Η προσωπική μαρτυρία ως γιατρειά του κοινού τραύματος

Δήμητρα Λουκά, Κόμπο τον κόμπο, Αθήνα, Κίχλη, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου της Δήμητρα Λουκά Κόμπο τον κόμπο (Αθήνα, Κίχλη, 2019), στις σελίδες του συντίθεται ένας «κόσμος τραχύς», ο οποίος «δονείται από δυνατά πάθη και ένστικτα και συνάμα κυριαρχείται από τους ισχυρούς δεσμούς της κοινότητας». Ενώπιον του αναγνώστη ξεδιπλώνουν τις ιστορίες τους «ηρωίδες που βίωσαν «τη σκληρότητα της αρχαϊκής κοινωνίας και άλλες που ύψωσαν το ανάστημά τους και πάλεψαν στις πιο αντίξοες συνθήκες∙ ήρωες-θύματα των κοινωνικών προκαταλήψεων και άλλοι που τους συνέθλιψαν οι μυλόπετρες της Ιστορίας». Όντως, χωρίς διστακτικότητα εξιστορούνται οι βαθιές πληγές της παραδοσιακής κλειστής κοινωνίας: από τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση της γυναίκας εντός του οίκου («Αράχνες», «Το αίμα σπαράζει», «Κόμπο τον κόμπο»), αλλά και εκτός αυτού («Δεν είχε τυχερό»), μέχρι την κακοποίηση των ζώων («Κανέλα»), έως και το μεγάλο τραύμα του εμφυλίου («Singer»).

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι αναμφίβολα η φεμινιστική προοπτική, με την ευρύτερή της έννοια, η οποία δεν μοιάζει να είναι αυτοσκοπός στα διηγήματα, αλλά προκύπτει από μια λιγότερο συχνά αφηγούμενη πτυχή μιας γνωστής ωστόσο και πάσχουσας κατάστασης∙ λειτουργεί δηλαδή η φεμινιστική ή γυναικεία προσέγγιση ανθρωπολογικά και πρωτίστως πραγματιστικά: Ναι, έτσι ήταν. Με άλλα λόγια, αυτή ήταν η αληθινά δυσμενής θέση της γυναίκας, η οποία είχε επίγνωση της μοίρας της, την οποία και επέμεινε, καθώς δεν είχε άλλη επιλογή: Ναι, έτσι ήταν. Βεβαίως, ενώ κάποιες γυναίκες βρισκόντουσαν πιο τυχερές παρά ή μετά την ατυχία τους («Το αίμα σπαράζει») από κάποιες άλλες («Κόμπο τον κόμπο»), εκείνες που επέλεγαν έναν άλλον δρόμο, μακριά από την οικογένεια και την κοινότητα, έναν τρόπο ζωής μοντέρνο, γενικώς αδιανόητο και απορριπτέο, αποτελούσαν περιπτώσεις αυτονόητα καταδικαστέες.

Σαν ξεμακρύνει όμως κανείς από τη «φύτρα»,[1] μπορεί να αντικρίσει το παρελθόν, τη ρίζα καθαρότερα, να αφηγηθεί προσωπικά, να κρίνει συλλογικά. Έτσι, οι αφηγήσεις-εξομολογήσεις, συγκλίνουσες με το είδος της μαρτυρίας, μοιάζουν να επιχειρούν μια αποκατάσταση της θέσης της γυναίκας σε μια κλειστή και αυστηρή ως προς τους ηθικούς της κώδικες κοινωνίας, με συνταρακτικά ρεαλιστικές ιστορίες. Αυτές οι αριστοτελικά πιθανοφανείς εξομολογήσεις μοιάζουν να δίνουν «Συχώρεση» για τις γυναίκες που μαρτύρησαν από την καταπίεση της πατριαρχικής κοινωνίας. Στο ομώνυμο πρώτο διήγημα του βιβλίου, η συγχώρεση δίδεται εν προκειμένω από την κόρη στη μάνα η οποία επιστρέφει μετά από δέκα χρόνια από τα ξένα, όπου έχει ξανά (καλο)παντρευτεί, για μία και μοναδική φορά, φέρνοντας δώρα στα φτωχά παιδιά της:

Τη μέρα που έφκε, στάθκαμ’ με το Θύμιο δίπλα δίπλα με το κεφάλι σκυφτό, εκείνη μας χάιδεψε τα μαλλιά κι είπε ότι θα να ’ρθει πάλι. Δεν τη ματάειδαμε ποτές. Στο χρόνο απάνου παντρεύτκα, αλλά ο πόνος της δε μ’ άφηνε να ησυχάσω. Όταν έχασα και την Αγγέλω μ’, δύο χρονών από πλεμονία, είπα πάει, η καρδιά μ’ δε θα ’χει από δω και πέρα χορτασμό. Αλλά ο Θεός τα γράφει αλλιώς. Έκαμα δύο παιδιά ακόμα, το Νικόλα και τη Φωτεινή, και σαν πέρασαν καμιά δεκαριά χρόνια, τόσα ακριβώς όσα είχε να μας δει κι εμάς η μάνα, δε ματαπήγα στο νεκροταφείο ν’ ανάψω ούτε ένα κερί στην Αγγέλω μ’, μόνο του Αγίου Κωνσταντίνου, που γιόρταζε η εκκλησία, τη θυμούμαν. Τότες κατάλαβα που ο άνθρωπος άμα αλέθεται με τούτο και με κείνο, θέλει δε θέλει, λησμονάει τους πεθαμένους, λησμονάει και τους ζωντανούς που ’χει χρόνια πολλά να τους δει, γιατί και κείνοι πεθαμένοι λογαριάζουνται μέσα τ’. Έτσι τη συχώρεσα τη μάνα μ’, και με τη συχώρεση τη δική της γίνηκε το κλάμα μ’ τραγούδι, και από τότες πορεύτκα στη ζωή αχόλευτη ως τα σήμερα.[2]

Συγκλονιστικές είναι οι μυθοπλαστικές (ή όχι;) μαρτυρίες (με το ρήμα μαρτυρώ να ενεργοποείται εδώ από όλες σχεδόν τις έννοιές του) στα διηγήματα «Αράχνες», «Κόμπο τον κόμπο» και «Το αίμα σπαράζει», τα οποία μοιάζουν να ενώνονται με έναν αόρατο εναγκαλισμό  του τραυματισμένου γυναικείου σώματος αλλά και της ψυχής.  Στο διήγημα «Το αίμα σπαράζει» υπονοείται το βαρύ φορτίο της γυναίκας από γενιά σε γενιά, ακόμα και όταν η ίδια είναι το σύνηθες και στιγματισμένο θύμα της εξουσιαστικής πατριαρχικής νόρμας, σε μια κατάσταση που χρονολογείται από τόσο παλιά, ώστε να αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις στη λαϊκή αντίληψη:

Το Βαγγέλη τον φοβήθηκα στην αρχή. Άμα τον είδα με το χέρι κομμένο και το ’να μάτι ζαβό −είχε πέσει σε νάρκη στον Εμφύλιο− σφάλισα την καρδιά μ’ κι είπα ότι δε θα του τη δώκω ποτές. Αλλά, καθώς πέραγε ο καιρός, έστυψαν τα δάκρυα και το ψωμί το πικροζυμωμένο γίνηκε γλυκό. Όσο που να γεννήσω, δε με ζύγωσε καθόλου, είχε καταλάβει που φοβούμαν του άντρες έτσι όπως τσιούλωνα στη γωνία κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι. Μου ’πε από την πρώτη ώρα, εγώ δε θα σε πειράξω, θα κάμεις πρώτα το παιδί και μετά. Με σεβάστηκε πιότερα κι απ’ τον ίδιο μ’ τον πατέρα, έξι μήνες έκαμε υπομονή όσο που να σμίξουμε οι δυο μας, κι όλο τούτο τον καιρό δεν του ’λειψε ο καλός λόγος απ’ το στόμα. Έτσι με βόηθαε πολλές φορές να κάμω πέρα το φόβο που με τυράγναε, μη βγει παιδί μίσερο από μέσα μ’ και τι θα γένω η έρμη κι η σκοτεινή.

Σαν την οχιά το σήκωσα το κεφάλι την ώρα που σού ’δωκα την πνοή, να ιδώ αν είσαι σάικος ή λειψός. Και σα σε πήρα στα χέρια μ, σ’ έψαξα σ’ όλο το κορμί απ’ άκρη σ’ άκρη, σου μέτρησα τα δάχτυλα ένα ένα, πέντε στο χέρι το δεξί, πέντε στ’ αριστερό, πέντε στο κάθε ποδάρι. Σαν είδα ότι δε σου ’λειπε τίποτα, έκαμα το σταυρό μ’ και είπα ο Θεός με λυπήθηκε την αμαρτωλή. Δεν ήξερα, η καψερή, που τα χειρότερα είναι εκειά που δε φαίνονται.

