Ηλίας Κουρκούτας, Η συνωμοσία της πανδημίας

Στη χώρα μου οι νεκροί
δεν ήταν πολλοί
αλλά το σώμα κόπηκε
από το σώμα
η ψυχή από το ρούχο,
το κρέας της αγάπης

νέες θεωρίες και φοβίες
νέες συνωμοσίες, αναδύθηκαν
πολλοί μίλησαν
για την ηδονή της εποπτείας
την κόλαση της επαιτείας
το μεγάλο παρόντα αδελφό
την τεχνητά εγκυμονούσα γη
που θρέφει αρρώστιες
στο εδώ, στο τώρα και στο μέλλον

κάθε στιγμή που άνοιγε
ένας τάφος στην τηλεόραση
κι οι ζωές κρεμόταν απ’ τον ορό
εμείς μέναμε ασφυκτικά δεμένοι
στο μονόλογο της αϋπνίας
στη διαμάχη της ζωής
χωρίς το βλέμμα και τον άλλον
στον καθρέφτη
με μια μόνο σκέψη
να αποδράσουμε από το σπίτι
με το θράσος και τη θλίψη
του εφήβου που φεύγει απ’ τη ζωή
αφήνοντας ένα γράμμα στους γονείς

Στη χώρα μου
οι νεκροί ήταν λίγοι
αλλά οι άνθρωποι έχασαν τις μυρωδιές τους
τα διαδίκτυα ήταν πόρτες
που άνοιγαν και μας κλείναν πάλι μέσα
η νύχτα δεν μπορούσε
να καταπραΰνει
τα ηρεμιστικά δεν επαρκούσαν
οι κοσμογονίες δεν μας σώζαν
όλοι πόνταραν κάτω απ’ το τραπέζι
στη μαραμένη όψη της ζωής

Στη χώρα μου οι απώλειες λίγες
αλλά το πένθος σε αναμονή
οι νεκροί κουνιούνται κάτω από τη γη
συνομιλούν στα όνειρα
ξαπλώνουν στη μέση στο κρεβάτι
στήσαμε σκιάχτρα στις πλατείες
η θλίψη έγινε ανορεξία
η ζωή βαρκάδα
στη λίμνη των οστών
και εμείς τσιγγάνοι
χωρίς δόντια
στα μπαρ της πόλης

λένε,
στο πένθος φοράει η καρδιά
το μεσοφόρι
ο νεκρός το πρόσωπο
και το μουστάκι του πατέρα
ο θυμωμένος γιος,
πόνος που κρατά μαχαίρι
πάνω απ’ το στήθος του αρνιού

κι έγινα θάνατός και ξάπλωσα
μ’ ένα νυφικό επάνω στο τραπέζι

ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΡΚΟΥΤΑΣ

φωτογραφία Ιωάννας Χρονοπούλου