Φώτης Δούσος, Γνωστή φάτσα

Η σειρήνα του συναγερμού με τον συριστικό και εκκωφαντικό της ήχο έκανε τα κεφάλια των περαστικών να στραφούν αυτόματα προς το κοσμηματοπωλείο που βρισκόταν Βόλακα και Αλφειού γωνία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, δυο νεαροί πετάχτηκαν τρέχοντας από μέσα και σκουντουφλώντας ο ένας πάνω στον άλλο προσπάθησαν να χαθούν στην πολυκοσμία.

Ήταν μέρα μεσημέρι και πέρα από την αυξημένη κίνηση στην περιοχή υπήρχαν και αστυνομικοί που ρέμβαζαν πίνοντας καφέ καβάλα στις σβηστές μηχανές τους.

Οι αστυνομικοί χωρίς καν να μιλήσουν γυρίσαν τα κλειδιά των μηχανών και ξεχύθηκαν πίσω από τους ληστές κοσμημάτων. Η καταδίωξη δεν ήταν εύκολη με τόσο κόσμο στους δρόμους και στα πεζοδρόμια.

Οι ληστές μπήκανε σε έναν παράδρομο της οδού Τοτσίκα και από εκεί πέρασαν στον πεζόδρομο της Κλειούς. Ακόμα περισσότερος κόσμος που ψώνιζε αμέριμνα πλημμύριζε τον τόπο, περισσότερες ευκαιρίες για να ξεφύγουν. Αλλά και άλλοι αστυνομικοί που λιάζονταν πίνοντας καφέ που τώρα είχαν ειδοποιηθεί από το κέντρο ότι υπήρχε καταδίωξη σε εξέλιξη, οπότε πέταξαν τα πλαστικά ποτήρια τους κάτω και καβάλησαν τις μηχανές τους. Μόλις έφυγαν σπινιάροντας ένα αδέσποτο μαλλιαρό σκυλάκι ήρθε στην καφετιά λιμνούλα που σχημάτισε ο πεσμένος καφές και απόλαυσε μερικές γουλιές φραπέ γλυκό με γάλα χυμένο στο κράσπεδο.

Από τους ασυρμάτους των αστυνομικών ακουγόταν δυνατά η υπηρεσιακή φωνή του κέντρου: «Οι δράστες κατευθύνονται νοτιοανατολικά. Πηγαίνετε στη διασταύρωση Ερατώ με Κλεισθένη για να τους κλείσετε τον δρόμο. Προσοχή είναι οπλισμένοι».

Όμως, κάτι που δεν ήξερε το κέντρο, το πιστόλι που κρατούσε ο ένας από τους ληστές, είχε πέσει κάτω από ένα αυτοκίνητο την ώρα ακριβώς που έβγαιναν από το κοσμηματοπωλείο. Του γλίστρησε λες και ήταν αλλειμένο με λάδι. Ο άλλος δεν κρατούσε όπλο, αλλά μια τσάντα με τα κλοπιμαία. Εκείνη ευτυχώς ήταν ακόμα στα χέρια του. Και δεν θα την άφηνε που να του το κόβανε.

Οι δυο ληστές στην ξέφρενη πορεία τους πήδηξαν πάνω από σταθμευμένα αμάξια, αναποδογύρισαν πάγκους με λαχανικά και φρούτα, έπεσαν σε διερχόμενους περαστικούς. Μπροστά τους στα εκατό μέτρα διέκριναν μηχανές της ομάδας ΔΙΑΣ να φτιάχνουν ένα αυτοσχέδιο μπλόκο. Πίσω τους σε απόσταση αναπνοής ήταν οι αστυνομικοί που τους είχαν πάρει στο κυνήγι από την αρχή.

Δεξιά τους ένα στενό. Τρύπωσαν εκεί. Έφτασαν όμως πάλι σε αδιέξοδο. Ένα τοιχάκι ύψους περίπου δύο μέτρων έκλεινε το δρομάκι. Ο ένας έκανε με τα χέρια του σκαλοπατάκι στον άλλο για να ανέβει. Μόλις ανέβηκε ο πρώτος, ο από κάτω του πέταξε και τη τσάντα με τα χρυσαφικά. Οι αστυνομικοί που τους κυνηγούσαν εμφανίστηκαν στο στόμιο του στενού πίσω τους. Αυτός που ανέβηκε, αντί να το σκάσει με τα κοσμήματα , όπως μπορούσε πολύ άνετα να κάνει για να σώσει το τομάρι του, άπλωσε το χέρι του και βοήθησε τον φίλο του να σκαρφαλώσει, χάνοντας έτσι πολύτιμα δευτερόλεπτα. Οι βραχίονες και των δυο ήταν ανάγλυφοι, γεμάτοι σπασμένες φλέβες, σπυριά και πληγές από παλιά τρυπήματα. Οι αστυνομικοί δεν θέλαν να ανεβούν στο τοιχάκι και να αφήσουν τις μηχανές τους. Επέλεξαν να κάνουν τον κύκλο και να βρουν τους ληστές στην άλλη πλευρά. Όταν όμως περνώντας με ατέλειωτα ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στους πεζούς κατάφεραν να φτάσουν εκεί, οι ληστές ήταν άφαντοι. Οι αστυνομικοί ενημέρωσαν το κέντρο και περίμεναν νέες οδηγίες.

