O Κώστας Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε… ή Το ολίσθημα ενός δασκάλου

697975_Ο_Κώστας_Καρυωτάκης_νεκρός_στο_Βαθύ_Πρέβεζας_-1928-_D_1_1

 

του ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Ἂς θυμηθοῦμε  μιὰ καίρια παραίνεση τοῦ Γ.Π. Σαββίδη στὸ φιλολογικὸ δοκίμιο τοῦ 1972 «Ὁ Καρυωτάκης ἀνάμεσά μας»:

[…] Καιρὸς νὰ πάψει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ σπειροχαίτη τοῦ Καρυωτάκη […] καὶ ἀκόμη λιγότερο ἡ αὐτοκτονία του […], καὶ νὰ στραφοῦμε πρὸς τὰ ποιήματα καὶ τὰ πεζογραφήματά του – σὰν νὰ τὸν εἶχε κόψει τὸ πράσινο τρὰμ δίπλα στὸ πατρικό του στὴν ὁδὸ Πειραιῶς. [1]

Ὁ Σαββίδης συμβουλεύει περισσότερο τὸν ἑαυτό του, ἂν καὶ εἶναι βέβαιος ὅτι στὸ τέλος θὰ ἐνδώσει πρῶτος καὶ καλύτερος σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιδημικὴ νόσο, τὴ φιλολογικὴ νεκροτόμηση, δηλαδὴ σκύλευση, ἑνὸς ἄτυχου πτώματος. Στὴ συνέχεια γίνεται πιὸ συγκεκριμένος∙ μᾶς ἀποτρέπει, προσπαθεῖ δηλαδὴ νὰ ἀποτρέψει τὸν ἑαυτό του, ἀπὸ «[ἐ]κεῖνο τὸ δυσπερίγραπτο συνονθύλευμα βιογραφικῶν στοιχείων, ἀστυνομικοῦ ρεπορτάζ, κλινικοῦ κουτσομπολιοῦ καὶ συναξαρίστικων ἀνεκδότων, ποὺ μᾶς κόβει τὴ θέα πρὸς τὸ ἔργο τοῦ ποιητῆ, ὅταν δὲν μᾶς ἀποθαρρύνει κιόλα νὰ ἀγαπήσουμε τὴν σκιὰ τοῦ ἀνθρώπου». Διευκρινίζει, μάλιστα, ἐξ ἀρχῆς πὼς δὲν ἔχει σκοπὸ νὰ «εἰσαγάγει» τὸν ἀναγνώστη στὴν ποίηση τοῦ Καρυωτάκη. Τὸ ἔργο αὐτό, γράφει, ἔχει ἐπιτελεστεῖ ἀπὸ τὸν Τέλλο Ἄγρα (πρὸ 40ετίας) «μὲ τρόπον ἴσαμε τώρα ἀνυπέρβλητο». [2]

Δὲν εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἐκφράζει αὐτὸ τὸν φόβο. Ἤδη τὸ 1938 ὁ Φ. Κόντογλου εἶχε κάνει λόγο γιὰ «τυμβωρυχία».

Ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη βγαίνει ἀπὸ τὸ στόχαστρο τοῦ ἐπιμελητῆ του. Αὐτό, ὅπως λέει, ὁ Σαββίδης, θὰ τὸ ἀναλάβουν ἄλλοι. Στὴ θέση της ἔρχεται ἡ ἀνερμάτιστη “συγκριτολογία”, τὸ μακρύ, ἀνοικονόμητο «ποδάρι» ποὺ ἔχει στοιχειώσει ἄταφο, μακάβριο καὶ συνάμα κωμικό, στὸ φιλολογικὸ κοιμητήριο τοῦ μεσοπολέμου. Κάτω ἀπὸ τὸ «φαρδοκάπουλο» σκήνωμα τοῦ Καρυωτακισμοῦ βρῆκαν καταφύγιο πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπιγόνους ποιητὲς καὶ κριτικούς∙ ἀνατράφηκαν μὲ τὶς ἀλγηδόνες τοῦ θανάτου, τὴν ἰδέα τῆς ἐπιδικασμένης ἥττας, τὸν τραγικὸ αυτοσαρκασμό, ταΐζοντας -ὄχι σπάνια- μιὰ διάθεση νεκροφιλική. «Εἴμαστε διαρκὴς μεσοπόλεμος», συμφωνοῦν οἱ ἐπίγονοι, ἕνας ἄταφος, πρόσθετος –ισμoς στὸ χωμένο κουφάρι τοῦ Καρυωτάκη. Μόνο ποὺ αὐτὸς ὁ χτυπημένος ἀπὸ τὴ λοξή του μοίρα δημόσιος ὑπάλληλος, ὅπως καὶ κάθε ἄλλος θεράπων τῆς τέχνης, δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ νὰ συγχέεται μὲ τὴν ποίησή του. Αὐτὴ ἀρχίζει καὶ τελειώνει (ἂν ὁλοκληρώνεται ποτέ) μὲ τὶς λέξεις της. Ἔξω ἀπὸ τὴ γεωγραφία τῶν λέξεών του ὁ ποιητὴς μένει μετέωρος ἢ ἐπιστρέφει στὸ θνητὸ σχῆμα, στὴ χαμερπὴ συχνὰ κρίση τῶν συγκαιρινῶν. Τὸ ἴδιο αὐστηρὰ ἐπικεντρωμένη στὶς λέξεις του ὀφείλει νὰ μείνει ἡ κριτική, ἂν θέλει νὰ διατηρήσει τὸ ὄνομά της. [3] Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ὁμολογίες ἀνεπάρκειας καὶ ψυχικῆς διχοστασίας.

Ὀγδόντα χρόνια μετὰ τὴν «Πρέβεζα» πληροφορηθήκαμε τὰ πάντα γιὰ τὸν αὐτόχειρα Κ.