Ποιητικά υβρίδια στην υπηρεσία του ανώτατου σκοπού

Χάρη Γαρουνιάτη Ροσινιόλ, Αθήνα, Αντίποδες, 2019

 της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Στο πρώτο βιβλίο του Χάρη Γαρουνιάτη Ροσινιόλ (Αθήνα, Αντίποδες, 2019) τα κείμενα στο σύνολό τους δίδουν την εντύπωση ότι συντάσσονται (και παρατάσσονται) πρωτίστως βάσει μιας αισθητικής προσέγγισης απέναντι στη γλώσσα − όπως λίγο πολύ εξάλλου κάνει κάθε ποιητής και κάθε καλλιτέχνης γενικότερα. Στην περίπτωση του Γαρουνιάτη όμως, η γλώσσα μοιάζει να ακολουθεί τη μέθοδο ή την τεχνική μιας άλλης τέχνης που γνωρίζει καλά ο ποιητής, εκείνην της γραφιστικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα κείμενα εξελίσσονται και ελίσσονται άνευ λόγου και νοήματος∙ κάθε άλλο μάλιστα. Χωρίς να πρόκειται για οπτική, concrete ή για άλλου παρόμοιου είδους ποίηση, η επιλεγμένη διάταξη των στίχων πρώτα και η συνεκτική διάταξη των ποιημάτων ακολούθως, προσδίδουν στο βιβλίο έναν ενιαίο εσωτερικό ρυθμό, ο οποίος δίδει το εναρκτήριο κελάηδημα (rossignol στα γαλλικά σημαίνει αηδόνι) ήδη από το πρώτο ποίημα. Αυτό το μήνυμα έχει ήδη δοθεί, κατά πώς υπονοεί ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος του βιβλίου «Ηχητικό μήνυμα» με μικρό γράμμα αντί κεφαλαίο, πριν από το ίδιο το ποίημα, πριν από το ίδιο το βιβλίο, πριν από το συγκεκριμένο γεγονός:

η τέχνη σου μου αρέσει.
Σύννεφα γοργά και γκρίζα σαν καπνός
ταξιδεύουν σ’ έναν κύκλο
γύρω και πάνω απ’ το βουνό
αφήνοντας να διαφανεί ένας λεκές φωτός
σε μια απ’ τις πλαγιές του, όπου ένας
ψευδοπροφήτης μουρμουράει λόγια
ακατάληπτα, ασυναρτησίες, στο μαζεμένο
γύρω πλήθος, ένας κλοιός αναμονής
μιας σταγόνας ή μιας λέξης, δεν μπορώ να ξέρω.
Ίσως το νερό κι οι λέξεις να συνθέτουν μουσική
κι αυτό το πλήθος, οι μονάδες που η καθεμιά
μες στο ξεχωριστό της μπάνιο τραγουδάει άτονα
κι άρρυθμα ενίοτε, να συναντά εξαίφνης
την πιο υψηλή αρμονία, εκεί που ενώνεται
ο ένας με τον άλλον, η φωνή του ενός
με τη φωνή του άλλου, κρούοντας τη μία
διάφορη χορδή της επιθυμίας της.[1]

Απευθυνόμενο το ποιητικό υποκείμενο/ποιητής σε έναν/μία σύντροφο, στον αναγνώστη, αλλά ίσως και στην ίδια την τέχνη στης οποίας την τέχνη αρέσκεται, την ποίηση, με κρυφές ρίμες ιδιότυπης μουσικότητας, επανατοποθετεί την προσοχή του αναγνώστη, σε περίπτωση που έχει αποπροσανατολιστεί, προς την αιώνια κατεύθυνση του νοήματος της ύπαρξής μας. Η ζωή έχει ήδη αρχίσει πριν από εμάς κι ας το αγνοούμε, ας το ξεχνάμε, ή κάνουμε πως το ξεχνάμε∙ βρισκόμαστε εδώ, μονάχα για να κάνουμε την αλυσίδα της ζωής να λειτουργήσει, για κανέναν άλλον λόγο από αυτόν τον ίδιο τον ανώτατο σκοπό:

