Γραμματικές πόλεων και ανθρώπων

 Επανανοηματοδοτώντας τη γλώσσα, τον χώρο και τις ανθρώπινες περιπλανήσεις

Ίταλο Καλβίνο
2009
Οι αόρατες πόλεις
Μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης
Αθήνα: Καστανιώτης

Jűrgen Buchmann
2019
Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ
Μτφρ.: Συμεών Γρ. Σταμπουλού
Αθήνα: Gutenberg

~.~

«Πρέπει να οργανώσουμε ολόκληρη τη γλωσσική επικράτεια».

(Βιττγκενστάιν, 2007, Στοχασμοί, μτφρ.: Κωστής Μ. Κωβαίος, Αθήνα: Στιγμή, σ. 31)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στον καιρό της πανδημίας διαπιστώνεται με όρους υλικούς, αυτό που διατυπώνεται επανειλημμένα σε διαφορετικά είδη κειμένων: όσο κι αν οι άνθρωποι πορεύονται, θεωρώντας αυτονόητα ένα πλήθος πραγμάτων, τα αυτονόητα δεν υπήρχαν και δε θα υπάρξουν ως αμετακίνητες και ακλόνητες οντότητες. Αντίθετα, όλα βρίσκονται σε διαρκή διαπραγμάτευση ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις αλληλεπιδράσεις, με τη γλώσσα να ορίζει τους διαλόγους και τα διλήμματα για τον κόσμο, τις σχέσεις, τη διαμόρφωση ταυτοτήτων, την επιθυμία, τη μνήμη και τη λήθη.

Ο θάνατος και η ίδια η απειλή του θανάτου από έναν ιό που δεν αντιμετωπίζεται, στον τεχνοκρατικά και ιατρικά εξελιγμένο κόσμο, ανασυγκροτεί τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται ο κοινωνικός χώρος των ανθρώπων, και τους όρους επίσης με τους οποίους εξελίσσεται και επαναπροσδιορίζεται ως γλωσσικό διακύβευμα. Οι κατασκευές της κοινωνικής πραγματικότητας υλοποιούνται με τη χρήση της γλώσσας και περιλαμβάνουν την έννοια της περιπλάνησης, του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου. Η έννοια του χώρου συμβολικού και πραγματικού, έγινε με την πανδημία, ρευστή, ενώ παράλληλα τα εννοιολογικά εργαλεία ανάλυσης φαίνεται ότι δεν επαρκούν σε αυτή τη νέα κατάσταση, στην οποία είναι ακόμη δύσκολο να προβλεφθούν οι εξελίξεις σε οικονομικό, πολιτισμικό, προσωπικό και πολιτικό επίπεδο. Απέναντι στη μαζικά πραγματιστική εφαρμογή της βιοεξουσίας και βιοπολιτικής και, καθώς τα όρια ανάμεσα στο προσωπικό, το συλλογικό, τον τόπο και τον χρόνο καταρρέουν, τίθενται νέα πολλαπλά αιτήματα. Τα αιτήματα αυτά συνδέονται με την ανάγκη επικαιροποίησης των εννοιολογικών εργαλείων, αλλά και τις προκλήσεις για το πώς θα διαμορφωθεί η σχέση των ανθρώπων με τον δημόσιο και ιδιωτικό χώρο. Οι συνθήκες εγκλεισμού και η ερείπωση του αστικού τοπίου βρίσκονται σε αντίστιξη με τις εικόνες της μετακίνησης των ανθρώπων στις πόλεις, έτσι όπως είναι αφηγημένες στη λογοτεχνία και την ιστορία. Παράλληλα, οι γλωσσικές κατασκευές των πόλεων στην τέχνη είναι αναπόσπαστα δεμένες με το όνειρο, την επιθυμία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων. Πραγματικές ή φανταστικές οι πόλεις παραμένουν, αλλάζοντας διαρκώς σε ένα τοπίο όπου η πραγματικότητα εμπεριέχει την επινόηση, αλλά και πολλαπλές ατομικές και κοινωνικές ματαιώσεις. Έτσι, οι περιγραφές του χώρου είναι πάντα πολιτικές και διλημματικές.

