Δημήτρης Καρακίτσος, Ποιήματα για τον τριχομούρη Φίοντορ Γεφτίτσεφ, άνθρωπο του τσίρκου, σε ελαφρώς λοξό και ελεγειακό τόνο

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΙΟΝΤΟΡ ΓΕΦΤΙΤΣΕΦ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΥΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ
(παιδικό τραγούδι)

Άρκτος μία γερασμένη, ραχιτική και διψασμένη
Απ’ το πηγάδι –ω! ω!– θέλησε να πιει νερό.

Αλλά άγαρμπα ο Λιόσα, κι ας τη βλέπει διψασμένη
Την αρκούδα εμποδίζει: «Όχι, δεν θα πιεις νερό!» – χθες μου κόψαν τον μισθό!»

«Παραγιέ αχ μην κακιώνεις, έλεος, είμαι διψασμένη
Αν σ’ αδίκησαν δεν ξέρω, άσε με να πιω νερό».

«Στάσου πίσω, σε εμποδίζω, φύγε ως ήρθες – διψασμένη,
γύρνα πίσω στη φωλιά σου, είπα δεν θα πιεις νερό».

Με θειάφι και μ’ ατσάλι, με φωτιά και με κατάρες
κοιταζόντουσαν και φτύναν, άραγε ποιος θα χιμήξει πρώτος;

Είναι ο Λιόσα, και με φτυάρι της τσακίζει το κρανίο – είν’ αστείο
που της άρκτου, σαν λιοντάρι από εκμαγείο, γύψος η ψυχή πετιέται

και ξαπλώνει καταγής.
«Λιόσα θα το θυμηθείς, σκύλος θα ’ναι το παιδί σου, θα

περνά και θα φοβούνται, και τον έρωτα θα μάθει
από πόρνες με χτικιό!»

Τάδε έλεγε ο Φέντια, για το πώς γεννήθηκ’ έτσι
σκυλομούρης και αγροίκος, σαν μεθούσε απ’ το ποτό.

Με τη φάτσα τους στους τοίχους, σε λερές διαφημίσεις
τις αφίσες που τον δείχναν φύσεως θαύμα τρομερό

– ή τέρας;

ΑΦΗΓΗΣΗ ΦΙΛΟΥ

Άπορος ήταν ο πατέρας του Φιόντορ Γέφτιτσεφ, κομπογιαννίτης
που πουλούσε αλοιφές για τη φαλάκρα.

Ζούσαν στη Λιθουανία – γεμάτη καναρίνια η παράγκα τους και

χάμω τριμμένα σανίδια. Σκουπίδια. Ώσπου ο κύριος Γέφτιτσεφ,
έκλεψε από τον νάνο Ιβάν το ελιξίριο της αθανασίας.

Πλούτισε εν ριπή οφθαλμού. Έζησε –ζει ακόμη– στην Οδησσό,
Ο πύργος του, χαμένος στα έλατα, μοιάζει με στήθος καρακάξας.

(Τουτέστιν ένα ερείπιο κρυμμένο σ’ ένα άλλο.)

Κι αν, όπως λένε, ο Φίοντορ ήταν καρπός μιας κέρινης βραδιάς
Όσοι τον αγάπησαν, την ημέρα της γέννησής του δεν ήξεραν τίποτα για κείνον.

Οι γονείς του τον αγάπησαν, αναμφίβολα.
Όμως εμείς τον κοιτούσαμε με συστολή.

Ήταν τρομακτικός, παρότι αθώος.
Αλλά ο αρχηγός μας τον φώναζε σκύλο και τέρας και τριχομούρη

κι ένα απόγευμα κυλίστηκαν στις λάσπες και τις κροκάλες. Κόλαση.
Γυρέψαμε τον Φίοντορ στην παραλία. Πάνω στις αργυρές θίνες.

Μας είπε τότε ότι ο τόπος μας δεν τον χωρά άλλο.
Και τότε το κύμα ξέβρασε στην ακτή ένα σάπιο δελφίνι.

ΣΕ ΕΝΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Όσο κανείς δεν πρόσεχε (ο δάσκαλος
έσβηνε αριθμούς στον πίνακα)
κλέψαν απ’ την τσάντα του Φίοντορ το ψωμί.

Το πήραν και το πέταξαν στα χώματα
μαζί με
την καθαρή πετσέτα.

Ύστερα παρίσταναν τους ανήξερους.
Έλα, θα σου δώσω εγώ, του ’παν.

Μα το ψωμί τους ήταν μια σκέτη
παρωδία ψωμιού.

Μαγαρισμένο και άνοστο.

Κι ο Φίοντορ έκλαψε.
Σε μια άκρη. Στα δέντρα.

Τα δάκρυά του
σανίδια μιας
κούνιας που ’χει
σπάσει στα δυο.

ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Όρθιοι στις δέστρες σαν αγάλματα.
Όρθιοι, με γραβάτα και τιράντες.

