Φώτης Δούσος, Το Big Bang της αφήγησης

Πώς ξεκινάει κανείς να γράφει; Ποιο είναι το σημείο εκκίνησης της μυθοπλασίας; Τι θα ορίζαμε ως το big bang της αφήγησης; Για κάποιον μπορεί να είναι μια εικόνα, μια είδηση, μια συζήτηση που άκουσε, κάτι που διάβασε, ένας χαρακτήρας που του ήρθε στο μυαλό, μια πρόταση, μια λέξη, μια ιδέα, ένα συναίσθημα κ.ο.κ. Η αφήγηση μπορεί να ξεκινήσει από οπουδήποτε και με οποιαδήποτε αφορμή. Τέτοιου τύπου ερεθίσματα έρχονται κατά σμήνη, σαν πολύχρωμες πεταλούδες, γύρω από το κεφάλι μας κάθε μέρα. Δεν έχουμε παρά να σηκώσουμε τη νοητή μας απόχη και να τσακώσουμε ένα.

Για να οργανωθεί αυτό το πρώτο αρχικό ερέθισμα σε αφηγηματικό πλαίσιο, συχνά το τοποθετούμε στο κέντρο μιας υποθετικής συνθήκης: Τι θα γινόταν εάν (οι λεγόμενες “what if’’ ιδέες)… Τα περισσότερα μυθιστορήματα βασίζονται σε αυτόν τον μηχανισμό εκκίνησης. Κάθε αφηγηματικό εργαλείο είναι και ένας τρόπος πλαισίωσης, στοχεύει στον περιορισμό των αφηγηματικών επιλογών, και – όσο περίεργο και αν ακούγεται – στην καταστολή των δυνατοτήτων. Στην ουσία αυτό που κάνουμε είναι να κλείνουμε ένα ένα τα διακλαδωτά μονοπάτια που ανοίγονται μπροστά μας. Θέλουμε να μειώσουμε τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά μας. Να καταστείλουμε την ελευθερία μας. Αυτός είναι και ο βασικός τρόπος με τον οποίο δούλεψε η ομάδα του OULIPO. Βάζοντας περιορισμούς, απαγορεύσεις, κανόνες (έστω και καταχρηστικούς ή παράλογους), απελευθερώνεις τη δημιουργία.

Όλο το γράψιμο χτίζεται γύρω από το δίπολο «επιλέγω-απορρίπτω». Ακόμα και κάποιος που αρνείται συλλήβδην την πλοκή ή τον σχεδιασμό, που επιθυμεί να γράψει εντελώς ελεύθερα και όπου τον βγάλει (οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς δηλαδή), δεν θα κάνει βήμα χωρίς μια έστω ασυνείδητη τάση οργάνωσης. Το what if που είπαμε παραπάνω, εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία: παίρνω μια πολύ γενική και αφηρημένη ιδέα και βάζοντας την σε συγκεκριμένο πλαίσιο, αρχίζω να γράφω. Προφανώς και οι ορίζοντες που ανοίγονται είναι πολύ διευρυμένοι και η μυθοπλασία κινδυνεύει να παρασυρθεί από δρόμους που θα οδηγήσουν σε αδιέξοδα, αλλά αυτός είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος, γενικά, στο γράψιμο.

Μια κάπως ασφαλής επιλογή για την έναρξη του μυθιστορήματος είναι να ξεκινήσει ο επίδοξος συγγραφέας έχοντας ήδη το κεντρικό του θέμα στο μυαλό. Ξέροντας για το τί θέλει να μιλήσει δηλαδή. Μια τέτοια προσέγγιση φαίνεται έως και απωθητική σε πολλούς συγγραφείς που μπερδεύουν τον καθορισμό κεντρικού θέματος με τον διδακτισμό, την κατήχηση και τη στράτευση. Το κείμενο μιλάει για χίλια πράγματα, αν ήθελα να μεταδώσω ένα μήνυμα θα έστελνα τηλεγράφημα, λένε. Και ορθώς. Το κείμενο μιλάει για άπειρα πράγματα – ούτε το ίδιο ξέρει για πόσα. Η αναγνωστική πρόσληψη είναι που ανασυνθέτει το νόημα. Ο συγγραφέας πέθανε, το κείμενο πέθανε, υπάρχει μόνο ο αναγνώστης. Αυτά είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες.

Ωστόσο η προσέγγιση του θέματος πρέπει να γίνεται από καθαρά τεχνική άποψη. Το θέμα υπό αυτή την έννοια δεν είναι παρά άλλο ένα κατασκευαστικό εργαλείο. Ένας κασμάς, ένα σκεπάρνι, ένα τούβλο, πείτε το όπως θέλετε. Επιτελεί λειτουργία συνθετική και είναι μέρος μιας ολότητας. Σε επίπεδο σχεδιασμού και κατασκευής είναι εξίσου σημαντικό με τον χαρακτήρα, την πλοκή, τον διάλογο, το ύφος κτλ. Συχνά ένας συγγραφέας διαλογίζεται πάνω στον χαρακτήρα, πριν καν ξεκινήσει την αφήγηση. Γιατί να μην κάνει κάτι ανάλογο και με το θέμα; Βασικά, επιβάλλεται να το κάνει.