Οι δυο ληστές βγήκαν σε έναν άλλο πολυσύχναστο δρόμο και προχωρούσαν τώρα πιο ήρεμα, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Προσπαθούσαν να δείξουν φυσιολογικοί. Αν και αυτό ήταν δύσκολο γιατί ο ένας τους είχε σκισμένο φρύδι και ένα λεπτό κόκκινο αυλάκι κατέβαινε στο μάγουλό του. Είχε χτυπήσει πάνω στη βιασύνη του καθώς ανέβαινε το τοιχάκι, και δεν το είχε καταλάβει, παρά μόνο τώρα. Οπότε αναγκάστηκε να κλείσει κάπως την πληγή με το μανίκι του, με αποτέλεσμα το τριμμένο ρούχο του να γεμίσει αίματα. Ο άλλος κρατούσε την τσάντα με τα κοσμήματα όχι στην πλάτη όπως φοράμε συνήθως τα backpack, αλλά στην αγκαλιά σαν να κρατάει ένα μωρό. Ήταν και οι δυο τους ακόμα σε επιφυλακή. Αν τους έβλεπε κάποιος αστυνόμος, ακόμα και αν δεν ήξερε για την καταδίωξη, θα τους σταματούσε να ζητήσει τα στοιχεία τους. Στη γωνιά του δρόμου εμφανίστηκαν τέσσερις αστυνομικοί πεζοί. Ήταν ενήμεροι από το κέντρο. Όρμησαν κατευθείαν πάνω τους.

Το κυνηγητό άρχισε πάλι. Και αυτή τη φορά τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα για τους δυο φυγάδες αν δεν τους ευνοούσε η τύχη ή η θεία πρόνοια. Καθώς έτρεχαν απελπισμένοι σχεδόν στα τυφλά, πέσαν πάνω στην πομπή μιας κηδείας. Θα πρέπει να κηδευόταν κάποιος δημοφιλής άνθρωπος, ενδεχομένως ηθοποιός ή τραγουδιστής και το ξόδι του το συνόδευε λαοθάλασσα. Οι δυο ληστές, χωρίς δεύτερη σκέψη, ανακατεύτηκαν με τον κόσμο μπας και καταφέρουν να ξεφύγουν. Προχώρησαν μάλιστα μπροστά, σπρώχνοντας με τα χέρια τους τα σώματα που τους έκλειναν τον δρόμο, και έφτασαν εκεί που ήταν η οικογένεια του νεκρού. Κάποιοι συγγενείς μαλλιοτραβιόνταν και χτυπιόνταν και επομένως δεν τους φάνηκε παράταιρο που ο ένας από τους ληστές αιμορραγούσε. Πιθανόν να ανήκε και εκείνος στο σόι.

Οι τέσσερις πεζοί αστυνομικοί μπήκαν επίσης στην πομπή και χωρίστηκαν για να καλύψουν μεγαλύτερη περιοχή. Ψάχναν ανάμεσα στον κόσμο, κατεβάζοντας τα χέρια από όσους έκλαιγαν και έκρυβαν με τις παλάμες το πρόσωπό τους, σηκώνοντας όσους ήταν σκυμμένοι και τραβώντας βίαια όσους ήταν γυρισμένοι πλάτη. Οι ληστές, καμουφλαρισμένοι ανάμεσα στους συγγενείς, έβλεπαν τους διώκτες τους να πλησιάζουν.