Γ. Καρυωτάκη, ἀναπαυμένοι ἐν πολλοῖς στὴν ὄντως λαμπρὴ ἀνάγνωσή του ἀπὸ τὸν Ἄγρα (1934). Μετὰ τὴν ἐπανέκδοση Ἁπάντων τῶν Εὑρισκομένων του (1972) ἡ φιλολογικὴ κριτικὴ ἐπισκέπτεται, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ ἐπιστημονικὴ δεοντολογία, τὸν δημόσιο ὑπάλληλο (Γεωργία Δάλκου, Κωνσταντῖνος Γεωργίου Καρυωτάκης, δημόσιος ὑπάλληλος ἐξ Ἀθηνῶν, μετατεθεὶς εἰς Πρέβεζαν ἐσχάτως….,1986) καὶ τὸν μεταφραστή (Βάσω Τοκατλίδου, Οἱ μεταφράσεις τοῦ Καρυωτάκη, ἔνταξή τους στὸ ποιητικὸ πρωτότυπο ἔργο τῶν συλλογῶν του, 1978).

Παράλληλα, ὡστόσο, γνωρίσαμε ἀπὸ κοντὰ τὸν ἐρωτόληπτο ποιητή, τὸν συχνὸ ἐπισκέπτη πορνείων∙ ἐντρυφήσαμε (καθηλωμένοι στὴν τηλεοπτικὴ σειρὰ τοῦ Τάσου Ψαρρᾶ) στὴ δραματικὴ σχέση του μὲ τὴν Μαρία Πολυδούρη (ἀδιάφορο ἂν ὅσα σκηνοθετήθηκαν ἐκεῖ ἔχουν κάποια σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα)∙ στὴ σχέση του μὲ τὴν ἐπίσης «κακότυχη» Ἄννα Σκορδύλη-Χαροκόπου, τὴν «ἀγορασμένη φίλη»)∙ φωτογραφήσαμε καὶ ἐκθέσαμε σὲ δημόσια θέα τὸν πάσχοντα ἀπὸ ἀφροδίσιο νόσημα αὐτόχειρα τῆς Πρέβεζας (Ἄγγ. Βογάσαρης, Ἕνας ἄνθρωπος, μιὰ ζωή, ἕνας θάνατος-Κώστας Καρυωτάκης, 1968), τὸν συναριθμημένον ἔστω προσωρινά- στοὺς Μπεάτους τοῦ Ἐμπειρίκου (Ὀκτάνα). Ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, ἐκ τῶν ἐθελοντῶν στὶς νεκροψίες, «ἀναψηλαφᾶ» τὸ πτῶμα καὶ βιάζεται νὰ «κλείσει τὸν φάκελο Καρυωτάκη» (1971). [4] Ἀκόμη καὶ τὸ 1997 ἐνδοσκοπεῖ στὴν «ἀρρωστημένη ψυχολογία» τοῦ ποιητῆ, ἀναρωτιέται τὶ «ἐπιβιώνει» ἀπὸ τὸ κλῖμα Καρυωτάκη, ἀπαιτεῖ «νέες ἐπιχειρηματολογίες […], ἀστυνομικές», καὶ καταλήγει στὸν μεγαλόστομο ἐνταφιασμὸ τῆς Μεγάλης Ἰδέας μὲ τὴν ἐκπυρσοκρότηση ποὺ ἐτάραξε τὸ θρόισμα τῶν εὐκαλύπτων, στὴν Πρέβεζα, τὴν 21η Ἰουλίου 1928. [5] Ἐδῶ ἔχει τὴ θέση της, γιὰ νὰ σκεπαστοῦν γιὰ λίγο οἱ κακοφωνίες, ἡ ἀποστροφὴ τοῦ Ἐμπειρίκου:

