Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς, Ἀπάντηση σ’ ἕνα φίλο

pic-shadow

τέλη Ἰουλίου, 2020

Ἀγαπητὲ Δ.

Ἔλαβα τὸ γράμμα σου προχθὲς μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ σπεύδω νὰ σοῦ ἀπαντήσω πρὶν νὰ φύγω, ὡς εἴθισται, γιὰ τὰ καλοκαιρινὰ μπάνια τοῦ Αὐγούστου. Ξέρω, ἔχεις πολλὲς ἀπορίες∙ θὰ προσπαθήσω λοιπόν, ἐν συντομίᾳ, ν’ ἀπαντήσω. Καλύτερα, νὰ σοῦ θυμίσω πῶς ἔχουν τοποθετηθεῖ ἄλλοι σημαντικώτεροι ἐμοῦ ἐπὶ τῶν ζητημάτων ποὺ θίγεις· μὲ τοὺς ὁποίους, ἀπὸ ἀδυναμία νὰ τοὺς ἀντικρούσω, συμφωνῶ ἀπολύτως.

Ξεκινᾶς τοὺς ἐνδοιασμούς σου ἐκφράζοντας μιὰν ἀγωνία καὶ μιὰ ἐνδόμυχη ἀνάγκη: νὰ ἐκφραστεῖς. Πίστεψέ με, ξέρω τὸ συναίσθημα καλά. Ὅλοι ὅσοι παλεύουν μὲ στίχους βασανίζονται ὁμοίως. Διότι αὐτὸ ἦταν ποὺ τοὺς κίνησε ἐξ ἀρχῆς νὰ πιάσουν τὴν πέννα. Νὰ ἐκμυστηρευτοῦν στὸ χαρτὶ κάτι πού, κάποια στιγμή, τοὺς πλήγωσε. Βέβαια, παρορμήσεις τέτοιου εἴδους θέλουν χαλινάρι. Τὸ νὰ υἱοθετεῖ κανεὶς ἐσαεὶ αὐτὴ τὴ στάση εἶναι σὰν νὰ διανυκτερεύει σ’ ἕνα πανδοχεῖο, στὴ μέση τοῦ πουθενά, καὶ τὸ πρωὶ ἀντὶ νὰ συνεχίζει τὸ δρόμο του (ὡς ὀφείλει), νὰ χασομερᾶ στὸ κρεβάτι μὲ παρέες ἀμφιβόλου ἠθικῆς ἢ νὰ ξοδεύει τὶς μέρες του πίνοντας τσάι μὲ κυρίες τῆς παλαιᾶς ἀριστοκρατίας, κουτσομπολεύοντας περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. Μακριὰ ἀπὸ μᾶς τέτοιες συμπεριφορές! Ὁ ποιητής, ἐξ ὁρισμοῦ, στέκει ἀδιάφορος μπροστὰ σὲ τέτοιες ἀγαθοεργίες. Δουλειά του δὲν εἶναι νὰ ἐκφράζεται ἀλλὰ νὰ ἐκφράζει. Τὸ νὰ καταγράψει ἕνα χαμένο ἔρωτα δὲν ἀρκεῖ. Ἡ ποίηση ἀπαιτεῖ στοχασμό. Κι ἐπειδὴ ξέρω ὅτι συμμερίζεσαι τὰ λόγια τοῦ Wilde —πὼς ἡ κακὴ τέχνη εἶναι ἀποτέλεσμα καλῶν προθέσεων— δὲν θὰ μὲ θεωρήσεις ἀγενὴ ἂν πῶ ὅτι οὐδόλως μ’ ἐνδιαφέρει φίλε ποιητᾶ, τί νιώθεις, πόσο πονᾶς, γιατί δὲν κοιμᾶσαι τὰ βράδια. Ὅταν διαβάζω τοὺς στίχους σου δὲν σὲ βλέπω. Ὅταν πιάνω στὰ χέρια μου τὸ βιβλίο σου ἕνα πράγμα ζητῶ ἀπὸ σένα: νὰ μοῦ πεῖς ἐγὼ τί νιώθω, ἐγὼ πόσο πονάω, ἐγὼ γιατί δὲν κλείνω μάτι τριγυρίζοντας σὰν φάντασμα στὸ σπίτι. Ἂν δὲν ξέρεις νὰ μιλήσεις καθολικά (νὰ μὲ πιάσεις ἀπ’ τὸν λαιμὸ καὶ νὰ μὲ ταρακουνήσεις) τότε, δυστυχῶς, δὲν ἔχεις γράψει στίχους· ἔχεις κρατήσει ἡμερολόγιο. Θυμήσου. Ὁ ποιητὴς λέει πράγματα τὰ ὁποῖα γνωρίζουν ὅλοι. Ἁπλὰ τὰ βάζει σὲ μιὰ σειρά, σὲ τάξη. Δομεῖ τὸν φορμαλισμό, ὅπως συμβαίνει στὰ μαθηματικά. Ποίηση εἶναι ὁ φορμαλισμὸς τῆς ἐμπειρίας.