Εξετάζοντας την ανάγκη να επανανοηματοδοτηθεί ο χώρος και οι τοποθετήσεις των ανθρώπων σε αυτόν, η ανάγνωση διαφορετικών λογοτεχνικών κειμένων με νέους τρόπους, και οι συνδέσεις τους στο «εδώ και τώρα», γίνονται περίπλοκη και σύνθετη διαδικασία. Για να είναι εφικτή η επικαιροποίηση του κριτικού λόγου προτείνεται στην εκ νέου ανάγνωση παλιών και νέων κειμένων να αναζητηθούν οι “εκλεκτικές συγγένειές” τους που αναπτύσσονται σ’ αυτά, μέσα από τη στίξη και την αντίστιξη.

«Το να διαβάζεις είναι πράξη».[1] Η ρήση αυτή του Περέκ λειτουργεί και ως υπενθύμιση των τρόπων με τους οποίους είναι εφικτή η οικειοποίηση της νέας αυτής πραγματικότητας. Στο σημείο αυτό γίνεται επίκληση στην έννοια της οικειοποίησης, όπως την περιέγραψε ο Ντε Σερτώ, δηλαδή ως αντίστασης απέναντι σε κάθε είδος μηχανισμού συμμόρφωσης και ως αφορμή για κριτικούς επαναπροσδιορισμούς. Η αοριστολογική αναφορά στην έννοια του τόπου είναι, τελικά, άτοπη. Ο Περέκ περιγράφει την επιθυμία σταθερότητας:

Θα ‘θελα να υπάρχουν τόποι ακλόνητοι, ακίνητοι, απαραβίαστοι, ανέγγιχτοι, απρόσιτοι, άθικτοι, άψαυστοι, αναλλοίωτοι […] Δεν υπάρχουν τέτοιοι τόποι κι ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν, ο χώρος γίνεται ζήτημα, παύει να είναι αυταπόδεικτος, παύει να είναι οικείος. Ο χώρος είναι μια αμφιβολία: πρέπει συνεχώς να τον μαρκάρω, να τον ονοματίζω, δεν είναι ποτέ δικός μου, ποτέ δε μου ‘χει δοθεί, πρέπει να τον κατακτώ συνεχώς.[2]

Τα κείμενα μπορεί να λειτουργήσουν σε αυτήν την περίπτωση ως «φάσματα» με ντεριντιανούς όρους, προσθέτοντας στον χώρο τις έννοιες του χρόνου, της μνήμης, της λήθης και της επιθυμίας. Κατασκευάζεται, λοιπόν, ένας χώρος συμβολικός, ο οποίος όμως συνδέεται με τον πραγματικό. Η συνύφανση βιβλίων και αναγνώσεων κατασκευάζουν έναν συμβολικό χώρο, ο οποίος ομιλεί για χωρικά ζητήματα. Η ανάγνωση κειμένων για τον χώρο και τις πόλεις δημιουργεί, τελικά, τόπους πραγματικούς και φανταστικούς, πόλεις οι οποίες κουβαλάν μέσα τους παρόν, παρελθόν και μέλλον, ανθρώπους που με τη γλώσσα προσπαθούν να διαπραγματευτούν όλα τα παραπάνω θέματα, σε ένα ανοιχτό πεδίο, όπου η απώλεια και η επιβίωση βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση.