Αλλά το ’μαθα όταν έκλεισες το χρόνο. Έσκισες το γόνα πολύ και, μ’ όλα όσα σου ’δωκα, το αίμα δεν έπηζε, έτρεχε δίχως σταματημό. Στράγγιξες τότες, παιδάκι μ’, έρεψαν τα ματάκια σ’, σ’ έσωσε ο γιατρός ο Σπυρέλης που ερχούνταν στο χωριό μας, αλλά δεν ήξερε να μας πει τι ήταν. Μόνο εγώ ήξερα ότι ήταν το αίμα το μαγαρισμένο που, όταν έβρισκε πηγή ανοιχτή, χύνονταν σαν το ποτάμι το φουσκωμένο. Αλλά, η ατιμία θέλει γενιές πολλές να πιεί γουλιά γουλιά το αίμα, να χορτάσει και κατόπι να λησμονηθεί. Για τούτο και το κορμάκι της Ρηνούλας σ’ λύεται κάποτες απ’ την κορφή ως τον πάτο και κάνει θόρυβο μεγάλο∙ είναι το αίμα της το λερωμένο που σπαράζει και δέρνεται.[3]

Αναγνωστική ισορροπία φέρνει το γεγονός ότι το τοπικό ηπειρωτικό ιδίωμα των περισσότερων αφηγητών εναλλάσσεται, ως ένα φυσικής εξέλιξης επόμενο, με τις αφηγήσεις στην κοινή νέα ελληνική, οι οποίες προέρχονται είτε από άτομα τα οποία έχουν μετοικίσει πιθανότατα σε ένα αστικό κέντρο («Κόκκινη πουά κορδέλα με φιόγκο») είτε από νεαρότερα σε ηλικία πρόσωπα («Το έβρισκε φυσικό», «Το πανηγύρι», «Ανάπαυση», «Σαρκό», «Η υπόθεση της εξαφάνισης της κεφαλής του Λάμπρου Γκαμέρα»). Στη δεύτερη μάλιστα περίπτωση, τα διηγήματα τοποθετούνται συνεχόμενα και σκηνοθετικά εύστοχα στο δεύτερο μισό του βιβλίου, δίδοντας την αίσθηση ότι το νήμα της αφήγησης αναλαμβάνει ως δευτερογενής πηγή η επόμενη γενιά.

Οι 22 αφηγήσεις οι οποίες, όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο, έχουν τη μορφή της «εξομολόγησης ή της εξιστόρησης γεγονότων που αφορούν στο παρελθόν», συγκλίνουν, όπως αναφέρθηκε ήδη παραπάνω, με το είδος της μαρτυρίας, και κατ’ επέκταση με την τεχνική του μονολόγου, εφόσον δηλώνεται ή υπονοείται η παρουσία ενός (άφωνου) αποδέκτη. Στο πλαίσιο της μονολογικής γραφής, ένας άλλος ενδιαφέρων διάλογος λανθάνει υπογείως και ανάμεσα στα κείμενα, με την επανάληψη της έκφρασης άγνοιας «Δεν ξέρω». Η δήλωση θυμίζει τη γνωστή ατομική και συλλογική θέση των κλειστών κοινωνιών, μιας σιωπηρά συμφωνημένης δήθεν άγνοιας, και άρα αποποίησης ευθύνης, για όσα ανήθικα ή άδικα μπορεί να έχουν συμβεί, αφενός, ή και τη διαχρονική ανεπάρκεια του ανθρώπου απέναντι στα παντοδύναμα στοιχεία που μας ορίζουν: φύση / Θεός / εξουσία.  Σε μια δεύτερη ανάγνωση ίσως ακόμη να υποδηλώνει τη βούληση του αφηγητή για όσα θα επιλέξει ή όχι να πει, απέναντι σε εκείνην του αναγνώστη:

Την αλήθεια δε λέω ότι την κατέχω όλη εγώ και θα σ’ την πω. Να ρωτήσεις κι αλλουνούς, δάσκαλε, κι από τούτη τη μεριά κι απ’ την άλλη, και κοντά να κάμεις απόφαση να τα γράψεις. Αλλά άμα θέλεις να μ’ ακούσεις, το δίκιο μην το γυρέψεις πουθενά. Δε θα το βρεις. […] Σα συλλογιέμαι όμως το τέλος τ’ άντρα μ’, μου τσουρμιάζει το κορμί, εχτρεύομαι τότε και τον τόπο και τους ανθρώπους. Πώς ξηγιέται τούτο, μη με ρωτάς να σ’ το πω. Δεν ξέρω. [4]

Από οποιαδήποτε θεωρητική, ειδολογική ή αφηγηματική πτυχή κι αν σχολιασθούν ωστόσο τα διηγήματα, απαιτούν διακριτούς μεταξύ τους πρωτοπρόσωπους αφηγητές. Παρότι είναι προφανής η μέριμνα της συγγραφέως για τη θεμελιώδους σημασίας δόμηση των χαρακτήρων, στόχος που ως επί το πλείστον επιτυγχάνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις υφολογικές κυρίως ομοιότητες έχουν ως αποτέλεσμα ορισμένοι χαρακτήρες να ταυτίζονται φυσιογνωμικά μεταξύ τους (π.χ. «Κόμπο τον κόμπο» και «Στον τάφο τ’ να χορέψω»). Ακόμα και αν αυτή η ρευστότητα της ταυτότητας του κεντρικού ήρωα έχει ως στόχο να εξυπηρετήσει την καθολικότητα του βιώματος, δηλαδή μιας κοινής κλειστής επαρχιακής εμπειρίας, αναγνωστικά ενίοτε ο στόχος μένει μετέωρος ή δεν εκπληρώνεται πλήρως, όπως στην πιο πάνω περίπτωση δυο πανομοιότυπων σε ιδιοσυγκρασία χαρακτήρων. Χωρίς να απορρίπτεται αυτή η χαρακτηρολογική ρευστότητα ως τέχνασμα ή συγγραφική επιλογή και επιδίωξη εν γένει, αν ο στόχος είναι το ειδικό/τοπικό να υποδείξει το γενικό, τότε ίσως η συγκεκριμενοποίησή του είναι εκείνη που θα δείξει το οικουμενικό σε όλες του τις εκφάνσεις.

Η συλλογή διηγημάτων Κόμπο τoν Κόμπο αποτελεί σαφώς ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα βιβλία του 2019, καθώς διαβάζεται χωρίς διακοπή και συγκινεί βαθιά, προβληματίζοντας ταυτόχρονα για τη σχέση μας με τις ρίζες, για μια σχέση αγαπητική μεν, οδυνηρή και αιματηρή −ή ακόμη αιμάσσουσα− δε, αφού με τις αιχμηρές απολήξεις τους οι ρίζες κάποτε πληγώνουν ανεπίστρεπτα. Και με τη μνήμη να μη διαγράφεται ποτέ εντελώς, η στάση μας απέναντι στο κοινό −και  άρα το δικό μας− παρελθόν μόνο ειλικρινής μπορεί και οφείλει να είναι:

Αλλά το φευγιό δε σβήνει το μνημονικό, μόνο ο Χάρος το ξεριζώνει. Για τούτο δεν τον αψηφάω, τον καρτερώ να μου σφαλίσει τα μάτια, και μαζί μ’ αυτά όσα είδα κι άκουσα. Το μερτικό το δικό σ’ σ’ όλα τούτα είναι οι ρίζες σ’ μοναχά, αλλά ευτυχώς τα κλαριά του δέντρου καθώς ψηλώνει, ξεμακραίνουν απ’ τις ρίζες που το γέννησαν και δεν τις λογαριάζουν γι’ αρχή. Μη γυρίσεις να τηράξεις ποτές πίσω σ’, παιδί μ’.[5]

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ


[1] Δήμητρα Λουκά, «Ρίζες»: Κόμπο τον κόμπο, Αθήνα, Κίχλη, 2019, σ. 59.

[2] «Συχώρεση», ό.π., σσ. 15-16.

[3] «Το αίμα σπαράζει», ό.π., σσ. 76-77.

[4] «Δεν ξέρω», ό.π., σ. 35.

[5] «Ρίζες», ό.π., σ. 65.