Καὶ πάω στὸν ἑπόμενο προβληματισμό σου· τὸ θέμα. Μὲ ρωτᾶς ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχει θέμα κι ἂν ναί, ποιό εἶναι αὐτό. Διότι, ὅπως γράφεις, σοῦ φαίνεται πὼς ὅλα (λίγο-πολύ) ἔχουν ἐξαντληθεῖ∙ πὼς δὲν ὑφίσταται τίποτε καινούργιο ἄξιο μνείας καὶ ποιητικοῦ στοχασμοῦ. Ἐδῶ δὲν ἔχεις ἐντελῶς ἄδικο — θὰ ἔλεγα μᾶλλον πὼς ἔχεις μερικῶς δίκιο. Ξεχνᾶς ὅμως τὸ σημαντικό: στὴν τέχνη, ὑπεράνω τοῦ τί βρίσκεται τὸ πῶς. Ἀκόμα κι ἂν δεχτῶ τὸν μηδενισμό σου πὼς ὅλα ἔχουν εἰπωθεῖ, ἡ ἀποστολή σου ἐσένα (ἑνὸς ποιητοῦ) δὲν εἶναι ν’ ἀνακαλύψεις καινούργια θέματα γιὰ νὰ κοινωνήσεις στὰ πλήθη ἀλλὰ νὰ διανοίξεις νέες ποιητικὲς ἀτραποὺς ὥστε νὰ προσεγγίσεις ζητήματα γνωστά, ἐνίοτε διαχρονικά (π.χ. ἔρωτας). Ἐν ὀλίγοις ποιητά μου, θέλω νὰ φέρεις στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου μιὰ δική σου πρόταση, μιὰ δική σου θεωρία γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ κανεὶς ν’ ἀγαπᾶ, νὰ φοβᾶται, νὰ ἐλπίζει κ.ο.κ. Δεῖξε μου τὸν τρόπο σου — ποὺ ἴσως εἶναι καὶ δικός μου καὶ δὲν τὸ γνωρίζω (γιὰ νὰ τὸ συνδέσω μὲ τὰ προηγούμενα). Ξέρω. Θὰ μοῦ καταλογίσεις ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ “make it new” τοῦ Pound ἢ τῆς θέσης τοῦ Cézanne (νομίζω) ὅτι «στὴν τέχνη ὅποιος δὲν εἶναι ἐπαναστάτης εἶναι ἀναπόφευκτα ἀντιγραφεύς». Ὄχι, δὲν ὑποστηρίζω τυφλὰ κάτι τέτοιο· παρεξήγησις. Ὁπωσδήποτε ὅμως θεωρῶ σημαντικὸ τὸ νὰ βάζει κανεὶς τὴ δική του σφραγίδα, νὰ δημιουργεῖ τὸ δικό του brand. Νὰ ἐκφραστῶ διαφορετικά. Στὴν τέχνη εἶναι πάντοτε καλοδεχούμενη μιὰ μικρὴ δόση ἐκκεντρικότητας ποὺ θὰ σὲ κάνει νὰ ξεχωρίζεις ἀπ’ τοὺς ὑπολοίπους. Σὰν νὰ βρίσκεσαι σ’ ἕνα gala καὶ νὰ φορᾶς κόκκινα ὑποδήματα ὅταν ὅλοι φορᾶνε μαῦρα· ἀλλὰ νὰ τά ’χεις συνδυάσει σωστὰ καὶ μὲ κόκκινη γραβάτα. Ἐκκεντρικότητα μὲ ἄποψη. Καταλαβαίνεις τί προσπαθῶ νὰ πῶ. Καὶ γιὰ νὰ μὴ λὲς ὅτι ἀποφεύγω ν’ ἀπαντήσω ἢ ὅτι ἠθελημένα παραλείπω τὴ γνωστὴ ρήση τοῦ Mallarmé στὸν Degas (πὼς ἡ ποίηση γράφεται ὄχι μὲ ἰδέες ἀλλὰ μὲ λέξεις), νὰ τονίσω εὐθαρσῶς τὴν πεποίθησή μου ὅτι στὴν ποίηση καλὸ εἶναι νὰ λέγεται μιὰ ἱστορία. Καὶ ἱστορία χωρὶς θέμα δὲν νοεῖται. Μὴ μὲ ρωτᾶς τώρα, σὰν μικρὸ παιδί, ποιό εἶναι τὸ θέμα. Ἐδῶ ἀναλαμβάνει ἡ εὐαισθησία σου (ἢ ἀλλιῶς ἡ αἰσθαντικότητά σου, κατὰ Eliot). Ὅ,τι καὶ νὰ διαλέξεις πάντως θὰ πρέπει νὰ καταπιαστεῖς μὲ τὴ ζωή, μὲ ὅ,τι βιώνουμε ὅλοι μας σὲ αὐτὸν τὸν πλανήτη. «Ἡ Φύση