Σε μια τέτοια αναγνωστική περιπλάνηση προκύπτουν διαφορετικά διλήμματα και χωρικές κατασκευές με συγκεκριμένες συνέπειες πολιτικές, ατομικές, συλλογικές. «Ζωή είναι το να περνάς από τον ένα χώρο στον άλλον, προσπαθώντας (όσο μπορείς) να μη σκοντάφτεις», αναφέρει ο Περέκ. Η συγκρότηση του χώρου σε μια σύνθεση κειμένων συνδέεται με την ίδια τη ζωή, αλλά και τη γλώσσα με την οποία περιγράφονται τα συμβάντα. Όλα τα ζητήματα αναδύονται γλωσσικά, από τους διαφορετικούς λόγους που αλληλεπιδρούν, αυτοακυρώνονται και ανασυντίθενται συνεχώς σαν μια «γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ». Στο πλαίσιο αυτής της αναγνωστικής σύνθεσης, το βιβλίο του Buchmann Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ συνομιλεί πολυτροπικά με το βιβλίο του Καλβίνο Οι αόρατες πόλεις. Τα δύο αυτά κείμενα συνθέτουν αυτό που ο Μπένγιαμιν αναγνωρίζει στο spleen του Μπωντλαίρ: «τα διάσπαρτα συστατικά μιας γνήσιας ιστορικής εμπειρίας».[3] Οι συνηχήσεις των κειμένων χρίζουν τη γλώσσα κατασκευάστρια του χώρου, αλλά αναδεικνύουν επίσης το άνοιγμα των πιθανοτήτων και του τυχαίου στη σχέση των ανθρώπων με τις πόλεις, στη διαχρονική ιστορικότητα του αστικού τοπίου, καθώς και τις παρανοήσεις που διαρκώς προκύπτουν στις διάφορες χρήσεις της γλώσσας.

Και τα δύο βιβλία κινητοποιούν την έννοια της πόλης και τους τρόπους που αυτή κατασκευάζεται διαφορετικά, ανάλογα με τις ποικίλες υποκειμενικότητες. Συνθέτοντας με μικρά κείμενα την περιγραφή φανταστικών πόλεων, ο Καλβίνο οικοδομεί μια τοπιογραφία, η οποία περιγράφει πώς  μπορεί, σχεδόν ποιητικά, να βιωθεί κάθε υπαρκτή ή φανταστική πόλη στον λόγο των ανθρώπων. Ο συγγραφέας κατασκευάζει ηπείρους «του αλλού, σήμερα που το «αλλού» μπορούμε να πούμε πως δεν υπάρχει πλέον, και όλος ο κόσμος τείνει να ομογενοποιηθεί».[4] Με την αριστουργηματική μετάφραση του έμπειρου μεταφραστή του Ανταίου Χρυσοστομίδη, οι ιστορίες του Καλβίνο, προϊόντα του διαλόγου ανάμεσα στον Μάρκο Πόλο και τον ηγέτη των Τατάρων Κουμπλάι Χαν, συγκροτούν σπαράγματα πόλεων από το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Με τις οργιαστικές περιγραφές των φανταστικών πόλεων, οι αναγνώστες μπορούν να δουν με νέους όρους την αρχαιολογία της κάθε πόλης που έχει υπάρξει, στην ιστορία της ανθρωπότητας, το παρόν και το μέλλον τους, σε μια διαχρονική ανοιχτή αφήγηση, όπου ο τόπος δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις συνεχόμενες υποκειμενικές μετατοπίσεις, επιθυμίες και φόβους των κατοίκων του. Όπως ο ίδιος λέει

οι πόλεις είναι ένα σύνολο πραγμάτων: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας  ̇οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών […] αλλά  οι ανταλλαγές αυτές […] είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων και αναμνήσεων.[5]

