Ἡ Ἰχθυοσαυρική Ρήγαινα τῆς Νάσας Παταπίου, ἄλλως: Ἡ διφυής ἀθανασία χειρογράφων τε καί ποιημάτων

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Νάσα Παταπίου, Μελουζίνης ενώτια ή Η ωραία που έρχεται, Καστανιώτης, 2019

Eὐθύς ἐξαρχῆς θέλω νά πῶ ὅτι τό κυρίαρχο σύμβολο τῆς Ἰχθυοσαυρικῆς Κόρης πού βλέπω να ἐκδιπλώνεται σέ ὁλόκληρη τή συλλογή τῆς Νάσας Παταπίου, ἀποτελεῖ τόν συνδετικό ἱστό τεσσάρων διαφορετικῶν ἐπιπέδων:  ἱστορικό,  κοινωνικό,  ὑπεριστορικό καί ὑπερφυσικό. Ὡστόσο, δέν ἀποτελεῖ  «συνδετικό ἱστό» μόνο. Ἐλπίζω πώς στή συνέχεια θά δείξω γιατί.

Ὅσον ἀφορᾶ στά «ἐπίπεδα», θά μποροῦσαν νά ὁριστοῦν ἐπίσης ὡς «διαστάσεις», «παράμετροι», «συντεταγμένες» ἀναφορικά μέ τόν χωροχρόνο ἤ ἀλλιῶς:

α) Τόν ἱστορικό χρόνο καί τό ἀντίστοιχο γεωγραφικό στίγμα ἐπί γῆς.

β) Τό συμπαντικό ἄχρονο, ὅπως ἀντικρατοπτρίζεται στόν ψυχικό χῶρο τόσο τοῦ συνειδητοῦ ὅσο καί τοῦ ἀσυνειδήτου.

Ἡ πρώτη κατηγορία ἔχει νά κάνει μέ ἀντικειμενικές πραγματικότητες, πού ὅλες τους ἀνακεφαλαιώνονται καί ἐπικεντρώνονται στήν Νῆσο Κύπρο, γενέθλια γῆ τῆς ποιήτριας.

Ἡ δεύτερη κατηγορία ἀφορᾶ στήν ὑποκειμενική πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἑδράζεται στό ψυχικό ἔδαφος καί ὑπέδαφος τῆς ἴδιας τῆς ποιήτριας.

Μέ τά παραπάνω προτίθεμαι καί ἀποπειρῶμαι νά σκιαγραφήσω, ἔστω ἀχνά, τήν ἀπέραντη ἐπικράτεια τῆς μορφῆς τῆς Μελουζίνης, γιατί αὐτή ἡ Ἰχθυοσαυρική Κόρη ἀναδύεται ἀπό τόν βυθό κάθε ποιήματος τῆς συλλογῆς, πού φέρει ἄλλωστε τό ὄνομά της. Ὀφείλω λοιπόν νά διορθώσω τή λέξη σύμβολο πού χρησιμοποίησα ἀρχικά, καί στή θέση της νά βάλω μιά πολύ εὐρύτερη: αὐτήν τῆς Ἀρχετυπικῆς Ὀντότητας ,πού ἐκδηλώνεται καί ἐκφράζεται μέσῳ ποικίλων συμβόλων.

Ἀρχίζοντας, λοιπόν, ἀπό τό ἐδῶ καί τό τώρα τῆς συγκεκριμένης γεωγραφικῆς περιοχῆς τοῦ πλανήτη μας, ἐννοῶ τήν Μεσόγειο, ἡ Μελουζίνη ἀντιπροσωπεύει τήν Κύπρο, ἀντιπροσωπεύει τήν πατρίδα τῆς Νάσας Παταπίου. Μέ ὅποιο τρόπο κι ἄν μιλάει γιά τήν Μελουζίνη, ἡ ποιήτρια ἀφηγεῖται τά πάθη, τίς πληγές, τίς περιπέτειες, τίς συμφορές τῆς πατρίδας της· ὅπως ἐπίσης ὑμνεῖ τήν ὀμορφιά τῆς γῆς της, μνημειώνοντας κάθε πέτρα της – κάθε μικρό χορτάρι, λατρεύοντάς τα στόν ἀπόηχο τῆς λατρείας τοῦ Γενάρχη τῆς Ἑλληνικῆς Ποίησης π.χ. στό Γ΄ Σχεδίασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων: Δόξα ’χ’ ἡ μαύρη πέτρα του καί τό ξερό χορτάρι.

Τό ἱστορικό παρόν, τά τραγικά ἀδιέξοδα, ἡ ἐκκρεμότητα πού διαρκεῖ καί διαρκεῖ ἀπό τήν κατοχή καί διχοτόμηση τῆς Κύπρου, ξεφεύγοντας ἀπό τά ἐκφραστικά μοτίβα ( πού μᾶλλον ἐπικρατοῦν στήν σύγχρονη Κυπριακή ποίηση ), ἀποφεύ-γοντας  τήν παγίδευση στήν προσωπική ὀδύνη ἤ θρῆνο ἤ ὀργή, δηλαδή ξεπερνώντας τό ἀντικαθρέπτισμα τοῦ  ἰδιοπρόσωπου ψυχισμοῦ, ὅλα τά παραπάνω, καί πολλά περισσότερα,  παραχωροῦν τή θέση τους στό βλέμμα μιᾶς ἄχρονης ψυχικῆς ὀντότητας, ἡ ὁποία μετέχει τόσο τοῦ χθόνιου ὅσο καί τοῦ ὑποχθόνιου κόσμου, τόσο τοῦ γήϊνου ὅσο καί τοῦ ἐνάλιου βασιλείου.