εἶναι ὁ καλύτερος δάσκαλος» (σίγουρα Cézanne). Καὶ μπορεῖ αὐτὰ ποὺ βιώνουμε νὰ εἶναι πεπερασμένα ἀλλὰ διαστέλλονται μαζὶ μὲ τὸ Σύμπαν. Ἐννοῶ ὅτι ἂν καὶ ἔχουν προηγηθεῖ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς —τοὺς ὁποίους προβλημάτισε ἐξ ἴσου ἡ ἀνθρώπινη κατάσταση— ὑπάρχει ἀκόμη ἄπλετος χῶρος γιὰ νὰ κινηθοῦμε. Νὰ ἐπιστήσω δὲ τὴν προσοχή σου καὶ στὸ ἑξῆς: μιλώντας γιὰ ζωή, καὶ καθὼς θὰ ὡριμάζεις («ὡριμότητα εἶναι τὸ πᾶν» σύμφωνα μὲ τὸν Pavese), θὰ μιλήσεις ἀναγκαστικὰ καὶ γιὰ θάνατο· μὴ φοβηθεῖς. Γίνεται ν’ ἀγκαλιάσουμε κάτι χωρὶς τὸ ἀντίθετό του; Μὴν πέσεις μόνο στὴν παγίδα καὶ τὸν ἐρωτευθεῖς. Τὸ ἔργο σου θὰ σαπίσει. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐρωτευμένοι μὲ τὴ ζωή, κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε καλὰ κάνουν. Πρόσεχε λοιπὸν ὁ στοχασμός σου νὰ μὴν τραπεῖ σὲ φιλοσοφία — ἀλλοίμονο στὴν ποίηση ποὺ φιλοσοφεῖ! Ἡ ποίηση, ὡς κείμενο μη-πεζό, λειτουργεῖ μὲ ἀφαιρέσεις καὶ δὲν ἐρείδεται ἀποκλειστικὰ ἐπὶ τῆς λογικῆς. Ἀντιθέτως, χρειάζεται ἀρκετὴ ποσότητα ἐνστίκτου· αὐτὸ τὸ ἀπροσδιόριστο ὑλικό, πολύτιμο σὰν τὸ νερὸ ποὺ κρατάει ὄρθιο τὸν περιπατητὴ στὴν ἔρημο. «Δὲν πρέπει τόσο νὰ συλλογίζεσαι· πρέπει νὰ αἰσθάνεσαι», φωνάζει ὁ Monti. Ὡστόσο, νὰ μὴ ξεχνᾶμε νὰ δίνουμε τροφὴ καὶ στὴ διάνοια, ὥστε νὰ ἔχει κι αὐτὴ ἀπὸ κάπου νὰ κρατηθεῖ, ὅταν γράφουμε (ἢ διαβάζουμε) ἕνα ποίημα. Θυμήσου τί ἔλεγε ὁ δικός μας, ὁ Σολωμός: «ἡ ποίηση εἶναι λογικὴ ποὺ ἔχει μετατραπεῖ σὲ εἰκόνες καὶ σὲ συναισθήματα». Τώρα, πόσο ἔλλογο καὶ πόσο ἄλογο στοιχεῖο ἢ πόση δόση ἀφηρημένου καὶ πόση συγκεκριμένου πρέπει νὰ περιέχουν γενικῶς οἱ στίχοι, δὲν ξέρω νὰ σοῦ πῶ. Ὅπως κι ἐσύ, ἔτσι κι ἐγὼ ἀναζητῶ κάθε φορὰ τὴν κατάλληλη δοσολογία. Καὶ ἐκεῖ ποὺ λέω ὅτι πέτυχα τὴ μείξη κι ἔγραψα ἐπιτέλους στίχους ἀξιόλογους κάτι μέσα μου ὑπαγορεύει, σὲ αὐστηρὸ τόνο, ὅτι ἄνθρακες ὁ θησαυρός! Ὁπότε ἀρχίζω τὶς διορθώσεις… Προδίδοντας, κατὰ κάποιον τρόπο, τὸ ἔνστικτο (ποὺ μὲ βοήθησε στὴν πρώτη σύνταξη) γιὰ τὴ τετράγωνη λογικὴ ποὺ βλέπει ξεκάθαρα καὶ κατανοητά — κι ἐδῶ φαίνεται ἡ μεγάλη ζημία ποὺ ἐπιφέρουν οἱ χρόνιες σπουδές. Σὲ τέτοιες στιγμὲς λιποψυχίας ἠχεῖ μέσα μου ἡ σταθερὴ φωνὴ τῆς Κάλλας ποὺ ὑποστήριζε ὅτι τὸ μυαλὸ πρέπει κι αὐτὸ νὰ ἐργάζεται ἀλλὰ ὄχι στὸν ἴδιο βαθμὸ μὲ τὴν ψυχή (καὶ τ’ αὐτιά). Αὐτά, βεβαίως, ἀναφερομένη στὴ δική της τέχνη∙ ἀλλὰ νομίζω ἐφαρμόζουν καὶ στὰ δικά μας μιὰ χαρά.

