Μαρία Δαλαμήτρου, Εμπρόθεσμο (παντούμ)

(επίθετο, τριγενές και τρικατάληκτο, με οικτρή κατάληξη,
ωστόσο, όταν το αρχικό πρόθεμα μεταβάλλεται σε εκ-)

Νησιά μεγαλώνουν κουφάρια σε σέπια
τα λόγια που είπες, αυτά που δεν είπες
στους βράχους αφρίζουν γοβιοί δίχως λέπια
σφουγγάρι η νύχτα στης μέρας τις λύπες.

Τα λόγια που είπες, αυτά που δεν είπες
ανάεροι ανάβουν οι φάροι ως πρέπει.
Σφουγγάρι η νύχτα στης μέρας τις λύπες
κι ο ναύτης που άδει παντέρημα έπη.

Ανάεροι ανάβουν οι φάροι ως πρέπει
δυο ξύλα γυρεύεις να φτιάξεις πολίχνη
κι ο ναύτης που άδει παντέρημα έπη
γυμνά οργιάζουν στα χέρια κελύφη.

Δυο ξύλα γυρεύεις να φτιάξεις πολίχνη
η θάλασσα τρέμει το βάθος του κόσμου
γυμνά οργιάζουν στα χέρια κελύφη
νιο φως σε κρατάει το χρώμα του δυόσμου.

Η θάλασσα τρέμει το βάθος του κόσμου
αργά λιγοστεύει το μπάρκο κι απόψε
νιο φως σε κρατάει το χρώμα του δυόσμου
μην πάλι εξοκείλεις, μακριά όλο κόψε.

Αργά λιγοστεύει το μπάρκο κι απόψε
Τοξότης λιχνίζει του θόλου τις άκρες
μην πάλι εξοκείλεις, μακριά όλο κόψε
το αστέρι κεντάει οδό στους διαβάτες.

Τοξότης λιχνίζει του θόλου τις άκρες
νωρίς να προφτάσεις το χάραμα όλο
το αστέρι κεντάει οδό στους διαβάτες
προφταίνεις, κι ας είσαι στον έσχατο πόλο.

Νωρίς να προφτάσεις το χάραμα όλο
μηδένα σημάδι σ’ αυτούς που νοστεύουν
προφταίνεις, κι ας είσαι στον έσχατο πόλο
τα λόγια που φεύγουν, τα λόγια που μένουν.

Μηδένα σημάδι σ’ αυτούς που νοστεύουν
ή πέφτουν στην άμμο μια μέρα αναίτια
τα λόγια που φεύγουν, τα λόγια που μένουν
νησιά μεγαλώνουν κουφάρια σε σέπια.

ΜΑΡΙΑ ΔΑΛΑΜΗΤΡΟΥ