Οἱ καταβολές τῆς Μελουζίνης, ἄν καί τό καθίδρυμά της, δηλαδή ὁ οἶκος τῶν Λουζινιάν, ἐγκαινιάζεται στήν Μεσαιωνική Κύπρο, τραβοῦν πέρα ἀπό τήν Γαλλία καί τούς Φράγκους. Οἱ μύθοι της συνδέονται μέ τό Λουξεμβοῦργο, τίς Κάτω Χῶρες καί, ἐκτός Μεσογείου, μέ τή μακρινή Ἀρμενία κατά τή διάρκεια τῶν Σταυροφοριῶν (1095-1291) ἔχοντας τό ὄνομα Μelisendre. Ἰδιαιτέρως σχετίζονται μέ τό Βορρά, κυρίως τίς Κελτικές περιοχές τῆς Γαλατίας. Ὁ Sir Walter Scott  μάλιστα, ἀνθολογώντας μπαλάντες στό Minstrelsy of the Scottish Border (1802- 1803), ἀφηγεῖται ἕναν μύθο τῆς Μελουζίνης ὅπου «ὁ ἀναγνώστης θά βρεῖ τήν νεράϊδα τῆς Νορμανδίας, ἤ τῆς Βρετάνης στολισμένης μέ ὅλη τή λάμψη μιᾶς Ἀνατολίτικης περιγραφῆς».

Ἡ Νάσα Παταπίου, μέ μιά κίνηση ταπεινῆς καί συγχρόνως ἱπποτικῆς ἀναγνώρισης πρός τήν Κόρη καί Δέσποινα, στήν Lady, ὅπως ἀκριβῶς τήν ὑπηρετοῦσαν ὅλοι οἱ Cavalliers τῆς Μεσαιωνικῆς Ἱπποσύνης, τῆς ἀναγνωρίζει τή θέση καί τό βλέμμα μούσας. Σέ ἀντάλλαγμα, ἡ Κόρη τῆς χαρίζει τό ἕνα ἀπό τά Ἐνώτιά της. Ὄχι σάν ἐπιβράβευση κάποιας γυναικείας φιλαρέσκειας, κοκεταρίας, ἐλαφρότητας, ἀλλά ὡς φυλακτήριο, κόσμημα  δύναμης, καί σημεῖο ὑπενθύμισης: ὡσάν νά τῆς χαρίζει κίνητρο ἐγρήγορσης ἔτσι ὥστε νά ἀφουγκράζεται τίς ἐμπνεύσεις πού τῆς δίνει, νά ἐ ν ω τ ί ζ ε τ α ι ὄχι μόνον τήν ἑρμηνεία τῶν ἐπιστημονικῶν της ἀνακαλύψεων ἀλλά καί τήν σημασία τῶν φανερώσεων τοῦ δαιμονίου τῆς ποίησης. Στή λαϊκή γλώσσα (δέν ξέρω ἄν τοῦτο ἰσχύει καί γιά τήν Κυπριακή ντοπιολαλιά, καί δή τῆς Καρπασίας) τονίζεται ἐμφατικά μιά συμβουλή, ὅταν λέμε: Πρόσεξε τί σοῦ λέω καί κρέμασέ το σκουλαρίκι στ’ ἀφτί σου!

Ἔτσι, ἡ ποιητική τῆς Ν. Π. καί στήν πηγή τῆς ἔμπνευσής της, καί στήν αἰσθητική ἀρχιτεκτονική της, καί στή θηλυκή σημειολογία της ἔχει μείζονα ἐξάρτηση ἀπό τήν νεράϊδα Μελουζίνα. Εἶναι ἡ Ποίηση τῆς Μελουζίνας.

Ἄμεση συνέπεια τούτου εἶναι ἡ ἐπαναμάγευση τοῦ κόσμου καί ἡ ἐμβάπτιση τῶν ποιημάτων σέ νάματα πολύρροων, εὔχυμων, ὑδρογενῶν ρημάτων , σέ ἐποχή γλωσσικῆς ἔνδιας καί ξηρασίας. Θά ἔλεγα πώς ἡ Ν. Π. ἀνήκει στή γενιά τοῦ Γέητς, ἄν δέν ἦταν τόσο βασιλικά ἐνδεδυμένη τήν Καρπασίτική της φορεσιά, κι ἄν ὁ θηλυκός Δράκων, μισός γυναίκα – μισός ἰχθύς, δέν ἔφερε πολύ συχνά στίς ἀπεικονίσεις διπλή οὐρά. Δηλωτικό σημεῖο, στήν περίπτωση τῆς Νάσας Παταπίου, τῆς διπλῆς της ἰδιότητας: διακεκριμένης ἱστορικοῦ ἐρευνήτριας καί ποιήτριας ὅπου ὡς ἐπιστήμων ἀσκεῖ τή διανόησή της , καί ταυτοχρόνως ὡς ποιήτρια τήν μαγική, ἐρωτική μυθικότητα τῆς θηλυκῆς της ὑπόστασης.

Συγκατοίκηση εἶναι ἕνα ποίημα δηλωτικό τῆς ἐπίγνωσης τῆς Ν.Π. ὡς πρός τήν διπλή οὐρά τῆς Μελουζίνης, γιά νά χρησιμοποιήσω μιά μεταφορά ἀπό τή δική της ἐπικράτεια. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ Συγκατοίκηση μαζί μέ πλεῖστα ποιήματα τῆς συλλογῆς ἀποκαλύπτουν πώς τά Ἱστορικά Δοκουμέντα ἀνάγονται στήν περιοχή Μυθικῶν Ὄντων, καί ἀμφίδρομα: οἱ παλαιότατοι Μύθοι ἐκβάλλουν στή σύγχρονη πραγματικότητα μέ εὐφυῶς ὑπαινικτική λεπτότητα.