[…] Μόνο που τώρα είμαστε
σε μία νέα φάση, προσπαθώντας
να κρατήσουμε το ίδιο βήμα, συμμετέχοντας
στην ίδια, ανοιχτή συνομιλία, μέρα με τη μέρα
ένα βήμα τη φορά, με ό,τι προηγήθηκε
να μοιάζει ανοίκειο, σχεδόν ξένο
τουλάχιστον σε ό,τι μ’ αφορά.
Κι έτσι κάθε νέα μάσκα βγαίνει διαφορετική
από την προηγούμενη, κι ας έπεσε το ίδιο υλικό
στο ίδιο εκμαγείο. Κάποτε εμφανίζονται και οι ρωγμές
μια εδώ, μια εκεί, αδιάφορες για τις προθέσεις μας».[2]

Το υπαρξιακό ερώτημα ενώνει δημιουργικά τα κείμενα του Γαρουνιάτη, ερώτημα που συχνά λειτουργεί ως ρητορικό, σαν να έχει ήδη απαντηθεί σε ένα αναπόφευκτο και επαναλαμβανόμενο video game κοινωνικοπολιτικής σύγκρουσης και εξέγερσης χωρίς τέλος:

Ίσως κι εμάς να μας χειρίζεται ένα αθέατο χέρι
να τρέχουμε σαν σε shoot ’em up
πηγαίνοντας μπροστά και πίσω, δεξιά κι αριστερά
περνώντας πίστες, κυνηγώντας την ουρά μας
σ’ αυτό που θάλεγες ελεύθερο και γραμμικό πεδίο.
Αλλά κανένα χέρι. Ούτε ένα πόδι καν
να μας δώσει το αντίδοτο πετώντας μας
κλωτσοσκούφι στις ροπές του ανέμου».[3]

Ωστόσο, αυτή η ζωή που ζούμε, αν και προορισμένη προς έναν και μόνο δρόμο, δεν παύει να συντελείται με (ή από) τον κόπο της καθημερινότητας. Η αναμονή για το λεωφορείο ή το ασανσέρ, οι μετακομίσεις, ανακαινίσεις, συναρμολογήσεις επίπλων, τα διαλείμματα στο YouTube, φωτογραφίες προφίλ κ.ο.κ. είναι όλα στοιχεία ενός δωματίου όπου «[…] κάποτε κάποιου το κεφάλι / κείτονταν σ’ αυτό το ύψος όπου τώρα το δικό μας κεφάλι κείται».[4] Ο πραγματικός κόσμος στον οποίο κάθε μέρα επιστρέφουμε είναι ένας κόσμος που, όσο και να αλλάζει, προχωρά προς μία και μόνο κατεύθυνση. Με άλλα λόγια, «το ποίημα είναι η ανθολογία της καθημερινότητας» (ό.π.)∙ ή μια οντολογική «Σύνοψη» (παρατίθεται ολόκληρο το ποίημα):

Στην αρχή η ζωή, επιτακτικά.
Κάποτε, η αγενής κλήση στο σπίτι
μια τυχαία διαλεγμένη στιγμή μέσα στη νύχτα.
Έπειτα ξανά η ζωή, αναπόφευκτα πια:
η διαλογή του ξύλου, τα κόστη, οι πιστοποιήσεις.

Κι ύστερα, ο πιο μαύρος απ’ τους ήλιους
η συνοδεία με πένθιμα, αργά παπούτσια
το νεκρό όνομα στα χείλη (μια λέξη
διόλου χρηστική), κι βόλτα μες στα χρόνια
έως τη μέρα που θα επιστρέψεις για να πεις:

τα γόνατά σου, μαρμάρινα πια
αντέχουνε το βάρος μου ξανά.

Τελικά, τίποτε περισσότερο
από ένα ποτήρι που πέφτει και σπάει
μπροστά σε χίλια μάτια κουφών.[5]

Η ύπαρξή μας είναι απλώς μία από τις ανθρώπινες φιγούρες πάνω στον τροχό που κρατάει η Θεά Τύχη κι έτσι ευνοούνται όλοι, μια απόδειξη ότι «Eppur si muove», [6] πως η Γη γυρίζει, η Τύχη, η Ζωή, αλλά και πως μέσα στη μικρότητα του ανθρώπινου είδους «όλα πέρασαν και δεν ακούμπησαν∙ / πως και τα πιο βαθιά ένστικτά μας / ακόμη υπαγορεύονται από τον ίδιο τον Δαρβίνο».[7] Και πάρα τη δοξασμένη επιστημονική μέθοδο, ο «Σρέντιγκερ του ιαγουάρου» −και κάθε στοιχείο, κάθε άτομο,− «δεν την γλιτώνει σε κανένα σύμπαν».[8] Διότι αυτός ο «ψευδοπροφήτης» του πρώτου «Ηχητικού μηνύματος» −ο Θεός, ο ποιητής;− αυτός μόνο κατέχει τη «Δεύτερη ζωή», εκείνην που ο άνθρωπος λαχταρά και φαντάζεται, ένα ανεξήγητο θαύμα φυσικής μηχανικής σαν το επιδέξιο πέταγμα του γερακιού:

Βουτώντας απ’ τα 2.000 πόδια, με 150
χιλιόμετρα την ώρα, σταθερά
σκέφτεται ότι η ουσία του γερακιού
είναι η πτήση χωρίς ιδέα τι θα πει
αεροδυναμική∙ και κοιτώντας πέρα
σε πιο μακρινούς ορίζοντες
μπορεί πλέον να δει τον κόσμο καθισμένο
στην καρέκλα του, τον κόσμο καθηλωμένο
σε μια καρέκλα που κυλάει και θα κυλάει
στο πάτωμα αργά: και τώρα, και πάντα. [9]

Μια περίεργη εικονοποιία μεταξύ ονείρου και εφιάλτη, μεταξύ ουτοπίας και  δυστοπίας, σκιαγραφεί ο κόσμος του Ροσινιόλ, έχοντας ως επιπρόσθετες αρετές το χιούμορ και τη λεπτή ειρωνεία. Είναι προφανές ότι τον ποιητή ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πεζό ποίημα, είδος το οποίο χειρίζεται αρκετά καλά με το προσωπικό του ύφος και με διακριτό το στοιχείο της προφορικότητας του λόγου:

Ναι, αλλά κι εμείς έτσι δεν είμαστε; Ζούμε σαν τραγούδια στον αέρα των διαμερισμάτων, χωρίς να βλέπουμε τις μπάρες που ορθώνονται αόρατες, αν και η παρουσία τους μας γίνεται αισθητή ενίοτε, με άλλους τρόπους, που δυσκολεύομαι να αναλύσω τώρα. Αλλά και πάλι, αυτό ήταν το σπίτι των ονείρων σου, το ερωτεύτηκες από τα σχέδια κιόλας, εσύ το διάλεξες, κι εγώ όπως πάντα δεν σου χάλασα χατίρι, παρότι δεν μου άρεσε και τόσο. Εσύ ανέλαβες διακόσμηση και χρώματα, κι εγώ τον πίνακα του σαλονιού (μια ρέπλικα του Νταβίντ, La Mort de Marat), καθώς και το κρεβάτι για το οποίο σκοτωθήκαμε στην προσπάθεια να το συναρμολογήσουμε. Είδα και τον γείτονά μας, που πάντα φύλαγε για μας την πιο ζωηρή του καλημέρα, την ώρα που έβγαζε έξω τα σκουπίδια και τον σκύλο του. Τον είχα δει και τις προάλλες, τυχαία, ενώ έκανα ζάπινγκ.[10]

