Τι είναι ένας «πλατωνικός» έρωτας;

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Ο έρωτας που συνήθως ονομάζουμε «πλατωνικό» είναι ένα ζήτημα για το οποίο συχνά γίνεται λόγος. Όταν μιλάμε για πλατωνικό έρωτα, συνήθως τείνουμε ν’ αναφερόμαστε σε έναν έρωτα ανεκπλήρωτο, αγνό και χωρίς τη σεξουαλική εμπειρία. Τι εννοούσε όμως ο Πλάτων όταν έκανε λόγο για τον έρωτα; Ο όρος που χρησιμοποιούμε παραπέμπει όντως στη σκέψη του μεγάλου αρχαίου φιλοσόφου ή μήπως είναι παραπλανητικός; Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε χωρίς περίπλοκες ακαδημαϊκές αναλύσεις. Αρχικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι επιδράσεις της πλατωνικής φιλοσοφίας είναι αναμφίβολα τεράστιες: εκτός από τη φιλοσοφική παράδοση που ανέπτυξαν οι σπουδαστές του Πλάτωνα στην Ακαδημία, μερικούς αιώνες αργότερα ιδρύθηκε η σχολή σκέψης του Νεοπλατωνισμού από τον Αμμώνιο Σακκά και εκπροσωπήθηκε από τον Πλωτίνο. Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και ο Φίλων ο Αλεξανδρέας, ο οποίος συνδυάζοντας την πλατωνική σκέψη με τις εβραϊκές παραδόσεις, διαμόρφωσε ένα σύστημα σκέψης που έλαβε την ονομασία Ιουδαιοπλατωνισμός. Μέσω του Νεοπλατωνισμού, η φιλοσοφία του Πλάτωνα επηρέασε και τον Άγιο Αυγουστίνο, από τον οποίο διαδόθηκε στη Δύση και δημιουργήθηκε ο περίφημος Χριστιανοπλατωνισμός. Τόσο στη Δύση όσο και στο Βυζάντιο, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης προκάλεσαν ανταγωνισμούς και διαμάχες σχετικά με το ποιος από τους δύο ήταν καταλληλότερος ως μέσον για να εκφραστούν τα χριστιανικά δόγματα. Αν και κατά τον Δυτικοευρωπαϊκό Μεσαίωνα δέσποζε η αυθεντία του Αριστοτέλη, η φυσιογνωμία του Πλάτωνα δεν έπαψε να επηρεάζει με τον δικό της τρόπο τη φιλοσοφική αναζήτηση. Ίσως κανένας άλλος διανοητής στην ιστορία της Φιλοσοφίας δε συναιρεί μέσα του τόσες διαμετρικά αντίθετες ιδιότητες όσο ο Πλάτων. Στους διαλόγους του, όπου κυριαρχεί η επιβλητική προσωπικότητα του Σωκράτη, ενώνονται η φιλοσοφία με τη θρησκεία, η τέχνη με την επιστήμη και η θεωρία με την πράξη.

Τι είπε λοιπόν ο Πλάτων περί έρωτος; Αρχικά, στο πλατωνικό Συμπόσιον, που είναι ίσως η πρώτη φιλοσοφική συζήτηση στη Δύση περί έρωτος, έχουμε ένα σπάνιο εγκώμιο του Σωκράτη για τις αρετές του, από τον Αλκιβιάδη, που ήταν σφόδρα ερωτευμένος μαζί του. Ο πλατωνικός έρωτας παρουσιάζεται όμως κυρίως, και με έντονα ποιητικό τρόπο μέσα στον Φαίδρο, έναν διάλογο πουανήκει στη μέση συγγραφική περίοδο του Πλάτωνα στους «διαλεκτικούς διαλόγους», σε