Ἡ ἐπιστημονική ἀναδίφηση ἁλιεύει ἀπό τά ἐρείπια ἤ κάτω ἀπό τά ἐρείπια, στούς βυθούς τῆς Ἀφάνειας, τήν Μελουζίνα· κι αὐτή, στήν ἑρμαφρόδιτη φύση της, στήν μητριαρχική καταγωγή της, ἀναδύεται ἀπό τό συλλογικό ἀσυνείδητο καί χαρίζει τήν ἰσχύ τοῦ Ἰχθυόμορφου Δράκοντα στήν ἔμπνευση τῆς ποιήτριας.

Ἕνα ἀκόμα δῶρο τῆς Νεράϊδας Μελουζίνης στήν συλλογή, ἀπό τήν ἀρχή ἕως τό τέλος, εἶναι ἡ Κινητικότητα: πότε ἱππεύοντας ἄλογα, πότε δελφίνια ἤ κύματα ἡ Ταξιδιώτισσα Ν.Π. διασχίζει τήν ξηρά, παραπλέει ποτάμια, καταβυθίζεται εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης ἤ ἀνίσταται εἰς τούς οὐρανούς, ὅπου τήν ἀναμένει μιά Οὐράνια Πολιτεία ἤ ἕνας Ἐπάνω Κῆπος. Δέν τήν ἀναμένουν μόνον· ταυτοχρόνως τά οἰκοδομεῖ, τά ἐνοικεῖ καί τά καλλιεργεῖ ὡς Οἰκονόμος–Κηπουρός. Καί πάντα, Πολιτεία ἤ Κῆπος, ἤ ὅποιος ἄλλος τόπος, κτῆμα, φέουδο, κάστρο, παραπέμπει ἄμεσα ἤ ἔμμεσα στήν Μία Κύπρο: ὁ λ ό κ λ η ρ η, παρά τίς μεγάλες οὐλές πού τήν χαράζουν, καί τά Λεπίδια πού τήν χωρίζουν τέμνοντας τόσο τό σχῆμα καί τόν ὄγκο τοῦ σώματός της, ὅσο καί τόν πολιτισμό τοῦ λαοῦ της. Ὄχι ὅμως καί τήν ψυχή τῆς Κύπρου! Α ὐ τ ή ν ἀναλαμβάνει ἡ ποιήτρια νά τήν διαφυλάτττει, νά τήν διατηρεῖ καί νά τήν ἀναδεικνύει ὡς Ἀδιαίρετη Ἑνότητα. Στό ἔργο τοῦτο συμμαχοῦν μαζί της δυό δυνάμεις: ἡ πολύμορφη Μελουζίνη καί ὁ Ἔρωτας πού φτερώνουν, μαγεύουν καί μεταμορφώνουν τό πλῆθος τῶν συγκεκριμένων ἱστορικῶν γεγονότων στή διαδρομή τῶν αἰώνων μέσα στό βασίλειο τῆς ποίησης, τουτέστιν μέσα στήν Αὐτοκρατορία τῆς Γλώσσας.

Διαβάζοντας ἕνα ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρον ἄρθρο γιά τήν Ρήγαινα*, ἀντιλήφθηκα πώς ἡ ποιήτρια Ν.Π. συμπυκνώνει τά ὑπέρχρονα χαρακτηριστικά τῆς Ρήγαινας στό δικό της ποιητικό πρόσωπο, καί δίκαια μπορεῖ νά τῆς ἀπονεμηθεῖ ὁ ἀνάλογος τίτλος ἀνάμεσα στούς ἄξιους σύγχρονους, Κυπρίους ὁμοτέχνους της. Τοῦτο ἔχει ἐθνικές, λαογραφικές, μυθολογικές ἀλλά καί θρησκευτικές προεκτάσεις· κατ’ οὐδένα τρόπο δέν περιορίζεται ,πάντως, στίς προσωπικές περιπέτειες τοῦ βίου τῆς ἐκ Καρπασίας ποιήτριας. Αὐτό πού ὀνομάστηκε, μέ μᾶλλον ἀσαφῆ καί πρόχειρο τρόπο, «ἰδιωτικό ὅραμα» δέν ἔχει θέση στά δικά της ποιήματα. Τά ὅρια ἀνάμεσα στή δική της μορφή κι αὐτήν μιᾶς ὑπερπροσωπικῆς θηλυκῆς ὀντότητας  σβήνουν, συμπλέουν, συγχωνεύονται, ἄν καί χωρίς νά συγχέονται – ποιητική πράξη πού θεωρῶ ἐπίτευγμα. Ἡ Ν.Π. εἶναι σίγουρα ὑπερήφανη γιά τήν καταγωγή της, ἀλλά χωρίς οἴηση. Οἱ πληγές τῶν βασιλισσῶν καί τῶν ἀρχοντοκυράδων, πού διαλέγει νά φωτίσει δυνατά, δέν ἀφήνουν περιθώρια γιά ἀλαζονεῖες καί ματαιοδοξίες κάτω ἀπό τόν προβολέα τῶν δεινῶν πού τούς ἐπιφύλασσε τό μέλλον τους. Γι αὐτό οἱ Ρήγισσες ἀγγίζουν τό τραγικό, διατηρώντας, ὡστόσο, ἕως τέλους μιάν ἐπική αὔρα ὁλόγυρά τους. Διευκρινίζω: θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς πώς προελαύνουν καλπάζοντας ὡς Σταυροφόρες πρός ἕνα Ἱπποτικό τέλος. Εἶναι Κυπρογένειες, ἀλλά ταυροχρόνως, ὥς ἕνα βαθμό, ἀρρενωπές, πολεμικές, σκληρές, γυναῖκες μεγάλης ἀντοχῆς.