Όταν ο Μάρκο Πόλο περιγράφει τις πόλεις που επισκέφτηκε αναφέρεται εξαρχής στο γεγονός ότι ο Κουμπλάι Χαν «δεν πιστεύει όλα όσα του λέει ο Μάρκο Πόλο. Οι διηγήσεις τους ενισχύουν τον δεσμό ανάμεσά τους και την ικανότητα και των δύο να βιώσουν, να δουν και να μιλήσουν με νέους όρους για σημεία της αστικής πραγματικότητας. Ακόμα και για αυτές τις στιγμές, που μπορεί να φαίνονται βαρετές, τετριμμένες, ξεπερασμένες και άχαρες. Κατά την εκτύλιξη των ιστοριών για τις πόλεις, ο Κουμπλάι Χαν αντιλαμβάνεται συνθετικά την αυτοκρατορία του και δένεται με τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους. Συγχρόνως, η σύνδεση φανταστικού και πραγματικού κάνει τους λόγους για τις πόλεις πολυφωνικές και διαχρονικές, «το φιλιγκράν ενός σχεδίου τόσο λεπτού, ώστε να ξεφεύγει από το δάγκωμα των τερμιτών»,[6] το ισοπεδωτικό συχνά πέρασμα του χρόνου, το οποίο εμπεριέχει στοιχεία λήθης, εξιδανίκευσης, πολλαπλών διαγραφών και ανασυνθέσεων, παραμένοντας όμως πάντα ιστορικό, προσωπικό, πολιτικό. Το εφήμερο, το καθημερινό, αρθρώνεται μέσα από τα όνειρα και τις επιθυμίες των κατοίκων των πόλεων, αλλά και τις καθημερινές διαψεύσεις. Κινητήρια διαδικασία στο βιβλίο του Καλβίνο είναι η μνήμη, η επιθυμία, τα σημάδια, οι ανταλλαγές, οι νεκροί, τα μάτια, ο ουρανός, τα ονόματα. Όλα αυτά συγκροτούν μέρη της ιστορίας ανθρώπων και πόλεων, αλλά και μνήμης που πάντα μπορεί να εντοπιστεί στο παρόν.

Όλες οι «αόρατες πόλεις» που περιγράφονται στο βιβλίο επιδρούν, με την αφήγηση του Μάρκο Πόλο και τον διάλογό του με τον Κουμπλάι Χαν, στις κατασκευές ταυτότητας και των δύο. Οι πόλεις επηρεάζουν τον λόγο, τη σκέψη και τις κατασκευές των δύο πρωταγωνιστών γι’ αυτές. Η συγκρότηση του εαυτού και η γλώσσα βρίσκονται υπό μόνιμο καθεστώς αναθεώρησης, αλλαγών και διλημμάτων. Οι αφηγήσεις εξελίσσονται και μαζί με αυτές αλλάζουν και οι εικόνες πόλεων και ανθρώπων. Το ταξίδι γίνεται όχημα μνημονικής αναθεώρησης.

Όταν φτάνει σε μια νέα πόλη, ο ταξιδιώτης ξαναβρίσκει ένα παρελθόν του που δεν ήξερε πλέον ότι είχε: η ξένη φύση αυτού που έπαψες πλέον να είσαι ή να έχεις σου έχει στήσει καρτέρι στα πιο ξένα και άγνωστα μέρη.[7]

Την ίδια στιγμή ο χώρος και ο τόπος, οι διάφορες πόλεις, κινητοποιούν διαδικασίες μετατόπισης και μετασχηματισμών. Το «ξένο» με το «οικείο» αποκτούν διαφορετική κάθε φορά κλίμακα και σχέση.

Το αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δεν θα έχει.[8]

Η φαντασία και η πραγματικότητα πυροδοτούν μνήμες και επιθυμίες, για να διαπιστωθεί, τελικά, ότι ως ένα βαθμό κάθε πόλη έχει και μια υποθετική διάσταση.

Όχι γιατί είναι όλες το ίδιο πραγματικές αλλά γιατί όλες είναι υποθετικές . Η μια περικλείει μέσα της ό,τι γίνεται αποδεκτό ως αναγκαίο , ενώ δεν είναι ακόμα: οι άλλες αυτό που φαντάζεται κανείς ως πιθανό και μια στιγμή αργότερα δεν είναι πλέον.[9]

Στα διάφορα κριτήρια ταξινόμησης και στις αφηγήσεις, δε δίδεται μόνο έμφαση στην ευτυχία ή τη δυστυχία των κατοίκων της, αλλά επίσης στις επιθυμίες ως προς την πόλη και την επίδρασή τους στον χρόνο.