Πιάνεις μετὰ τὸ ζήτημα τοῦ στίχου∙ ἐλεύθερου ἢ παραδοσιακοῦ (δὲν θὰ ταίριαζε ἀντιστοίχως νὰ τὸν καλοῦμε ἀνελεύθερο;). Δὲν τὸ περίμενα, νὰ εἶμαι εἰλικρινής. Πίστευα ὅτι μέχρι τώρα θὰ τὰ εἶχες ξεκαθαρίσει αὐτὰ μέσα σου. Διότι εἶναι σὰν νὰ μὲ ρωτᾶς ποιά ψάρια εἶναι γενικῶς φρέσκα καὶ ποιά ὄχι. Δὲν ἔχει νόημα ἡ ἐρώτηση. Σήμερα ἡ συναγρίδα μπορεῖ νὰ εἶναι φρέσκια καὶ τὸ μπαρμπούνι ὄχι, αὔριο πάλι τὸ ἀντίστροφο. Αὐτὸ ποὺ ἐννοῶ, χρησιμοποιώντας χαριτωμένες μεταφορές, εἶναι ὅτι καλογραμμένα ποιήματα ἔχουμε καὶ στὶς δύο μορφές. Τὸ ἴδιο καὶ κακογραμμένα. Οἱ δὲ περιορισμοί (γιὰ τὸν καλὸ ποιητή) εἶναι ὁρατοὶ παντοῦ∙ σίγουρα στὸν ἀνελεύθερο στίχο καθίστανται πιὸ ἐμφανεῖς. Ἔτσι, δίνεται λανθασμένα ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ ἐλεύθερος εἶναι εὐκολώτερος στὸν χειρισμό. Γι’ αὐτὸ προτιμᾶται ἀπ’ τοὺς νέους ποιητὲς καὶ γι’ αὐτὸ ἀποτυγχάνουν γρηγορώτερα (ἐνῶ μὲ τὸν ἀνελεύθερο, πιστεύω, δὲν φαίνεται ἀμέσως ἡ ἀποτυχία). Γνωρίζω ὅμως τὴ γραφή σου, καλέ μου Δ., ὥστε νὰ ἔχω διαγνώσει μιὰ προτίμηση στὸ μοντέρνο στύλ — ὅπως καὶ σὲ ξεχασμένες μυθολογίες, λόγιες ἐκφράσεις κτλ. (ὁ Σεφέρης θὰ ἔλεγε ὅτι φορτώνεις τὴν τέχνη σου μὲ μαλάματα). Ὄχι, ὄχι… αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μομφή∙ ἐπ’ οὐδενὶ δὲν σὲ κρίνω! Ἁπλὰ ἔχε κατὰ νοῦ ὅτι πρὶν ἀπορρίψεις μιὰν ὁδὸ πρέπει πρῶτα νὰ γνωρίζεις ποῦ αὐτὴ ὁδηγεῖ. Δὲν θεωρεῖς λογικὸ νὰ ἔχει κανεὶς διερευνήσει τὶς ἐκφραστικὲς δυνατότητες κάθε μέσου, πρὶν ἐπιλέξει; Τί ἔλεγε ὁ Tullio Serafin, κάτι ἀνάλογο: «μαθαίνεις σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες καὶ μετὰ τοὺς ξεχνᾶς». Μὰ ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι ἡ πληθώρα τῶν φερέλπιδων συγγραφέων σήμερα δὲν θυμᾶται τὴ συμβουλὴ τοῦ μεγάλου μαέστρου κι ἐκφράζεται (συγγνώμη, ἐκφράζει) στὸν ἐλεύθερο στίχο ὄχι λόγῳ ἐμβριθοῦς γνώσης τοῦ ἀνελεύθερου στίχου ἀλλὰ λόγῳ ἄγνοιάς του. Ἐλπίζω ἐσὺ νὰ μὴν ἀνήκεις στὴν ὁμήγυρη τῶν αὐθορμήτων τούτων νέων καὶ νὰ σκέπτεσαι δὶς καὶ τρὶς ποιόν δρόμο ν’ ἀκολουθήσεις μπροστὰ σ’ ἕνα σταυροδρόμι — ὅπως μᾶς τὰ λέει ὡραῖα καὶ ὁ Frost. Στὴν τέχνη πρέπει νὰ ἔχουμε συνείδηση τοῦ τί κάνουμε. Ἂν δὲν ξέρουμε σὲ ποιό λιμάνι πηγαίνουμε, κανένας ἄνεμος δὲν εἶναι οὔριος (Σενέκας).

