Κώστας Ζωτόπουλος, Δύο ποιήματα

 

Κατάστημα κουμπιών

Είδε τη μητέρα του στην οδό Κολοκοτρώνη
να μπαίνει σε κατάστημα κουμπιών.
Πριν τη φτάσει, αυτή βγήκε και βαδίζοντας αργά
εισήλθε στο επόμενο κατάστημα.
Παρόλο που είχε επιταχύνει το βήμα,
δεν κατόρθωνε να την προσεγγίσει,
μαγικά η απόσταση έμενε ίδια,
κι αδυνατούσε να διαπιστώσει
αν όντως ήταν εκείνη.

Αυτό συνεχίστηκε σ’ όλο το όνειρο
μέχρι που μια στιγμή αντελήφθη
ότι η μητέρα είχε μείνει ώρα πολλή
στο τελευταίο κατάστημα,
χωρίς αυτός να μπορεί να πλησιάσει.
Απεγνωσμένα ζήτησε από κάποια
περαστική να πάει αυτή.
«Πάω αν μου δώσετε τις σελίδες
από την τσέπη του σακακιού σας».

Ξαφνιάστηκε, δεν ήξερε για τι πράγμα του μίλαγε.
Έψαξε μηχανικά την μέσα τσέπη του
κι ανέσυρε κιτρινισμένες σελίδες.
Δεν καταλάβαινε τη γλώσσα
ενώ αναγνώριζε τα γράμματα.
Τις έδωσε στη γυναίκα, αυτή πέρασε απέναντι,
μπήκε στο κατάστημα και βγήκε λίγο μετά.

«Η μητέρα σας τα διάβασε όλα
και διαλέγει κουμπιά για τα ρούχα σας,
ν’ αντικαταστήσει αυτά που κόπηκαν και τα ’χετε χάσει».
Του περιέγραψε τις φορεσιές που της ανέφερε η μητέρα.
Πήγαινε πολύ πίσω, στα παιδικά του χρόνια
κι αυτός ένιωσε πως τα ενδύματα αυτά δεν υπήρχαν πια,
ελάχιστα μόνο μέσα στη μνήμη.
«Να μην την περιμένετε είπε, θα σας συναντήσει στο σπίτι».
Απομακρύνθηκε ήσυχος.
Έτσι κι αλλιώς αυτή η συνάντηση θ’ αργούσε.

Η ευτυχία στο όνειρο

Ερχόταν προς το μέρος του, την αναγνώρισε,
φορούσε ένδυμα των ημερών του γάμου της.
Πίσω της είδε να κυλούν εικόνες κήπων,
σκηνές απ’ τον ναό σαν πάτησε στο πόδι τον γαμπρό,
τον Χρόνο εραστή της,
που άλλαξε επαγγέλματα και πρόσωπα,
εξοχές του χωριού που έμεινε νεοφερμένη
από τα μέρη του Ακρίτα Βορρά.

Δεν τον έβλεπε, είχε την παλιά της ορμή,
κοίταζε έναν ταχύ, επιτακτικό προορισμό
στο βάθος πίσω του.
Στο βλέμμα είχε τα παιδιά της,
του αδελφού τον παλιό τάφο,
αλλ’ όχι τη στενή πορεία των ημερών της.
Κοιτούσε γύρω σαν όλα αίφνης να τα είχε αποκτήσει
και να τα είχε βαρεθεί.

Ήταν ο ανεψιός κάποιου που αγάπησε.
Της κάνει χώρο να περάσει.
«Είδα την ευτυχία», του λέει, σαν ν’ απαντά
σε μια αυτονόητη ερώτηση – συχνή παλιά,
τώρα όμως ξεχασμένη.
«Πολλές φορές την είδα αστραπιαία να χάνεται
σε άλλον δρόμο απ’ τον δικό μου.
Γλυκό ρίγος σαγήνης –απατηλό–
η φευγαλέα εικόνα ήταν
το είδωλό μου στους καθρέφτες του κόσμου».

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