Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μάτι

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΜΑΤΙ

]]]]]]Απόκοπος, κοιμήθηκα λιγάκι,
και τότε βλέπω τέρας κι εφιάλτη:
μια κόκκινη γραμμή που δεν τελειώνει,
μα κτήνος σαν ατάιστο καλπάζει.
καταβροχθίζει δέντρα, σπίτια, δρόμους,
και δίχως σάρκα ανθρώπινη δεν παύει.
Και σκέφτηκα: «Τα μάτια μου ματώνουν».
και μάταια δάκρυα μ’ έκαψαν ώς χίλια.

]]]]]]«Ξυπνάτε με», φωνάζω, κι ας μονάχος
στο μαύρο τούτο τίποτα που μένει.
Ένα κενό. Κουλουριαστός σαν φίδι
τη λύτρωση του ξύπνιου μου προσμένω.
Στο δέρμα χίλιοι τόσοι σατανάδες
τα χέρια τους απλώνουν: «Μίλησέ μας!»
Τον ύπνο αναζητώ μέσα στον ύπνο.
Όλα θα ’χουν τελειώσει πριν ξυπνήσω.

]]]]]]Και μια φωνή πανάλαφρη μ’ αγγίζει,
αγγέλου σαν νεόκοπου, που ψάχνει
τον δρόμο του παράδεισου και κλαίει.
«Μικρέ, γιατί τη λήθη μου αποδιώχνεις;
Δεν φταίω εγώ, λοιπόν τι με ταράζεις;
Τεσσάρων και τριάντα χρόνων βάρος
―τόσο φορτίο μέχρι εδώ σηκώνω―
ν’ αντιπαλέψει πώς με τους αιώνες;»

]]]]]]«Συγχώρεσε του πόνου μου το θάρρος,
μα δεν συγκράτησα παρά μια ζέστη
και μια υγρασία φοβερή, σαν βρόχο
στην άβγαλτη φωνή μου. Μα έλα, πες μου,
τη σκάλα που οδηγεί στον πάνω κόσμο
πώς είναι να τη βρω; Ξέρεις τι θέλω,
στους ζωντανούς νέο χαράς να φέρω,
πως οδηγός και βοηθός θα στέκω
όταν τον δρόμο της ζωής δεν βρίσκουν».

]]]]]]Και σκέφτομαι, πια δρόμος δεν υπάρχει,
γιατί τ’ αφτιά μας σαν οχιάς κουφαίνουν.
Κι οι κήποι μας ασφόδελους δεν έχουν,
μ’ αγάπανθους και σμάρια από κηφήνες.
Δεν φτάνει ο λόγος σας. Είμαστε μόνοι.
Απόκριση ζητούσα να του δώσω,
μα πριν προφτάσω ξύπνησα. Και τώρα
καμώνομαι πως δεν καλοθυμάμαι.
Αναίσθητος σαφώς, ίσως κοιμάμαι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