Καὶ νὰ ἐνθυμῆσθε πάντα τὶς πιστολιὲς ἐκεῖνες (τὸν Μαγιακόβσκη νὰ ἐνθυμεῑσθε, τὸν Τράκλ, Ἑσσένιν καὶ Κρεβέλ), τὶς πιστολιὲς ἐκεῖνες, ποὺ τὶς καρδιὲς τρυποῦν καὶ τὶς φωνὲς σωπαίνουν, πάντα νὰ τὶς ἐνθυμῆσθε, ὅ,τι καὶ ἂν λέν, ὅ,τι καὶ ἂν γράφουν οἱ ἐφημερίδες ποὺ τόσα καὶ τόσα λέν […]. [6]

Παρ’ ὅλα αὐτά, παρακάμπτοντας τὴν παραίνεση τοῦ Ἐμπειρίκου καὶ τὸ νοηματικὸ θρόισμα τῶν εὐκαλύπτων, ὁ Σαββίδης σὲ ἀνακοίνωσή του γιὰ τὴν «Ἀποχαιρετιστήρια ἐπιστολὴ» τοῦ Καρυωτάκη ἐπανελέγχει τὴν ἰατροδικαστικὴ ἔκθεση τῶν ἀδύτων τοῦ «ἀνθρώπου». [7] Βέβαια, ἀναγνωρίζει τὸ ἀτυχέστατο, ἂν καὶ ἀναμενόμενο ὕστερα ἀπὸ τόσες περιστροφές, ὀλίσθημά του χαρακτηρίζοντας ἑαυτὸν «φιλολογικὸ χαφιὲ» καὶ τὸ πόνημά του «λασποκορεσμένο χαφιεδισμό». Σὺ εἶπας! Ὡστόσο, προχωρεῖ μὲ λαίμαργη διάθεση. Πάσῃ θυσίᾳ πρέπει νὰ διευκρινισθεῖ ἡ «χυδαία πράξη» ποὺ ὁμολογεῖ ὁ ποιητής, ἔργο πού, κατὰ τὰ λεγόμενά του, ὄφειλε νὰ εἶχε φέρει εἰς πέρας ἡ Χωροφυλακὴ Πρεβέζης. Σάμπως αὐτὴ ἡ ἀνομολόγητη ἐνέργεια ἢ συνήθειά του νὰ ἀποτελοῦσε τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν «ἀποκωδικοποίηση» τοῦ ἔργου τοῦ «αὐτόχειρα». Προχωρεῖ, διαβαθμίζοντάς τες κατὰ τὴν πιθανολόγηση, σὲ εἰκασίες ποὺ ταιριάζουν μᾶλλον σὲ προτραῖτο σεσημασμένου ποινικοῦ: χαρτοπαίκτης, χαρτοκλόπος, λαθρέμπορος, μαστροπός, ναρκομανής, ὀπιομανής, χασικλής, ἔμπορος ὀπίου καὶ συναφῶν κατασκευασμάτων, μὲ ἐπικρατέστερη τὴν ἰδιότητα τοῦ ὀπιομανοῦς. Ἀτυχῶς γιὰ τὸν ποιητὴ ὑπάρχουν καὶ τὰ ἐπιβαρυντικὰ Νηπενθῆ, ἤγουν οἱ ναρκωτικὲς οὐσίες, ἀλλὰ καὶ ἡ μετάφραση τοῦ Χαρτοπαίκτη τοῦ E.T.A. Hoffmann. Κι ἐπειδὴ οἱ ἐνδείξεις δὲν συνιστοῦν ἀποδείξεις, ὁ φιλόλογος, ὀπιομανὴς καὶ αὐτὸς τοῦ ἰδιωτικοῦ, ὑποδεικνύει στοὺς ἐπιγόνους μελετητές: «Μένει νὰ ἐξακριβωθεῖ μήπως τυχὸν ἴχνη τῆς χυδαίας πράξης […] ἐξακολουθοῦν νὰ σώζονται σὲ ἀφανῆ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου ἢ ἀλλοῦ». Ἐννοεῖ προφανῶς τὸ Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου ὁ ὑπάλληλος Κωνσταντῖνος Γεωργίου Καρυωτάκης εἶχε τὴν ἀτυχὴ ἔμπνευση νὰ γράφει παραλλήλως ποιήματα. [8]  Ὁ Τίτος Πατρίκιος προσπάθησε ματαίως νὰ ἀνακόψει αὐτὸ τὸν φιλολογικὸ κατήφορο: Ἡ αὐτοκτονία τοῦ ποιητῆ συνδέεται (ἴσως) «μὲ δεσμεύσεις ποὺ ἀνέλαβε μέσω τῆς ἴδιας τῆς ποίησής του».  Ὅμηρον  ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν. [9]