Έχοντας πει αυτά, είναι μάταιο να ορίσουμε αν η Ζηνοβία πρέπει να ταξινομηθεί ανάμεσα στις ευτυχισμένες ή τις δυστυχισμένες πόλεις. Δεν είναι σε αυτά τα δύο είδη που έχει νόημα να χωρίζουμε τις πόλεις, μα σε άλλα δύο: εκείνες που συνεχίζουν μέσα από τα χρόνια και τις αλλαγές να δίνουν μορφή στις επιθυμίες και εκείνες στις οποίες οι επιθυμίες είτε κατορθώνουν να αναιρέσουν την πόλη είτε να αναιρεθούν οι ίδιες.[10]

Οι αφηγήσεις για την κάθε πόλη, πραγματική ή φανταστική, μετασχηματίζουν και διαμορφώνουν τις πόλεις και τις ταυτότητες σε μια αέναη διαδικασία. «Δεν υπάρχει γλώσσα χωρίς απάτη».[11] Ο παραπάνω αφορισμός, θέτει ανοιχτά ερωτήματα για τα όρια πραγματικού και φανταστικού χώρου, αποδεικνύοντας τη ρευστότητα της γλώσσας, της επικοινωνίας και του χρόνου. Αναδεικνύεται το γεγονός ότι η συνθετότητα της γλώσσας και ο διάλογος ανάμεσα στους διαφορετικούς χρήστες της κινητοποιεί διαρκώς ζητήματα για τα επικοινωνιακά και γλωσσικά όρια. Η γλώσσα ως απάτη, εμπεριέχει τα σύνθετα γλωσσικά παιχνίδια του Βιττγκενστάιν, απομακρύνοντας παράλληλα από μια γραμμική αντίληψη που υπονοεί ότι μπορεί να υπάρξει μια ιδανική επικοινωνία. Η γλωσσική λοιπόν χρήση έχει πάντα παρανοήσεις ανάλογα με τα διαφορετικά διακυβεύματα και τοποθετήσεις των ομιλητών.

Το βιβλίο του Buchmann Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ εξετάζει τις υλικές και συμβολικές συνέπειες της αποσπασματικότητας της γλώσσας και των παρανοήσεων που μπορεί να προκύψουν στα ομιλούντα υποκείμενα. Ενώ η έμφαση στον Καλβίνο είναι οι πόλεις, εδώ το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στις γλώσσες, την ιστορία τους, τα όρια και τις διάφορες εκδοχές της γραμματικής τους. Τονίζονται, παράλληλα, οι συνέπειες που έχει η χρήση κάθε γλώσσας στην κατασκευή του κόσμου, των συμβάντων και των ανθρώπινων δεσμών. Η ιδιότητα του συγγραφέα ως γλωσσολόγου επιδρά σε κάθε στάδιο αυτού του μαγικού κειμένου, το οποίο, αν και σύντομο, είναι τόσο σύνθετο όσο και κάθε γλώσσα και επικοινωνιακό συμβάν. Στην ανάλυση λόγου «η γλώσσα κάνει πράγματα». Αντίστοιχα, στη Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, η γλώσσα δημιουργεί πολυεπίπεδες αφηγήσεις σε μια ανοιχτή μεταμυθοπλαστική διαδικασία, η οποία εμπλουτίζεται και αλλάζει σε κάθε αναγνωστική εκδοχή.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το 1298 ο Μάρκο Πόλο φυλακίζεται στο Palazzo del Capitano στη Γένοβα. Εκεί συναντά τον Ρουστιτσάνο Ντα Πίζα και του διηγείται τις περιπέτειές του, πριν τρία χρόνια που είχε επιστρέψει από το Πεκίνο και την αυλή του Κουμπλάι Χαν. Οι αφηγήσεις του, με τίτλο «Ο Μιλιόνε», εκδόθηκαν και «διαδόθηκαν ταχύτατα στην Εσπερία». Πάνω σε αυτές τις αφηγήσεις, ο Ρουστιτσάνο προσθέτει σχόλια σε όσα δε χώρεσαν στο βιβλίο. Ο Buchmann ενοποιεί το σύνολο των αφηγήσεων. Σε αυτό το μυθοπλαστικό γαϊτανάκι προστίθεται ο πρόλογος του Ρουστιτσάνο, το Γλωσσολογικό Παράρτημα του δόκτορος Fabrizio Crespi, άμισθου υφηγητή της Ιστορικής Γλωσσολογίας, στο πανεπιστήμιο της Πάδουας, και δύο επιλογικά σημειώματα από τον Jorgen Buchmann και τον αριστοτεχνικό μεταφραστή του Συμεών Σταμπουλού.  Ο Crespi αναφέρει ότι το κείμενο βρέθηκε από τη Beatrice Signorelli το 1985. Έτσι, μαζί με τον Σταμπουλού, έχουμε έξι πρόσωπα τα οποία μετασχηματίζουν και παρακολουθούν τις ιστορίες του βιβλίου. Μέγιστη αγωνία του Μάρκο Πόλο είναι η ιδέα μιας νέας γραμματικής. Γλώσσα, αφήγηση, μετασχηματισμός και φθορά. Ο Μάρκο Πόλο αναγνωρίζει το τυχαίο και τα κενά κάθε γλώσσας και επικοινωνιακού συστήματος, σαν κάτι που μόνιμα γλιστράει, συμβάντα και σημεία με κρυπτικές διαστάσεις και παράλληλα «μια ρητορική της σιωπής».[12]

