Writer’s block: παλεύοντας με το τέρας

 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Κατά τον γνωστό αφορισμό του Σαμ Σέπαρντ στο γράψιμο ενός εκτενούς αφηγηματικού έργου «η αρχή είναι σίγουρα συναρπαστική, η μέση περίπλοκη, και το τέλος καταστροφή»[1]. Για τον Σέπαρντ η ίδια η αναγκαιότητα του τέλους είναι προβληματική, έχει κάτι το επίπλαστο, το καταχρηστικό, το καταναγκαστικό. Οριστικό τέρμα άλλωστε δεν υπάρχει στη ζωή. «Το πιο αυθεντικό τέλος οδηγεί πάντα σε μια νέα αρχή».

Κάθε άνθρωπος που προσπαθεί να ολοκληρώσει κάποιο ευμέγεθες αφηγηματικό έργο δεν μπορεί παρά να συνταχθεί με την άποψη του Αμερικανού θεατρικού συγγραφέα. Το ξεκίνημα είναι εύκολο. Βασίζεται σε μια αρχική ιδέα, το ψήγμα μιας ιδέας. Αφηγηματικό καύσιμο γίνεται ο ενθουσιασμός του πρωτόγνωρου, η έξαψη που φέρνει κάθε τι καινούργιο. Στη συνέχεια όμως το πράγμα περιπλέκεται. Τα διακλαδωτά μονοπάτια που ανοίγονται είναι πολλά. Λένε ότι γράψιμο σημαίνει να επιλέγεις. Πριν από κάθε μυθοπλαστική απόφαση ο γράφων έχει να αντιμετωπίσει δεκάδες διλήμματα. Κάθε επιλογή του κρίνεται ουσιώδης και με μεγάλες επιπτώσεις στην αφηγηματική εξέλιξη. Η πληθώρα των δυνατοτήτων που απλώνεται μπροστά του μπορεί να προκαλέσει ναυτία στον γράφοντα.

Σε αυτό το σημείο, για να συνεχίσει κανείς χρειάζεται να επικαλεστεί άλλες αρετές. Χωρίς τη  φόρα και την κεκτημένη ταχύτητα που μας προσφέρεται αφειδώς κοντά στην αφετηρία, το γράψιμο μπορεί να βαλτώσει. Πολλοί τα παρατάνε εδώ. Το writer’s block χτυπάει πολύ συχνά λίγο πριν τη μέση ενός έργου. Για να περάσει κάποιος αλώβητος από τις συμπληγάδες της μέσης πρέπει να επιστρατεύσει κάθε διαθέσιμο μέσο· η έλλειψη τεχνικής εδώ γίνεται πολύ αισθητή. Αλλά η τεχνική από μόνη της ίσως αποδειχτεί ανεπαρκής. Αν κάτι μπορεί να βοηθήσει, πρέπει να αναζητηθεί στον χαρακτήρα του ατόμου. Και συγκεκριμένα στα γνωρίσματα εκείνα για τα οποία επαίρονται συνήθως οι δρομείς μακρινών αποστάσεων: τώρα χρειάζεται πείσμα, αντοχή, ευθυκρισία,  οικονομία δυνάμεων, πονηριά, αποδοχή των αδυναμιών, στοχοπροσήλωση, αδιαφορία απέναντι στην εξουθένωση, συγκέντρωση.

Ο Γιώργος Θεοτοκάς παραδέχεται στο Ημερολόγιο της Αργώς μιλώντας για την Αργώ και για τον τρόπο που τη δούλεψε ότι «το βιβλίο κατά μέγα μέρος έγινε λιγάκι στην τύχη»[2]. Δυστυχώς οι περισσότεροι συγγραφείς δεν έχουν την τύχη με το μέρος τους. Και δεν γίνεται να βασίζονται σε αυτήν για την ολοκλήρωση του πονήματός τους. Ο Θεοτοκάς φαίνεται ότι βάζει ακόμα μια δυσκολία στον εαυτό του όταν μας πληροφορεί, στο ίδιο κείμενο, ότι λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων έγραφε την Αργώ μόνο τα καλοκαίρια και του πήρε έτσι τέσσερα χρόνια να την τελειώσει. Προφανώς οι περισσότεροι από αυτούς που γράφουν, ασκούν άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα. Το γράψιμο είναι στις περισσότερες των περιπτώσεων πάρεργο. Σχολιάζει με πίκρα κάπου ο Γιώργος Ιωάννου για προγενέστερους συγγραφείς: «Αυτοί που δούλευαν και παράλληλα έγραφαν ήταν ένα είδος ήρωες. Και γρήγορα εξαθλιώθηκαν όλοι». Αυτό ισχύει και για τώρα. Το γράψιμο, αν δεν μπει στην κορυφή των προτεραιοτήτων του εν δυνάμει συγγραφέα, θα ξεθωριάσει και θα σβήσει από μόνο του. Πώς γίνεται όμως κάτι τέτοιο υπό το βάρος των υποχρεώσεων της σύγχρονης ζωής; Είναι ζητούμενο.