Το τρίποδο του φωτογράφου. Μισό λεπτό, φίλοι,
ακίνητοι. Έτσι. Φώσφορος.

— Γέλα Φίοντορ, μη βγεις κατσούφης.
Γέλα γιε μου, είναι Σκύλλα η φωτογραφία.

Αλλά θα κάνει για χάρη σου τον
γύρο του κόσμου. Σε δέκα μέρες.

— Πώς; Πώς;

— Έχε μου εμπιστοσύνη τυφλή. Θα γίνουμε ξακουστοί
και διάσημοι, Φίοντορ, έχεις, έχουμε, χάρισμα.
Κι ήρθε η ώρα να αδράξουμε τη μέρα!

— Τελείωσα κύριοι, μπορείτε να κατεβείτε απ’ τον
κάβο.

— Και πότε θα’ναι έτοιμες;

— Σε τρεις μέρες. Δηλαδή, χαχα, όσο για να γίνει μια ανάσταση!

ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

Σε λίγο τα δάση θα κιτρίνιζαν. Ο Αντριάν πήρε τον γιο του και ξεκίνησαν μια περιοδεία στην επαρχία.

Πέρασαν τη γέφυρα, είχε συννεφιά. Ο δρόμος φιδοσερνόταν στα ψηλά δέντρα. Βρήκαν έναν ζητιάνο, έναν άνθρωπο του Θεού. Ήταν αξύριστος, και φορούσε πράσινο παντελόνι. Κάποιοι αλήτες του είχαν κλέψει το βιβλίο του. Γύριζε από το Ιρκούτσκ, όπου είχε προσκυνήσει τον τάφο του αγίου Ιννοκεντίου. Έφαγαν μαζί, και ο άνθρωπος του Θεού άρχισε να μιλά στον Φίοντορ για τον Ιησού Χριστό.

Ύστερα χώρισαν, και ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Ο Φίοντορ γύριζε και τον κοιτούσε, ώσπου ο άνθρωπος του Θεού χάθηκε πίσω από τα δέντρα. Ο Φίοντορ ρώτησε τον πατέρα του για αυτούς τους ανθρώπους.

Δεν έχουν σπίτι, γυρνούν από δω κι εκεί, ζουν από την ελεημοσύνη του κόσμου. Δεν έχουν υπάρχοντα, εκτός ίσως από κάποιο ιερό βιβλίο. Κι άμα το χάσουν ή τους το κλέψουν, ο Θεός κάνει τα πάντα για να το πάρουν ξανά στα χέρια τους. Μόνο που σπάνια είναι όπως όταν το είχαν. Άλλοτε είναι τσαλακωμένο κι άλλοτε λείπουν οι μισές σελίδες, άλλοτε παίρνει τη μορφή ενός επαίτη, ενός γαιοκτήμονα ή ενός εγκληματία. Αλλά η χαρά τους όταν το ξαναβρίσκουν δεν περιγράφεται.

ΒΡΑΔΥ/ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Πλέον ο σκυλάνθρωπος είχε μπει στην εφηβεία.
Ξυριζόταν για να πάει στα πορνεία.

Αγαπούσε τις αδύνατες και τις ξανθιές.
Το δέρμα του έκζεμα και ξυραφιές.

Μπορείτε να μου αλλάξετε τούτη την άχρηστη,
πέρα για πέρα, φάτσα;

Μα τι κάνεις εκεί; Α! τσα-
κισες το καθρεπτάκι, νέε μου

σε περιμένουν επτά χρόνια ατυχίας
— Ήδη έχω στην πλάτη μου δεκάξι!
Κι έχω βαρεθεί. Θα μ’ αγαπούσες, άραγε, στ’ αλήθεια;

— Αχ… Είσαι, είσαι τόσο μωρό!

— Σε τρομάζω, αυτή είν’ η αλήθεια. Γιατί δεν το λες;

— Χα! Με τέτοια ασχήμια θα ’σαι ελεύθερος αητέ μου
να κάνεις ό,τι θες. Ενώ εγώ. Εγώ…

ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟ.
Ο ΑΝΤΡΙΑΝ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Ιδού γιε μου, ένα γράμμα, επιστολή, γραμμένη
στη γλώσσα μας από ξένους. Χαίρομαι, χαίρομαι για σένα.

Θα ξενιτευτείς, μπράβο (βήχει), θα φτιάξεις όνομα μεγάλο,
σε βλέπω, σε βλέπω.
(βήχει) ωχ την άρπαξα γερά. Ψήνομαι, ψήνομαι.
Δεν γίνεται τίποτα, αυτό ήταν.

Ο Φίοντορ έπεσε να κοιμηθεί. Περασμένα μεσάνυχτα.

Ώρα να του δίνω, γιε μου, τον ξύπνησε ο πατέρας. Φορούσε

βουρτσισμένο κοστούμι.