Τελειώνοντας, δυὸ λόγια μόνο γιὰ τὴ μανία ποὺ σὲ χαρακτηρίζει (σὲ ξέρω καλὰ Δ., δὲν μπορεῖς νὰ κρυφτεῖς!) νὰ μὴν ἀφήνεις σὲ ἡσυχία τοὺς στίχους σου ἀλλὰ νὰ τοὺς ταλαιπωρεῖς διαρκῶς, μέχρι νὰ γίνουν ἄψογοι. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, αὐτὸ εἶναι σωστό. Θὰ συμφωνοῦσε καὶ ὁ Valery: «τελειότητα σημαίνει δουλειά». Ἀπ’ τὴν ἄλλη, μέτρον ἄριστον· ἤτοι, ν’ ἀποφεύγονται οἱ ὑπερβολές. Σκέψου. Εἶναι σὰν νὰ ἔχεις στὰ χέρια σου μιὰ κιθάρα καὶ νὰ προσπαθεῖς νὰ τὴν κουρδίσεις. Ἀρχίζεις λοιπὸν μὲ προσοχὴ νὰ στρέφεις τὸ κλειδὶ μιᾶς χορδῆς καὶ κάποια στιγμὴ φτάνεις στὸν ἐπιθυμητὸ τόνο. Ἐκεῖ ὀφείλεις νὰ σταματήσεις. Ἂν συνεχίσεις, θὰ περάσεις στὸ ἄλλο ἄκρο τῆς ἀτονίας κι ἴσως ἡ χορδὴ νὰ σπάσει. Ἡ μεταφορὰ αὐτὴ μοῦ ἀρέσει πολύ· τὴ χρησιμοποιῶ συχνὰ διότι ἐφαρμόζει σχεδὸν σὲ κάθε περίσταση. Κι ἂν δὲν σ’ ἔπεισα ὅτι κάποια στιγμὴ πρέπει νὰ πετᾶς τὴν πέννα καὶ νὰ βγαίνεις καμιὰ βόλτα, τότε θὰ ἐπικαλεστῶ τὰ μεγάλα μέσα καὶ θὰ ὑπομνήσω ὅ,τι ἔλεγε ὁ Borges γιὰ τοὺς νέους συγγραφεῖς: «νὰ μὴν τὸ παρακάνουν μὲ τὴν ἐπιθυμία τους γιὰ τελειότητα». Ἐπὶ πλέον, θὰ συμπλήρωνα ἐγώ, εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ν’ ἀφοπλίζει κανεὶς τὴν ἐσώτερη δύναμη ποὺ τρέφει αὐτὸν τὸν καταναγκασμό: τί σκέφτονται δηλαδὴ οἱ ἄλλοι γιὰ τὴ δουλειά του. Αὐτὸ ἔχει μιὰν ἀξία ὅταν κανεὶς εἶναι νέος, στὴν ἀρχή, κατὰ τὰ εἰσόδια στὸν ναὸ τῆς τέχνης. Τότε ποὺ τρέχει ἀπ’ τὸν ἕνα δάσκαλο στὸν ἄλλον κι ἐκλιπαρεῖ γιὰ γνῶμες, συμβουλὲς δείχνοντάς τους τὰ ἔργα του. Ὅμως, ὅπως καὶ μὲ τὸ κούρδισμα τῆς κιθάρας, ἔτσι κι ἐδῶ χρειάζεται φρένο. Εἰδάλλως κινδυνεύει ὁ ποιητής (γιατὶ αὐτὸς εἶναι τὸ θέμα μας) νὰ γράφει ὄχι ὅπως θέλει ὁ ἴδιος ἀλλὰ ὅπως θέλουν οἱ φίλοι του. Νὰ γίνει κάποιος ἄλλος καὶ ὄχι ὁ ἑαυτός του∙ κίνδυνος μέγας, τὸν κώδωνα τοῦ ὁποίου ἔκρουε γιὰ τὴ νεολαία τῆς ἐποχῆς του (καὶ κάθε ἐποχῆς) ὁ Hesse. Καὶ σὲ τελικὴ ἀνάλυση… «τί ἡμῖν, ὦ μακάριε Δ., οὕτω τῆς τῶν πολλῶν δόξης μέλει;» ποὺ ρωτάει καὶ ὁ Σωκράτης τὸν Κρίτωνα. Τί μᾶς νοιάζει ἡ γνώμη τῶν πολλῶν; Διότι ἂν οἱ πολλοὶ εἶναι ἱκανοὶ γιὰ τὸ καλό (π.χ. νὰ κρίνουν στίχους ὀρθῶς) τότε εἶναι ἱκανοὶ καὶ γιὰ τὸ κακό (νὰ τοὺς κρίνουν λανθασμένως). Γι’ αὐτό, γενναῖε μου Δ., πίστεψε στὸν ἑαυτό σου, σήκωσε τὸ κεφάλι ὡς ἄλλος Αἴας καὶ μὲ βήματα μακρὰ καὶ χαμόγελο στὰ χείλη, προχώρει (Η 212). Μόνοι πορευόμαστε στὴν τέχνη ὅπως, ἴσως, μόνοι πορευόμαστε στὴ ζωή — σὲ αὐτὸ τὸ γλυκό, ὁμαδικὸ παιχνίδι μοναξιᾶς.

Δὲν ξέρω ἂν τὰ λόγια μου σὲ βρίσκουν σύμφωνο. Τὸ ὕφος μου κατέληξε, πράγματι, μελαγχολικό. Ἤδη σὲ φαντάζομαι νὰ δυσανασχετεῖς καὶ νά ’χεις μετανιώσει ποὺ μοῦ ’γραψες ἐκεῖνο τὸ γράμμα. Ζητῶ τὴν κατανόησή σου. Ἤθελα ἁπλὰ νὰ ὑπερασπιστῶ ὅ,τι συμβουλεύει καὶ ὁ Rilke στὰ Γράμματά του· πὼς ἕνας δρόμος μονάχα ὑπάρχει, νὰ βυθιστεῖ κανεὶς στὸν ἑαυτό του. Κι ἂν τὸ βρίσκεις λιγάκι σκληρό, ἄσε νὰ στὸ πεῖ ὁ Μᾶρκος Αὐρήλιος: «ἔνδον σκάπτε». Ἀλλὰ ἂν δὲν συμπαθεῖς οὔτε τὸν φιλόσοφο-πολεμιστὴ Αὐτοκράτορα τότε ἐπίτρεψέ μου, ὡς κατακλείδα, νὰ ψιθυρίσω κι ἐγὼ μαζὶ μὲ τὸν ποιητὴ τὰ αἰώνια λόγια ποὺ λέει ὁ ἀγαπημένος στὴν ἀγαπημένη του, πάνω ἀπ’ τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου:

