιλειάδη; Πάρε ὅποια θές, ἐγὼ δὲν θέλω οὔτε τὴ μία οὔτε τὴν ἄλλη, ἔχω τοῦ Βαλαωρίτη. Ἂν μπορεῖς, βρὲς ἄκρη καὶ μὲ τοὺς δέκα μεταφραστὲς τοῦ Μορεάς. Στὸ σπίτι σου μαθαίνετε γαλλικά; Θὰ σκέφτομαι διαφορετικὰ ἂν μάθω μιὰ ξένη γλώσσα. Τότε θὰ μάθω καλύτερα τὴ δική μου. Καὶ λεξικά, νὰ πεῖς τοῦ μπαμπά σου, νὰ σοῦ πάρει ἂν δὲν ἔχετε. Νὰ σὲ ρωτάω λέξεις, ἐγκαστρίμυθος, παρείσακτος, νὰ μοῦ λὲς πῶς γράφονται. Θά ‘ρθει μιὰ μέρα ποὺ θὰ σκεφτῶ: Πές μου τί βιβλία διαβάζεις καὶ θὰ σοῦ πῶ ποιός εἶσαι. Καὶ ποιός δὲν εἶσαι. «Μήπως αἰσθάνεσαι παρείσακτος ἐδῶ;», μὲ εἶχε ρωτήσει ἡ μεγαλύτερή μου Ἀλεξάνδρα μὲ μάτια σπινθηροβόλα.

Εἶναι παράξενο νὰ σκέφτεται ἔτσι ἕνα παιδὶ ποὺ ἀντιπαθεῖ τὰ βιβλία. Ἀλλὰ καλὸ εἶναι νὰ βλέπουμε καὶ τὸ ὑπόστρωμα αὐτῆς τῆς ἀντιπάθειας. Ἀντιπαθοῦσα καὶ τὴν ἰδέα τοῦ πιάνου, κι αὐτὸ ἐπειδὴ ἦταν ἀδύνατον νὰ τὸ ἀποκτήσω. Οὔτε σὰν παιγνίδι ποὺ τόσο τὸ λαχταροῦσα. Ἡ δασκάλα μου μὲ εἰρωνεύτηκε γι’ αὐτό. «Μήπως τὸ θέλεις μὲ οὐρά;». Ἀντιπαθοῦσα τὴν Μαρία, στὸ πρῶτο θρανίο, ἐπειδὴ τὴ θαύμαζα κι αὐτὴ δὲν μὲ πρόσεχε. Δήλωνα πρόθυμα ἐπιμελητὴς στὰ διαλείμματα, γιὰ νὰ κάθομαι στὸ θρανίο της, νὰ κοιτάζω τὰ τετράδιά της μὲ τὰ λουλουδάκια στὴν ἐτικέττα. Τὴν Μαρία τὴν ἔστειλαν μικρὴ στὴν Ἀμερικὴ καὶ δὲν τὴν ξαναεῖδα. Τότε λυπήθηκα. Λυπήθηκα τὴν Μαρία, τὴν ὀμορφιὰ ποὺ τὴν πήρανε ἄλλοι. Πρόσφατα ἕνας ἐξάδελφός της μοῦ ἔδειξε φωτογραφία της στὸ κινητό. Μιὰ ντελικάτη γιαγιούλα μὲ ἄσπρα μαλλιά. Δὲν ξέρω ἂν συγκινήθηκα. Κάπου στὰ δέκα μου κέρδισα δῶρο ἕνα βιβλίο. Τὸ πρῶτο ποὺ ἔπιανα ἐπιτέλους στὰ χέρια μου πέρα ἀπὸ τὰ ἀδιάφορα σχολικά. Αὐτὸ ἔγινε στὸ Κατηχητικὸ σχολεῖο τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Ἤμουν ὁ μόνος ποὺ δὲν εἶχα ἀπουσιάσει καμία Κυριακή, ἤμουν παπαδάκι ἄλλωστε. Τίτλος του Τὸ ἀγρίμι, τὸ διάβασα πάνω ἀπὸ δέκα φορές, πρῶτον ἐπειδὴ ἦταν τὸ βραβεῖο μου καὶ δεύτερον ἐπειδὴ δὲν εἶχα τίποτε ἄλλο νὰ διαβάσω. Δυστυχῶς, δὲν θυμᾶμαι τὸ ὄνομα τῆς συγγραφέως (ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται γιὰ τὸ Ἀγρίμι τοῦ Βρεττάκου). Ἀργότερα ἀνακάλυψα ὅτι ἡ ἱστορία του ἦταν παρμένη ἀπὸ τὸν Μόγλη τοῦ Κίπλινγκ, τὸ παιδὶ ποὺ ἐγκαταλείπεται στὸ δάσος καὶ τὸ μεγαλώνουν λύκοι καὶ ἀρκοῦδες. Στὴ δική μου ἱστορία μία φιλόστοργη καὶ πλούσια οἰκογένεια (ἰδιότητες ποὺ ἔπρεπε νὰ συμβαδίζουν) βρίσκει τὸ μικρὸ ἀγρίμι στὸ δάσος, τὸ ἐπαναφέρει στὸν πολιτισμό, γιὰ νὰ ἀνακαλύψει στὴ συνέχεια ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ δικό τους παιδὶ ποὺ εἶχε χαθεῖ μικρό. Ρομαντικὲς