Πάντως και ο Κάφκα τονίζει στα ημερολόγιά του ότι το γράψιμο είναι δυνατό μόνο όταν γίνεται χωρίς διακοπή. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι το ρίσκο που παίρνει ο Θεοτοκάς αφήνοντας τα πράγματα στην τύχη και γράφοντας μετά από μεγάλα διαστήματα σιωπής, είναι μεγάλο. Το βλέπει και ο ίδιος καθώς εξομολογείται: « Συνήθως όταν δουλεύω για την Αργώ, έχω το αίσθημα πως ταξιδεύω μοναχός μου στη θάλασσα».

Ποια είναι λοιπόν η πυξίδα του σε αυτό το τρομακτικό ταξίδι; «Η πείρα μου» λέει πάλι ο Θεοτοκάς «μου διδάσκει τώρα πως δεν πρέπει να περιμένει κανείς να τακτοποιήσει όλα τα πράγματα στον νου του προτού αρχίσει να γράφει ένα μυθιστόρημα (ή άλλο λογοτεχνικό βιβλίο). Το σωστό είναι όταν συνειδητοποιεί κανείς οπωσδήποτε μια γενική κατεύθυνση, να πέσει μέσα στη δουλειά και να κολυμπήσει. Τότε γίνεται απάνω-κάτω ό,τι και στο κολύμπι. Το ένστικτο αρχίζει και λειτουργεί αυθόρμητα, η συνείδηση παρακολουθεί, ελέγχει κι διευθύνει, ή τέλος πάντων προσπαθεί να διευθύνει».

Η διαίσθηση του συγγραφέα, πανίσχυρο αφηγηματικό εργαλείο και κατά τον Μαρκές, μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση. Είναι όμως άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συναισθηματική κατάσταση του γράφοντος και για αυτό επιρρεπής σε λάθη. Όποιος άνθρωπος επιχειρεί να γράψει, είναι αναγκασμένος να ακούει αυτή την εσωτερική φωνή που τον σπρώχνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Πολλοί λένε ότι αφήνονται στην τύχη. Ή γράφουν όπως νιώθουν. Τέτοιου είδους καύσιμα όμως δεν κρατάνε πολύ. Το συναίσθημα αλλάζει καθώς βρίσκεται σε στενή συνάφεια με εξωτερικούς παράγοντες. Πως μπορείς να βασιστείς σε αυτό για ένα αναμετρηθείς με ένα μεγαλόπνοο αφηγηματικό έργο; Σύμφωνα με τον Αιμίλιο Χουρμούζιο: «ο φαταλισμός και η τυφλή εμπιστοσύνη στις ιδιοτροπίες του αισθήματος είναι (…) ένα πρόχειρο λιμάνι για το συγγραφικό αδιέξοδο»[3].

Πάντως και ο Θεοτοκάς παραδέχεται ότι στα μισά του δεύτερου μέρους κόντεψε να παρατήσει την Αργώ ατέλειωτη.

~ . ~

Όλο το αφηγηματικό οικοδόμημα εκκινεί από μια περιοχή επιθυμίας. Ο συγγραφέας θέλει να γράψει και να ολοκληρώσει ό,τι γεννήθηκε πίσω από εκλάμψεις και υπαινιγμούς μέσα του. Είναι ζήτημα ικανοποίησης και προσωπικής λύτρωσης. Γιατί λοιπόν ενώ θέλουμε κάτι τόσο πολύ, ταυτοχρόνως κάνουμε και τα πάντα για να το αποφύγουμε; Η αναβλητικότητα, οι δικαιολογίες, η συσσώρευση υποχρεώσεων, η έλλειψη συγκέντρωσης, αλλά και ο καταιγισμός ιδεών, τα νέα συγγραφικά πρότζεκτ με τα οποία θέλουμε να καταπιαστούμε πριν τελειώσουμε τα τρέχοντα, είναι καθαρά συμπτώματα writer’s block. Και κατατρέχουν τόσο άπειρους ή φερέλπιδες συγγραφείς όσο και καταξιωμένους. Ο Άαρον Σόρκιν παραδέχεται ότι διατελεί διαρκώς υπό καθεστώς writer’s block. Υποστηρίζει μάλιστα ότι αυτή είναι μια δεδομένη συνθήκη για τον άνθρωπο που γράφει. Πώς ξεπερνιέται; Γράφοντας, κατά τη γνώμη του.

Υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που δίνουν συμβουλές για το πως ξεπερνιέται το μπλοκάρισμα. Η Μάργκαρετ Άτγουντ λέει -εντελώς αντίθετα από τον Σόρκιν- ότι άπαξ και το εντοπίσεις, καλύτερα να σταματήσεις αμέσως την προσπάθεια και να κάνεις μια βόλτα να σε χτυπήσει ο αέρας. Άλλος προτείνει το τρέξιμο, άλλος ασχολείται με τα οικιακά, άλλος το ρίχνει στο διάβασμα. Οι περισσότεροι συγκλίνουν στην οριοθέτηση μιας συγγραφικής ρουτίνας. Είναι γνωστό το απόφθεγμα του Στήβεν Κινγκ ότι η μούσα θα σε βρει αν ξέρει ότι είσαι κάθε πρωί στο γραφείο σου από τις εννέα μέχρι το μεσημέρι.

Το writer’s block -φευ- δεν αφορά μόνο τη μυθοπλασία. Δοκίμια, μελέτες, διδακτορικές διατριβές (ιδίως αυτές) υπόκεινται στην εξουσία του. Όσο πιο εκτενές το έργο, όσο πιο φιλόδοξη η σύλληψη, τόσο πιο επισφαλής η διαδικασία και τόσο πιο ευάλωτη η έμπνευση. Ο Ροΐδης έκανε έξι μήνες να συντάξει την απάντησή του στον Άγγελο Βλάχο (κατά την περιβόητη διένεξή τους)[4]. Δεν είναι μόνο ότι προσπάθησε να καταστήσει την απάντησή του όσο πιο οξεία και εμπεριστατωμένη γίνεται· πιθανόν έπρεπε να παλέψει και με μια κρίση συγγραφικού αδιεξόδου. Ίσως ακόμα και αυτό το λαμπρό, σπινθηροβόλο μυαλό (νόμιζε ότι) δεν ήξερε τι να γράψει…

Λέει ο Maurice Blanchot, στο γνωστό έργο του Ο Χώρος της Λογοτεχνίας ότι: «ο καλλιτέχνης ασκώντας την τέχνη του ζει μέσα στην αβεβαιότητα»[5]. Το writer’s block τρέφεται από αυτή την αβεβαιότητα, και ακόμα από την ανασφάλεια του συγγραφέα, από το impostor syndrome, από τους φόβους του, την έλλειψη αυτοπεποίθησης, τα τραύματα και τις πληγές του. Και ακόμα, ανάλογα με τη περίπτωση, τα φέρνει όλα αυτά στην επιφάνεια.

~ . ~

Είπαμε ότι υπάρχει μια διαβάθμιση στο επίπεδο δυσκολίας καθώς προχωράμε στη συγγραφή μυθιστορήματος. Η μέση με την πολυπλοκότητά της μπορεί να αποκαρδιώσει τον επίδοξο συγγραφέα. Το τέλος όμως που είναι «καταστροφή» γίνεται να απελπίσει ακόμα και τους πιο έμπειρους. Η εύρεση ικανοποιητικού τέλους, η λύση της πλοκής, καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη όταν ο συγγραφέας αφήνεται στα ρεύματα του αυτοσχεδιασμού. Από την άλλη ακόμα και όταν προσχεδιάζει με προσοχή κάθε του βήμα, ελλοχεύει ο κίνδυνος για προσχηματικά φινάλε που φλερτάρουν με το κλισέ και το αυτονόητο. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οι περισσότεροι άπειροι συγγραφείς συντρίβονται όταν πρέπει να γράψουν το τέλος.