Ἴσως θά ἔπρεπε ἐκ προοιμίου νά ξεκαθαρίσω ἔτι πλέον τή θέση μου: τά ποιήματά της μέ θέλγουν, μέ ἐθελξαν ἀπό τήν πρώτη ἀνάγνωση. Συνέπεσε μάλιστα ἡ ἀνάγνωση τους μέ μιάν ἀνακάλυψη: διάβασα στά ὀδωνυμικά** τῆς περιοχῆς ὅπου διαμένω, πώς εἶναι ἡ μοναδική γειτονιά μέ Πλατεία ἡ ὁποία ὀνομάζεται Ἐλευθέρας Κύπρου! Ταυτοχρόνως θυμήθηκα πώς παιδί σέ σκέτς, ὅπως τά λέγαμε, σχολικῆς γιορτῆς στήν ἴδια γειτονιά, σέ μένα δόθηκε ὁ ρόλος τῆς Ὑπόδουλης Κύπρου, καί μοῦ πέρασαν ἁλυσίδες στά χέρια · στό τέλος, ὅταν ὅλα τά ἄλλα μέλη – μέρη τῆς Ἑλλάδας πανηγυρικά ἀπελευθερώθηκαν, ἡ Κύπρος ἔπεφτε σπαρακτικά, πάντα ἀλυσοδεμένη, στό ξύλινο πάτωμα τῆς σκηνῆς***…

Εὐθέως ἐπίσης θά πῶ ὅτι θεωρῶ τήν ποιήτρια ἀπόγονο τοῦ Καβάφη, ἐπειδή ἀντλεῖ τά θέματά της ἀπό παρόμοια πηγή. Τή θέση ὅμως τῶν ἐπιτυμβίων ἐπιγραφῶν, στήν περίπτωσή της καταλαμβάνουν τά χειρόγραφα πού ἐρευνᾶ· τήν θέση τῶν ἱστορικῶν προσώπων τῆς ὕστατης ἤ Ἑλληνορωμαϊκῆς ἀρχαιό- τητας, παίρνουν αὐτά τῆς μεσαιωνικῆς Φραγκοκρατίας καί Βενετοκρατίας τῆς νήσου· ὅλα ὅμως τυλιγμένα μέσα στήν ἀχλύ τῶν μύθων καί τήν ἁλισάχνη τῶν θρύλων τῆς Μελουζίνης, ἀναδυομένης ἀπό τά κύματα μαζί μέ τήν Κύπριδα Ἀφροδίτη. Κατά τοῦτο ἡ θηλυκότητα ἤ μᾶλλον τό μυστήριο της εἶναι κυρίαρχο στό ἔργο, πού δέν φιλοσοφεῖ, οὔτε στοχάζεται κατά τό καβαφικό τρόπο, ὅσο νιώθει, συμπαθεῖ, συμπάσχει προσβλέποντας στήν μείζονα, τήν ἕως θανάτου ἔκσταση. Κατά τοῦτο τολμῶ νά πῶ ὅτι θυμίζει τήν ἄλλη Ρωσίδα Μάγισσα:

Μόνη μου χτίζω μέσα σέ μιά νύχτα /Γέφυρες καί παλάτια (…)

Νησιώτισσα εἶμαι / Ἀπό μακρινά νησιά (…)

Σήκω, Τριαδικότητα τῆς ψυχῆς μου: / Λίλιθ-Κύκνος-Λύρα! (…)

Εἴτε ὡς στίχος θά ἀναστηθῶ, εἴτε σάν ἔρωτας θά ἀνθίσω. (…)

Ἐκεῖ πού τό ἄτι μου ξεψύχησε – τό ρυάκι δέν κυλάει,
Ἐκεῖ πού τό ἄτι μου κάλπασε – τό χορτάρι δέν φυτρώνει.****

Θέλω νά πῶ, ὅτι συνδέεται μέ τήν τραγική, ὅσο καί περίπαθη, Μαρίνα Τσβετάγεβα, παρ’ ὅλο πού ἡ ἔκταση τοῦ ἔργου τῆς δεύτερης δέν συγκρίνεται μέ αὐτήν τῆς ὀλιγογράφου Νάσας Παταπίου.

Ποιός εἶναι ὁ Ἔρωτας στόν ὁποῖο παραδίδεται ὅπως δηλώνει; Ἡ γλωσσική παραφορά πολλῶν ποιημάτων μποροῦν εὔκολα νά παραπλανήσουν τόν ἀναγνώστη πώς ἡ αἰσθησιακή Κύπρις ἔχει ἐδῶ τήν πρώτη θέση. Ποιήματα ὅπως τό «Ἔρωτας εἶναι…» ἤ «Στήν Κύπρο δέν καρποφοροῦν οἱ φοινικιές» ἴσως μποροῦν νά ὑποστηρίξουν δυνατά τήν ἐντύπωση ἐρωτικῶν καλεσμάτων.

