Σπύρος Κατσίμης, Πέντε ποιήματα της πανδημίας

ΠΑΝΔΗΜΙΑ
 
Ἐδῶ γίνεται πόλεμος χωρὶς
μέτωπα καὶ πτώματα
ὅπλα καὶ χαρακώματα
μὲ δρόμους ἔρημους, ἄνθη μαραμένα
δέντρα καχεκτικὰ στὰ πεζοδρόμια
σπίτια ποὺ ἔγιναν καταφύγια καὶ νεκροὺς
μοναχικοὺς μὲς στὰ νοσοκομεῖα.
 
Ἐδῶ κάποιος μὲ τὴ βροχὴ τοῦ Μάη
βαδίζει, τὴν πόλη ξεπερνῶντας
καὶ ἀκολουθεῖ τὴ σημαία τῆς ἄνοιξης
στὸ νοτισμένο χῶμα.
 
~.~
 
ΟΝΕΙΡΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
 
Στὴν ἡλιόλουστη μέρα ἔμπαινε
στὰ πιὸ ἀπόμερα μαγαζιὰ
καὶ ἀγόραζε
τὰ πιὸ ἀπίθανα πράγματα, ξεφεύγοντας
ἀπ’ τὸν συνωστισμό.
Τὴ νύχτα συνέχιζε
τὸ σιωπηλὸ μεθύσι μὲ τοὺς φίλους
ὥσπου νὰ τοῦ ἀνοίξουν τὰ παράθυρα
στὸ σκοτεινὸ συννέφιασμα
καὶ νὰ ξυπνήσει.
 
~.~
 
Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ
 
Ἀφοῦ δὲν μπορῶ νὰ κοιτάξω ἀπὸ κοντὰ
τὰ δακρυσμένα μάτια σου, νὰ σὲ κρατῶ
στὴν ἀγκαλιά μου, ἦρθε ἡ ὥρα
νὰ σὲ πλησιάσω στὰ ὄνειρά μου.
 
                                             Ἂπρίλης του 2020
 
~.~
 
ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ
 
Ὁ λαὸς γιόρταζε τὴ μεγάλη ἐπέτειο
στὴν πλατεία μὲ τοὺς ρήτορες. Καὶ ὅμως
οἱ δρόμοι γέμισαν καρυοφίλια καὶ σπαθιὰ
ἡρώων ποὺ εἶχαν ἐπιστρέψει. Ἕνα ὅραμα
συνεπῆρε τὸ πλῆθος...
 
Ἦταν, λοιπόν, βέβαιοι γιὰ τὸν ἑαυτό τους
οἱ ρήτορες, ὥστε νὰ δέχονται ζητωκραυγές,
ἀνύποπτοι γιὰ ὅσα συνέβαιναν στὴν πόλη;
 
~.~
 
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ
 
Μιὰ μέρα χαρούμενη ἢ θλιβερὴ
κατέβηκα, μετὰ τόσον καιρὸ
στὸ κέντρο τῆς πόλης καὶ ἦταν
ὁ μόνος θόρυβος ἕνας τρελὸς
ποὺ ἔτρεχε φωνάζοντας
ἀσυνάρτητα λόγια
καὶ ἦταν οἱ ἀμέριμνοι
περιπατητὲς τῶν πάρκων
καὶ οἱ νέοι
ποὺ περιφέρονταν στοὺς δρόμους
τραγουδῶντας
τὸν ἔρωτά τους.
 
ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΤΣΙΜΗΣ