Η επανάληψη ξεχείλωσε το δράμα

rizaki

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Κώστας Θ. Ριζάκης,
επιτάφιος δρόμος
Ποιήματα Α΄ [1985-2010],
Κουκκίδα, 2020

Η τρίτη επανέκδοση της συγκεντρωτικής ποιητικής δουλειάς του Κώστα Ριζάκη έως το 2010 περιλαμβάνει έξι συλλογές. Οι δυο προηγούμενες έγιναν από τις Εκδόσεις των Φίλων το 2011 και τον Γαβριηλίδη το 2015. Όπως δηλώνει ο τίτλος της έκδοσης, η ποίηση που συναντά ο αναγνώστης εκτυλίσσει την μονήρη πορεία μιας ασκητικής συνείδησης που με όχημα τη μνήμη και την ενδοσκόπηση διαπλέει ή, καλύτερα, «σκάβει» τους πολλαπλούς θανάτους της ψυχής επιδιώκοντας να διασώσει τη συνέχεια.Επίμονα ενδοστρεφής η ματιά διαπιστώνει και εκθέτει μια σταύρωση, το σπαρασσόμενο εγώ του ανθρώπου που έλκεται από μια συνεχή εις Άιδου κάθοδο, ζητώντας παράδοξα να ανέλθει μέσω αυτής της οδού στον ουρανό της λύτρωσης. Αυτή η κάθοδος ριζώνεται σε έμμονους ποιητικούς τόπους που είναι ταυτόχρονα τόποι μαρτυρίου: η μάνα, ως αμφίβολη σχέση αρχικά και στη συνέχεια ως ο κατεξοχήν νεκρός της ψυχής, η μοναξιά του ανθρώπου και του δημιουργού, ο εαυτός που χτίζει τα μεσάνυχτα τους καθρέφτες του εφιάλτη του, οι φίλοι που έφυγαν και, κυρίως, πάντα και επίμονα η ποίηση, το πάλεμα με τον στίχο, ως αιτία και ο στόχος της υπέρβασης.

Αυτά τα θέματα διαπλέκονται όσο περνούν οι συλλογές όλο και πιο αξεδιάλυτα, συναποτελώντας τα καρφιά μιας καθήλωσης που ο στίχος έρχεται να ανατάμει και να αναιρέσει. Η ψυχή, όμως, μονίμως στο Καθαρτήριο, γι’ αυτό και η απόπειρα αποκαθήλωσης του πάθους είναι ατέρμονη και, αρκετές φορές, ποιητικά αδιέξοδη.

επιτάφιος δρόμος

επιτάφιος δρόμος νωρίς που με ξύπνησε
και με πήρε και πάει κι ούτε φτάνει
πόσα χρόνια ποιες μέρες και πόσες
φιλικές μου οι στιγμές

έχει μνήμη η ζωή μα διαρκεί όσο ο θάνατος
μόν’ ο στίχος απόκτησε μάκρος και δύοντας
ηλιαχτίδα στο βλέμμα παράπονο άλγους
θανάσιμο μήνυμα

νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα
τη σινδόνη της αποκαθήλωσης άπλωσε
ν’ ανασαίνει γλυκύτατο τέκνο σου

καταχείμωνο έαρ

(Ο κυρίως ναός, 2006)

Ευδιάκριτη σταθερά και κατεξοχήν προσόν της ποίησής του είναι ο ρυθμός, ένα μόνιμο μελωδικό στημόνι που διατρέχει τη λέξη απαλύνοντας το βαρύ της πέλμα σε ένα βήμα λείο που σταθμεύει κάποτε στην παύση του καταληκτικού στίχου οξύς. Αντιγράφω ένα δείγμα από την πρώτη συλλογή Ο βυθός μου τα πράγματα (1985):

με χρώμα το σκοτάδι

εκεί που σύχναζε σχεδόν τον είχα χάσει
σκάλες τα χρόνια δεν έφταναν ν’ ανέβω
κι άρχισα να του ρίχνω πέτρες τις πληγές μου
ώσπου έδυσε στα νέφη η γαλάζια του έπαρση
πήρε δειλά να κοκκινίζει απ’ τα χτυπήματα
λίγο αργότερα έγινε μαβής
και καταστάλαξε στο γνώριμό μου μαύρο
σκιά του ύπνου στον εφιάλτη πρόλογος
όχι τυχαία ο ουρανός αφέθηκε στη νύχτα
μπορεί πια να στεγάζει τις ανάγκες μου
να δικαιώνει τη σιωπή που γέννησε κραυγή

με χρώμα το σκοτάδι να αιτιολογεί
την κάθετή μου πτώση

Ήδη η πρώτη συλλογή του 1985 δείχνει παγιωμένους και αρτιωμένους τους ποιητικούς του τρόπους και τα θέματα που θα ακολουθηθούν με συνέπεια και στις επόμενες συλλογές. Γι’ αυτό και δε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια ποιητική εξέλιξη αλλά για εμπέδωση ενός οικοδομήματος σταθερά οριοθετημένου εξαρχής. Στις δύο επόμενες συλλογές, βέβαια, πληθαίνουν τα πνιγηρά «εσωτερικά» και μόνο μετά την 2002 διαφαίνονται και κάποιες στιγμές πιο πανοραμικές ή εξωστρεφείς και η πεισιθάνατη οπτική ποικίλλεται ενίοτε από ξέφωτα πιο συμφιλιωμένης αποδοχής και βεβαιότητας. Πάθος ναι, αλλά όχι συστρεφόμενο σε ακρωτηριασμό αλλά εκτεινόμενο στην παραδοχή ή σε ένα «λυπογελούμενο» αναχωρητισμό. Σταδιακά, επίσης, αναδύεται καταπραϋντική η προσφυγή στην χριστιανική πίστη, μια αύρα παπαδιαμαντικής ασκητικής στο ταπεινό και ένθεο ήθος των πραγμάτων, ήθος που το επικαλείται και με τις γλωσσικές νύξεις από τη δημοτική ποίηση που ενσφηνώνει στα κείμενα.

τα τελευταία ονόματα [μνήμη Θέμη Τασούλη]

όλα λοιπόν αργήσανε φριχτά
και η νύχτα με σκεπάζει

απ’ το νεκρό μου σώμα τα ποιήματα
ματαιωμένες ακυρώσεις
όνειρ’ ανέλπιδα τυφλά
στα ύφαλα βυθίζουν και σιωπούν

κι όπως παράφορο ένα πείσμα με συνέχει
ακόμη και στην πλήρη μου εκμηδένιση
ακόμα τώρα που σου γράφω

γερνώ στον τάφο μου κρατώντας
το άσπιλό μου γιασεμί

αυτό
που μιας ζωής η μεταφυσική
γυμνή ονόμασε ψυχή
μπορεί

το θάμβος της διάρκειας μέσα στο χρόνο
τον κόσμο στην αυτάρκεια του θαύματός του

– τα τελευταία μου πειστήρια ονόματα!

(Τα τελευταία ονόματα, 2010)

Αυτή η ποίηση έχει ένα σκληρό μονοπυρηνικό κέντρο, τα πάθη του εγώ και δη του ποιητικού εγώ. Και ακριβώς μια τέτοια ποίηση διατρέχει τον κίνδυνο να υπερβεί τις αντοχές της και να υποκύψει στην επανάληψη, ιδιαίτερα στην συγκεντρωτική εκδοχή της, όταν ο αναγνώστης διαβάζοντας τις πολλαπλές παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα μπορεί να κορεστεί και να κουραστεί. Και μπορεί ο ρυθμός να αποτελεί ένα γερό στημόνι, μα η ύφανση συχνά γίνεται μονότονη ή αυτόματα αναπαραγόμενη από τα υλικά του ποιητικού εργαστηρίου. Βέβαια, είναι σαν να ψέγει κάποιος ένα έργο τέχνης για το θέμα του, ενώ αυτό που μετράει είναι ο χειρισμός του. Στο κάτω-κάτω είμαστε οι εμμονές μας, αλλά χρειάζεται η ευρυγώνια λήψη όλου αυτού του εμμονικού βάθους, ώστε ο αναγνώστης να συλλάβει τη θέα ενός ψυχικού τοπίου που να τον περιέχει. Εδώ έχουμε το μονοπλάνο ενός μαιάνδρου που καταλήγει στο χασματικό και συχνά και ογκώδες εγώ. «Η μονιμότητα ξεχείλωσε το δράμα», λέει κάπου και αυτή η παγίδα ενεδρεύει συχνά στην ποίησή του.

Η ίδια μονιμότητα διακρίνει και την παλέτα του, σταθερή σε χρώματα, εικόνες και μεταφορές που συχνά απεικονίζουν τον άνυδρο συστρεφόμενο αυτοβασανισμό ή την επίκληση του εξιλαστήριου φωτός: θάνατος, τάφοι, αίμα, πίκρα, πέτρα, χιόνι, βροχή, λυγμός, άφταστος ουρανός, ημιθανής αυγή. Ο στίχος επίσης κοφτός, δηλωτικός μιας διαρκούς έντασης και επαγρύπνησης, σύστοιχος με τη σκληρή λέξη:

ονομάτων πληγές (γ)

ή φιλί σε φωνάξω μητέρα ή κατάρα
ή μαχαίρι σε σφίξω στο χέρι ή ευχή
μένει πάλι κομμένη η θηλή που μας δένει
επιμένει το γάλα στα χείλη που αρνείσαι

μόνη πάντα τροφή μου ονομάτων πληγές

το φιλί σου ευχή στο μαχαίρι
στην κατάρα μου στίχος!

(Με τον τρόπο του Αινεία, 1986)

Λίγες μόνο οι στιγμές που στίχος και λέξη ημερεύουν σε πιο μαλακό κυματισμό:

ο βυθός μου τα πράγματα

τα πράγματα επιμένουν στη φροντίδα μου στην
αφοσίωσή μου
επιζητούν το μετρημένο χάδι τη βουβή προσήλωση
ώς και η ψυχή μου χώνεψε στα περιγράμματά τους
το σχήμα της ψυχής ιερό την ύβρη θ’ αποτρέψει –
λυπηθείτε τα πράγματα μέρα νύχτα οιμώζουν
σεβαστείτε τα πράγματα στάζουν αίμα πονούν
αν μπορείτε αγαπήστε τα αν μπορείτε διασώστε τα
αν αντέχετε ψαύστε με τρυφερόν στο βυθό τους

Αυτή η μοναστική προσήλωση αποτυπώνονται και στην συχνότατη παρουσία ποιημάτων ποιητικής ή αναφερόμενων στην γραφή. Ενδεικτικά, στην τελευταία συλλογή, σε σύνολο 37 ποιημάτων μέτρησα πρόχειρα 23 που είτε έχουν ως θέμα την ποίηση είτε συνυφαίνουν το θέμα τους με την ποιητική δράση. Ο ποιητής και η τέχνη του διέρχονται όλες τις φάσεις της αποκλειστικής και ισόβιας σχέσης.

Από τη μια, η δύστροπη και επίπονη συμβίωση: τα «κόκκινα πλήγματα του λόγου», ο ανάπηρος στίχος («σε πατερίτσες οι ώρες μου κι ο στίχος»), «ο άκληρος λόγος», η συντετριμμένη λέξη («συντρίμμια οι λέξεις»), το μόνιμο σαράκι «να σου δοθεί ανέγγιχτο το ποίημα», η ειρκτή της τέχνης («πολύφυλλο κλουβί η τέχνη μου»), το φευγαλέο όραμα της αρτιότητας («μια με φτάνεις μια / μου φεύγεις κρυμμένη μορφή»). Από την άλλη, η ποίηση ως η μυστική οδός της γνώσης («την αλήθεια στην ποίηση έμαθα», «εργόχειρο ποίημα ακοίμητο να με ζεις εκεί που δεν έζησα να με βλέπεις σε όσα δεν είδα», «η λέξη απόψε οδήγησε / ραβδί στο άγρυπνο χέρι μου»). Άλλες φορές, ως η αυστηρή τάξη μιας ανέγγιχτης δικαιοσύνης: «αχ μονιά ερημιά μου τσακάλι / αχυρόστρωμα σβήσε το αίμα: / μη σπαράζεις τα γόνατα ποίημα», «φυλακή φυλακή / φυλακή μου– / ερήμην με δίκασες ποίημα!». Μα πάνω από όλα, το αιμόφυρτο άλγος:

με τα νύχια στις λέξεις
με τις λέξεις στα δόντια
με τα δόντια στους στίχους
με τους στίχους στο αίμα
με το αίμα στο βλέμμα με

το αίμα στο ποίημα

(Τα επόμενα πένθη, 1997)

Και αυτό το άλγος θάλπει συστηματικά, γιατί είναι η μόνη, η προνομιακή οδός της ποίησής του. Αν κάθε ποιητής έχει να προτείνει στον εαυτό του και στον αναγνώστη ένα όραμα του κόσμου, αυτό που Ριζάκης προσφέρει είναι η ατομική λύση της τέχνης, μια κραταιά αλλά μονολιθική κλίμακα προς τις επάλξεις μιας μοναχικής αναζήτησης, μιας αλήθειας που μέσα της αποκαλύπτεται, συμφιλιώνεται, ερμηνεύεται, συγκεντρώνεται αλλά και συρρικνώνεται ο κόσμος.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