Χωρίς νά  ἀποκλείω παντελῶς αὐτήν τήν ἐντύπωση, δέν τήν συμμερίζομαι πλήρως· κατά τή δική μου ἀνάγνωση, ὁ Ἔρωτας τῆς Μελουζίνης περισσότερο μοιάζει μέ χρυσή προσωπίδα πού φορᾶ ἡ ποιήτρια, μέ χρυσή ἄλλοις λόγοις …πρόφαση! Ἐκεῖνο πού πρωτίστως ποθεῖ, δέν ἐξαντλεῖται στή μορφή ἑνός ἄνδρα, ἀκόμα κι ἄν πρόκειται γιά τόν Ἀρχιθαλάσσιο ἤ ἀλλιῶς Capitano da Mar ἤ ἀλλιῶς Ἀρθοῦρο Ρεμπώ. Τό δυσεύρετο ἐρωτικό φίλτρο πού ζητᾶ, τό κατέχει ἕνας ποιητής τόν ὁποῖο Προσκαλεῖ σέ Δεῖπνο, στό ὁμώνυμο ποίημα. Κι ἀφοῦ τοῦ προσφέρει ὅ,τι καλύτερο καί πολυτιμότερο ἔχει, τοῦ θέτει τό ἐρώτημα πού τήν καίει:

Στό τέλος, ἐάν το δεῖπνο μου σᾶς εὐχαρίστησε/προτοῦ κατέλθετε ἐκεῖ πού κάποτε θά φτάσουμε ὅλοι/ἐπιθυμῶ διακαῶς νά σᾶς ρωτήσω./Πεῖτε μου γιά τήν ἔμπνευση, γιά τήν ἐξύψωση τῆς ποίησης/πῶς εἶναι ἀλήθεια τόσο δυνατή, πῶς συγκινεῖ ὥστε νά διασχίζει τούς αἰῶνες;

Γι’ αὐτό,  ἰσχυρίζομαι πώς ἡ λαγνεία, ἡ ἄθληση τοῦ πάθους, οἱ συγκινήσεις σέ ὑψηλές θερμοκρασίες ἔρωτος, ὅπου ἀναφέρονται, δέν ὁδηγοῦν σέ σαρκική ἄφατη ἡδονή, ἀλλά ὁδηγοῦνται καί παρασύρουν ἀνεξέλεγκτα ἀπό οὐράνιες δυνάμεις. Καί γιά τοῦτο ἡ συλλογή Μελουζίνης Ἐνώτια δέν ἀποτελεῖ συλλογή ἐρωτικῶν ποιημάτων, ἀλλά μιάν ἀλχημική πορεία Μεταμορφώσεων, ὅπου ὁ Ἔρωτας συνδέει, ὡς ἀναγκαῖος τρίτος ὅρος – μεσάζων, τό Παρόν μέ τό Παρελθόν, τήν Ἱστορία μέ τούς Θρύλους, τά Λεπίδια τῶν Τραυμάτων μέ τήν Μνήμη· εἶναι ὁ Παράνυμφος στόν ἀρραβώνα τοῦ Ποιητῆ μέ τή Χώρα ἤ Νῆσο ἤ Λαό ἤ Πόλη (καί νάτος πάλι ὁ Καβάφης!), τῆς ὁποίας τήν Ἐλευθερία ποθεῖ,  καί ὁ  ἀγύρτης Μαιευτήρ τῆς Τέχνης καί τοῦ Μέλλοντος. Ἔχει νά κάνει μέ τήν Πλατωνική Θεία Μανία τῶν ποιητῶν, καί συνδέεται ἔτσι μέ τήν Ὡραία πού ἔρχεται, δεύτερο,ἐπεξηγητικό ἤ ἐναλλακτικό, τίτλο τῆς συλλογῆς.

Τί νά πρωτοπεῖ κανείς γι’αὐτή τή φράση! Ἐνδεικτικά ἄς ἀναφερθοῦμε στά ἑξῆς:

α) Ὡς μετοχή στήν καθαρεύουσα, ἡ ἐρχομένη  εἶναι κάποια πού βρίσκεται καθ’ ὁδόν, πού μόλις ἦρθε προερχομένη ἀπό κάπου, καί τέλος πού θά ἔρθει ὡς ἑπομένη ἤ προσεχής.

β) Στήν Π.Διαθήκη διαβάζουμε πώς ὁ Θεός ἀποκαλύπτει στόν Μωϋσῆ τό ὄνομά του ὡς  Ὁ  Ὤν (: Ἐγώ εἰμί ὁ Ὤν – Ἔξ.3,14). Στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου δίδεται ἕνα ἄλλο ἐξ ἴσου σημαντικό ὄνομα: «ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος», ὅπου δηλώνεται πλέον ξεκάθαρα ἡ κίνηση πού κυριαρχεῖ, ἡ ἔλευση, ἡ ἀποκάλυψη, ἡ μετάδοση πρός ἄλλα πρόσωπα.

Στό Ἄσμα Ἀσμάτων διαβάζουμε «Ἀνάστα, ἐλθὲ ἡ πλησίον μου, ἡ καλή μου, ἡ περιστερά μου… δεῖξόν μοι τὴν ὄψιν σου, καὶ ἀκούτισόν με τὴν φωνήν σου, ὅτι ἡ φωνή σου ἡδεία, καὶ ἡ ὄψις σου ὡραία»… (β´ 10-13). Στό ἴδιο βιβλίο ἡ Παναγία προτυπώνεται, χαρακτηριζόμενη ὡς Ὄρθρος. Εἶναι αὐτή γιά τήν ὁποία ὁ Σολομών λέει: «Τίς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡς ὁ ἥλιος, θάμβος ὡς τεταγμέναι;»

Ποιά εἶναι Ἐκείνη πού ἔρχεται σάν τό χάραγμα τῆς αὐγῆς, ὄμορφη σάν τή σελήνη, ἐκλεκτή σάν τόν ἥλιο καί ἐκθαμβωτική σάν μιά δέσμη ἀπό ὁλόφωτες ἀκτίνες;

Προφητικός ὁ Σολομών, μέ τήν ποιητική του ἐνόραση διακρίνει στά σκότη Ἐκείνην πού ἔρχεται φέρνοντας μαζί της τό Φῶς. Ἀλλά ἡ Φέρουσα καί τό Φερόμενον Φῶς δέν ἀποτελεῖ μιά χωριστότητα, μιά διαίρεση, ἀλλά εἶναι μιά ἑνότητα δίχως σύγχυση.