Οι άνθρωποι, μαΐστορα Ρουστικέλο είναι σαν τα ψάρια, και δίχτυ τους είναι η γλώσσα ̇ αλλά αυτό που γυρεύουν, τους γλιστρά σε όλη τους τη ζωή.[13]

Σε κάθε ιστορία επισημαίνεται η δύναμη της γλώσσας και της αφήγησης και οι συνέπειές τους στις ζωές των ανθρώπων. Οι διάφοροι γλωσσικοί διάλεκτοι που παρουσιάζονται σε κάθε ιστορία είναι σαν μια ξεχωριστή πόλη, με δικές της επιδράσεις στους κατοίκους. Όλες αυτές οι διαφορετικές γλώσσες, ωστόσο, παραπέμπουν στη φθορά και την αδυναμία να επιτευχθεί η τέλεια επικοινωνία. Πάντα κάτι ξεφεύγει. Αμφισημίες και πολυσημίες μπορούν να επιφέρουν παρεξηγήσεις και διχόνοιες, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρεται μια γλώσσα, στην οποία δεν υπάρχουν άλλοι χρόνοι πλην του μέλλοντος.

[…] ληξιπρόθεσμες αποφάσεις και μελλούμενη ευτυχία. Πότε-πότε κάθονται ο ένας πλάι στον άλλον σαν φοβισμένα παιδιά, και σιωπούν, επειδή συμβαίνουν πράγματα παράξενα, μυστηριώδη. Επιτέλους, αρχίζει ένας να μιλά διστακτικά. Τα πάντα μετατρέπονται σε πλεονεκτήματα˙ αύριο κι όλας θα είναι όλα καλύτερα. Αγκαλιάζονται, χαμογελούν και κρεμούν τις ελπίδες των στο ημερολόγιο.[14]

Σε κάθε ιστορία επισημαίνεται διαρκώς η πολυμορφικότητα της κάθε γλώσσας και οι εν δυνάμει δυνατότητές της, αλλά και οι περιορισμοί κάθε γλωσσικού συστήματος. Αναφέρονται λαοί που η γλώσσα τους τούς κάνει να «κυνηγούν […] νεφελώδη πράγματα», ενώ «τους λείπουν λέξεις για αντικείμενα που υπάρχουν στ’ αλήθεια». Έτσι «[…] η γλώσσα τους τούς σκαρώνει παιχνίδια που δεν αντιλαμβάνονται μέχρι τέλους».[15]

Στο βιβλίο η παρουσία του Βιττγκενστάιν είναι σε πολλά σημεία εμφανής: «κάθε λέξη εννοεί κάτι άλλο από αυτό που ονομάζει, και είναι μοίρα της γλώσσας, μονίμως να μη βρίσκει τον στόχο της»,[16] ή «η γλώσσα ανακατεύει τα πιο απλά πράγματα και αναποδογυρίζει, μέσα σε μια λέξη, ολόκληρο τον κόσμο».[17] Εξάλλου, το πέρασμα από τον προφορικό λόγο στον γραπτό και στις αφηγήσεις που διαρκώς μεταμυθοπλαστικά εξελίσσονται, ανάλογα με τον αφηγητή, ακολουθείται η αλληλουχία ενός κύκλου διαρκούς εξέλιξης όπου όλα μπορούν να σχεδιαστούν, αλλά και να ξεχαστούν ή να τροποποιηθούν.

Καυστικά επίσης σχολιάζονται και οι κοινωνικοί θεσμοί, οι οποίοι με γραμμικό θετικιστικό προσανατολισμό, προσπαθούν να ορίσουν αιτιακές εξηγήσεις και να προβλέψουν συνέπειες.

Οι ειδήμονές του διαβεβαιώνουν ότι πίσω από κάθε επειδή κρύβεται μια ανοησία του χθες, και πίσω από κάθε συνεπώς μια ανοησία του αύριο, έτσι που θα έπρεπε να γελά κανείς, αν η κατάσταση δεν ήταν απελπιστική.[18]

Εν κατακλείδι ο Chauvignon, σχολιάζοντας τον Μάρκο Πόλο, επισημαίνει: «Και είναι η μοίρα της γλώσσας, μονίμως να μη βρίσκει τον στόχο της». Αυτό που μόνιμα ξεφεύγει απαντάται και στο βιβλίο του Καλβίνο και σε αυτό του Buchmann. Οι πόλεις αλλάζουν διαρκώς, ανάλογα με το πέρασμα του χρόνου ή την οπτική των κατοίκων τους. Η ομορφιά εμφανίζεται μαζί με την ασκήμια, η μνήμη με τη λήθη και οι επιθυμίες με τις διαψεύσεις τους. Οι πόλεις σχηματίζονται στα όνειρα και στις διηγήσεις, ενώ η γλώσσα ανακατασκευάζει διαρκώς την πραγματικότητα, καθώς κινητοποιούνται διαφορετικές θέσεις υποκειμένων.

Ο Σταμπουλού έμπειρος χρήστης της γλώσσας σημειώνει χαρακτηριστικά

η γλώσσα μπορεί να εννοηθεί και ως διαρκής (ανα-)μετάφραση, μεταφορά, μετατόπιση και ονοματοθεσία των πραγμάτων[19]

εκφράζοντας επίσης εύστοχα ότι το βιβλίο «είναι ένα μπρεχτικού τύπου σχόλιο στην παρακμή της Ευρώπης» και αναγνωρίζοντας ως προδρομικό έργο τον Μονόλογο του Benjamin.