Εκείνη τη στιγμή ένας συγγενής σταμάτησε αυτούς που κουβαλούσαν το φέρετρο για να το βάλουν στη νεκροφόρα και άρχισε να φωνάζει σε έξαλλη κατάσταση να τον θάψουν και κείνον μαζί με τον νεκρό. Μάλιστα πάνω στην τρέλα του ξεσκέπασε το φέρετρο από το καπάκι του φανερώνοντας τον αγαπητό νεκρό. Οι ληστές, βλέποντας το ωχρό προφίλ του, πάλι δεν φάνηκαν να τον γνωρίζουν. Όμως πάνω στον πανικό που προέκυψε, με χέρια που απλώνονταν να αγγίξουν το λείψανο, με γοερές κραυγές που έρχονταν από παντού, ο ένας από τους δύο, εκείνος που κρατούσε τη τσάντα, βρήκε ευκαιρία να βγάλει το σακουλάκι με τα κοσμήματα από κει και να το χώσει μέσα στο φέρετρο, κάτω από το προσκεφάλι του νεκρού. Καθώς έβλεπε ότι ο κλοιός των αστυνομικών στένευε, δεν ήθελε να τον συλλάβουν με τη λεία στα χέρια. Από την άλλη δεν του πήγαινε η καρδιά και να πετάξει κάτω αυτά που με τόσο κόπο απέκτησε.

Σχεδόν αμέσως το φέρετρο σφραγίστηκε και πάλι. Ο τελετάρχης της κηδείας ζήτησε με φωνές και με απειλές από τους παρευρισκόμενους να συμπεριφέρονται πιο κόσμια. Ο θρήνος αμέσως κόπασε.

Οι αστυνομικοί αν και είχαν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από τους ληστές, δεν τους είχαν αντιληφθεί ακόμα. Αλλά ήταν θέμα δευτερολέπτων.

Τότε ένας παπάς που συνόδευε την κηδεία πλησίασε την ομάδα των αστυνομικών και τους ζήτησε με πολύ έντονο ύφος να σεβαστούν την κατάσταση και να μην ενοχλούν τους πενθούντες. Η τάξη έπρεπε να αποκατασταθεί αμέσως. Οι αστυνομικοί με διαλακτικό ύφος αποφάσισαν να παρατήσουν την κηδεία και να ψάξουν αλλού τους φυγάδες.

Λίγη ώρα αργότερα ο νεκρός, μαζί με τα κλοπιμαία, θάφτηκε υπό τον ήχο εμβατηρίων στο Α΄ νεκροταφείο της πόλης. Οι νεκρολογίες που ειπώθηκαν ήταν βαρετές και πολλές και οι δυο ληστές μην έχοντας που αλλού να πάνε, έκατσαν και τις άκουσαν όλες. Παρακολούθησαν την ταφή με ύφος περίλυπο, πράγμα που ταίριαζε με την περίσταση.

Η κηδεία τέλειωσε και ο κόσμος έσπασε. Βράδιαζε. Οι δυο ληστές ήταν ακόμα εκεί. Μάλωναν τώρα προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο. Κατηγορούσε ο ένας τον άλλο για ό,τι έγινε. Μπορεί να είχαν γλιτώσει από τους αστυνομικούς, αλλά είχαν χάσει τα κοσμήματα. Πώς θα τα πέρνανε πίσω;

Ο με το κομμένο φρύδι είπε πως δεν είχαν άλλη επιλογή, έπρεπε να περιμένουν μέχρι να σκοτεινιάσει για τα καλά και να συλήσουν τον τάφο. Θα έσκαβαν, θα άνοιγαν το φέρετρο και θα έπαιρναν πίσω το πολύτιμο σακουλάκι. Δεν ήταν τόσο απλό όμως. Ο άλλος φοβόταν από μικρός τα φαντάσματα και τους βρικόλακες. Να κάτσει νύχτα στο νεκροταφείο και να κάνει τέτοιο πράγμα, του κοβόταν η χολή μόνο με τη σκέψη. Άσε που δεν είχαν φτυάρια για να σκάψουν.

Το πρόβλημα αυτό λυνόταν γιατί υπήρχαν φτυάρια και αξίνες στο αποθηκάκι στην άκρη του κοιμητηρίου. Δεν είχαν παρά να παραβιάσουν την κλειδαριά του. Πράγμα εύκολο για εκείνους. Όσο για τις ανόητες φοβίες, ίσως είχε έρθει η ώρα να τις αντιμετωπίσει, του είπε ο άλλος. Μεγαλύτερο πρόβλημα αποδείχτηκε ότι ήταν και οι δυο τους άπνοοι, αδύναμοι και αποσκελετωμένοι και δεν είχαν ενέργεια για να εκτελέσουν ένα τέτοιο έργο.

Παρ’ όλα αυτά, μόλις έπεσε για τα καλά το βράδυ, βάλαν μπρος.