ἂν βρήκαμε τὴν ἀγάπη στὴ ζωὴ
θὰ τὴ βροῦμε καὶ στὸν θάνατο

Ἂν ἀντὶ γιὰ ἀγάπη ἐμεῖς ποῦμε ποίηση, ἀγαπητέ μου Δ., νομίζω δὲν θὰ ἔχουμε κάνει τίποτε λιγότερο ἀπ’ τὸ νὰ ἔχουμε στοιχηματίσει, ὡς γνήσιοι φίλιπποι, στὴν πιὸ δυνατὴ φοράδα στὴν ἱπποδρομία τῆς ζωῆς. Σὲ αὐτὴν τὴν κούρσα, ὅπου κανεὶς δὲν βγαίνει νικητής, ἐμεῖς δὲν θὰ τερματίσουμε μὲ ἄδεια χέρια. Ἀρκεῖ ν’ ἀφεθοῦμε στὴν ποίηση — μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀφήνεται κανεὶς σὲ μιὰ Πίστη. Τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει εἶναι νὰ τὴ βροῦμε, νὰ θέλουμε νὰ τὴ βροῦμε. Ἢ μᾶλλον, ὡς Μοῦσα ἡ ἴδια, νὰ μᾶς βρεῖ ἐκείνη καὶ νὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ τὴν ὑπηρετήσουμε. Γιὰ νὰ οἰκοδομήσουμε ἔτσι τὸν κόσμο τῆς φαντασίας· ἕναν κόσμο, κατὰ Camus, διορθωμένο ἀπ’ τὴν παρέμβαση τοῦ καλλιτέχνη.

Λοιπόν, αὐτὰ τὰ ὀλίγα. Ἐλπίζω νὰ σὲ διαφώτισα καὶ νὰ κατεύνασα τὶς ἀνασφάλειές σου∙ ἂν ὄχι, τουλάχιστον νὰ μὴ σὲ μπέρδεψα (περισσότερο). Φταίει ὅτι βιάζομαι. Πιστεύω θὰ μποροῦσα νὰ στὰ ξαναπῶ μὲ ἄλλα λόγια, πιὸ κατανοητά. Ὅμως οὐκέτι καιρός,  πρέπει νὰ φύγω. «Θέρεος καματώδεος ὥρη», ποὺ γράφει καὶ ὁ Ἡσίοδος. Κι ἂν οἱ ὑψηλὲς θερμοκρασίες δοκιμάζουν τὶς ἀντοχές μας, ἡ θάλασσα στέκει παρηγορία. Ἄχ, ἡ θάλασσα… κάποτε ὁ Αἰσχύλος τὴν ἔβλεπε ἀνθισμένη μὲ νεκρούς, σήμερα ἡ ἴδια ἐμφυσᾶ ζωὴ σὲ κουρασμένα σώματα, ἀνασταίνοντάς τα· μακρὰν τὸ καλύτερο φάρμακο! Καὶ οἱ γιατροὶ ἴσως νὰ μὴν πέφτουν ὁλότελα ἔξω ὅταν ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ μπάνια βελτιώνουν τὸ κυκλοφορικὸ καὶ βοηθοῦν γενικώτερα στὴ σωματικὴ εὐεξία. Λὲς κι ἂν ζήσουμε περισσότερο θ’ ἀλλάξει σὲ κάτι ἡ ποίησή μας.

Εὔχομαι καλὲς διακοπὲς Δ. Κι αὐτὰ ποὺ μόλις διάβασες, σεβάσου μὲν κράτα μικρὸ καλάθι δέ. Ἔχουν τὴν ἀξία τους ἀλλὰ μὴν τὰ παίρνεις καὶ πολὺ στὰ σοβαρά. Προτιμώτερο, ἂν θές, νὰ σφίξεις στὰ χέρια σου τὸν ἀφορισμὸ τοῦ κυρίου Feynman — ἕνα σκεπτικιστικὸ πίθο τῶν Δαναΐδων ποὺ χωράει τὰ πάντα: πόσο δύσκολο εἶναι νὰ καταφέρεις νὰ γνωρίσεις κάτι.

Ἔρρωσο
Ἀ.

 

pic2-shadow

Οἱ φωτογραφίες τῆς ἀνάρτησης εἶναι τοῦ συγγραφέα.