«Είμαστε οι κληρονόμοι της ατέρμονης καταστροφής»,[20] παραθέτει ο Σταμπουλού από τις Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο, ορίζοντας και τη συγγένεια και σύμπλευση των δύο βιβλίων, αλλά και των δύο συγγραφέων. Συμφωνώντας με την τελευταία επισήμανση του Barthes πως «η πόλη είναι στην πραγματικότητα μια γλώσσα»[21] τα δύο βιβλία του Καλβίνο και του Buchmann “φωτίζουν” με νέους όρους ως κάτι αναπόφευκτο τους κλυδωνισμούς, την αμφιθυμία και τη διλημματικότητα των καιρών, των πόλεων και της γλώσσας. Ορίζοντας έτσι όχι μόνο τον συμβολικό, αλλά και τον πραγματικό χώρο αναδιαμορφώνουν και εμπλουτίζουν τη δυνατότητα να αρθρωθεί ένα νέο λεξιλόγιο για όσα συμβαίνουν στους τρόπους με τους οποίους ορίζονται ο χώρος, οι επιθυμίες, οι σχέσεις και οι ταυτότητες. Η αντινομία εντάσσεται αναπόφευκτα στη ζωή και τη γλώσσα, ώστε να μην έχει νόημα η αναζήτηση του απόλυτου, η οποία οδηγεί στον πύργο της Βαβέλ. Σε αυτή όμως την παροδικότητα οι πιθανότητες παραμένουν ανοιχτές για την ανασύνταξη κόσμου και ανθρώπων, πάντα στο πλαίσιο άρθρωσης μιας ιστορικής πολιτικής εμπειρίας που δεν αγνοεί το καθημερινό, αλλά και το όνειρο.

Η κριτική αντιπαραβολή και παράθεση των αναφερόμενων κειμένων του άρθρου ιδανικά μπορεί να λειτουργήσει ως

ένας βαθύτατος σεβασμός στη μνήμη και συνάμα στις νησίδες λήθης που αυτή εμπεριέχει, μια κατάφαση στη ζωή και στις οδηγίες χρήσης που αναγκαστικά τη συνοδεύουν.[22]

Το τι θα θυμηθούμε και τι θα ξεχάσουμε, ποια κείμενα θα ανασύρουμε και ποιους συγγραφείς θα προσκαλέσουμε σε διάλογο, όπως επίσης και το ποιους τόπους, χώρους και ανθρώπους θα πεθυμήσουμε και ποιους θα λησμονήσουμε, η ανακατασκευή των επιθυμιών, η σύνθεση νέων εννοιών ή η επικαιροποίηση των παλιών, οι τοποθετήσεις μας στον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο και τα όρια τόπων/χώρων, όλα αυτά θα είναι πιθανότατα τα υλικά με τα οποία θα διαπραγματευτούμε και θα διεκδικήσουμε τους χώρους, τις πόλεις, τις επιθυμίες από δω και πέρα.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ  ΜΑΚΗ


[1] Περέκ, Ζ.  (2000) Χορείες Χώρων, μτφρ.: Κυριακίδης, Α., Αθήνα: Ύψιλον, σ. 186.

[2] Ό.π, σ. 128.

[3][3] Benjamin, W. (2019) Κείμενα 1934-1940, επιμ.: Σαγκριώτης, Γ. «Ορισμένα μοτίβα στον Μπωντλαίρ», σ. 199.

[4] Καλβίνο, Ι. (2004) Οι αόρατες πόλεις, μτφρ.: Χρυσοστομίδης, Α., Αθήνα: Καστανιώτης, σσ. 14-15.

[5] Ό.π, σσ. 16-17.

[6] Ό.π, σ. 22.

[7] Ό.π., σ. 49.

[8] Ό.π, σ. 49.

[9] Ό.π, σ. 54.

[10] Ό.π, σ. 58.

[11] Ό.π, σ. 70.

[12] Buchmann, J. (2019) Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ.: Σταμπουλού, Γ. Σ., Αθήνα: Gutenberg, σ. 20.

[13] Ό.π. σ. 19.

[14] Ό.π, σ. 36.

[15] Ό.π, σ. 37.

[16] Ό.π, σ. 43.

[17] Ό.π, σ. 46.

[18] Ό.π, σ. 48.

[19] Ό.π, σ.97.

[20] Καλβίνο, Ι., ό.π, σ. 12.

[21] Buchmann, J., ό.π., σ. 99.

[22] Perec, G. (2005) Σκέψη/Ταξινόμηση, εισαγ.-μτφρ.: Τσιριμώκου, Λ., Αθήνα: Άγρα, σ. 18.

Advertisement