Βοήθα με να ανέβω, περνά το τρένο για τις ερημιές. Αγκαλιάστηκαν
και φιλήθηκαν τελευταία φορά. Το
τρένο χάθηκε στις στροφές του σιτοβολώνα.

Πράσινος ήταν ο ουρανός.
Πράσινος σαν το ποτισμένο γρασίδι.

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΣΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΥΠΕΡΩΚΕΑΝΙΟ

— Κοιμάται σαν τον Κύκλωπα

— Ουίσκι, τζιν, βότκα;

— Το δεύτερο. Θέλει κούρδισμα η ορχήστρα, η ίδια πόλκα…
Ξέρετε, μπορεί να μοιάζει βάρβαρο, θέλω να πω…

— Εγώ το βρίσκω υπέροχο, κωμικό.
Αλλά κι οι συνεπιβάτες. Να γλείφει το πιάτο στο πάτωμα…

— Και να ουρεί τις σαίζλονγκ στο κατάστρωμα…
Αχ, άρχισα να αμφιβάλλω για κείνον.
Συνυπόγραψα την καταστροφή των Μυκήνων!

— Με λίγη όμως δουλειά…

— Με πολλή, δυστυχώς, ξέρει δεν ξέρει τα βασικά.
Κάνει αναίτια αγριάδες, μουγκρίζει στις κυρίες με τα κρινολίνα
Λοξοκοιτάει τα παιδιά, τους καμαρότους, μασουλάει την κουρτίνα…

— Υπερβάλλων ζήλος, θα μάθει.

— Ελπίζω γιατί το αφεντικό μου γράφει
ότι ξοδεύσαμε ήδη πολλά λεφτά: κουστούμια, ναύλους, δελτία τύπου,
διαφημίσεις, δίστηλα, περιεχόμενα του υπολοίπου.

— Χα, προβλέπω το βάρος του σε χρυσό
να κερδίζει. Στοιχηματίζω ανυπερθέτως σ’ αυτό.

— Ίσως ναι, αν δεν…

— Ωχ, ήσασταν απαισιόδοξος ανέκαθεν;

— Προσπαθώ να είμαι επαγγελματίας.

— Θα πιω άλλο ένα, εσείς; Εγώ, απεναντίας,
Πιστεύω και λίγο στην τύχη.
Εκείνη αν θέλει ανεβάζει τον πήχη.

— Ε τότε ας πιούμε σ’ αυτήν!

— Σύμφωνοι! Σύμφωνοι! Γκαρσόν, ένα τζιν!

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΖΩΗ

Ήταν τρόπον τινά διάσημος προτού πατήσει το πόδι του στην Αμερική, φωτογράφοι τους περίμεναν στο λιμάνι – ιδού η τροφή σας! Ο ιμπρεσάριος τον συμβούλευσε να φορά τη γραβάτα του στραβά. Ύστερα μπήκαν σε μια άμαξα και τράβηκαν για το ξενοδοχείο. Φινέας Μπάρνουμ λέγεται ο άνθρωπος που μας περιμένει, το αφεντικό σας, έχει το μεγαλύτερο τσίρκο του κόσμου, είπε ο ιμπρεσάριος. Αλλά δεν έδωσε σημασία ο τριχομούρης Φίοντορ Γέφτιτσεφ. Κοίταζε τις πολυκατοικίες και τα καταστήματα, πού και πού, και πίσω από τα παράθυρα ένα κερί. Κάποιοι μάλλωναν στην άκρη του πεζοδρομίου, δυο πυγμάχοι. Ο πρώτος μελαμψός, με κόκκινα γάντια, ο άλλος σγουρομάλλης και ξανθός, οι μύτες τους είχαν ματώσει.

Δεν σας μίλησα καθόλου για το αφεντικό σας, λοιπόν είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος, είπε ο ιμπρεσάριος, μυρίζει το δολάριο από μακριά, και κυρίως μπορεί να το πιάσει, μεγάλος κυνηγός δολαρίων, κάθε δευτερόλεπτο γεννιέται ένα κορόιδο, έχει πει. Τουλάχιστον, στο τσίρκο του δεν θα νιώθετε μοναξιά. Είναι ένα τσίρκο ανθρώπων με ιδιαίτερα ταλέντα. Άνθρωποι σκελετοί και γυναίκες με μούσια, σιαμαίες και Κιρκάσιοι γίγαντες, γοργόνες από τα Φίτζι και εξαιρετικά παχουλοί Νορβηγοί, τα μεγαλύτερα αυτιά του κόσμου, τεράστια σαν μεγάλια κοχύλια, κι ένας φακίρης που δεν ξέρει τι θα πει πόνος. Αν σας φαίνονται λίγα αυτά, θυμηθείτε: βλέπετε τους χτικιάρηδες στον δρόμο; Ε λοιπόν ζήτημα αν μια ζωή καταφέρουν να βγάλουν όσα εσείς θα κερδίσετε σε μία μονο χρονιά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