Ψάχνοντας γι’ αὐτήν τήν ἀτέλειωτη σέ νοήματα φράση, βρῆκα τό ἑξῆς γραμμένο ἀπό τόν μακαριστό ἐπίσκοπο Χαλκηδόνος Μελίτωνα: «᾿Ιδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται!… ᾿Απὸ τὰ βάθη τῆς αἰωνιότητος ξεκινᾶ. ᾿Απὸ τὰ ὕψη τῆς θείας μεγαλειότητος κατεβαίνει. Καὶ ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς κραταιᾶς Βασιλείας, μέσα ἀπὸ τὸ μονοπάτι τῆς ἀνοίξεως, τὴν γαλανὴ αὐτὴ νύκτα, περνᾶ στὴν περιοχὴ τῆς ζωῆς μας… ῎Ερχεται… ᾿Ιδοὺ ὁ Θεὸς ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός… Καὶ ἔρχεται πρᾶος καὶ γλυκὺς σὰν τὴν ἀνοιξιάτικη αὔρα. ᾿Αλλὰ σταθερὸς καὶ ἀποφασιστικὸς καὶ τρομερός, σὰν τὴν ἀληθινὴ καὶ τελεία ἀγάπη, ποὺ εἶναι ἕτοιμη γιὰ ὅλα, ποὺ θὰ μείνῃ ἐκεῖ ὥς τὸ τέλος, διεκδικώντας μὲ τὸ καλάμι Του, τὴν ρομφαία Του, ἕναν-ἕναν ὅλους μας, μέχρι τὸν τελευταῖο, ἀπὸ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, διεκδικώντας σπιθαμὴ πρὸς σπιθαμὴ ὅλην αὐτὴ τὴν ἀπέραντη καὶ ὡραία χώρα τῆς ψυχῆς μας, τὴν εἰκόνα Του, μέχρι τὴν τελευταία κώχη τῆς ἀντιστάσεώς της» (ΧΑΛΚΗΔΟΝΙΑ, σσ. 439-440).

Ἐπιστρέφοντας στούς ποιητές, θυμίζω τόν Ρίλκε ὅταν γράφει στόν νέο ποιητή γιά τό Θεῖο Πρόσωπο: Γιατί νά μή σκεφτόσαστε πώς εἶναι ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Ἀναμενόμενος πού θα φτάσει ἀπ’ τήν Αἰωνιότητα, ὁ Μελλόμενος, ὁ τέλειος καρπός ἑνός δέντρου πού ἐμεῖς εἴμαστε τά φύλλα του;

 

Ἡ Νάσα Παταπίου  ἀσφαλῶς δέν θεολογεῖ, ἄν καί θά ἔλεγα πώς περνάει ξυστά ἀπό τούς ἀγρούς μιᾶς θεολογίας πού θα μπορούσαμε νά τήν ὀνομάσουμε: Θεολογία τῆς  Προσδοκώμενης Ἐλευθερίας , παραμένοντας μιά ποιήτρια ἡ ὁποία κυρίως ἀντλεῖ ἀπό τήν Ἱστορία.

Ἡ ποιήτρια ἀσφαλῶς ὀμνύει στόν Ἔρωτα κατά τόν τρόπο τῶν Ἀρχαίων/ Ἐθνικῶν. Κι ὅμως δέν εἶναι αὐθεντική παγανή, αὐθεντική Χθόνια! Καί μοῦ ἀρκεῖ νά ἀναφερθῶ στό κρεσέντο τῶν Ἐνωτίων τῆς Ὡραῖας πού Ἔρχεται, ὅπου μιά Τριάδα ἀφανισμένη, Ἡ Χρυσοπράσινη, ἡ Πετόμενη καί ἡ Γοργοεπήκοος, ἀναφαίνεται, κατά τό Ἦλθες Ἐφάνης πού ψάλλεται τήν Ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. Ἐδῶ βρισκόμαστε ἐνώπιον μιᾶς θαυμαστῆς μεταμόρφωσης τῆς Μελουζίνης… ἐκχριστιανισμένης, ἀκόμη καί ἐρήμην τῆς συνειδητῆς πρόθεσης τῆς Ν.Π.

Ἄν ἡ ποιήτρια δέν κινδυνεύει νά πνιγεῖ μέσα στό ἐπίφοβο καταβύθισμα, στήν σαγήνη τοῦ ἰχθυόμορφου δράκοντα (βλ. Ὑποθαλάσσια Πόλη) εἶναι γιατί …Ὁ Ἐπάνω Κῆπος εἶναι ἡ εὐτοπία της! Καί ἡ δική μας!