Ευτυχώς το χώμα ήταν μαλακό και δεν τους παίδευσε. Τα ισχνά τους μπράτσα πήραν φωτιά. Είχαν καιρό και οι δυο να κάνουν χειρωνακτική εργασία. Ο με το σκισμένο φρύδι θυμήθηκε τότε που ήταν παιδί και βοηθούσε τον πατέρα του στο χωριό. Κάποτε είχαν χωράφια. Δεν απέμεινε τίποτα πια.

Βγάλαν όλο το χώμα και μπορούσαν τώρα να ανοίξουν το καπάκι. Ήταν τυχεροί και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τους είχε αντιληφθεί κανείς. Με το που πήγαν να ακουμπήσουν το φέρετρο κάτι ακούστηκε σαν βήχας. Κουρνιαξαν και οι δυο στην τρύπα που είχαν ανοίξει. Μήπως ήταν κανένας φύλακας. Κοίταξαν προσεκτικά. Γύρω ερημιά. Οι μαρμάρινοι τάφοι γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο.

«Από μέσα ακούστηκε» είπε αυτός που φοβόταν και έδειξε το φέρετρο.

«Μη λες βλακείες» είπε ο άλλος. «Έλα».

Πιάσαν το καπάκι να το τραβήξουν αλλά ξαναακούστηκε βήχας. Και ήταν ξεκάθαρα μέσα από το φέρετρο. Αυτός που φοβόταν πετάχτηκε σαν ελατήριο και βγήκε από την τρύπα. Ο άλλος έμεινε εκεί μην ξέροντας τι να κάνει.

«Πάμε να φύγουμε.»

«Σκάσε.»

Ο ληστής με το σχισμένο φρύδι τράβηξε προσεκτικά το καπάκι. Ο νεκρός που βρισκόταν μέσα άνοιξε τα μάτια του διάπλατα και ορθώθηκε σαν να έβλεπε εφιάλτη. Τότε και οι δυο ληστές πετώντας τα φτυάρια άρχισαν να τρέχουν όσο πιο γρήγορα γίνεται μακριά από το φρικιαστικό μέρος. Δεν προλαβαν όμως να απομακρυνθούν πολύ. Ο ληστής με το σχισμένο φρύδι σταμάτησε ξαφνικά και μπροστά στα έκπληκτα μάτια του συντρόφου του, γύρισε αποφασιστικά προς τα πίσω. Πήδηξε ξανά μέσα στον τάφο και παραμερίζοντας τον πρώην νεκρό που έβηχε και προσπαθούσε σαστισμένος να καταλάβει τι του είχε συμβεί, άρπαξε το σακουλάκι με τα κοσμήματα. Χωρίς να ανταλλάξει κουβέντα με τον πρώην νεκρό, ξαναανέβηκε στο στόμιο της τρύπας και έφυγε μαζί με τον φίλο του που τον περίμενε, τρέμοντας, πιο πέρα.

Την άλλη μέρα στην τηλεόραση έπαιζε ρεπορτάζ για τη «νεκροφάνεια» και την καλή τύχη του ανθρώπου που αν δεν του είχαν ανοίξει το φέρετρο κάποιοι άγνωστοι τώρα θα ήταν οριστικά νεκρός από ασφυξία. Ο δημοσιογράφος και ο πρώην νεκρός, που ήταν τελικά ένας γνωστός άνθρωπος των γραμμάτων μιλήσανε για «θαύμα», για «θεία πρόνοια», για «αγγελική παρέμβαση». Ο πρώην νεκρός άνθρωπος των γραμμάτων, βέβαια, δεν πίστευε σε θαύματα. Αυτός έκανε λόγο για «μυστήριο της φύσης», για «σπάνιο ιατρικό φαινόμενο» και για «πράγματα που δεν μπορούμε να καταλάβουμε».

Οι δυο ληστές έβλεπαν το ρεπορτάζ στην τηλεόραση της τρώγλης όπου έμεναν. Ήταν βυθισμένοι στον ξεχαρβαλωμένο καναπέ τους σαν ρούχα που κάποιος τα πεταξε ασιδέρωτα εκεί. Χαμογελούσαν με απλανές βλέμμα. Είχαν μόλις σουτάρει πρέζα.

«Ρε συ που τον ξέρω αυτόν;» ρώτησε ο ένας που φοβόταν το προηγούμενο βράδυ.

«Γνωστή φάτσα» είπε ο άλλος.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

φωτογραφία Ιωάννας Χρονοπούλου