Τόνια Κοβαλένκο, Ποιήματα

 

Κοινωνική δικτύωση

Αυτή η καταραμένη μοναξιά
πώς μασκαρεύεται σε πλήθος
και νομίζεις ότι βρήκες
τους ομοίους σου
ότι βλέπετε με τα ίδια μάτια
το ξημέρωμα
ακούτε τη βροχή
με τα ίδια αυτιά
κι ανατριχιάζετε παρέα
στον ίδιο αέρα.

Μια βλάβη στο ανθρώπινο DNA
φτιάχνει την ψευδαίσθηση
για να πορεύεσαι πιστεύοντας
ότι δεν είσαι μόνος ‒
μια ευλογημένη βλάβη.

Curriculum vitae

Μ’ αυτό το ίδιο σώμα
κατηφόριζα απ’ την Κυψέλη
ως την Πατησίων
να πάρω το τρόλεϊ για το σχολείο,
με αυτό δινόμουν στο αγόρι μου
σε δωμάτιο φθηνού ξενοδοχείου
ή, παραπατώντας ανάμεσα σε αντίσκηνα,
μεθυσμένη με μισό ποτήρι κρασί
έψαχνα στην Παλαιόχωρα
ένα άλλο αγόρι, άγνωστο,
να του δοθώ.

Μ’ αυτό το ίδιο σώμα
καθόμουν έντρομη
στη σέλα της μηχανής σου
ενώ διέσχιζες τη Συγγρού ιλιγγιωδώς,
“μόλις με το καλό σταματήσουμε,
θα σε χωρίσω”, σκεφτόμουν
‒ και είμαστε ακόμα μαζί.

Μ’ αυτό το ίδιο σώμα ταξίδεψα
στην Ευρώπη,
στην Αμερική, στην Αυστραλία
απογειώθηκα, προσγειώθηκα
δίχως να φυτρώσει στους ώμους μου
ούτε ένα τόσο δα φτερό.

Εν κινήσει

Ανάξιο πράγμα που είναι
η φθορά
να κατεβαίνεις τα σκαλιά
ένα-ένα
όλο και πιο χωλός
όλο και πιο τυφλός
όλο και πιο μόνος

Θα σ’ έκανε, λέει, γνωστικό
αυτή η κατάβαση,
θα μετέτρεπες σε σοφία
τη νοσταλγία της κορυφής
που άφησες πίσω

Μα εσύ απλώς κατεβαίνεις
ολοένα πιο ανίσχυρος
προς το πεδίο της χαμένης μάχης
στόχος ολοένα πιο εύκολος
για τους τοξοβόλους.

Εν στάσει

Ο κόσμος με ξεπερνάει
έχει πολύ Θεό μέσα του
άφαντο
έχει πολύ πόνο
αγιάτρευτο
πολύ έρωτα άπιαστο
πού να πάω;
Στέκομαι άοπλη
στις παρυφές του δάσους
ενώ πυκνώνει το σκοτάδι,
αφήνω να μπουν
εξερευνητές άλλοι
κραδαίνοντας
τα πλαστικά σπαθιά τους
εγώ στο εξής
ακίνητη εδώ
για όσο πάει.

12η βραδινή

Αντί να γράφω
ατενίζω βαθυστόχαστα το κενό
κάνω πολλές σκέψεις
στη διάρκεια των ωρών
αλλά όταν φτάνει η ώρα
δεν ξέρω τι να πω.

Να, τώρα σκεφτόμουν
πως το μέγιστο δεινό
της ανθρώπινης μοίρας
είναι η αναπόδραστη θανή
και το αμέσως επόμενο
το γήρας
κι ότι κάπου εκεί στο ενδιάμεσο
πρέπει να ζήσεις ευτυχισμένος,
να επωφεληθείς από το ανώφελο,
να καλλιεργήσεις
χωράφι στέρφο,
να πιστέψεις
σε ένα παιδαριώδες ψέμα
και να παλεύεις ανελλιπώς
για τη μάταιη επαλήθευσή του.
Ναι, είναι κάτι νύχτες
κάτι σκέψεις
που σε σκοτώνουν
πριν της ώρας σου.

Αν-οιστρήλατη

Ι

Όταν αποστεγνωθεί
η πηγή της έμπνευσης
και τα δάχτυλα ξύνουν
μόνο χώμα
και τα μάτια δακρύζουν
μόνο από συνήθεια –
βρίσκεις σφυγμό, ναι,
αλλά η χειμερία νάρκη
έχει ξεχάσει πια
το καλοκαίρι –
τότε παίρνεις
στάση εμβρυακή
και περιμένεις
την επιστροφή
στη μήτρα του σύμπαντος.

ΙΙ

Στερεύει η λίμνη σου
κάποια στιγμή,
βηματίζεις πέρα-δώθε
ψάχνοντας λέξεις
γι’ αυτή την ανείπωτη ανυδρία –
δε βρίσκεις ούτε μία.
Άλλο μην προσπαθείς,
κοίτα πώς λάμπει το φεγγάρι
για σένα το κάνει, βρε χαζό
και μαζί σου θα σβήσει,
ο θεός της ποίησης
θα σε συγχωρήσει.

ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