Εντούτοις, την ίδια στιγμή, θολή μένει η ειδολογική ταυτότητα ορισμένων ποιημάτων τα οποία είναι ελευθερόστιχα και χωρισμένα σε στροφές (π.χ. «Τσάι και ζώδια», «Ένα συνηθισμένο βράδυ», «Γκολ στην Παλαιστίνη»), καθώς δεν είναι αναγνωστικά και λειτουργικά σαφής ο λόγος της συγκεκριμένης συγγραφικής επιλογής. Τα εν λόγω ποιήματα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, με τη μονολογική παραστατικότητα τους και την εκφραστική/συντακτική σύγκλισή τους με την πρόζα, με τον ίδιο τρόπο που υπηρετούν τη μορφή του πεζού ποιήματος άλλα ποιήματα του βιβλίου (π.χ. «Μετάφραση από μια άγνωστη γλώσσα», «Ο Σρέντιγκερ του ιαγουάρου»), δηλαδή και με την τυπογραφική ταυτότητά τους, όχι μόνο ως προς την εκφορά τους.

Παρ’ όλα αυτά, το πεζό ποίημα, ένα κατεξοχήν υβριδικό είδος ένεκα της διττής φύσης του, φαίνεται να είναι η πλέον αρμόζουσα ειδολογική επιλογή σε ένα ποιητικό βιβλίο το οποίο πραγματεύεται μεταξύ άλλων την υβριδικότητα του ίδιου του κόσμου, ο οποίος επιβιώνει και διαιωνίζεται μέσα από αυτή τη (φαινομενική) μετατροπή του ίδιου υλικού (πρωτογενούς, γενετικού, γλωσσικού). Διά του λόγου το αληθές, στο ποίημα «7Ο 83ΟΡΙΜΑ 7ΟΝ Α53ΙΡΟΝ ΓΑΤΟΝ» τα αστέρια «νιαουρίζουν αδιαλείπτως σ’ ένα απίθανο, ακατάληπτο γατοϊδίωμα».[11] Πέραν της ειδολογικής της λειτουργίας, η διττότητα και η δυικότητα είναι άλλη μια επίσης σημαντική θεματική στο πολλών αναγνώσεων βιβλίο του Χάρη Γαρουνιάτη, η οποία υφίσταται εκ του ενδεχόμενου αποτελέσματός της, της δυνατότητάς της δηλαδή να υπερβεί ακριβώς αυτή τη δυικότητά της σε μια αναπόσπαστη μονάδα, όπου το 2 γίνεται 1, «ένα ζευγάρι».[12] Και η θαυματουργή αυτή συνθήκη μετουσιώνεται ιδανικά −πού αλλού;− στον έρωτα, συστατικό στοιχείο του κόσμου που συνεχώς ανολοκλήρωτα ολοκληρώνεται: «Αυτά τα δύο σώματα / γνωρίζονται πολύ καλά για να είναι δύο. Αυτά τα σώματα / είναι ένα με μία συνείδηση διττή, και η απόσταση / ανάμεσά μας ντύνει τη σάρκα τους με μυθικό / αναλλοίωτο περίβλημα».[13]

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ


[1] Χάρης Γαρουνιάτης, Ροσινιόλ, Αθήνα, Αντίποδες, 2019, σ. 9.

[2] «Ηχητικό μήνυμα», ό.π., σσ. 9-10.

[3] «Η χαρά της καταστροφής», ό.π., σσ. 44-45.

[4] «Σκέψεις για μια ποιητική θεωρία», ό.π., σ. 35.

[5] «Σύνοψη», ό.π., σ. 29.

[6] «Eppur si muove», ό.π., σ. 43.

[7] «Επιστολή σε έναν πρίγκιπα», ό.π., σ. 18.

[8] «Ο Σρέντιγκερ του ιαγουάρου», ό.π., σ. 46.

[9] «Δεύτερη ζωή», ό.π., σ. 50.

[10] «Μετάφραση από μια άγνωστη γλώσσα», ό.π., σ. 13.

[11] «7Ο 83ΟΡΙΜΑ 7ΟΝ Α53ΙΡΟΝ ΓΑΤΟΝ», ό.π., σ. 47.

[12] «Εκδοχή του έρωτα», ό.π., σ. 30.

[13] Ό.π.