Και το γράψιμο δεν τελειώνει εδώ. Όλος ο αγώνας γίνεται για ένα (ας πούμε) ολοκληρωμένο πρώτο ντραφτ. Η πραγματική δουλειά αρχίζει τώρα. Στο περιβόητο editing και rewriting. Αν μέχρι αυτό το σημείο βοήθησε η διαίσθηση, το αφηγηματικό ένστικτο του γράφοντος, ακόμα και η τύχη, τώρα μόνη βακτηρία μπορεί να θεωρηθεί η τεχνογνωσία. Πώς κλείνουν οι τρύπες της πλοκής, πως βαθαίνουν οι χαρακτήρες, τι χρειάζεται να κοπεί και ποιο σημείο του κειμένου να αναπτυχθεί; Τι γίνεται με τον διάλογο; Τι θέλουν οι περιγραφές; Πως λειαίνεται η γλώσσα; Πώς χτίζεται και ενισχύεται το ύφος; Τέτοια και άλλα πολλά ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν στα επόμενα ντραφτ (που μπορεί να είναι πέντε; δέκα; δεκαπέντε; όσα αντέχει ο καθένας…). Μια ολοκληρωμένη πρώτη μορφή του έργου είναι σημαντικό ορόσημο. Όμως ο αγώνας απέχει πολύ ακόμα από τον τερματισμό.

Οι περισσότεροι συγγραφείς απλώς δεν αντέχουν να κάνουν πολλές νέες εκδοχές του κειμένου τους. Πρόκειται για  ψυχοφθόρα διαδικασία. Η απόλαυση έχει χαθεί. Τώρα η εργασία γίνεται κάπως χειρωνακτική. Χάνει την πνευματικότητά της. Ο συγγραφέας δεν είναι πλέον αναγνώστης του έργου του όπως ήταν στην πρώτη βερσιόν. Δεν ανακαλύπτει πράγματα για την πλοκή. Οι χαρακτήρες δεν κάνουν τώρα ό,τι θέλουν, δεν τον εκπλήσσουν. Κάποια βασικά στοιχεία έχουν παγιωθεί. Τώρα κάποιος πρέπει να πάρει τον έλεγχο, την ευθύνη. Και καλείται να διορθώσει. Γιατί σίγουρα υπάρχουν αναρίθμητα λάθη. Σε αυτό το σημείο όσο πιο αυστηρό το βλέμμα, όσο πιο σκληρή η αυτοκριτική, τόσο το καλύτερο για το αποτέλεσμα.

Στη Αμερική λένε “writing is rewriting” θέλοντας να τονίσουν πόσο σημαντικό είναι το συγκεκριμένο συγγραφικό στάδιο. Παρόλα αυτά δεν είναι απαραίτητο να το σκεφτόμαστε πάντα με τεχνικούς όρους. O Robert Olen Butler συγγραφέας του βιβλίου From Where You Dream: The Process of Writing Fiction προτείνει μια άλλη προσέγγιση, πιο ποιητική και ελεύθερη. Κατά τον Butler  “rewriting is redreaming”[6], το να ξαναγράφεις σημαίνει να ξαναονειρεύεσαι. Είναι πολύ ουσιώδες να βρίσκουμε μια αίσθηση αθωότητας σε κάθε στάδιο της συγγραφικής διαδικασίας, ακόμα και στα τελικά, όπου φαίνεται ότι η μαγεία έχει χαθεί. Στην πραγματικότητα η μαγεία είναι πάντα εκεί. Δεν αμαυρώνεται από την τεχνική. Ούτε θαμπώνει από την πατίνα του χρόνου. Υπόκειται σε αργές μεταλλάξεις και αναδύεται μέσα από τις λέξεις όταν όλα τα κομμάτια του κειμενικού παζλ μπούνε στη θέση τους.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ


[1] Βλ. συνέντευξη του Σαμ Σέπαρντ, “The Art of Theater No 12”, The Paris Review, Άνοιξη 1997.

[2] Γ. Θεοτοκάς, Ημερολόγιο της «Αργώς» και του «Δαιμονίου», Αθήνα, 1939

[3] Αιμ. Χουρμούζιος, Ο Αφηγηματικός Λόγος, Θεωρητικά και Κριτικά Κείμενα, Έργα Ζ΄, Οι εκδόσεις των φίλων, 1979

[4] Ν. Βαγενάς, Κινούμενος Στόχος, Πόλις, 2011

[5] M. Blanchot, Ο Χώρος της Λογοτεχνίας, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, Εξάντας, 1970

[6] R. O. Butler, R. O., From Where You Dream: The Process of Writing Fiction , Grove Press, 2006