Χρειάζεται ὡστόσο προσεκτική ἔρευνα γύρω ἀπό τό ἄν πράγματι πρόκειται  γιά εὐτοπία ἤ οὐτοπία, ἤ κυρίως γιά  ἀντιστάθμισμα στό τραχύ καί ἀπειλητικό παρόν. Αὐτό τό τελευταῖο (τῆς ἀντισταθμιστικῆς δράσης μέσα στήν Ἱστορία-Κοινωνία) θά μέ ἐνδιέφερε πολύ περισσότερο ἀπό τά ἄλλα, γιατί ἔχει νά κάνει ἄμεσα μέ τήν ποιητική λειτουργία στήν νομοθετική διάσταση της, ὅπως τό ἔθεσε ὁ Shelley, καί …ἔτι πλέον!

Τί συμπέρασμα μπορεῖ νά συναχθεῖ ἀπό ὅλα τά παραπάνω; Ἡ καλή ποίηση πάντα ἀνοίγει μιάν ἤ πολλές δέσμες ἀπό δρόμους. Χαίρομαι πού ἔτσι συμβαίνει μέ αὐτό τό μικρό βιβλίο τῶν Μεταμορφώσεων τῆς Μελουζίνης, και, μέ ἀγάπη, θυμοῦμαι πάνω σ’ αὐτό τόν μακαριστό Κ. Ε. Τσιρόπουλο, ὅταν συχνά ἔλεγε:

«Τά καλά βιβλία εἶναι τό πλεῖστον μικρά βιβλία». Πέραν τούτου, ἕνας ἀπό τούς δρόμους πού ἀνοίγει, γιά τόν δικό μου ἀναστοχασμό εἶναι μᾶλλον ἕνας Κόμβος – μέ τήν διπλῆ του σημασία: τοῦ κρίσιμου σημείου μιᾶς διαδρομῆς καί τοῦ συγκρουσιακοῦ σημείου ἑνός ἀδιεξόδου.Εὐθύς ἀποπειρῶμαι διευκρίνιση:

 

Καθώς τόσο τό ψυχικό ὑπέδαφος τῶν ποιημάτων, ὅσο καί ἡ ἀγωνία γιά τό μέλλον τῆς πατρίδας της, μέσα στήν ἱστορική ἐκκρεμότητα ἑνός παγιωμένου ἀπό τό κοφτερό λεπίδι τῆς 9ης Ἰουλίου*****… ἀδιεξόδου, ἡ ποιήτρια αἰῶρες στερεώνει στό ἀχανές γαλάζιο τ’οὐρανοῦ (τή γονική κληρονομιά της). Τά περισσότερα ποιήματα, ὀνειρικές ἀφηγήσεις, συμβαίνουν νύχτα ἤ καθ’ ὕπνον, ὅταν τήν ἐπισκέπτονται ἐφιάλτες θλίψεων καί τρόμων μαζί μέ προφῆτες, μάγισσες, μάντισσες, περήφανα ἄτια, Σκιές: οἱ μεταμορφώσεις τῆς ἰχθυόμορφης Μελουζίνης, ἀπό τήν Σκοτεινή Μητέρα ἕως τήν Pregnant Virgin******,  ἕως τίς Ὑποθαλάσσιες Πόλεις πού, ὡστόσο, αὐτοπροσδιορίζονται καί συστήνονται ὡς Οὐράνιες (σελ 49). Ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή· ὁδός Ἡρακλείτια. Τό καταβυθισμένο εἶναι πάντα παρόν, ἀλλά ἡ ποιήτρια δέν δύναται νά προτείνει συγκεκριμένη λύση γιά τήν ἄρση τοῦ ἀδιεξόδου. Δέν εἶναι ἄλλωστε αὐτός ὁ κλῆρος τῶν ποιητῶν στόν σύγχρονο κόσμο. Ὁπότε, τί ἀπομένει;

Κυρίως ἕνα Κάλεσμα, κατάληξη συνειδητῆς ἐπεξεργασίας, ἐπιλογῆς καί ἀπόφασης τῆς ποιήτριας ὅπως ἐκφράζεται στό ποίημα Ἡ Γῆ τῶν Ποιητῶν.

Μέ μιά τολμηρή ἀναλογία, ἡ ἴδια τό ἀκούω, τό νιώθω, τό ἑρμηνεύω ὡς μιά

Λ ε ι τ ο υ ρ γ ι κ ή  Χ ε ι ρ ο ν ο μ ί α, ἀπευθυνόμενη στούς ποιητές ὡς σέ ἐκκλησίασμα· ἕνα, μ’ ἄλλα λόγια, ἐκφωνούμενο Ἄνω Σχῶμεν τάς Καρδίας.

Ἐδῶ καταδεικνύεται ἡ θέση, τό πρόταγμα, τό ἐφ ῳ ἐτάχθησαν ἐν κοινωνίᾳ, ἀπό αἰώνων οἱ ποιητές: νά εἶναι πτηνά ἀεροπόρα. Νά ἀρκοῦνται στόν οὐρανό· ἑπομένως, εἴτε νά πιστεύουν στόν καταβάντα ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ Ἄρτο, εἴτε νά ἀφοσιώνονται στό ζύμωμα τῶν σιλίχνιων, (σελ 30), πού, αὐθαιρέτως καί ἀνορθόγραφα, ἐπιμένω νά τά διαβάζω Σ ι λ ύ χ ν ι α !! Φτερωτούς Λύχνους, Ἀεροπόρους Λύχνους, Πτηνόμορφους Λύχνους. Νά τί προτείνει τό Κάλεσμα τῆς ποιήτριας στούς ὁμοτέχνους της, σήμερα, σ’ αὐτήν τήν τρομερή, τήν ἀπό πολλούς ἀποκαλούμενη ἀποκαλυπτική ἐποχή.