συνταγές. Ὅσο μὲ συγκίνησε στὴν ἀρχή, μέχρι δακρύων, ἡ ἀποκάλυψη, τόσο ἄρχισε νὰ μὲ ἐκνευρίζει στὴ συνέχεια ποὺ διάβαζα καὶ ξαναδιάβαζα τὸ βιβλίο. Ἀργότερα, θὰ συναντοῦσα στὰ βιβλία πολλὲς τέτοιες ἀπρόσμενες, μοιραῖες συγκυρίες ποὺ ἐξασφάλιζαν τὸ χάππι-ὲντ στὸ ρομάντσο. Ἀνακαλύπτεις, βέβαια, νωρίς (χωρὶς νὰ ξεμπερδεύεις μ’ αὐτό) τὸ ρομαντικὸ ψέμα, ἢ ψεῦδος, καὶ τὴ μυθιστορηματικὴ ἀλήθεια. Τὸ ἔργο τελειώνει, ἡ ἱστορία του, δηλαδή, φτάνει στὸ τέλος. Καλὸ ἢ κακό, εἶναι ἕνα τέλος. Κατ’ ἐμὲ πρόκειται γιὰ μεγάλη, διαρκῆ ἀπάτη. Δὲν ὑπάρχει κανένα τέλος. Τελειώνει ποτὲ τὸ δρᾶμα τοῦ Ρασκόλνικοφ ἢ ὁ μονόλογος τῆς Μόλλυ Μπλουμ; Ἤθελα τὸ βιβλίο νὰ μὲ παίρνει μαζί του, νὰ διαβάζω τὴν ἱστορία του ἀλλιῶς, ἥρωας κι ἐγὼ ποὺ δοκιμάζεται μέσα στὸ σκληρὸ κόσμο, ἐκεῖ ποὺ τίποτε δὲν εἶναι δικό μου, οὔτε οἱ ἐπιθυμίες μου, οὔτε οἱ ρόλοι, καὶ οἱ Μόγληδες ὅλοι εἶν’ ἐκεῖ γιὰ νὰ ἱκανοποιοῦν ἐπιθυμίες ἄλλων, καὶ ὁ συγγραφέας οὔτε αὐτὸς δὲν εἶναι ἡ ἐπιθυμία του. Κάποιος ἄγνωστος ἢ ἕνας κρυμμένος ἥρωάς του καταστρώνει ὅλα τὰ σχέδια, κινεῖ τὰ νήματα· ὁ Ντοστογιέφσκι κι ἐγὼ μαριονέττες, μὲ μιὰ ἐλάχιστη διαφορά, μικρὴ ἀπόκλιση, ποὺ ὅμως αὐτὴ ἡ μικρὴ ἀπόκλιση ἐκεῖνον τὸν ἐξακοντίζει στὰ ὕψη κι ἐμένα μὲ καταποντίζει στὸν Τάρταρο. Διαβάζω ἀπὸ ζήλεια, ἀπὸ τὴν ἀνάγκη, σὲ πεῖσμα τοῦ πάστορα Ζιράρ, νὰ γίνω ἐγὼ ἡ ἐπιθυμία μου. Ἔχω δυὸ ρομάντσα τῶν ἐκδόσεων Δαρεμᾶ, ἀχρονολόγητα, ὑπολογίζω τῆς δεκαετίας τοῦ ἑξῆντα, μὲ κομμένες τὶς τελευταῖες σελίδες. Νὰ τὶς ἔχω σχίσει ἐγώ; Ἴσως, ἀπὸ τὸ μένος μου νὰ καταργήσω τὸ φινάλε. Ἤθελα κάθε βιβλίο νὰ εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ προηγούμενου, νὰ μὴν κλείνει ὁ κύκλος μὲ τὶς ἐπιθυμίες του, νὰ μὴν καταλήγει στὸν θάνατο. Ἂν συνέχιζα νὰ σχίζω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὶς σελίδες ποὺ διάβαζα, ἀπὸ τὸ τέλος στὴν ἀρχή, θὰ καταργοῦσα τὸ ἔργο, δηλαδὴ τὸ ψεῦδος του, ὑπὲρ τῆς μυθιστορηματικῆς του ἀλήθειας. Τὸ βιβλίο δὲν χάνεται. Φανερώνει τὰ πολλά του στρώματα, ἐκεῖ ποὺ νομίζαμε ὅτι διαθέτει μόνο ἕνα. Ἀκόμη κι αὐτὸς ὁ παραλογοτεχνικὸς Μόγλης μου εἶχε νὰ μοῦ πεῖ περισσότερα ἀπὸ τὶς λέξεις του. Τὸ ἀγριμάκι ἤμουν ἐγὼ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐκπολιτιστεῖ, νὰ υἱοθετηθεῖ ἀπὸ τὴν εὐγενικὴ οἰκογένεια τῆς Λόλας, νὰ παίξει μὲ τὸ τόπι του, νὰ φάει τὸ μῆλο του, νὰ ζήσουνε ὅλοι καλά…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΙΟΝΑΣ

(Διαβάστε τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ τρία μέρη τὴν ἑπόμενη Κυριακή, 22/11)