Ο Μπόρις Τομασέφσκι λέει: «Το λογοτεχνικό έργο, όταν κατασκευάζεται με αφετηρία ένα μοναδικό θέμα το οποίο εξελίσσεται κατά τη διάρκεια του έργου, διαθέτει ενότητα» . Μπορεί να ακούγεται αυτονόητο και ταυτολογία, αλλά δεν είναι. Πολύ συχνά βλέπουμε κείμενα όπου υπάρχει θεματική σύγχυση. Ειδικά οι νέοι συγγραφείς, που έχουν πάντα άδολη πίστη στο κείμενο και τις δυνατότητές του, θέλουν συχνά να πούνε πάρα πολλά πράγματα με τη μία. Το έργο όμως χρειάζεται έναν πυρήνα, ένα ισχυρό θεματικό κέντρο που περιστρέφεται σαν στρόβιλος και από αυτό προκύπτουν, παράγονται και αναπτύσσονται άλλες ελάσσονες θεματικές δίνες. Φυσικά και ένα έργο δεν μιλάει για ένα μόνο πράγμα. Είναι ένα ζωντανό, πολυσήμαντο, πολυπρισματικό κατασκεύασμα. Πίσω από την νοηματική του ρευστότητα όμως, υπάρχει ένας άξονας, στον οποίο αναγκαστικά πρέπει να προσαρτηθούν και τα λοιπά αφηγηματικά στοιχεία: ο χαρακτήρας, η πλοκή, η διήγηση, η περιγραφή, το ύφος, το συναίσθημα κτλ.

Και ο Τομασέφσκι συνεχίζει: «Όσο σημαντικότερο το θέμα και διαρκέστερο το ενδιαφέρον, τόσο περισσότερο είναι εξασφαλισμένη η ζωτικότητα του έργου» (σ. 282). Συνήθως συσχετίζουμε το αναγνωστικό ενδιαφέρον με τεχνάσματα στην παρουσίαση και ανάπτυξη του χαρακτήρα (ταύτιση που προκαλείται, αγωνία για την τύχη και την πορεία του) όσο και με τις αναπάντεχες συστροφές της πλοκής, το σασπένς, τα ερωτήματα που τίθενται. Ο Ρώσος θεωρητικός βάζει στην πρώτη γραμμή το ενδιαφέρον που προκύπτει από το θέμα. Πράγματι, αν το θέμα κριθεί παρωχημένο, άσχετο ή κλισέ είναι πολύ πιθανόν να αποθαρρύνει τον μελλοντικό αναγνώστη.

Κατά τον Τομασέφσκι: «Δεν αρκεί να επιλέξουμε ένα ενδιαφέρον θέμα. Πρέπει να στηρίξουμε το ενδιαφέρον. Πρέπει να προσελκύσουμε την προσοχή του αναγνώστη. Το ενδιαφέρον τραβάει. Η προσοχή συγκρατεί (…) Το να προκαλείς συγκίνηση είναι ο καλύτερος τρόπος για να αιχμαλωτίσεις την προσοχή» (σ. 283). Η διαχείριση και κυρίως ο εκβιασμός της συγκίνησης είναι ένα τέχνασμα που χρησιμοποιεί κατά κόρον η λεγόμενη εμπορική λογοτεχνία. Από την άλλη ποιος συγγραφέας δεν θέλει να προκαλέσει συναισθήματα με το έργο του; Αναμφίβολα πρόκειται για έναν από τους πρωταρχικούς στόχους της τέχνης.

Το θέμα εντάσσεται στη λογική των περιορισμών που αναφέραμε παραπάνω. Ένα συγκεκριμένο θέμα θα οδηγήσει σε εξίσου συγκεκριμένες αφηγηματικές επιλογές. Άρα θα βοηθήσει να αποφευχθούν αοριστίες και παλινδρομήσεις στην μετέπειτα εξέλιξη της ιστορίας. Το θέμα όμως δεν είναι πάντα εύκολο σημείο εκκίνησης. Κάποιοι αρχίζουν να γράφουν και ανιχνεύουν στη συνέχεια το θέμα τους, καθώς το βλέπουν να αναδύεται μέσα από το κείμενο. Άλλοι τελειώνουν το πρώτο ντραφτ και δεν ξέρουν ακόμα ποιο είναι το θέμα τους.

Πιο σίγουρος τρόπος από τον καθορισμό του θέματος είναι μια πρώτη αποτύπωση της πλοκής μέσα στο δυναμικό σχήμα ενός logline, μιας πρότασης δηλαδή που συνοψίζει με όσο το δυνατόν λακωνικότερο τρόπο όλη την ιστορία. Οι “what if’’ ιδέες αφήνουν ανοιχτά πεδία επιλογών. Το logline και συγκεκριμένα το logline τριγωνικής σύγκρουσης αποτελεί ένα κλειστό σύστημα.