 

19149053_1276460962452099_1058529063290022356_n

 

Ὄψιμη ἀπάντηση. Ἀντίθετα μὲ αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ λογοτεχνικὸς μῦθος, οἱ ποιητὲς δὲν αὐτοκτονοῦν. Ὁ Βασέ (Vaché), ὁ Ριγκώ (Rigaut), ὁ Κρεβέλ (Crevel), ὁ Γεσένιν (Yesenin), ὁ Μαγιακόφσκι, ὁ Τσέλαν, ἡ Πλάθ, ὁ Τράκλ (;), ὁ Παβέζε, ἡ Τσβετάγιεβα, ὁ Καρυωτάκης, ὁ Λαπαθιώτης, ὁ Τραϊανός… (ὁ κατάλογος θὰ μένει ἐς ἀεὶ ἀνοιχτός), κατέφυγαν στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ποίησής τους, ἔγιναν οἱ ἴδιοι, ὅπως εἶχε εὐχηθεῖ ὁ Χαίλντερλιν, ἡ λέξη καὶ τὸ ποίημά τους. Ἡ ποίησή τους γράφτηκε ἐπάνω στὸ σῶμα τους. Εἶναι ἡ βούλα τοῦ κατάδικου, δηλαδὴ τοῦ ποιητῆ (Τσβετάγιεβα). Τὰ ὑπόλοιπα, ἐφήμερα καὶ φθαρτά, τὰ ἀναλαμβάνουν οἱ ἐφημερεύοντες κριτικοί. Γιὰ τὴν ἱστορία, ἂς θυμηθοῦμε τὴ δήλωση τοῦ Καρυωτάκη στὸν Χ. Σακελλαριάδη πὼς θὰ σταματήσει νὰ γράφει ποιήματα καὶ θ’ ἀφοσιωθεῖ στὰ πεζά. Αὐτὸ ἔγινε τὸν Ἰανούαριο τοῦ 1928, μιὰ καλὴ συγκυρία, γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ σιωπὴ ποὺ ἀκολούθησε. Μέχρι τὸν Ἰούλιο τῆς ἀναχώρησής του γιὰ τὸ «καταφύγιο τῶν ἐνδόξων καὶ ἀδόξων ποιητῶν» γράφει τρία ποιήματα ὅλα κι ὅλα, ἂν δεχτοῦμε πὼς δὲν λανθάνουν ἄλλα. Οἱ λογαριασμοὶ κλείνουν. Ὣς ἐκεῖ. Στὴ λογοτεχνικὴ κριτικὴ καταλείπεται νομίμως μόνο ἡ ποιητική του γλώσσα. Τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠμέγα. Ἡ ποίηση (δηλονότι ἡ λογοτεχνία) δὲν βιογραφεῖται, εἶναι αὐτόφωτη, δὲν χρειάζεται φωτοδότες, ἐπιστολές, ἔρωτες, μαρτυρίες, βιοτικὲς δοκιμασίες. Αὐτὰ δὲν φωτίζουν, ἀντίθετα, συσκοτίζουν, στενεύουν, περιορίζουν τὶς δυνητικὲς ἐπ’ ἄπειρον ἀναγωγὲς τοῦ ἔργου «σὲ ἕναν γαλαξία σημασιῶν» (Ζ. Ντερριντά). Πρὸς τί οἱ «ὁδηγίες πρὸς ναυτιλομένους» ἀναγνῶστες; Ἀλλοίμονο ἂν τὸ ταξίδι αὐτὸ σχεδιαστεῖ ἐπὶ χάρτου. Ἂν ἡ ἴδια ἡ γραφὴ δὲν προδίδει τὶς μυστικὲς φωνές της, ἂν χρειάζεται τὰ δεκανίκια τῶν φιλότιμων «βιογράφων», τότε πρέπει νὰ μετατεθεῖ σὲ κάποιο παραλογοτεχνικὸ εἶδος. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν «ἀποκρυπτογραφικῶν» σημειώσεων τοῦ Ἔλιοτ, ἡ Ἔρημη Χώρα δὲν ἔγινε λιγότερο κρυπτική, προσιτὴ ἢ σημαντική. Ἡ ἐξαντλητικὰ βιογραφικὴ ἑρμηνεία ποιημάτων τοῦ Τσέλαν ἀπὸ τὸν Τζ. Φέλστινερ (John Felstiner) δὲν πρόσθεσε κάτι στὴν πολυτιμία τους. Τὰ ἑρμητικὰ (συχνὰ) Cantos δὲν εἶναι περισσότερο σκοτεινὰ ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ ἔπη. Εὐτυχῶς, γιὰ τὸν ποιητὴ τῆς Ἰλιάδας δὲν γνωρίζουμε τίποτε γι’ αὐτόν, τὸν «βιογραφοῦμε», ἀντιστρόφως, μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο του. Ἂς κάνουμε τὸ ἴδιο γιὰ τὸν Καρυωτάκη, τὸν «κύριο Τάκη». Ἂς διαβάσουμε τὸ ποίημα «Δελφικὴ Ἑορτὴ» χωρὶς ἀναγωγὲς στὸ γεγονός (Μάιος τοῦ 1927), στὸ ὅραμα τοῦ ζεύγους Σικελιανοῦ καὶ τὴ συνοδευτικὴ ἐπιστολογραφία. Ἡ ποίηση ἔχει τὴ δική της ἐξάρτυση. Ἀκόμη καὶ τὰ σχόλια, τυχόν, τοῦ ποιητῆ παραπλανοῦν, περιττεύουν. Σπανίως ὁ δημιουργὸς ἔχει συνείδηση τοῦ ἔργου του. Εἶχαν μήπως ὁ Κάλβος,  ὁ Ρεμπώ;