Ἀλλά οἱ πτηνόμορφοι λύχνοι, ἀλλοῦ φωτίζοντας, π ο ῦ δείχνουν;  Γιά τήν Παταπίου, ἄν τήν ἑρμηνεύω σωστά, πρός μιάν ἐπιποθούμενη Ἐλευθερία πού Ἔρχεται…

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς

(*) Κύπρος, Λαογραφία, Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια :

Η ρήγαινα είναι το πιο γνωστό αλλά και το πιο μυστηριώδες πρόσωπο των θρύλων και των παραδόσεων της Κύπρου. Απαντάται παντού, σε κάθε μέρος του νησιού, σχετιζόμενη με αρχαία και μεσαιωνικά οικοδομήματα, με ωραίες τοποθεσίες, σπηλιές και χαλάσματα, πηγές και ποταμούς, εκκλησίες και ξωκλήσια, βουνά και κάμπους, κρυμμένους μυθικούς θησαυρούς. Στις παλαιές ιστορίες σχετίζεται ακόμη με ρηγάδες, με πολεμιστές, με τον ίδιο το Διγενή Ακρίτα κάποτε, και με άλλα επίσης μυστηριώδη πρόσωπα. Εκατοντάδες αρχαία ερείπια, σε πολλά μέρη του νησιού, ανήκουν στη ρήγαινα, όπως ανήκουν κάμποι και βουνά και, σε τελευταία ανάλυση, ολόκληρη η Κύπρος.

Οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά της περίφημης αυτής ρήγαινας της Κύπρου ποικίλλουν: άλλοτε καλόκαρδη, άλλοτε σκληρή και εκδικητική, άλλοτε μαχητική και αγωνίστρια, άλλοτε πάλι αδύναμη και απροστάτευτη, συνήθως κατοικεί σε υψηλές κορφές ή αποτραβιέται σε απόμερες σπηλιές. Είναι όμως πάντοτε υπερβολικά όμορφη, υπερήφανη και ανεξιχνίαστη. Δεν έχει όνομα. Όλοι τη γνωρίζουν ως ρήγαινα, βασίλισσα δηλαδή. Κατά κανόνα είναι πολύ πλούσια και έχει κρυμμένους θησαυρούς που πολλοί προσπάθησαν στο παρελθόν να βρουν – αλλά μάταια.

Οι μύθοι για τη ρήγαινα είναι πάρα πολλοί, εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες. Δυστυχώς δεν έχει γίνει, μέχρι σήμερα, συλλογή των αφηγημάτων αυτών που σχετίζονται με τη ρήγαινα, ούτε και έχει δημοσιευτεί οποιαδήποτε ολοκληρωμένη και λεπτομερής μελέτη για αυτή, πέρα από τη δημοσιευμένη ενδιαφέρουσα διάλεξη του Σίμου Μενάρδου στον «Παρνασσό» των Αθηνών το 1901 και μερικά άλλα σκόρπια δημοσιεύματα που, ωστόσο, δεν εξαντλούν το τεράστιο αυτό κεφάλαιο της κυπριακής λαογραφίας και παράδοσης. Έτσι η ρήγαινα εξακολουθεί να παραμένει απρόσιτη και μυστηριώδης.

(**) Λουκάς Ζώνας, Ὑμηττός, 90 Χρόνια Ζωῆς. Ἡ Πόλη καί οἱ Ὁδοί. Ἀθήνα, 2018.

(***) Τώρα μπορεῖ νά ἀκούγεται μελοδραματικό, ἀλλά τότε: στά χρόνια τοῦ 1950, ὁ Κυπριακός Ἀγώνας εἶχε ἰσχυρό ἀντίκτυπο στίς καρδιές τῶν παιδιῶν τῆς Μητέρας Ἑλλάδας, γιατί τά μικρά παιδιά πάντα διψοῦν γιά ἡρωϊσμό, πλάθονται μέ ἡρωϊκά κατορθώματα, καί οἱ Θυσίες ἔχουν νόημα στήν ψυχή τους, δίνοντας περιεχόμενο καί κατεύθυνση στόν ὁρμητικό τους ἐνθουσιασμό. Μετά, λίγο–λίγο παγώνουν, στεγνώνουν, ἀπομαγεύονται, γερνοῦν πρόωρα, ἀλλά τά σημάδια ἀπό κάποιες σκουριασμένες ἁλυσίδες παραμένουν ξέθωρα. Ἀλλά παραμένουν! Καί πονοῦν στά ἄκρα τους πού δέν περπάτησαν τήν Λεωφόρο τῶν Ἐπῶν · ἀντιθέτως βαδίσανε μαζί μέ τούς συνετούς τους ἐνηλίκους, πού μάθανε ἀπό νωρίς νά παζαρεύουν δικαιώματα καί ἐξαγορές γιά τό κάθε τους βῆμα.

(****) Μαρίνα Τσβετάγιεβα, διάσπαρτοι στίχοι ἀπό τήν ποιητική συλλογή Βέρστια. Εἰσαγωγή , Μετάφραση ἀπό τά ρωσικά Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη, Ἐκδ. s@mizdat, 2015

(*****) Ὁ Γάμος τοῦ Ποιητῆ, σελ.35, οἱ τελευταῖοι στίχοι: μή λησμονώντας τῆς φυλῆς τά τραύματα /καί προπαντός τό κοφτερό λεπίδι τῆς 9ης Ἰουλίου…

(******) Marion Woodman, Τhe Pregnant Virgin,  Inner City Books, Toronto,Canada 1985