Ένα logline λοιπόν είναι η καταγραφή μιας πρωταρχικής ιδέας που συνοψίζει τα βασικά δεδομένα της ιστορίας σε ένα πολύ μικρό σημείο κειμενικού «χωροχρόνου». Το κλασικό δομικό του πρότυπο οριοθετείται από τρεις γωνίες: πρωταγωνιστής + αγώνας με τον ανταγωνιστή + διακύβευμα ζωής και θανάτου. Πάνω σε αυτό το σχήμα είναι χτισμένες πάμπολλες ταινίες, καθώς και βιβλία και θεατρικά έργα.

Το logline συνιστά ένα πολύ δυναμικό σημείο αφετηρίας. Πολύ περισσότερο από μια what if συνθήκη. Και αυτό συμβαίνει αφενός λόγω των πρωταρχικών, ασυστηρών περιορισμών που μπαίνουν και αφετέρου εξαιτίας της συγκρουσιακής σχέσης των στοιχείων που το συγκροτούν.

Προσοχή όμως: τo logline δεν είναι μια προκρούστεια κλίνη. Δεν προσαρμόζονται όλες οι ιστορίες πάνω του. Και κυρίως δεν προσαρμόζονται κείμενα που ο αφηγηματικός τους ορίζοντας υπερβαίνει ή ακυρώνει την πλοκή, κλασικό παράδειγμα ο Οδυσσέας του Τζόυς. Ωστόσο παραδείγματα που αναλύονται στο προαναφερόμενο τριγωνικό σχήμα μπορούν να βρεθούν πάρα πολλά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ξεκινώντας από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα και φτάνοντας μέχρι τη Δίκη του Κάφκα, και τον Γέρος και τη θάλασσα του Χέμινγουεϋ.

Με τη συνδρομή του logline αρχίζει να αχνοφαίνεται το περίγραμμα μιας κάποιας πλοκής. Και είναι σημαντικό αυτό γιατί η πλοκή και τα στοιχεία που την συνθέτουν είναι ίσως από τα πιο συμπαγή και στέρεα αφηγηματικά κομμάτια. Ο χαρακτήρας σε αυτή την πρώιμη φάση της μυθοπλασίας μπορεί να αποδειχτεί εντελώς θολός και, ουσιαστικά, άγνωστος. Το ύφος είναι πολλές φορές υπό διαμόρφωση, και άλλοτε ένα συνεχές ζητούμενο. Το θέμα στην καλύτερη περίπτωση έχει ήδη βρεθεί. Αλλά στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο σπανίζει. Σε τι να βασιστεί λοιπόν κάποιος για να ξεκινήσει; Στο συναίσθημά του; Αυτό και αν είναι ρευστό. Αλλάζει ανάλογα με τη στιγμή. Σε μια λέξη; Μπορεί να αποτελέσει μια λέξη, μια πρόταση ή μια στατική εικόνα επαρκές καύσιμο για ένα εκτενές αφηγηματικό έργο;

Τα δεδομένα της πλοκής εμφανίζονται σαν βραχάκια διάσπαρτα σε ένα ρυάκι. Μπορούμε να πατήσουμε πάνω τους και να συνεχίσουμε τον δρόμο μας. Μετά τη διατύπωση του logline αρχίζει δια της επανάληψης, της αναλογίας, της ανάπτυξης, της αντίθεσης, των νόμων αιτίου και αιτιατού να γεννιούνται νέα δεδομένα πλοκής. Η μικρή αυτοσχέδια γέφυρα μεγαλώνει. Προφανώς σε αυτή τη φάση του γραψίματος πολλές αφηγηματικές λύσεις μπορεί να είναι προσχηματικές και να στερούνται πρωτοτυπίας. Αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα που, αφού γίνει αντιληπτό, μπορεί να διορθωθεί στη συνέχεια.

Εννοείται ότι έχει μεγαλύτερη πλάκα να «βρέχεσαι» καμιά φορά. Να βουτάς κατευθείαν μέσα στο ποτάμι και να μην πηδάς από πέτρα σε πέτρα. Αλλά τότε, πρώτον, ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος πνιγμού. Και δεύτερον, ποιος είπε ότι δεν θα «βραχείς» ούτως ή άλλως στη συνέχεια; Το γράψιμο είναι συνυφασμένο με αναπάντεχες ψυχρολουσίες.

Κάθε αφήγηση επιθυμεί να συγκροτήσει έναν κόσμο, να δημιουργήσει ένα σύμπαν. Τα δυναμικά στοιχεία που βρίσκονται εν σπέρματι στην αρχική ιδέα και ο τρόπος οργώνωσης αυτών, θα δείξει πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η διαστολή του αφηγηματικού χωροχρόνου και τι έκταση, μέσα στο κενό, μπορεί να καταλάβει.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