αυτούς δηλαδή που αποκρυσταλλώνεται αρχικά η πλατωνική θεωρία των Ιδεών. Βάση του διαλόγου είναι η διαμάχη της πλατωνικής φιλοσοφίας με τους ρήτορες της Αθήνας πάνω στην εκπαίδευση της νεολαίας, που όπως έχει επισημανθεί, δεν είναι παρά η συνέχεια της παλιάς διαμάχης των Σοφιστών με το Σωκράτη. Ο Φαίδρος, ένας φιλομαθής και ωραίος νέος, λάτρης των ωραίων λόγων είναι ενθουσιασμένος με το ρήτορα Λυσία, τις ομιλίες του οποίου παρακολουθεί και καταγράφει. Ο Σωκράτης όμως επιθυμεί να τον μεταστρέψει από το ρητορικό προς το φιλοσοφικό λόγο. Έτσι, μέσα από την αφήγηση ξεκινά ένας φιλοσοφικός διάλογος ανάμεσά τους.  Θέμα των λόγων είναι το εξής: πρέπει ένας νέος να συνάψει ερωτικό δεσμό με κάποιον που θέλει ή όχι; Από αυτό, η υπόθεση μετατοπίζεται στο ερώτημα τι είναι ο έρωτας στη ζωή και πώς σχετίζεται με την εκπαίδευση των νέων και τελικά τη γνώση της ίδιας της αλήθειας. Ο λόγος του Λυσία, ψυχρός, λιτός και σύντομος, εκφράζει την άποψη ότι  οι νέοι οφείλουν να συνάπτουν σχέσεις με ανθρώπους ισχυρούς και πλούσιους, που είναι ικανοί να τους στηρίξουν στην πολιτική τους σταδιοδρομία. Όσο για τον έρωτα, είναι ένα πάθος που καταστρέφει και καλά θα κάνουν να τον αφήσουν για όσους δεν έχουν μεγάλες φιλοδοξίες. Με λίγα λόγια, ο έρωτας παρουσιάζεται από τον Λυσία ως μια χυδαία σεξουαλική απόλαυση. Για να αντικρούσει αυτή τη θέση, ο Σωκράτης εκφωνεί έναν εξίσου σύντομο και λιτό λιτό λόγο. Η ομιλία του, που εντυπωσιάζει το Φαίδρο, υποστηρίζει πως ο έρωτας δεν είναι μια χυδαία και ανώφελη απόλαυση αλλά μια όμορφη εμπειρία. Έτσι ο Σωκράτης παρουσιάζεται να κερδίζει το ρήτορα Λυσία χρησιμοποιώντας το ίδιο του το όπλο: τη ρητορική. Ωστόσο, αυτός ο λόγος είναι παγίδα: τίποτε από όσα λέγονται σε αυτόν για τον έρωτα δεν είναι αληθινό. Ουσιαστικά, και ο δεύτερος λόγος χρησιμοποιείται από τον Πλάτωνα ως μέσο μετάβασης για να ανέβει ο αναγνώστης σε ένα υψηλότερο επίπεδο αλήθειας. Τότε εμφανίζεται ο τρίτος λόγος, που αποτελεί κορύφωση όλου του έργου: η περίφημη παλινωδία του Σωκράτη. Σε αυτόν τον λόγο, εκφράζεται η άποψη πως υπάρχει ένας έρωτας που δεν είναι ούτε η συναισθηματική κατάσταση που εκφράζουν οι λυρικοί ποιητές με τα έργα τους («αιολικός έρως»), ούτε όμως η ομοερωτική φιλία των στρατιωτών («δωρικός έρως»). Πρόκειται για μια σχέση γνώσης δασκάλου και μαθητή, όπου με όχημα το φιλοσοφικό διάλογο, ο δάσκαλος καθοδηγεί σταδιακά το μαθητή στην αποκάλυψη της αλήθειας. Αυτό είναι ο περίφημος, και συχνά παρεξηγημένος, «πλατωνικός» έρωτας.