elegeia-kai-satiresἩ παράδοση αὐτῆς τῆς νοσηρῆς περιπολίας πηγαίνει πολὺ πίσω στὸ ρομαντικὸ δρᾶμα τῆς Ἐλβίρας καὶ τοῦ Ἑρνάνη, στὴ φθίση τῆς Κυρίας μὲ τὰς Καμελίας, στὸ ἀληθινὸ περιστατικὸ ποὺ ἐνεδρεύει πίσω ἀπὸ τὶς κουΐντες. Ἀκόμη, στὰ ἰσχυρὰ ἀποτυπώματα τῆς «ἠθογραφίας» στὴ συνείδηση τοῦ ἀναγνώστη. Ἔτσι κατασκευάστηκαν ὁ Ἅγιος τῶν Γραμμάτων, ὁ γέρος τῆς Ἀλεξάνδρειας, τὸ τρομερὸ παιδὶ τῆς Χαλκίδας, ὁ ἁμαρτωλὸς Μαραμπού, ὁ ποιητὴς τῆς θάλασσας, ὁ αὐτόχειρας τῆς Πρέβεζας… Ἡ ἑλληνικὴ λογοτεχνία σταθμεύει ἀκόμη στὶς ὄχθες τοῦ ρομάντσου, παραμονεύει σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς Πρέβεζας γιὰ τὸ ἄθλιο δημοσιογραφικὸ ρεπορτάζ. Τὸ ὀλίσθημα τοῦ δασκάλου εἶναι ἀσθένεια ἐνδημικὴ τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας. Ἔχει πλήξει καὶ “στενέψει” σημαντικά ἔργα, τὴν Τριλογία τοῦ Τσίρκα (ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κριθεῖ ὡς <ἀμιγὲς> μυθιστόρημα), τὸ Κιβώτιο τοῦ Ἀλεξάνδρου (λιγότερο μυθιστόρημα καὶ περισσότερο ἀλληγορικὸ ντοκουμέντο καὶ βίωμα τοῦ ἰδεολόγου Ἀλεξάνδρου), τὴν ποίηση τοῦ “ναυτικοῦ” Καββαδία. Ὁ Καρυωτάκης κλείνει τὴν «Ἀποχαιρετιστήρια ἐπιστολὴ» μὲ μιὰν ἀποστροφὴ ποὺ δὲν προσέχτηκε: «[…] Ὁρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθῆ εὐκαιρία, θὰ γράψω…».

Τὸ ἔργο του, λοιπόν, παραμένει ἀνοιχτό, ἔργο ἐν προόδῳ. Ἡ αὐτοχειρία τοῦ Κωνσταντίνου Γεωργίου Καρυωτάκη δὲν ἀφορᾶ τὸν ποιητὴ καὶ συντάκτη τῆς ἐπιστολῆς. Παρέλκουν καὶ οἱ ἀνησυχίες τοῦ δασκάλου. Ἄλλωστε, ἕνα παιγνίδι ἦταν μὲ τυχαῖα ἀγορασμένο περίστροφο∙ πῶς ἀσφαλίζει, πῶς ἀπασφαλίζει…

ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ                                                                      Ἐρεσός, Ἰούλιος 2020


[1] Εἰσαγωγὴ στὸν τόμο: Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα καὶ πεζά. Ἑρμῆς, 1972 καὶ 1975², ιγ’-ξη’.  Τώρα στοῦ ἰδίου: Στὰ χνάρια τοῦ Καρυωτάκη, Κείμενα 1966-88. Νεφέλη 1989, 15-72 (20-21).

[2] Ὅ.π.

[3] Στὴν κατεύθυνση αὐτὴ βρίσκονται οἱ γνωστὲς ἐργασίες τῶν Massimo Peri (1972), Κ. Στεργιόπουλου (1972), Δ. Τζιόβα (1986), Δ. Ἀγγελάτου (1994), Χρ. Παπάζογλου (1988), Β. Λεοντάρη (2001) ἀλλὰ καὶ ἀνακοινώσεις στὰ δύο Συμπόσια γιὰ τὸν Καρυωτάκη (1986, 1997), ὅπως τῶν Δ. Ἀγγελάτου, Λ. Τσιριμώκου, Ἄ. Φραντζῆ, Μ. Ἀθανασοπούλου, Τ. Καρβέλη, Ξ. Κοκόλη μεταξὺ ἄλλων.

[4] Ἀλ. Ἀργυρίου, Ἀναψηλαφήσεις σὲ δύσκολους καιρούς. Κέδρος 1986, 245-261.

[5] Ἀλ. Ἀργυρίου, Καρυωτάκης καὶ Καρυωτακισμός (Ἐπιστημονικὸ Συμπόσιο, 31 Ἰαν. καὶ 1 Φεβρ. 1997). Ἵδρυμα Μωραΐτη, 1998, 145-165 (157).

[6] Ἀνδρέας Ἐμπειρῖκος, «Ὅταν οἱ εὐκάλυπτοι θροΐζουν στὶς ἀλέες» (Ὀκτάνα, 1964).

[7] Συμπόσιο γιὰ τὸν Κ. Γ. Καρυωτάκη (1986). Ἐπιμ. Μ. Μελισσαράτου, Πρέβεζα (1990). Δημοσιεύτηκε στὸ περ. Πόρφυρας, Κέρκυρα 1987, τχ. 40, 199-207.  Καὶ  Στὰ χνάρια…, ὅ.π., 101-115.