Έτσι, παρουσιάζεται η αθανασία της ψυχής και τα αιώνια πρότυπα με τα οποία αυτή ήρθε κάποτε σε σχέση πριν αποκτήσει σωματική υπόσταση. Πρόκειται για την περίφημη θεωρία των Ιδεών. Ο δάσκαλος, χρησιμοποιώντας το διάλογο, δημιουργεί μια ερωτική σχέση μάθησης με το μαθητή, τον οποίο μεταστρέφει σταδιακά από την αγάπη των εφήμερων και σωματικών πραγμάτων στην αγάπη των άυλων και αιώνιων. Ουσιαστικά, τον οδηγεί στην ανάμνηση των Ιδεών. Στο διάλογο παρουσιάζεται αλληγορικά ο οντολογικά ιεραρχημένος κόσμος του Πλάτωνα. Σύμφωνα με εκείνον, οι Ιδέες είναι τα απόλυτα υπαρκτά όντα που αποτελούν πρότυπο ομορφιάς, αρετής και σοφίας. Καθετί άλλο είναι περισσότερο ή λιγότερο υπαρκτό ανάλογα με το πόσο κοντά βρίσκεται στις Ιδέες, πόσο μετέχει στην ουσία τους (θεωρία της μέθεξης). Η γνώση ουσιαστικά είναι ανάμνηση όσων η ανθρώπινη ψυχή έχει αντικρύσει κατά την προσωματική της κατάσταση (θεωρία της ανάμνησης). Στο έργο μάλιστα σκιαγραφούνται ιεραρχημένα από το ανώτερο στο κατώτερο, τα εννιά είδη ανθρώπινου βίου: φιλόσοφος, βασιλιάς, ηγέτης, ιατρός/γυμναστής, μάντης, ποιητής, χειρώνακτας, δημαγωγός και τύραννος. Αναλόγως της γνώσης που κατέχουν και της ηθικής τους κατάστασης, στην πρώτη θέση βρίσκεται ο φιλόσοφος, που είναι ερωτευμένος με τις Ιδέες και πορεύεται προς την απόλυτη γνώση, ενώ στο τελευταίο επίπεδο είναι ο τύραννος. Ωστόσο, η πλατωνική μεταφυσική δεν τελειώνει εδώ: αναλόγως του βίου που θα διάγει ο άνθρωπος, μετενσαρκώνεται σε ένα ανώτερο δημιούργημα ή και σε ένα κατώτερο. Αν απομακρυνθεί πλήρως από τη γνώση των Ιδεών, ενδέχεται να φτάσει να μετενσαρκωθεί στο επίπεδο των άλογων ζώων. Σε αυτόν τον επίπονο αγώνα για τη λύτρωση της ψυχής και την επανένωσή της με τις αιώνιες μορφές (Ιδέες), καθοριστική σημασία έχει ο έρωτας. Συγκεκριμένα, η ψυχή μας αδυνατεί να επανέλθει στον υπερουράνιο τόπο των Ιδεών, πριν περάσουν τουλάχιστον δέκα χιλιάδες χρόνια. Μοναδική εξαίρεση είναι οι φιλόσοφοι και οι ερωτευμένοι, οι οποίοι είναι ικανοί να ανασύρουν από μέσα τους το αποτύπωμα εκείνης της εμπειρίας και να αντιληφθούν τη νοσταλγία της ψυχής τους για τις Ιδέες. Μονάχα ο έρωτας μπορεί να αντιστρέψει την καθοδική πορεία της ψυχής που είχε ως αποτέλεσμα η πρώτη ενσάρκωση. Κατά συνέπεια, πρόκειται για το μεγαλύτερο αγαθό αυτής της ζωής. Ωστόσο, χρειάζεται αγώνας για να διατηρηθεί ο πλατωνικός έρωτας: πρέπει οι ερωτευμένοι να αντιστέκονται όσο περισσότερο γίνεται στον πειρασμό της σεξουαλικής επαφής που εκχυδαϊζει τη σχέση τους.

Ο Σωκράτης σε αυτό το σημείο λέει τον περίφημο μύθο του ηνιόχου. Σύμφωνα με αυτόν, η ψυχή του ανθρώπου μοιάζει με ένα άρμα το οποίο αποτελείται από δύο άλογα. Το ένα είναι ήπιο, όμορφο και καλό, ενώ το άλλο άγριο και αχαλίνωτο. Αναλόγως του ποιο άλογο κατευθύνει το άρμα, η ψυχή είναι ήπια ή αποκτηνωμένη στον έρωτα. Αν και εμπνέεται από τη θρησκεία του Ορφέα, ο Πλάτων δεν υποστηρίζει πως η κάθαρση της ψυχής επιτυγχάνεται με τα θρησκευτικά μυστήρια, αλλά με τη φιλοσοφική σκέψη και τη σωματική αγνότητα. Η πλατωνική φιλοσοφία μεταχειρίζεται τον ερωτικό πόθο για να επαναφέρει την ψυχή στον τόπο καταγωγής της: τον κόσμο των Ιδεών. Επομένως, ο αληθινός πλατωνικός έρωτας είναι όντως ένας έρωτας αγνός, που εξευγενίζει την ανθρώπινη ψυχή, οδηγώντας τη σε μια ανοδική πορεία από τις αισθήσεις προς τη νόηση, μέσω της οποίας μπορεί κανείς να συλλάβει τη βαθύτερη πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα. Μέσα από αυτόν, ο Πλάτων μας παρουσιάζει την πίστη του στη μετενσάρκωση, μια οντολογική σύλληψη του κόσμου ως απατηλού και μια «ασκητική» ηθική, που στόχο έχει να τονώσει το ανθρώπινο πνεύμα και να το οδηγήσει σε ό,τι ο ίδιος θεωρεί ως τη βαθύτερη αλήθεια.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