[8] Ὁ ὑπομονετικὸς ἀναγνώστης τῆς «Ἔκθεσης Σαββίδη» ἀνταμείβεται μὲ σπάνιες πληροφορίες «χυδαίων ἐνεργειῶν» ἡμετέρων καὶ ξένων: ὁ Νίκος Γκάτσος μανιώδης χαρτοπαίκτης, ὁ Ναπολέων Ζέρβας ὁμοίως, ἀλλὰ καὶ συγγενεῖς τοῦ Καρυωτάκη ψιλοχαρτόπαιζαν (νὰ συναντήθηκαν ἄρα γε ὅλοι στὴν τσόχα ποτέ;)∙ ὁ Λαπαθιώτης, ὁ Παπανικολάου ὀπιοπότες, ζηλώσαντες τὸ πάθος τοῦ Μπωντλαὶρ καὶ τοῦ Κοκτώ∙ ὁ Νίτσε, ὁ Βιζυηνός, ὁ Μητσάκης, ὁ Φιλύρας (αὐτοὶ πέθαναν τρελοί!) ἔμειναν ἀνύπαντροι, καθ’ ὅτι συφιλιδικοί, ἐνῶ ὁ Βλαχογιάννης, ὁ Ξενόπουλος (θρυλεῖται) ἀρσενοκοῖτες καὶ παιδεραστές. Μένει νὰ χαρακτηρισθεῖ ἡ ἐπὶ τὰ ἴχνη ἀγρυπνία τοῦ αὐτόκλητου χωροφύλακα ἠθῶν. Ἡ Ἑλ. Πολίτου-Μαρμαρινοῦ παρατηρεῖ τὸ 1997: «[…] Πᾶνε τώρα δέκα χρόνια, καὶ δὲν εἶδα πουθενὰ νὰ ἀντικρούει κανεὶς [τὸν Γ.Π. Σαββίδη] γραπτῶς καὶ ἐνυπογράφως (Συμπόσιο 1997, 83).

[9] Καὶ ὁ Δ. Τζιόβας ἐκτιμᾶ: «[…] τὸ αἴτημα γιὰ τὴν αὐτόνομη θεώρηση τοῦ ἔργου του παραμένει πάντα ἐπίκαιρο» (Συμπόσιο 1997, 113). Ὁ Γρ. Πασχαλίδης στὸ δικαίως δηκτικό, ἀφοριστικὸ ἄρθρο του «Ὁ θάνατος τοῦ συγγραφέα καὶ ἡ αὐτοκτονία τῆς κριτικῆς» μιλᾶ γιὰ «ἐγγαστριμυθικὴ ἀντίληψη τῆς ποίησης, γιὰ τὴν ὁποία τὸ κείμενο εἶναι τὸ φερέφωνο τοῦ συγγραφέα», ὅπου «τὸ ποιητικὸ δεδομένο ὑποσκελίζεται ἀπὸ τὸ ἰδιωτικὸ ἀνεπίδοτο, τὸ ἀνέκδοτο» καὶ «50 χρόνια τώρα, ἡ κριτικὴ ἀρνεῖται νὰ ἐνταφιάσει τὸν Καρυωτάκη, ὅπως ἀκριβῶς κάνει ἡ ἐκκλησία μὲ τοὺς αὐτόχειρες» (Διαβάζω, ἀρ. 117, 17.12.1986, 125-132). Τὸ αἴτημα τῆς ποιητικῆς αὐτονόμησης τοῦ Καρυωτάκη ὑπογράφει καὶ ὁ Εὐρ. Γαραντούδης («Ἡ ἀναβίωση τοῦ Καρυωτακισμοῦ», Τὸ Βῆμα, 15 Σεπτ. 1996). «Συνεδριάζετε, ψάχνετε τὸν ποιητή, / τὸ χῶρο, τὰ ἴχνη», διαμαρτύρεται μὲ ποιητικὸ τρόπο ὁ Κ. Βούλγαρης (ἢ Σ. Κουτσογιάννης) (Τώρα ποὺ οἱ κάργες θροΐζουν στὶς ἀλλέες, Συμπόσιον 1997,  245).